Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΙΑΚΩΒΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 3658/2011, 5/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B43 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3658/2011 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΙΑΚΩΒΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 05.03.14 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Σ. Συμεού (η κα Σ. Παπαλαζάρου για ν' ακούσει απόφαση) Για Κατηγορούμενο: κος Γ. Φιλίππου Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων (πρώτη κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 14.04.09 στην Πάφο ενώ γνώριζε ότι υπεβλήθηκε αίτηση πτώχευσης εναντίον του και εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του από τον Επίσημο Παραλήπτη πώλησε στον Γιώργο Ευθυμίου, παραπονούμενο στην υπόθεση αυτή, μία καντίνα καραβάνι που διατηρούσε στην βιοτεχνική περιοχή Γεροσκήπου αποσπώντας έτσι από αυτόν δια ψευδών παραστάσεων και με πρόθεση καταδολίευσης το ποσό των €10.000,00 σε μετρητά. Επίσης, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία πώλησης περιουσίας μετά την υποβολή αίτησης πτώχευσης κατά παράβαση των άρθρων 2 και 116(ιστ) του Περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ.5 μετά των συναφών τροποποιήσεων (δεύτερη κατηγορία). Με βάση τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στην ίδια με την πρώτη κατηγορία ημερομηνία ενώ γνώριζε ότι υπεβλήθηκε αίτηση πτώχευσης εναντίον του και εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του από τον Επίσημο Παραλήπτη με πρόθεση καταδολίευσης πώλησε στον προαναφερόμενο παραπονούμενο την πιο πάνω καντίνα. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε 2 μάρτυρες και συγκεκριμένα τον Λοχία 3990 Ζωνάκη Γεωργίου (ΜΚ1) και τον Γιώργο Ευθυμίου (ΜΚ2). Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον τoυ κατηγορουμένου στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ο κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε χωρίς όρκο κατάθεση από την θέση στην οποίαν βρισκόταν χωρίς να καλέσει οποιοδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. Παράλληλα, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατατέθηκαν 9 τεκμήρια. Από αυτά τα πιο κάτω τεκμήρια, κατόπιν έγκρισης του Δικαστηρίου, κατατέθηκαν από κοινού, το περιεχόμενο των οποίων τα μέρη αποδέχονται ως αληθές: 1) Τεκμήριο 1 - Κατάθεση ανώτερου εξεταστή στον κλάδο πτωχεύσεων του Γραφείου Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη Νίκου Νικολαΐδη ημερομηνίας 26.11.09 στην οποία αναφέρεται ότι εναντίον του κατηγορουμένου έχει εκδοθεί στις 19.02.97 διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, ενώ το ίδιο δικαστήριο στις 03.03.98 έκδωσε διάταγμα κήρυξης του κατηγορουμένου σε πτώχευση, ο οποίος μέχρι τη στιγμή που η κατάθεση αυτή έχει ληφθεί, δηλαδή μέχρι τις 26.11.09, δεν είχε αποκατασταθεί. 2) Τεκμήριο 2 - Διάταγμα παραλαβής Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 19.02.97 με το οποίο ο Επίσημος Παραλήπτης διορίστηκε παραλήπτης της περιουσίας του κατηγορουμένου κατόπιν της αίτησης υπ' αριθμό 51/95 με αιτητή τον ίδιο τον κατηγορούμενο. 3) Τεκμήριο 3 - Διάταγμα Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 03.03.98 με το οποίο ο κατηγορούμενος, κατόπιν μονομερούς αίτησης από τον Επίσημο Παραλήπτη στα πλαίσια της αίτησης υπ' αριθμό 51/95 και αφού διαβάστηκαν τα πρακτικά της Πρώτης Συνεδρίας των Πιστωτών που έγινε στις 09.12.97, κηρύχθηκε σε πτώχευση. Επιπροσθέτως, τα μέρη κατέθεσαν από κοινού τα εξής παραδεχτά γεγονότα:
- Κατά τον κρίσιμο χρόνο, δηλαδή στον ουσιώδη χρόνο του κατηγορητηρίου (14.04.09), ο κατηγορούμενος εξακολουθούσε να βρίσκεται σε πτώχευση.
- Στην καθημερινή εφημερίδα 'Μάχη' που είναι παγκύπριας κυκλοφορίας δημοσιεύτηκε στις 17.04.97 το διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του κατηγορουμένου που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού.
- Στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας γνωστοποιήθηκε στις 11.09.98 η κήρυξη του κατηγορουμένου σε πτώχευση και ο διορισμός διαχειριστή.
- Ο παραπονούμενος είχε αρχικά αναθέσει την υπόθεση αυτή στο δικηγόρο Γεώργιο Χατζηνεοφύτου, ο οποίος τον ενημέρωσε ότι από έρευνα που έκανε διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος ήταν πτωχεύσας. Τα πιο πάνω παραδεχτά γεγονότα εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο και αποτελούν αυτόματα μέρος των ευρημάτων του. Ο ΜΚ1, Λοχίας 3990 Ζήνωνας Γεωργίου, ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης. Στην κυρίως εξέταση του, μεταξύ άλλων, παρουσίασε τη γραπτή κατάθεση του ημερομηνίας 28.09.10, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε σαν μέρος της κυρίως εξέτασης του. Μέσα από το έγγραφο αυτό που κατατέθηκε στην διαδικασία αυτή ως Τεκμήριο 4, αναφέρει ότι στις 24.11.09 ο παραπονούμενος κατάγγειλε ότι κατά τον μήνα Μάιο του έτους 2009 συμφώνησε και αγόρασε από τον κατηγορούμενο καντίνα τύπου καραβάνι που βρίσκεται στην βιοτεχνική περιοχή Γεροσκήπου έναντι του ποσού των €10.000,
- Όπως επίσης σημειώνεται στο εν λόγω έγγραφο, η συμφωνία προνοούσε ότι ο κατηγορούμενος θα εργαζόταν στην καντίνα για περίοδο ενός μηνός και στη συνέχεια θα την παρέδιδε στον παραπονούμενο. Με την πάροδο όμως του ενός μηνός ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να του παραδώσει την καντίνα ενώ ταυτόχρονα αρνήθηκε να του επιστρέψει το ποσό των €10.000,
- Ακολούθως, ο ΜΚ1 έλαβε από τον κατηγορούμενο ανακριτική κατάθεση, τον οποίο στη συνέχεια κατηγόρησε γραπτώς αφού πρώτα του επέστησε την προσοχή στο νόμο, στην οποία κατηγορία ο κατηγορούμενος απάντησε ως εξής: "Έκανα την συμφωνία γιατί η γυναίκα μου είναι Ελληνίδα και δεν γνώριζα ότι απαγορευόταν." Η ανακριτική κατάθεση και το αστυνομικό έντυπο γραπτής κατηγορίας κατατέθηκαν στην παρούσα διαδικασία ως Τεκμήρια 5 και 6 αντίστοιχα. Επίσης, ο εν λόγω μάρτυρας κατάθεσε ως Τεκμήριο 7 φωτοαντίγραφο απόδειξης υπ' αριθμό 242951 με ημερομηνία έκδοσης 14.04.09 που αφορά είσπραξη του ποσού των €10.000,00 από τον κατηγορούμενο, ποσό που πληρώθηκε από τον παραπονούμενο σε σχέση με την αγορά κινητής καντίνας. ΜΚ2, Γεώργιος Ευθυμίου, είναι ο παραπονούμενος στην υπόθεση αυτή. Ως μέρος της κυρίως εξέτασης του παρουσίασε σαν Τεκμήριο 8 την γραπτή κατάθεση του ημερομηνίας 24.11.09 μέσα από την οποία αναφέρει ότι κατά το μήνα Απρίλιο του έτους 2009 συμφώνησε με τον κατηγορούμενο να αγοράσει από αυτόν μία κινητή καντίνα για το ποσό των €10.000,00, το οποίο πληρώθηκε στις 14.04.09 με την επιταγή υπ' αριθμό 06233518 της ΣΠΕ Γεροσκήπου που την ίδια ημέρα εξαργυρώθηκε από τον κατηγορούμενο. Όπως επίσης το έγγραφο αυτό αναφέρει, από την ημερομηνία εκείνη αυτός που είχε τον έλεγχο και διαχείριση της καντίνας ήταν ο παραπονούμενος, ο οποίος ψώνιζε και εισέπραττε χρήματα από τις πωλήσεις. Η δε πιο πάνω συμφωνία περιλάμβανε την παραμονή του κατηγορουμένου στην καντίνα μέχρι το τέλος Απριλίου
- Με το τέλος του μήνα ο κατηγορούμενος του πρότεινε να γίνουν συνέταιροι, πλην όμως ο παραπονούμενος αρνήθηκε. Ωστόσο κατόπιν αιτήματος του κατηγορουμένου που επικαλέστηκε την ανάγκη χρημάτων προκειμένου να διασώσει την θυγατέρα του από εγκλεισμό της στη φυλακή λόγω κατ' ισχυρισμού κατάχρηση που έκανε στην εργασία της, ο παραπονούμενος για ανθρωπιστικούς λόγους του άφησε τον έλεγχο και διαχείριση της καντίνας για περίοδο ενός μηνός. Με την πάροδο του ενός μηνός ο κατηγορούμενος ζήτησε να παραμείνει ακόμη ένα. Τελικά πέρασαν ακόμη 2 μήνες χωρίς ο κατηγορούμενος να έχει πρόθεση να αποχωρήσει από την καντίνα μέχρι που μία ημέρα ο παραπονούμενος συνέλαβε τον κατηγορούμενο να ανακαινίζει το εσωτερικό της καντίνας χωρίς την άδεια του. Μετά από συζήτηση που είχαν ο κατηγορούμενος είπε ότι η καντίνα ήταν δική του και όταν ο παραπονούμενος του ζήτησε τότε να του επιστρέψει τις €10.000,00 για αν αποχωρήσει ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να το πράξει. Επίσης, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του, ο παραπονούμενος κατάθεσε το βιβλιάριο αποδείξεων είσπραξης χρημάτων ως Τεκμήριο 9, εντός του οποίου βρίσκεται η απόδειξη υπ' αριθμό 242951, φωτοαντίγραφο της οποίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Αντεξεταζόμενος ο παραπονούμενος δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως το συμφωνημένο τίμημα πώλησης της καντίνας ήταν €10.000,00 και όχι €20.000,00 όπως του υποβλήθηκε από το συνήγορο υπεράσπισης. Σύμφωνα με τον παραπονούμενο, στις 14.04.09 και με την πληρωμή του συμφωνημένου τιμήματος ο ίδιος ανέλαβε την κατοχή της καντίνας στα πλαίσια της οποίας ψώνιζε και εισέπραττε χρήματα από τις πωλήσεις και ως αποτέλεσμα της οποίας πλήρωνε ημερησίως το ποσό των €30,00 στην Σούλα Σολωμονίδου, η οποία συνέχισε να εργάζεται στην καντίνα σαν υπάλληλος. Σύμφωνα ακόμη με τον παραπονούμενο, από την 01.05.09 μέχρι τον Σεπτέμβριο 2009 ο ίδιος έδωσε τον αποκλειστικό έλεγχο και τη διαχείριση της καντίνας στον κατηγορούμενο ανταποκρινόμενος ανθρωπιστικά σε αίτημα του τελευταίου να τον βοηθήσει σε κατ' ισχυρισμό σοβαρό οικογενειακό πρόβλημα που αντιμετώπιζε. Περαιτέρω, κατόπιν σχετικής υποβολής του συνηγόρου υπεράσπισης, ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι για την περίοδο από 01.05.09 μέχρι τον Σεπτέμβριο 2009 ο ίδιος μοιραζόταν μαζί με τον κατηγορούμενο τόσο τα έξοδα όσο και τα κέρδη που προέκυψαν από τη λειτουργία και τις δραστηριότητες της καντίνας. Ο δε κατηγορούμενος προέβηκε σε χωρίς όρκο δήλωση λέγοντας ότι ο παραπονούμενος, τον οποίο προηγουμένως δεν γνώριζε, τον επισκέφτηκε 3-4 φορές και του πρότεινε να του πωλήσει την καντίνα. Όπως ο κατηγορούμενος συνέχισε να λέει, ο ίδιος μετά από διαβουλεύσεις πρότεινε στον παραπονούμενο να του πληρώσει το ποσό των €20.000,00 και να του το εμβάσει πριν την παράδοση της καντίνας. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, στις 14.04.09 ο παραπονούμενος του πρότεινε να του καταβάλει το ποσό των €10.000,00 και το υπόλοιπο ποσό των €10.000,00 περί τα τέλη Απριλίου 2009 υπό την προϋπόθεση ότι ο ίδιος και η σύζυγος του θα παρέμεναν να εργάζονται στην καντίνα και αφού τον εξοφλούσε να αποχωρούσε. Όπως ο κατηγορούμενος είπε, αφού παρέδωσε τα κλειδιά στον παραπονούμενο μετέβαινε καθημερινά στην καντίνα όπου μαζί με τη σύζυγο του βοηθούσαν τον παραπονούμενο. Επειδή όμως στα τέλη Απριλίου αδυνατούσε να του πληρώσει το υπόλοιπο ποσό των €10.000,00, ο κατηγορούμενος του πρότεινε να γίνει συνέταιρος του υπό την προϋπόθεση ότι θα αποχωρούσε μόλις εξασφάλιζε το ποσό και του το έδιδε οπότε και θα αποχωρούσε. Ο κατηγορούμενος κατέληξε λέγοντας ότι ήταν συνέταιρος με τον παραπονούμενο στην καντίνα έχρι τα τέλη Αυγούστου 2009, στην οποία επιχείρηση παρέμεινε ως έμμισθη υπάλληλος και η σύζυγος του κατηγορουμένου. Τελικές Αγορεύσεις: Στην τελική αγόρευση του ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι έχει αποδειχτεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η ενοχή του κατηγορουμένου και στις δύο κατηγορίες του κατηγορητηρίου και ως εκ τούτου το Δικαστήριο θα πρέπει να τον καταδικάσει. Αντίθετη ήταν η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης, ο οποίος εστίασε την νομική επιχειρηματολογία του στο ότι απουσιάζει το συστατικό στοιχείο της ψευδούς παράστασης από την πρώτη κατηγορία. Ειδικότερα, ο κύριος Φιλίππου ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι δεν δόθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι η μη εκπλήρωση της συμφωνίας ήταν αποτέλεσμα του γεγονότος της πτώχευσης και ότι η ψευδής παράσταση ήταν αυτή που οδήγησε τον παραπονούμενο στο να πληρώσει τα χρήματα στον κατηγορούμενο. Είναι ακόμη η θέση του κυρίου Φιλίππου ότι απουσιάζει η πρόθεση καταδολίευσης από μέρους του πελάτη του, απαραίτητο συστατικό στοιχείο και στις δύο κατηγορίες που αυτός αντιμετωπίζει. Με βάση αυτά ο εν λόγω συνήγορος κάλεσε το Δικαστήριο να αθωώσει και να απαλλάξει τον κατηγορούμενο από όλες τις κατηγορίες του κατηγορητηρίου. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Με γνώμονα τα πιο πάνω το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του. Ο κατηγορούμενος, όπως έχει ήδη αναφερθεί πιο πάνω, προέβηκε σε χωρίς όρκο κατάθεση από την θέση στην οποίαν βρισκόταν, εξασκώντας έτσι το δικαίωμα που του παρέχει το άρθρο 74
(1)(γ) της Ποινικής Δικονομίας, Κεφ.155 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Είναι γνωστό ότι η παροχή χωρίς όρκο κατάθεσης δεν επενεργεί εις βάρος του κατηγορουμένου αλλά ούτε και εκλαμβάνεται ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του. Είναι αποσαφηνισμένο μέσα από τη νομολογία ότι η χωρίς όρκο δήλωση του κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ωστόσο, όπως έχει επίσης νομολογηθεί, η αξία που έχει μία τέτοια δήλωση είναι περιορισμένη αφού δεν υποβάλλεται στη δοκιμασία της αντεξέτασης (Anastassiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Δημοσθένους κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Ιωάννου και Σιμιανός ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, R. v. Frost [1964] 64 Cr. App. R. 284, Σίφουνας v. Δημοκρατίας και Πέτρου v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ.91, Vrakas v. R
(1973)2 CLR 139, Θεμιστοκλέους v. Αστυνομίας
(1981)2 CLR 200, Καντάρ v. Δημοκρατίας
(1978)2 CLR 132). Στην δε υπόθεση Θεοχάρους v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22 τονίστηκε πως η ανώμοτη δήλωση κατηγορουμένου δεν μπορεί να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει την ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε αξιόπιστη. Το Δικαστήριο όμως έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη πριν καταλήξει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της. Η μαρτυρία του ΜΚ1, Λοχία 3990 Ζήνωνα Γεωργίου, ήταν τυπικής φύσεως αφού εστιάζεται στην καταγραφή της καταγγελίας του ΜΚ2 υπό τη μορφή λήψης σχετικής κατάθεσης (Τεκμήριο 8), στη λήψη ανακριτικής κατάθεσης από τον κατηγορούμενο καθώς και στο γεγονός ότι κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο. Οι ενέργειες του αυτές δεν αμφισβητήθηκαν από τον κατηγορούμενο. Εξ' ου και ο μάρτυρας αυτός ουσιαστικά δεν αντεξετάστηκε από τον συνήγορο υπεράσπισης επί των θεμάτων αυτών. Κάτω από αυτά τα δεδομένα αποδέχομαι ως αληθή και αξιόπιστη την μαρτυρία του ΜΚ1 υπό την ιδιότητα του αστυνομικού εξεταστή της υπόθεσης που περιστρέφεται γύρω από τις αναντίλεκτες ενέργειες που αυτός έκαμε στα πλαίσια διερεύνησης αυτής της υπόθεσης περιλαμβανομένου της γραπτής κατάθεσης του που είναι το Τεκμήριο
- Επίσης, κατόπιν αξιολόγησης του, αποδέχομαι το Τεκμήριο 6, που είναι η γραπτή κατηγορία προς τον κατηγορούμενο μόνο ως αδιαμφισβήτητη ενέργεια που έγινε από μέρους του μάρτυρα αυτού. Ο παραπονούμενος (ΜΚ2) έκανε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Παρόλο ότι μέσα από τις απαντήσεις του κατά την αντεξέταση του συνεχώς επεκτεινόταν σε θέματα που δεν σχετίζονταν με την ουσία των ερωτήσεων, εντούτοις αυτό οφείλεται όχι σε πρόθεση του να αποφύγει την απάντηση τους που τελικά έδωσε χωρίς να διαπιστωθεί στοιχείο προσχεδιασμού αλλά στην μεγάλη επιθυμία του να περιγράψει στο Δικαστήριο όλα τα γεγονότα της υπόθεσης αισθανόμενος έντονα την αδικία και την απογοήτευση του από την αποτυχία της επαγγελματικής συναλλαγής του με τον κατηγορούμενο προς το πρόσωπο του οποίου χρεώνει αποκλειστικά την ευθύνη για την αρνητική αυτή εξέλιξη. Με αφοπλιστική ειλικρίνεια ο παραπονούμενος ήλθε και είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Αυτά που κατάγγειλε στην γραπτή κατάθεση του (Τεκμήριο 8) τα υποστήριξε ακολούθως ενόρκως στο Δικαστήριο. Η όλη εκδοχή του παρέμεινε καθ' όλη τη διάρκεια της εκδίκασης σταθερή και συνεπής και παρέμεινε ως τέτοια και μέσα από την αντεξέταση του. Η μαρτυρία του είναι γνήσια και περιέχει τα προσωπικά βιώματα του από την υπόθεση αυτή απαλλαγμένη από αλλότρια κίνητρα ή σκοπούς. Παράλληλα, ο παραπονούμενος δεν υπέπεσε σε οποιεσδήποτε ουσιώδεις αντιφάσεις που θα έπλητταν ανεπανόρθωτα την αξιοπιστία του, το επίπεδο της οποίας παρέμεινε ακλόνητο μέχρι τέλους. Στη βάση αυτών αποδέχομαι την μαρτυρία του παραπονούμενου στην ολότητα της περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 8 ως αξιόπιστη και εκφράζουσα την αληθινή όψη των γεγονότων. Μέρος της μαρτυρίας του παραπονούμενου υποστηρίζεται από τα Τεκμήρια 7 και 9 που αμφότερα παραπέμπουν στο ίδιο έγγραφο και συγκεκριμένα στην απόδειξη υπ' αριθμό 242951 με ημερομηνία έκδοσης 14.04.09 που αφορά είσπραξη του ποσού των €10.000,00 από τον κατηγορούμενο, ποσό που πληρώθηκε από τον παραπονούμενο σε σχέση με την αγορά κινητής καντίνας, τα οποία αποτελούν μέρος της μαρτυρίας του ΜΚ
- Το Τεκμήριο 7 είναι φωτοαντίγραφο της πιο πάνω απόδειξης ενώ το Τεκμήριο 9 είναι ολόκληρο το βιβλιάριο απόδειξης είσπραξης χρημάτων, μέρος του οποίου είναι η εν λόγω απόδειξη. Με γνώμονα ότι ο κατηγορούμενος παραδέχεται την είσπραξη του ποσού των €10.000,00 από τον παραπονούμενο στα πλαίσια συμφωνίας για αγορά της κινητής καντίνας καραβάνι που βρίσκεται στην βιοτεχνική περιοχή Γεροσκήπου της επαρχίας Πάφου, το Δικαστήριο αποδέχεται τα Τεκμήρια 7 και 9 ως ορθά, αληθή και αξιόπιστα. Περαιτέρω, χωρίς δεύτερη σκέψη το Δικαστήριο αποδέχεται το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 1, 2 και 3 ως ορθά, αληθή και αξιόπιστα, τα οποία κατατέθηκαν από κοινού, κατόπιν έγκρισης του Δικαστηρίου, το περιεχόμενο των οποίων τα μέρη τα αποδέχονται ως αληθή. Αξιολογώντας την χωρίς όρκο κατάθεση του κατηγορουμένου δεν έχω αμφιβολία ότι αυτός δεν έλεγε την αλήθεια όταν έθεσε το περιεχόμενο της ενώπιον του Δικαστηρίου. Ούτε όμως κρίνω ότι ο κατηγορούμενος είπε την αλήθεια όταν κλήθηκε από την αστυνομία και στις 29.11.09 και έδωσε γραπτή ανακριτική κατάθεση (Τεκμήριο 5). Η δε εντύπωση που ο κατηγορούμενος δημιούργησε στο Δικαστήριο ήταν πολύ φτωχή. Όπως προκύπτει μέσα από το Τεκμήριο 5, την χωρίς όρκο κατάθεση καθώς και το περιεχόμενο της αντεξέτασης του παραπονούμενου, η εκδοχή του κατηγορουμένου αποτελείται από διάφορες θέσεις και ισχυρισμούς, μερικοί από τους οποίους μεταξύ τους αντιφάσκουν και συνάμα αυτοαναιρούνται. Η όλη μαρτυρία του κατηγορουμένου χαρακτηρίζεται από συνεχείς διαφοροποιήσεις επί ουσιωδών θεμάτων, πράγμα που δείχνει μηδενική αξιοπιστία και παράλληλα καμία πειστικότητα στα λεγόμενα του. Συγκεκριμένα, μέσα από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5 ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι ο παραπονούμενος είναι που εισηγήθηκε να γίνουν συνέταιροι στην επιχείρηση της κινητής καντίνας επειδή, όπως είπε, ο παραπονούμενος δεν μπορούσε να του πληρώσει το επιπρόσθετο ποσό των €10.000,
- Αντίθετα, στην ανώμοτη δήλωση του ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι είναι αυτός που πρότεινε στον παραπονούμενο να γίνουν συνέταιροι με την προϋπόθεση ότι ο παραπονούμενος θα εξασφάλιζε τα πιο πάνω χρήματα και να του τα έδινε για να αποχωρήσει έτσι ο κατηγορούμενος, ισχυρισμός που από μόνος του καταρρίπτει την αρχική του θέση. Από την άλλη, δεν μπορούν να λησμονηθούν οι δύο άλλες αλληλοσυγκρουόμενες θέσεις που ο κατηγορούμενος δια του συνηγόρου του προώθησε κατά την αντεξέταση του παραπονούμενου. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος προώθησε τη θέση ότι είναι ο παραπονούμενος που ζήτησε από τον κατηγορούμενο να γίνουν συνέταιροι στη λειτουργία της καντίνας καραβάνι επειδή αδυνατούσε να διαχειριστεί την επιχείρηση αυτή ενώ στη συνέχεια δεν δίστασε να προωθήσει μία επιπλέον θέση ότι ο παραπονούμενος ζήτησε από τον κατηγορούμενο να γίνει συνέταιρος του ως αντάλλαγμα να απαλλαγεί της κατ' ισχυρισμό συμβατικής υποχρέωσης του να του καταβάλει το επιπρόσθετο ποσό των €10.000,
- Οι αλλοπρόσαλλες θέσεις του κατηγορουμένου συνεχίστηκαν όταν στο Τεκμήριο 5 ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι εργάστηκε συνεταιρικά με τον παραπονούμενο για 2 μήνες παραπέμποντας χρονικά στην περίοδο από 01.05.09 μέχρι τέλη Ιουνίου 2009 οπότε και τερματίστηκε μετά από πρωτοβουλία του ιδίου επειδή όπως χαρακτηριστικά είπε ο παραπονούμενος "δεν ήταν εντάξει στην συνεργασία μας." Ωστόσο, στην χωρίς όρκο κατάθεση του ο κατηγορούμενος είπε ότι η συνεργασία του με τον παραπονούμενο συνεχίστηκε μέχρι τα τέλη Αυγούστου 2009 χωρίς καν να αναφέρει ή καθ' οιονδήποτε τρόπο να αφήσει να εννοηθεί ότι υπήρξε τερματισμός της μεταξύ τους συνεργασίας και/ή ότι ο τερματισμός οφείλεται σε υπαιτιότητα του παραπονούμενου. Αντίθετα, ο κατηγορούμενος υπονοεί ότι ο μεταξύ τους συνεταιρισμός συνεχίζει και διαρκεί μέχρις ότου ο παραπονούμενος εξεύρει το κατ' ισχυρισμό ποσό των €10.000,00, επιπρόσθετο των €10.000,00 που ήδη του πλήρωσε στις 14.04.09, οπότε όταν θα το εισέπραττε θα αποχωρούσε από συνέταιρος. Μάλιστα κατά την αντεξέταση του παραπονούμενου, ο κατηγορούμενος δια του συνηγόρου του προέκτεινε τη θέση του λέγοντας ότι ο παραπονούμενος ανέβαλλε από μήνα σε μήνα την κατ' ισχυρισμό υποχρέωση του να πληρώσει το επιπλέον ποσό των €10.000,00 με αποτέλεσμα να παρατηρείται αυτή η κατ' ισχυρισμό οικονομική εκκρεμότητα μέχρι τα τέλη Αυγούστου 2009, ισχυρισμός που σαφώς έρχεται σε αντίθεση με την προηγούμενη θέση του περί προσφοράς από τον παραπονούμενο του συνεταιρισμού στη διαχείριση της καντίνας για απαλλαγή του από το εν λόγω κατ' ισχυρισμό ποσό. Περαιτέρω, η θέση του κατηγορουμένου, όπως αυτή προωθήθηκε από το συνήγορο του στο στάδιο αντεξέτασης του παραπονούμενου και αφορά ότι από την 01.05.09 μέχρι τα τέλη Αυγούστου 2009 με αρχές Σεπτεμβρίου του ιδίου έτους ο παραπονούμενος μοιραζόταν μαζί του τόσο τα έξοδα όσο και τα κέρδη από τις δραστηριότητες της καντίνας, έρχεται σε αντίθεση με το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του στην αστυνομία μέσα από την οποία ισχυρίζεται συνεταιρισμό 2 μηνών που τερματίστηκε από τον κατηγορούμενο, ο οποίος δηλώνει ετοιμότητα να επιστρέψει το αρχικό ποσό των €10.000,00 που εισέπραξε δικαιολογώντας τη στάση του να μην το είχε πράξει μέχρι τότε λόγω οικονομικής αδυναμίας του. Οι πιο πάνω διάφορες παλινδρομήσεις επί ουσιωδών θεμάτων αποδεικνύουν ότι ο κατηγορούμενος δεν είναι ειλικρινές άτομο ενώ παράλληλα έπληξαν ανεπανόρθωτα την αξιοπιστία της μαρτυρίας του. Στη βάση αυτών, δεν ικανοποιούμαι ότι ο κατηγορούμενος είπε την αλήθεια τόσο στο Δικαστήριο όσο και προγενέστερα στην αστυνομία. Παράλληλα, το Δικαστήριο κρίνει ότι η ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου δεν είναι σε θέση να εξουδετερώσει την ένορκη μαρτυρία του παραπονούμενου που κρίθηκε αξιόπιστη και κατ' επέκταση έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο για τους λόγους που σημειώθηκαν πιο πάνω. Επομένως, η χωρίς όρκο κατάθεση του αλλά και το Τεκμήριο 5 δεν μπορούν να κριθούν αληθή και αξιόπιστα και ως εκ τούτου το περιεχόμενο τους δεν γίνεται δεχτό από το Δικαστήριο, τα οποία παρεμπιπτόντως δεν ενισχύονται από οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. Ευρήματα: Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, τα τεκμήρια που κατατέθηκαν κατά την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης αυτή και λαμβάνοντας υπόψη μου τα παραδεκτά γεγονότα καθώς και τα γεγονότα που τελικά δεν αμφισβητήθηκαν, όπως αυτά προκύπτουν μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα που αφορούν τα πραγματικά και αληθή ουσιώδη γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο: Κατά το μήνα Απρίλιο του έτους 2009 ο παραπονούμενος συμφώνησε προφορικά με τον κατηγορούμενο να αγοράσει από αυτόν μία κινητή καντίνα τύπου καραβάνι που βρίσκεται στη βιοτεχνική περιοχή Γεροσκήπου της επαρχίας Πάφου και ο τελευταίος διαχειριζόταν τη λειτουργία και τις δραστηριότητες της για το ποσό των €10.000,
- Ο παραπονούμενος εξόφλησε το συμφωνημένο τίμημα στις 14.04.09 με την επιταγή υπ' αριθμό 06233518 της ΣΠΕ Γεροσκήπου, η οποία την ίδια ημέρα εξαργυρώθηκε από τον κατηγορούμενο. Ως αποτέλεσμα της είσπραξης του πιο πάνω ποσού ο κατηγορούμενος στις 14.04.09 έκδωσε στον παραπονούμενο την απόδειξη υπ' αριθμό απόδειξης υπ' αριθμό 242951, την οποία και υπέγραψε. Κατά τον κρίσιμο χρόνο, δηλαδή στον ουσιώδη χρόνο του κατηγορητηρίου (ήτοι 14.04.09), ο κατηγορούμενος βρισκόταν σε πτώχευση. Συγκεκριμένα, στις 19.02.97 εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής περιουσίας του από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού με το οποίο ο Επίσημος Παραλήπτης διορίστηκε παραλήπτης της περιουσίας του κατηγορουμένου κατόπιν της αίτησης υπ' αριθμό 51/95 με αιτητή τον ίδιο τον κατηγορούμενο. Το εν λόγω διάταγμα παραλαβής δημοσιεύτηκε στις 17.04.97 στην καθημερινή εφημερίδα 'Μάχη' που είναι παγκύπριας κυκλοφορίας. Ακολούθως, στις 03.03.98 εκδόθηκε διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, κατόπιν μονομερούς αίτησης από τον Επίσημο Παραλήπτη στα πλαίσια της αίτησης υπ' αριθμό 51/95 και αφού διαβάστηκαν τα πρακτικά της Πρώτης Συνεδρίας των Πιστωτών που έγινε στις 09.12.97, με το οποίο ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε σε πτώχευση. Η κήρυξη του κατηγορουμένου σε πτώχευση και ο διορισμός διαχειριστή γνωστοποιήθηκαν στις 11.09.98 στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το καθεστώς κήρυξης του κατηγορουμένου σε πτώχευση εξακολουθούσε να υφίστατο κατά το χρόνο που συντελέστηκε η προαναφερόμενη συμφωνία μεταξύ του ιδίου και του παραπονούμενου αναφορικά με την επίδικη κινητή καντίνα. Η προαναφερόμενη συμφωνία περιλάμβανε την παραμονή του κατηγορουμένου στην καντίνα μέχρι το τέλος Απριλίου 2009 έτσι ώστε οι πελάτες να γνωρίσουν τον παραπονούμενο. Από τις 14.04.09 μέχρι το τέλος Απριλίου 2009 ο παραπονούμενος είχε τον απόλυτο έλεγχο και διαχείριση της επιχείρησης αφού αυτός ψώνιζε και αυτός εισέπραττε χρήματα από τις πωλήσεις. Στα πλαίσια της διαχείρισης αυτής ο παραπονούμενος κατέβαλλε ημερησίως το ποσό των €30,00 στην Σούλα Σολωμονίδου, πρόσωπο που εκείνη την περίοδο διατηρούσε στενή σχέση με τον κατηγορούμενο, η οποία συνέχισε να εργάζεται στην καντίνα σαν υπάλληλος. Με το τέλος του μήνα ο κατηγορούμενος του πρότεινε να γίνουν συνέταιροι, πλην όμως ο παραπονούμενος αρνήθηκε. Ωστόσο κατόπιν αιτήματος του κατηγορουμένου που επικαλέστηκε την ανάγκη χρημάτων προκειμένου να διασώσει την θυγατέρα του από εγκλεισμό της στη φυλακή λόγω κατ' ισχυρισμού κατάχρησης που έκανε στην εργασία της, ο παραπονούμενος για ανθρωπιστικούς λόγους του άφησε τον έλεγχο λειτουργίας της καντίνας για περίοδο ενός μηνός. Αυτό περιλάμβανε την πώληση και είσπραξη χρημάτων από τις δραστηριότητες της κινητής καντίνας με τη συγκατάθεση του παραπονούμενου. Με την πάροδο του ενός μηνός ο κατηγορούμενος ζήτησε να παραμείνει ακόμη ένα. Τελικά πέρασαν ακόμη 2 μήνες χωρίς ο κατηγορούμενος να έχει πρόθεση να αποχωρήσει από την καντίνα, πάντοτε με τη συγκατάθεση του παραπονούμενου. Ο κατηγορούμενος είχε τον έλεγχο λειτουργίας της καντίνας για την περίοδο από 01.05.09 μέχρι τέλη Αυγούστου 2009 εντός της οποίας ο παραπονούμενος ψώνιζε τα αναγκαία υλικά τα οποία μετέφερνε με έξοδα δικά του στην καντίνα και ο κατηγορούμενος προχωρούσε στις διάφορες πωλήσεις με τη βοήθεια της υπαλλήλου Σούλα Σολωμονίδου από τις οποίες εισέπραττε χρήματα. Μία ημέρα εκείνης της περιόδου ο παραπονούμενος συνέλαβε τον κατηγορούμενο να ανακαινίζει το εσωτερικό της καντίνας χωρίς την άδεια του. Μετά από συζήτηση που είχαν ο κατηγορούμενος είπε ότι η καντίνα ήταν δική του και όταν ο παραπονούμενος του ζήτησε τότε να του επιστρέψει τις €10.000,00 για να αποχωρήσει ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να το πράξει. Ακολούθως, ο παραπονούμενος ανάθεσε την υπόθεση αυτή στο δικηγόρο Γεώργιο Χατζηνεοφύτου, ο οποίος τον ενημέρωσε ότι από έρευνα που πραγματοποίησε διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος ήταν πτωχεύσας. Ο παραπονούμενος τότε προέβηκε σε σχετική καταγγελία στην αστυνομία. Μέχρι σήμερα ο κατηγορούμενος παραλείπει να επιστρέψει στον παραπονούμενο το ποσό των €10.000,
- Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα: Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (βλέπε Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (βλέπε Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε πιο πάνω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω εάν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, που είναι το αντικείμενο της πρώτης κατηγορίας, εδράζεται στα άρθρα 297 και 298 του Κεφ.
- Το άρθρα αυτά προνοούν τ' ακόλουθα: "
- Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.
- Όποιος με ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης πέντε χρόνων." Από το λεκτικό λοιπόν των εν λόγω άρθρων συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού είναι:
- Η ψευδής παράστασης, δηλαδή παράσταση γεγονότος που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία να είναι ψευδής στην πραγματικότητα.
- Εκείνος που προβαίνει στην παράσταση αυτή να γνωρίζει ότι η παράσταση είναι ψευδής ή να μην πιστεύει ότι είναι αληθινή.
- Η ψευδής παράσταση να γίνεται με σκοπό καταδολίευσης.
- Με τη ψευδή παράσταση, δηλαδή ως αποτέλεσμα αυτής, ο κατηγορούμενος να εξασφαλίζει ή να αποκτά από άλλο πρόσωπο οτιδήποτε μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, όπως για παράδειγμα χρήματα. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Κεφ.154 που είναι το ερμηνευτικό πλαίσιο του Κυπριακού Ποινικού Κώδικα, ο όρος "χρήματα" περιλαμβάνει χαρτονομίσματα, τραπεζογραμμάτια, τραπεζικές συναλλαγματικές, τραπεζικές επιταγές, όπως είναι η δική μας περίπτωση, καθώς και κάθε άλλη επιταγή, ένταλμα ή παράκληση πληρωμής χρημάτων. Συνεπώς, η πληρωμή του ποσού των €10.000,00 που ο παραπονούμενος πλήρωσε στον κατηγορούμενο υπό τη μορφή τραπεζικής επιταγής η οποία εξαργυρώθηκε προς όφελος του κατηγορουμένου καλύπτεται από τον όρο 'χρήματα' που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Όσον αφορά την πρόθεση ή τον σκοπό της καταδολίευσης το στοιχείο αυτό δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου. Μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλέπε Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Στην υπόθεση R. v. Williams
(1836)7 C. AND P. σελ. 354, έχει λεχθεί ότι όπου ο κατήγορος αποδεικνύει την ψευδή παράσταση και τη γνώση του κατηγορούμενου περί του ψευδούς, αυτό αποτελεί εκ πρώτης όψης μαρτυρία της πρόθεσης καταδολίευσης, αλλά δεν είναι αρκετό αν τα γεγονότα δείχνουν ότι δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση. Αν όμως η ψευδής παράσταση έγινε με ειλικρινή πεποίθηση ότι ήταν αληθινή, τότε αυτό δείχνει την έλλειψη της ύπαρξης πρόθεσης καταδολίευσης (βλέπε Police v. Petrou alias Yiatros
(1971)12 J.S.C. 1524). Στην υπόθεση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.861 σε σχέση με το συστατικό στοιχείο της ψευδούς παράστασης και της πρόθεσης καταδολίευσης λέχθηκαν τα ακόλουθα: "Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington ν Fitzmaurice
(1885)29 Ch.D. 459, 483), "The state of a man´s mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη." Επίσης, στην υπόθεση Ιωάννου v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ.130/2012 και 131/2012, ημερομηνίας 03.07.12 έγινε αναφορά στην πιο πάνω υπόθεση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.861 και λέχθηκαν τα ακόλουθα: ".... η παράλειψη τήρησης συμβατικών υποσχέσεων, και δη που έχουν κάποια έκταση σε αριθμό και χρόνο, συχνά συνοδευόμενη και από παράλληλες διαβεβαιώσεις εκπλήρωσης, αφ' εαυτής δεν μπορεί να παρέχει στίγμα σε ποινική ευθύνη αφού η υπόσχεση δεν συνιστά «παρόν» γεγονός που μόνο μπορεί να αποτελέσει «παράσταση». Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington v. Fitzmaurice
(1885)29 Ch. D. 459, 483), "The state of a man's mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη." Ερχόμενος στην παρούσα υπόθεση θεωρώ χρήσιμο να συνοψίσω ορισμένα ουσιώδη δεδομένα που περιβάλουν την υπόθεση, τα οποία προκύπτουν μέσα από τα ευρήματα του Δικαστηρίου: (α) Ο παραπονούμενος πλήρωσε στον κατηγορούμενο το ποσό των €10.000,00 και ως αντάλλαγμα της πληρωμής αυτής πήρε από αυτόν και ταυτόχρονα με την πιο πάνω πληρωμή την κατοχή της κινητής καντίνας. (β) Παράλληλα με την πληρωμή του προαναφερόμενου ποσού ο παραπονούμενος ανέλαβε τον πλήρη και απόλυτο έλεγχο και την αποκλειστική διαχείριση της επιχείρησης. (γ) Μέσα από τον πλήρη και απόλυτο έλεγχο και την αποκλειστική διαχείριση της επιχείρησης ο παραπονούμενος ήταν αυτός που προέβαινε στις αναγκαίες αγορές υλικών για τις δραστηριότητες της καντίνας, ήταν ο μόνος που εισέπραττε χρήματα από τις πωλήσεις που γίνονταν στα πλαίσια των δραστηριοτήτων της επιχείρησης και ήταν αυτός που αποφάσισε ότι η Σούλα Σολωμονίδου θα συνέχιζε να εργάζεται ως υπάλληλος στην καντίνα έναντι συγκεκριμένου ημερήσιου κόστους (ήτοι €30,00). (δ) Ο ίδιος από μόνος του την 01.05.09 έδωσε τον έλεγχο της καντίνας πίσω στον κατηγορούμενο και με τη συγκατάθεση του παρέμεινε έτσι η κατάσταση μέχρι τα τέλη Αυγούστου
- Τα πιο πάνω δεδομένα σε συνδυασμό με τα ευρήματα του Δικαστηρίου αλλά και την όλη αποδεκτή μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου δεν αποδεικνύουν ότι ο κατηγορούμενος είχε εξ' αρχής πρόθεση να μην εκπληρώσει τη συμφωνία στην οποία κατέληξε με τον παραπονούμενο εξαιτίας του γεγονότος της κήρυξης του σε πτώχευση στο παρελθόν δυνάμει δικαστικού διατάγματος, πράγμα που δεν αποκάλυψε στον παραπονούμενο, συνδέοντας έτσι ενδεχόμενο ύπαρξης ψευδούς παράστασης με πρόθεση καταδολίευσης, πράγμα που σε τέτοια περίπτωση θα στοιχειοθετούσε ποινική ευθύνη στον κατηγορούμενο. Δεν υπάρχει μαρτυρία που να με οδηγεί στο ασφαλές συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε σκόπευε να τιμήσει τη συμφωνία του με τον παραπονούμενο εκμεταλλευόμενος το γεγονός της πτωχευτικής κατάστασης στην οποία βρισκόταν κατά το χρόνο συνομολόγησης της συμφωνίας. Αντίθετα θα έλεγα ότι τα δεδομένα της υπόθεσης μέσα από την ενέργεια του κατηγορουμένου να δώσει την κατοχή της καντίνας και συνάμα τον έλεγχο και τη διαχείριση της επιχείρησης στον παραπονούμενο κάθε άλλο στοιχείο πρόθεσης για καταδολίευση του παραπονούμενου είναι από τον κατηγορούμενο. Η δε μη αποκάλυψη της πτωχευτικής κατάστασης του στον παραπονούμενο δεν αποτελεί γεγονός ψευδούς παράστασης εντός της έννοιας των άρθρων 297 και 298 του Κεφ.154 και με βάση το σκεπτικό της προαναφερόμενης νομολογίας καθότι ο παράγοντας αυτός δεν εμπόδισε τον κατηγορούμενο να παραδώσει την κατοχή της καντίνας και συνάμα τον έλεγχο και τη διαχείριση της επιχείρησης στον παραπονούμενο, ο οποίος για κάποιο χρονικό διάστημα, έστω για κάποιες ημέρες, εισέπραττε χρήματα με βάση τη συμφωνία αυτή στα πλαίσια της οποίας ο παραπονούμενος ως αντάλλαγμα πλήρωσε στον κατηγορούμενο το ποσό των €10.000,
- Επομένως, υπήρξε μια συμφωνία με αμοιβαία ανταλλάγματα. Η απουσία μαρτυρίας για το αν ο λόγος που ο κατηγορούμενος πρόβαλε στον παραπονούμενο και αφορούσε ισχυρισμό περί κατάχρησης χρημάτων από την θυγατέρα του και την επιθυμία του να εισπράττει πλέον αυτός χρήματα από τις πωλήσεις για κάποιο χρονικό διάστημα προκειμένου να σώσει το παιδί του από τον εγκλεισμό του στη φυλακή, η οποία επιθυμία τελικά υλοποιήθηκε με τη συγκατάθεση του παραπονούμενου, ευσταθούσε ή όχι, καθίσταται τροχοπέδη στην πιθανότητα διαφοροποίησης του υφιστάμενου νομικού αποτελέσματος. Το πρόβλημα που μετέπειτα δημιουργήθηκε και προκάλεσε την αντίδραση του παραπονούμενου στη βάση της οποίας ο παραπονούμενος έχει παράπονο από τον κατηγορούμενο δεν είναι η σιωπή του κατηγορουμένου ως προς την κήρυξη του σε πτώχευση στο παρελθόν αλλά η εκ των υστέρων συμπεριφορά του κατηγορουμένου να μην αποχωρήσει από την καντίνα, ως η μεταξύ τους συμφωνία. Το θέμα της κήρυξης του κατηγορουμένου σε πτώχευση ήταν κάτι που εμφανίστηκε στην πορεία και δεν ήταν η πηγή του προβλήματος στις σχέσεις παραπονούμενου και κατηγορουμένου. Παράλληλα, ο κατηγορούμενος δεν επικαλέστηκε την πτώχευση του ως λόγο άρνησης να αποχωρήσει από την καντίνα. Από την άλλη, ο παραπονούμενος διατηρούσε, βάση της συμφωνίας που έκανε, την κατοχή της καντίνας. Είναι τη χρήση της καντίνας που ο παραπονούμενος επέτρεψε στον κατηγορούμενο να έχει καθαρά για ανθρωπιστικούς λόγους. Συνεπώς, πέραν των όποιων άλλων ένδικων μέτρων μπορούσε να λάβει ο παραπονούμενος εναντίον του κατηγορουμένου, ο παραπονούμενος θα μπορούσε να αποταθεί στην αστυνομία καλώντας την να απομακρύνει τον κατηγορούμενο από το χώρο της κινητής καντίνας. Η εκ των υστέρων συμπεριφορά του κατηγορουμένου να μην αποχωρήσει από την καντίνα μπορεί ενδεχομένως να οδηγεί σε παράβαση συμβατικής υποχρέωσης από μέρους του ή πιθανόν σε διάπραξη αστικών αδικημάτων αλλά από μόνη της δεν δύναται να παρέχει στίγμα ποινικής ευθύνης στον κατηγορούμενο. Τα πράγματα ενδεχομένως να ήταν διαφορετικά αν: (α) Ο κατηγορούμενος λάμβανε από τον παραπονούμενο το ποσό των €10.000,00 και στη συνέχεια δήλωνε απροθυμία ή κώλυμα στο να προχωρήσει με τη συμφωνία που κατέληξε λόγω της πτώχευσης του, ή (β) Ο κατηγορούμενος παρουσιαζόταν ως ιδιοκτήτης της καντίνας και λάμβανε από τον παραπονούμενο το ποσό των €10.000,00 αλλά στην πραγματικότητα ιδιοκτήτης της καντίνας ήταν άλλο άτομο. Ωστόσο δεν υπάρχει μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι ισχύει οποιοδήποτε από τα σημεία (α) ή (β) που αναφέρονται πιο πάνω. Συνεπώς, στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας δεν έχουν στοιχειοθετηθεί τα συστατικά στοιχεία της ψευδούς παράστασης και ο σκοπός / η πρόθεση καταδολίευσης του παραπονούμενου από τον κατηγορούμενο αναφορικά με την πρώτη κατηγορία. Η δεύτερη κατηγορία που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει είναι η πώληση περιουσίας μετά την υποβολή αίτησης πτώχευσης κατά παράβαση του άρθρου 116(ιστ) του Κεφ.5, το περιεχόμενο του οποίου προνοεί κατά λέξει τα εξής: "
- Πρόσωπο το οποίο κηρύχτηκε σε πτώχευση ή σχετικά με την περιουσία του οποίου εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής, σε καθεμιά από τις παρακάτω περιπτώσεις, θεωρείται ένοχο ποινικού αδικήματος και με την καταδίκη του υπόκειται σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη: .................................. (ιστ) αν, μετά την υποβολή αίτησης πτώχευσης από ή εναντίον του, ή μέσα σε δώδεκα μήνες αμέσως προ της υποβολής τέτοιας αίτησης, προέβηκε σε δωρεά, πώληση, παράδοση, μεταβίβαση, υποθήκευση ή επιβάρυνση επί της περιουσίας του, εκτός αν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι δεν είχε πρόθεση καταδολίευσης·." Μελέτη του πιο πάνω άρθρου καθιστά αντιληπτό ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού είναι: (α) Ο κατηγορούμενος κηρύχτηκε σε πτώχευση ή σχετικά με την περιουσία του εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του και (β) μετά την υποβολή αίτησης πτώχευσης ή μέσα σε δώδεκα μήνες αμέσως προ της υποβολής τέτοιας αίτησης προέβηκε σε δωρεά, πώληση, παράδοση, μεταβίβαση, υποθήκευση ή επιβάρυνση επί της περιουσίας του προς τον παραπονούμενο. Ωστόσο αποτελεί νομοθετική υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο αν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι δεν υπήρχε πρόθεση καταδολίευσης του παραπονούμενου. Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση αποτελεί παραδεχτό γεγονός ότι, κατόπιν μονομερούς αίτησης από τον Επίσημο Παραλήπτη, ο κατηγορούμενος κηρύχτηκε σε πτώχευση δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 03.03.98 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στα πλαίσια της αίτησης υπ' αριθμό 51/
- Επίσης, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι κατά τη συνομολόγηση της συμφωνίας πώλησης της επίδικης επιχείρησης ο κατηγορούμενος βρισκόταν σε πτώχευση. Ωστόσο για τους ίδιους λόγους που έχουν σημειωθεί πιο πάνω στη βάση των γεγονότων και δεδομένων της υπόθεσης που έχουν αναλυθεί προηγουμένως, απουσιάζει το στοιχείο της πρόθεσης καταδολίευσης με αποτέλεσμα να υπάρχει επιτυχημένη επίκληση της προαναφερόμενης υπεράσπισης. Υπό το φως όλων των πιο πάνω, η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ως εκ τούτου, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Έξοδα €85 να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: General/Criminal/Final Judgment Αναφορά: Ποινικό/Απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις-Πώληση περιουσίας ενώ ήταν πτωχεύσας/Άρθρα 297 και 298 Κεφ.154-Άρθρο 116(ιστ) Κεφ.5/Τελική Απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο