← Κύπρος

Μ. Δημοσθένους & Υιοί Λτδ ν. Σώζου Παπαμηνά, Αρ.Υπόθεσης: 17201/12, 13/3/2014

Μ. Δημοσθένους & Υιοί Λτδ ν. Σώζου Παπαμηνά, Αρ.Υπόθεσης: 17201/12, 13/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B49 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης: 17201/12 Μεταξύ Μ. Δημοσθένους & Υιοί Λτδ -ν- Σώζου Παπαμηνά Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 13 Μαρτίου, 2014 Για Παραπονούμενο: κα Στεφάνου (η κα Κακογιάννη για ν' ακούσει απόφαση) Για Κατηγορούμενο: κ. Αργυρού με κα Θεοχάρους Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 6 συνολικά κατηγορίες, οι οποίες συνίστανται στην παράλειψη καταβολής δόσεων δυνάμει δικαστικού διατάγματος κατά παράβαση των άρθρων 3

(1)(γ),
(2)και 4 του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμου του 2008 Ν.60
(1)/
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο Κατηγορούμενος ενώ ήταν εξ αποφάσεως οφειλέτης στην αγωγή αρ. 470/09 Ε.Δ. Πάφου και ενώ εκδόθηκε εναντίον του διάταγμα για πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους με μηνιαίες δόσεις ύψους €100,00 έκαστη από 01.06.12 και κάθε πρώτη έκαστου επόμενου μήνα μέχρι εξοφλήσεως, ο τελευταίος παρέλειψε να καταβάλει τις δόσεις για την περίοδο από 01.06.12 - 01.11.
  2. Η Παραπονούμενη προς απόδειξη της υπόθεσης της κάλεσε μία μάρτυρα, ήτοι την Αγγέλα Δημοσθένους (ΜΚ1). Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του Κατηγορούμενου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ο Κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Η μαρτυρία του ήταν και η μόνη που προσκομίστηκε εκ μέρους της Υπεράσπισης. Μαρτυρία - Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσάχθηκε με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( Ζαβρού v.Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ 447, και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ σε εκείνα τα μέρη της τα οποία σχετίζονται με το επίδικο θέμα και είναι απαραίτητα για την αξιολόγηση της και την εξαγωγή των ευρημάτων του Δικαστηρίου. H MK1 είναι διευθύντρια στην Παραπονούμενη εταιρεία. Ανέφερε ότι η Παραπονούμενη καταχώρησε εναντίον του Κατηγορούμενου την αγωγή με αρ. 470/09 Ε.Δ. Πάφου, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε εναντίον του Κατηγορούμενου απόφαση στις 13.05.09 (Τεκμήριο 1). Η ΜΚ1 διευκρίνισε ότι η πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση εκδόθηκε στην απουσία του Κατηγορούμενου, αφού ο τελευταίος παρέλειψε να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης. Μετά από σχετικές ερωτήσεις της ευπαίδευτης συνηγόρου της Παραπονούμενης, η ΜΚ1 απάντησε ότι εναντίον του Κατηγορούμενου εκδόθηκε εκ συμφώνου στις 30.03.12 διάταγμα μηνιαίων δόσεων για το ποσό των €100,00 από 01.06.12 (Τεκμήριο 2). Η ΜΚ1 ανέφερε επίσης ότι ο Κατηγορούμενος δεν έχει καταβάλει κανένα ποσό έναντι του εξ αποφάσεως χρέους του και εξακολουθεί να οφείλει τις δόσεις για την περίοδο 01.06.12 μέχρι και 01.11.
  1. Περαιτέρω, η ΜΚ1 ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος δεν έχει καταχωρήσει οποιαδήποτε αίτηση για ακύρωση του διατάγματος μηνιαίων δόσεων ή για τροποποίηση του, ούτε προέβαλε στην Παραπονούμενη οποιοδήποτε ισχυρισμό ότι αδυνατεί να καταβάλλει την μηνιαία δόση των €100,
  2. Επιπρόσθετα, η ΜΚ1 σε σχετική ερώτηση της κας. Στεφάνου απάντησε ότι από πληροφορίες που της έχουν δοθεί ο Κατηγορούμενος εργάζεται. Τέλος, κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 κατάσταση λογαριασμού ημερομηνίας 14.02.14 αναφορικά με τον Κατηγορούμενο στην οποία παρουσιάζεται ως χρεωστικό υπόλοιπο το εξ αποφάσεως χρέος χωρίς την συμπερίληψη οποιωνδήποτε τόκων. Αντεξεταζόμενη η ΜΚ1 επί του Τεκμηρίου 3 και σε σχετική υποβολή του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορουμένου ότι το ποσό έχει εξοφληθεί, η ΜΚ1 αρνήθηκε την εν λόγω υποβολή. Σε σχετική υποβολή του κ. Αργυρού ότι το επαγγελματικό όχημα που πωλήθηκε από την Παραπονούμενη στον Κατηγορούμενο για να ασκήσει την εργασία του δεν μεταβιβάστηκε σε αυτόν, η ΜΚ1 απάντησε ότι δεν μεταβιβάστηκε διότι ο Κατηγορούμενος δεν εξόφλησε το εξ αποφάσεως χρέος του. Περαιτέρω, η ΜΚ1 αρνήθηκε υποβολή του κ. Αργυρού ότι ο Κατηγορούμενος δεν έχει εργασία αφού δεν μπορεί να εργαστεί με το επαγγελματικό του όχημα αφ' ης στιγμής δεν του έχει μεταβιβαστεί. Επίσης, η ΜΚ1 αρνήθηκε την υποβολή ότι ο Κατηγορούμενος αδυνατεί να πληρώνει το ποσό της μηνιαίας δόσης του, διότι από το 2007 δεν έχει στην κατοχή του το επαγγελματικό όχημα για να μπορεί να εργαστεί. Τέλος, η ΜΚ1 παραδέχθηκε ότι η Παραπονούμενη δεν μεταβίβασε στον Κατηγορούμενο το εν λόγω επαγγελματικό όχημα και αρνήθηκε την υποβολή του κ. Αργυρού ότι το εξ αποφάσεως χρέος εξοφλήθηκε. Από την όλη παρουσία της ΜΚ1 στο εδώλιο του μάρτυρα έμεινα ικανοποιημένος ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει την αλήθεια. Πλείστα όσα ανέφερε στην μαρτυρία της επιβεβαιώνονται από τα Τεκμήρια που κατέθεσε, ενώ κατά την αντεξέταση της παρέμεινε σταθερή στις θέσεις της και δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση. Το μοναδικό σημείο που δεν μπορώ να αποδεχθώ από την μαρτυρία της είναι τον ισχυρισμό που προέβαλε ότι ο Κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο των κατηγοριών, ήτοι την περίοδο 01.06.12 - 01.11.12, εργαζόταν. Ο εν λόγω ισχυρισμός της ΜΚ1 πέραν του γεγονότος ότι αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία (η οποία ασφαλώς δεν απορρίπτεται για μόνο τον λόγο αυτό βλ α. 24
(1)του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9) παρέμεινε μετέωρος αφού δεν αναφέρθηκε ούτε τι είδους ήταν η ισχυριζόμενη εργασία που εκτελούσε ο Κατηγορούμενος, ούτε από πού έλαβε τις εν λόγω πληροφορίες η ΜΚ1, αλλά ούτε και δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση για τον λόγο που δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που προβήκαν στην αρχική δήλωση. Στην βάση επομένως των πιο πάνω και έχοντας υπόψη μου τις αρχές που τάσσει το άρθρο 27 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ. 9, καταλήγω ότι δεν μπορώ να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στο συγκεκριμένο μέρος της μαρτυρίας της ΜΚ1. Ως εκ τούτου και με εξαίρεση το πιο πάνω σημείο αποδέχομαι την υπόλοιπη μαρτυρία της ΜΚ1. Για το ότι μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα μπορεί να γίνει δεκτό και άλλο μέρος όχι, παραπέμπω στην Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ
  1. Ο Κατηγορούμενος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του παρουσίασε γραπτή δήλωση, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ. 9 ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  2. Συνοπτικά, ο Κατηγορούμενος αναφέρει στη γραπτή δήλωση του, Τεκμήριο 4, ότι το εξ αποφάσεως χρέος πλην των δικηγορικών εξόδων έχει εξοφληθεί, αφού ο ίδιος κατέβαλε στην Παραπονούμενη το ποσό των Λ.Κ. 42,550 το οποίο αφορούσε την αγορά ενός επαγγελματικού οχήματος από την Παραπονούμενη σε σχέση με το οποίο εκδόθηκε η επίδικη απόφαση. Το εν λόγω όχημα ουδέποτε μεταβιβάστηκε στον ίδιο από την Παραπονούμενη, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να το χρησιμοποιήσει καθώς πρόκειται για επαγγελματικό όχημα. Για τον πιο πάνω αναφερόμενο λόγο καταχώρησε εναντίον της Παραπονούμενης την αγωγή με αρ. 2026/
  3. Επίσης, ο Κατηγορούμενος αναφέρει ότι από την έκδοση του επίδικου διατάγματος μηνιαίων δόσεων (Τεκμήριο 2) οι προσωπικές του συνθήκες έχουν μεταβληθεί σε τέτοιο βαθμό με αποτέλεσμα να βρίσκεται σε πραγματική οικονομική αδυναμία και να μην μπορεί να αναταποκριθεί στις μηνιαίες υποχρεώσεις του. Τέλος, δήλωσε ότι έχει ήδη δώσει οδηγίες στους δικηγόρους του για να καταχωρήσουν αίτηση αναστολής του διατάγματος μηνιαίων δόσεων. Στην προφορική του μαρτυρία και μετά από ερώτηση της ευπαίδευτης συνηγόρου του κατά πόσο την επίδικη περίοδο (01.06.12 - 01.11.12) εργαζόταν, ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι ήταν άνεργος και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να είναι άνεργος. Προς τον σκοπό αυτό κατέθεσε ως Τεκμήριο 5 αντίγραφο εντύπου του Επαρχιακού Γραφείου Εργασίας Πάφου. Αντεξεταζόμενος και σε σχετική ερώτηση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Παραπονουμένης, πότε εξόφλησε το εξ αποφάσεως χρέος πλην των δικηγορικών εξόδων, ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι το εξόφλησε αρχές του 2008 και συμφώνησε με την κα. Στεφάνου ότι μετά την έκδοση της επίδικης δικαστικής απόφασης (Τεκμήριο 1) δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό. Ακολούθως σε ερώτηση της κας. Στεφάνου κατά πόσο συμφωνεί ότι στις 30.03.12 αποδέχθηκε την έκδοση του επίδικου διατάγματος μηνιαίων δόσεων (Τεκμήριο 2) ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι ο ίδιος δεν ήταν σύμφωνος αλλά έτσι αποφασίστηκε. Αναφορικά με το χρονικό διάστημα κατά το οποίο είναι άνεργος, ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι είναι άνεργος από τότε που τελείωσαν τα συμβόλαια εργασίας που είχε και προσδιόρισε ότι αναφέρεται στο τέλος του 2011 με αρχές του
  4. Σε επισήμανση της κας Στεφάνου ότι άνεργος δηλώθηκε στις 19.02.14 (ήτοι κατά την ημερομηνία της μαρτυρίας του ενώπιον του Δικαστηρίου), ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι απλώς πήγε και υπέγραψε ως άνεργος την εν λόγω ημέρα και πρόσθεσε ότι ως άνεργος δηλώθηκε τον Μάιο του 2013, χωρίς ωστόσο να εργάζεται εκείνο το διάστημα. Τέλος, σε ερώτηση της κας. Στεφάνου κατά πόσο μέχρι σήμερα προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια για αναστολή του επίδικου διατάγματος μηνιαίων δόσεων, ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια διότι το εξ αποφάσεως χρέος είναι εξοφλημένο. Ο Κατηγορούμενος δεν μου προξένησε θετική εντύπωση. Η μαρτυρία του (γραπτή δήλωση - Τεκμήριο 4 και προφορική) βρίσκεται σε πολλά σημεία σε αντίθεση με τα Τεκμήρια που έχουν κατατεθεί. Ενδεικτικά αναφέρω ότι ενώ ο Κατηγορούμενος δήλωσε ότι το εξ αποφάσεως χρέος, πλην των δικηγορικών εξόδων, εξοφλήθηκε αρχές του 2008, εντούτοις η επίδικη απόφαση και το επίδικο διάταγμα μηνιαίων δόσεων (Τεκμήρια 1 και 2 αντίστοιχα) καταμαρτυρούν ότι εκδοθήκαν στις 13.05.09 και 30.03.12 αντίστοιχα, δηλαδή σε ημερομηνίες μεταγενέστερες από την ημερομηνία που ο ίδιος ισχυρίζεται ότι εξόφλησε. Επισημαίνω στο σημείο αυτό ότι δεν τέθηκε ενώπιον μου οποιαδήποτε μαρτυρία περί παραμερισμού της επίδικης απόφασης. Ειδικά δε όσον αφορά το διάταγμα μηνιαίων δόσεων (Τεκμήριο 2), το οποίο εκδόθηκε 4 περίπου χρόνια μετά την κατ' ισχυρισμό εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους, προκύπτει ότι εκδόθηκε εκ συμφώνου στην παρουσία του Κατηγορούμενου και του συνηγόρου του και ο Κατηγορούμενος με το εν λόγω διάταγμα συμφώνησε όπως πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος του (το διάταγμα δεν περιορίζεται μόνο στα δικηγορικά έξοδα) δια μηνιαίων δόσεων ύψους €100,00 από 01.06.
  5. Τα πιο πάνω αναφερόμενα αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα των αντιφατικών θέσεων που προώθησε ο Κατηγορούμενος, ο οποίος επιχείρησε να αμφισβητήσει το εξ αποφάσεως χρέος του, χωρίς όμως να υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία ότι παραμερίστηκε η δικαστική απόφαση (Τεκμήριο 1), η οποία ειρήσθω εν παρόδω όχι μόνο δεν παραμερίστηκε αλλά αντίθετα στα πλαίσια της εκδόθηκε εκ συμφώνου το επίδικο διάταγμα μηνιαίων δόσεων (Τεκμήριο 2). Ο Κατηγορούμενος επιχείρησε να αμφισβητήσει και το εν λόγω διάταγμα λέγοντας ότι διαφωνούσε με την έκδοση του. Το διάταγμα όμως τον διαψεύδει, καθώς εκδόθηκε εκ συμφώνου. Εν πάση περιπτώσει, στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας το Δικαστήριο δεν μπορεί να πάει πίσω από την επίδικη απόφαση και το επίδικο διάταγμα μηνιαίων δόσεων και να ελέγξει τις συνθήκες υπό τις οποίες εκδόθηκαν και αν σωστά εκδόθηκαν. Ενώπιον μου έχω μόνο τα Τεκμήρια 1 και 2, σε σχέση με τα οποία δεν έχει τεθεί οποιαδήποτε μαρτυρία ότι έχουν παραμεριστεί ή τροποποιηθεί και ως εκ τούτου παράγουν πλήρη έννομα αποτελέσματα. Αναφορικά τώρα, με την δήλωση του Κατηγορούμενου ότι καταχωρήθηκε εναντίον της Παραπονούμενης η αγωγή με αρ. 2026/11 σε σχέση με το όχημα που αποτέλεσε το αντικείμενο της επίδικης απόφασης, σημειώνω αφενός ότι η πιο πάνω ισχυριζόμενη αγωγή δεν κατατέθηκε ως τεκμήριο και αφετέρου, όπως προκύπτει από τον αριθμό της αγωγής, αυτή καταχωρήθηκε το 2011 δηλαδή σε χρόνο προγενέστερο της έκδοσης του επίδικου διατάγματος μηνιαίων δόσεων. Ως εκ τούτου αδυνατώ να αντιληφθώ τι σχέση μπορεί να έχει η εν λόγω ισχυριζόμενη αγωγή με τα επίδικα θέματα της παρούσας, αφού αυτή καταχωρήθηκε πριν την εκ συμφώνου έκδοση του επίδικου διατάγματος μηνιαίων δόσεων. Αντίφαση επίσης προκύπτει από την αναφορά του Κατηγορούμενου στη γραπτή δήλωση του ότι έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους του για να καταχωρήσουν αίτηση αναστολής του διατάγματος μηνιαίων δόσεων, αφού στην αντεξέταση του διαφοροποιήθηκε και δήλωσε ότι δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια διότι το ποσό είναι εξοφλημένο. Κενό επίσης παρουσιάζεται αναφορικά με το διάστημα από το οποίο σύμφωνα με τον ισχυρισμό του Κατηγορούμενου, ο τελευταίος είναι άνεργος. Σε σχετική ερώτηση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Παραπονούμενης ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι είναι άνεργος από το τέλος του 2011, αρχές του 2012 οπότε και ολοκληρώθηκαν τα συμβόλαια εργασίας του, στην πορεία ωστόσο της αντεξέτασης του δήλωσε ότι δηλώθηκε ως άνεργος από τον Μάιο του
  6. Το δε Τεκμήριο 5, το οποίο ο ίδιος κατέθεσε, αναφέρει ως ημερομηνία εγγραφής του στο Επαρχιακό Γραφείο Εργασίας Πάφου την 19.02.
  7. Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι ο Κατηγορούμενος δεν έδωσε οποιαδήποτε σαφή και πειστική απάντηση σε σχέση με ένα ζήτημα το οποίο ο ίδιος είναι σε θέση να γνωρίζει καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο, δηλαδή από πότε είναι άνεργος. Εύλογα προκύπτει το ερώτημα γιατί ο Κατηγορούμενος εγγράφηκε στο Επαρχιακό Γραφείο Εργασίας Πάφου την 19.02.14, εφόσον ήταν άνεργος είτε από τα τέλη του 2011 αρχές του 2012, είτε από τον Μάιο του
  8. Επίσης εύλογα προκύπτει το ερώτημα, γιατί ο Κατηγορούμενος συμφώνησε και αποδέχθηκε όπως εκδοθεί το επίδικο διάταγμα μηνιαίων δόσεων, εφόσον ήταν κατά τον χρόνο εκείνο άνεργος και ως ο ίδιος ισχυρίζεται δεν μπορούσε να εργαστεί διότι η Παραπονούμενη δεν του είχε μεταβιβάσει το επαγγελματικό όχημα που αγόρασε από αυτήν. Ενόψει όλων των πιο πάνω η μαρτυρία του Κατηγορούμενου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Ευρήματα Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα : Στις 13.05.09 εκδόθηκε στην απουσία του Κατηγορούμενου δικαστική απόφαση (Τεκμήριο 1) στα πλαίσια της αγωγής με αρ. 470/09 Ε.Δ. Πάφου η οποία καταχωρήθηκε από τους Παραπονούμενους εναντίον του Κατηγορούμενου. Ακολούθως, στις 30.03.12 εκδόθηκε εκ συμφώνου στην παρουσία του Κατηγορούμενου και του συνηγόρου του, διάταγμα όπως πληρώσει ο Κατηγορούμενους στους Παραπονούμενους το εξ αποφάσεως χρέος του στην πιο πάνω αγωγή δια μηνιαίων δόσεων ύψους €100,00 από 01.06.
  9. Ο Κατηγορούμενος μετά την έκδοση της πιο πάνω αναφερόμενης απόφασης και διατάγματος, ουδέν ποσό πλήρωσε στους Παραπονούμενους και εξακολουθεί να οφείλει προς αυτούς τις μηνιαίες δόσεις από 01.06.12 μέχρι και 01.11.
  10. Τέλος, ο Κατηγορούμενος δεν έχει καταχωρήσει οποιαδήποτε αίτηση στο δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του επίδικου διατάγματος μηνιαίων δόσεων. Νομική πτυχή Το άρθρο 3
(1)(γ),
(2)και
(4)(γ) του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμου του 2008 Ν.60
(1)/2008 (στο εξής ο «Νόμος») προνοεί τα ακόλουθα: «3.
(1)Οποιοσδήποτε εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους: ................................... (γ) παραλείψει να καταβάλει προς τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή το ποσό οποιασδήποτε δόσης κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο κατά την έκδοση διατάγματος πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις, για λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία. είναι ένοχος ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται στις ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 4.
(2)Ουδεμία δίωξη ασκείται, δυνάμει της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(1), εναντίον εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους, εκτός αν αυτός παραλείπει να καταβάλει την πληρωμή τουλάχιστον τριών δόσεων: Νοείται ότι, σε περίπτωση που οι δόσεις που υπολείπονται προς εξόφληση του χρέους είναι λιγότερες από τρεις δύναται να ασκηθεί ποινική δίωξη αν παραλείπει να καταβάλει οποιαδήποτε δόση.
(4)Σε οποιαδήποτε ποινική διαδικασία για αδίκημα δυνάμει του εδαφίου
(1)αποτελεί υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο αν αποδείξει: ............................................ (γ) προκειμένου περί κατηγορίας δυνάμει της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(1), ότι έχει συμμορφωθεί με το διάταγμα πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις ή ότι έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγματος ή ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος την οποία έχει επιδώσει στον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, πριν από την επίδοση του κατηγορητηρίου σ' αυτόν.» Στο δε ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι πιο κάτω έννοιες: «"διάταγμα πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις" σημαίνει διάταγμα που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 90 του Μέρους ΙΧ του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου· "εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους" έχει την έννοια η οποία αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου· "εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής" έχει την έννοια η οποία αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου· "εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος" έχει την έννοια η οποία αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου.» Σύμφωνα επομένως με τα πιο πάνω, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος είναι, κατά την άποψη μου, τα ακόλουθα: (α) ο Παραπονούμενος να είναι εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής και ο Κατηγορούμενος εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης (β) η ύπαρξη διατάγματος πληρωμής του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις (γ) η παράλειψη καταβολής προς τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή του ποσού οποιασδήποτε δόσης και (δ) να οφείλονται τουλάχιστον τρεις δόσεις, εκτός εάν οι δόσεις που υπολείπονται προς εξόφληση είναι λιγότερες από τρεις. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να σχολιάσω την εισήγηση που προβάλλει ο κ. Αργυρού στην τελική του αγόρευση, ότι δηλαδή αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος η απόδειξη ότι η παράλειψη καταβολής της δόσης οφείλεται σε λόγο άλλο από φυσική ή οικονομική αδυναμία με αποτέλεσμα να επωμίζεται η πλευρά της Παραπονούμενης το σχετικό βάρος απόδειξης. Στην υπόθεση R v Hunt
(1987)1 All. E.R. 1, η οποία υιοθέτησε την R v Edwards
(1975)QB 27, CA, αποφασίστηκε ότι μία νομοθετική διάταξη μπορεί να εναποθέτει το βάρος απόδειξης ορισμένων γεγονότων στην Υπεράσπιση είτε δια ρητής διατύπωσης είτε σιωπηρά ή εξυπακουόμενα. Το ζήτημα αυτό τίθεται κυρίως σε περιπτώσεις όπου στον ορισμό του αδικήματος περιλαμβάνεται κάποια εξαίρεση ή προϋπόθεση (proviso). Όταν από τη λεκτική διατύπωση ορισμένης νομοθετικής διάταξης δεν προκύπτει ρητά ότι το βάρος απόδειξης εναποτίθεται στους ώμους της Υπεράσπισης, τότε το Δικαστήριο κατά την ερμηνεία της μπορεί να προστρέξει, μεταξύ άλλων, και σε πρακτικής φύσεως κριτήρια όπως για παράδειγμα την ευκολία ή δυσκολία με την οποία μπορεί ο κατήγορος ή η υπεράσπιση να αποδείξουν το εν λόγω γεγονός. Επομένως, όταν για παράδειγμα η απόδειξη ενός ορισμένου γεγονότος θα ήταν πρακτικά ιδιαίτερα δύσκολη για τον κατήγορο, ενώ κάτι τέτοιο δεν ισχύει για την υπεράσπιση, τότε εξυπακούεται ότι το βάρος απόδειξης του εν λόγω γεγονότος το φέρει η υπεράσπιση. Η αρχή που καθιέρωσε η Hunt πιο πάνω, υιοθετήθηκε και από την δική μας νομολογία. Ενδεικτικά αναφέρομαι στην υπόθεση Σιδηρόπουλος v Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ 15, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής σχετικά «Όταν μια νομοθετική διάταξη προβλέπει ρητά ότι εναπόκειται στην Υπεράσπιση να αποδείξει ορισμένα γεγονότα τότε, αναμφίβολα, το βάρος της απόδειξης των γεγονότων αυτών βρίσκεται στους ώμους της. Όταν, όμως, η νομοθετική διάταξη δεν περιέχει τέτοια πρόβλεψη, τότε το κατά πόσο οι πρόνοιες της δημιουργούν σιωπηρά (impliedly) τέτοια υποχρέωση στην Υπεράσπιση εξαρτάται από την ερμηνεία που θα τους δοθεί. Όταν το λεκτικό της διάταξης δεν επιδέχεται σαφή ερμηνεία, το Δικαστήριο, στην προσπάθεια του να εξακριβώσει την πραγματική πρόθεση του νομοθέτη, μπορεί να προστρέξει και σε εξωγενή κριτήρια όπως, λόγου χάριν, στην αιτιολογία της διάταξης, στους σκοπούς που επιδιώκει, στη φύση της βλάβης που στοχεύει να αποτρέψει, αλλά και σε άλλα, καθαρά πρακτικής φύσεως κριτήρια, που αφορούν το βάρος της απόδειξης και, ειδικότερα, στην ευκολία ή τη δυσκολία της πάθε πλευράς να αποσείσει το βάθος της απόδειξης. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Λόρδου Griffiths στην υπόθεση Hunt (πιο πάνω) στη σελίδα 11:- "... However, their Lordships were in agreement that if the linguistic construction of the statute did not clearly indicate on whom the burden should lie the court should look to other considerations to determine the intention of Parliament, such as the mischief at which the Act was aimed and practical considerations affecting the burden of proof and, in particular, the ease or difficulty that the respective parties would encounter in discharging the burden. I regard this last consideration as one of great importance, for surely Parliament can never lightly be taken to have intended to impose an onerous duty on a defendant to prove his innocence in a criminal case, and α court should be very slow to draw any such inference from the language of a statute. When all the cases are analysed, those in which the courts have held that the burden lies on the defendant are cases in which the burden can be easily discharged." (Βλ., και το σχόλιο της υπόθεσης Hunt στο [1987] Crim.L.R. 263 και την υπόθεση Rex v. Alath Construction Ltd. [1990] Crim.LR. 516.) Στην περίπτωση του άρθρου 3
(1)(στ), αν το βάρος της απόδειξης ότι το αεροβόλο πιστόλι ήταν εγγεγραμμένο πριν τις 14/1/1972 ήταν στους ώμους του κατηγορούμενου, όπως έκρινε το πρωτόδικο Δικαστήριο, το βάρος αυτό θα ήταν δυσβάστακτο και δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να αποσεισθεί. Αν, αντίθετα, ήταν στους ώμους της Κατηγορούσης Αρχής, αυτή θα μπορούσε εύκολα να το αποσείσει αφού θα μπορούσε, μέσω της Αστυνομίας, να γνωρίζει σε ποιο μητρώο ή μητρώα είναι εγγεγραμμένα τα πριν τις 14/1/1972 αεροβόλα πιστόλια, που βρίσκονται αυτά τα μητρώα, ποιος έχει τον έλεγχο τους, ποιος έχει την εξουσία να τα ελέγξει και με ποιο τρόπο μπορούν να ελεχθούν. Με την πρακτική αυτή προσέγγιση έχουμε την άποψη, αντίθετα με το πρωτόδικο Δικαστήριο, ότι η ορθή ερμηνεία της εξαίρεσης που εισάγεται στο άρθρο 3
(1)(στ) του Νόμου είναι ότι η Κατηγορούσα Αρχή βαρύνεται να αποδείξει, ως συστατικό στοιχείο του αδικήματος, ότι το αεροβόλο πιστόλι δεν ήταν εγγεγραμμένο πριν τις 14/1/1972.» Δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι στο Άρθρο 3
(4)(γ) περιλαμβάνονται οι υπερασπίσεις που μπορεί να επικαλεστεί ο κατηγορούμενος σε περίπτωση που αντιμετωπίζει κατηγορία δυνάμει της παραγράφου γ του εδαφίου 1 της παραγράφου 3 του Νόμου. Ωστόσο θεωρώ ότι η υπεράσπιση της μεταβολής της οικονομικής κατάστασης του κατηγορουμένου ως ευρύτερη έννοια εμπεριέχει και την οικονομική ή φυσική αδυναμία η οποία περιλαμβάνεται στον ορισμό του αδικήματος στο Άρθρο 3
(1)(γ) του Νόμου. Έχοντας επομένως υπόψη μου τις πιο πάνω αρχές, θεωρώ ότι το βάρος απόδειξης ότι η παράλειψη πληρωμής των δόσεων οφείλεται σε λόγο άλλο από φυσική ή οικονομική αδυναμία βρίσκεται στους ώμους της Υπεράσπισης. Ο Κατηγορούμενος μπορεί πιο εύκολα από οποιονδήποτε άλλον να αποδείξει ότι τελεί σε οικονομική ή φυσική αδυναμία, αφού πρόκειται για γεγονότα που εμπίπτουν στην προσωπική σφαίρα γνώσεως του. Οποιαδήποτε άλλη θεώρηση θα εναπόθετε δυσβάστακτο βάρος στους ώμους του παραπονούμενου και θα καθιστούσε, κατά την άποψη μου, ουσιαστικά ανενεργή την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου. Βάρος απόδειξης Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι ( Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε πιο πάνω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Συμπεράσματα Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, δηλαδή την μαρτυρία που έχω κρίνει ως αποδεκτή, την νομική πτυχή, το βάρος απόδειξης και τα ευρήματα καταλήγω ότι ο Κατηγορούμενος είναι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης και η Παραπονούμενη εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής (βλ Τεκμήριο 1) εν τη εννοία του Νόμου. Στις 30.03.12 εκδόθηκε εκ συμφώνου εναντίον του Κατηγορούμενου διάταγμα μηνιαίων δόσεων (Τεκμήριο 2) με το οποίο ο τελευταίος διατάχθηκε όπως αποπληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος του με μηνιαίες δόσεις ύψους €100,00 έκαστη αρχής γενομένης την 01.06.12. Ο Κατηγορούμενος ουδέν ποσό κατέβαλε έναντι του εξ αποφάσεως χρέους του και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να οφείλει στην Παραπονούμενη το ποσό 6 μηνιαίων δόσεων, ήτοι των δόσεων για την περίοδο 01.06.12 - 01.11.12. Από την άλλη ο Κατηγορούμενος δεν απέδειξε στα πλαίσια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων τις υπερασπίσεις που αναφέρονται στο άρθρο 3
(4)(γ) του Νόμου. Όπως έχω αναφέρει και πιο πάνω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, η μαρτυρία του στερείται οποιασδήποτε πειστικότητας. Ουσιαστικά ο Κατηγορούμενος επικαλέστηκε την υπεράσπιση της μεταβολής της οικονομικής του κατάστασης, αναφέροντας ότι είναι άνεργος. Ωστόσο, παρέθεσε τρεις διαφορετικές χρονικές περιόδους σε σχέση με το πότε κατέστη άνεργος. Αφενός ισχυρίστηκε ότι είναι άνεργος από το τέλος του 2011 με αρχές του 2012, στη συνέχεια προέβαλε τον ισχυρισμό ότι δηλώθηκε άνεργος τον Μάιο του 2013 και τέλος κατέθεσε ως Τεκμήριο 5 έντυπο του Επαρχιακού Γραφείου Εργασίας Πάφου στο οποίο εμφαίνεται ότι εγγράφηκε στο εν λόγω γραφείο στις 19.02.
  1. Ανεξαρτήτως του ότι το Δικαστήριο, για τους λόγους που έχω αναφέρει κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου, δεν μπορεί να στηριχθεί στην μαρτυρία του για να εξάξει οποιοδήποτε συμπέρασμα, θεωρώ ότι ακόμα και αν γινόταν αποδεκτό ότι ο Κατηγορούμενος κατέστη άνεργος σε μία από τις χρονικές περιόδους που έχει δηλώσει και πάλι δεν θα επιτύγχανε στην υπεράσπιση του. Η επίδικη περίοδος που θα πρέπει να εξετάσει το Δικαστήριο για να διαπιστώσει κατά πόσο υπήρξε μεταβολή της οικονομικής του κατάστασης είναι η περίοδος από την 01.06.12 μέχρι την 01.11.
  2. Επομένως, εύκολα συνάγεται ότι όλες οι χρονικές περίοδοι που επικαλέστηκε ο Κατηγορούμενος δεν σχετίζονται με την επίδικη, αφού ο Μάιος του 2013 και η 19.02.14 είναι ημερομηνίες μεταγενέστερες των επιδίκων, ενώ τα τέλη του 2011 με αρχές του 2012 προηγούνται της έκδοσης του επίδικου διατάγματος μηνιαίων δόσεων. Υπό το φως των πιο πάνω, θεωρώ ότι η Παραπονούμενη απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος και κατά συνέπεια ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος σε όλες τις κατηγορίες. Τα έξοδα, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ της Παραπονούμενης και εναντίον του Κατηγορούμενου. (Υπ.) ............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.