Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΜΑΡΙΟΣ ΠΑΡΠΑΣ, Αρ. Υπόθεσης: 117/2014, 7/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B46 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 117/2014 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΜΑΡΙΟΣ ΠΑΡΠΑΣ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 07.03.14 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Ν. Νεοκλέους Για Κατηγορούμενο: κα Ε. Γεωργιάδου Κατηγορούμενος: παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, στην κατηγορία του εμπρησμού κατά παράβαση του άρθρου 315(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος στις 02.01.14 σε ανοικτό χώρο που βρίσκεται στην οδό Αποστόλου Κούρρη στη Γεροσκήπου της επαρχίας Πάφου εσκεμμένα και παράνομα έθεσε φωτιά στο αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KYS 299 μάρκας MAZDA DEMO αξίας €4.000,00, περιουσία της Τράπεζας Κύπρου και της Έλενας Ευαγγέλου από τη Γεροσκήπου. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως έχουν εκτεθεί από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, είναι τα ακόλουθα: Στις 02.01.14 ο Απόλλωνας Φοίβος Κοντός (Μ3) ενώ βρισκόταν στην οικία του στη Γεροσκήπου παρατήρησε να βγαίνει φωτιά από το όχημα με αριθμούς εγγραφής KYS 299 μάρκας MAZDA DEMO, περιουσία της Τράπεζας Κύπρου και της Έλενας Ευαγγέλου από τη Γεροσκήπου, το οποίο βρισκόταν σταθμευμένο πλησίον της οικίας του Μ
- Μέλη της πυροσβεστικής υπηρεσίας επισκέφτηκαν το μέρος και κατέσβησαν την φωτιά η οποία προκάλεσε €4.000,00 τόσο εξωτερικά όσο και εσωτερικά του αυτοκινήτου. Επειδή η Έλενα Ευαγγέλου, εν διαστάσει σύζυγος του κατηγορουμένου και παραπονούμενη στην υπόθεση αυτή, εξέφρασε υποψίες για τον κατηγορούμενο, ο τελευταίος κλήθηκε στην αστυνομία και έδωσε ανακριτική κατάθεση. Μέσα από αυτή διαπιστώθηκε ότι στις 02.01.14 και ώρα 17:30 ο κατηγορούμενος πληροφορήθηκε ότι η εν διαστάσει σύζυγος του αναχώρησε από το σπίτι της με σκοπό να συναντήσει κάποιο άγνωστο άνδρα. Ο κατηγορούμενος την ακολούθησε με το όχημα του μέχρι τον Μούτταλλο όπου είδε την παραπονούμενη να συναντιέται με τον άγνωστο άνδρα. Ακολούθησε συμπλοκή του κατηγορουμένου με τον άγνωστο άνδρα από την οποία ο κατηγορούμενος τραυματίστηκε και μεταφέρθηκε από τη σύζυγο του στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου όπου αφού του παρασχέθηκαν οι πρώτες βοήθειες απολύθηκε. Ο ίδιος οδήγησε το όχημα της παραπονούμενης στην οικία της. Μετά που έμεινε εκεί για μικρό χρονικό διάστημα έφυγε και επέστρεψε με την ελπίδα η εν διαστάσει σύζυγος του να τον δεχτεί στην οικία της και να υπάρξει έτσι επανασύνδεση τους κάτω από την ίδια εστία. Ωστόσο μετά από μεταξύ τους συζήτηση η παραπονούμενη αρνήθηκε να ικανοποιήσει την επιθυμία του κατηγορουμένου με αποτέλεσμα ο τελευταίος να μεταβεί στο χώρο που ήταν σταθμευμένο το όχημα της παραπονούμενης και αφού άνοιξε την πόρτα του οδηγού έθεσε φωτιά κάτω από το κάθισμα του οχήματος. Στη συνέχεια εγκατέλειψε το χώρο. Καταλήγοντας, ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες ενώ δήλωσε πως δεν υπάρχουν έξοδα. Παράλληλα, ο κύριος Νεοκλέους ζήτησε από το Δικαστήριο όπως ένα πλαστικό πώμα χρώματος καφέ και ένα καμένο υλικό κατασχεθούν και καταστραφούν. Αντίθετα, ο κύριος Νεοκλέους ζήτησε όπως ένα σακάκι μάρκας 'Just Design Fashion Wone', μία ζακέτα χρώματος γκρίζου, ένα δεξιό παπούτσι χρώματος μαύρου και άσπρου μάρκας 'Freedom', μία κάλτσα χρώματος γκρίζου μάρκας 'Hike', ένα παντελόνι τζιν χρώματος μπλε μάρκας 'Jeans Dal' και ένας αναπτήρας μάρκας 'Winner' διαφανούς χρώματος με σήμα των Ολυμπιακών Αγώνων επιστραφούν στον κατηγορούμενο. Ακολούθως, η παραπονούμενη δήλωσε στο Δικαστήριο ότι έχει συμφιλιωθεί με το σύζυγο της από τον οποίο πλέον δεν έχει οποιοδήποτε παράπονο. Επίσης, αποδέχτηκε την εισήγηση του κατηγορουμένου για έκδοση εναντίον του διατάγματος αποζημίωσης για το ποσό των €4.000,00 προς όφελος της με το οποίο, όπως η παραπονούμενη δήλωσε, σημειώνεται πλήρης αποζημίωσης της ζημιάς που υπέστηκε. Λόγω της σοβαρότητας του αδικήματος χρησιμοποιήθηκε έκθεση που ετοιμάστηκε από το Γραφείο Ευημερίας. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της, ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 31 ετών, νυμφευμένος με την παραπονούμενη που είναι άνεργη και πατέρας ενός ανήλικου τέκνου ηλικίας 7 ετών που διαμένει με τη μητέρα της. Ο κατηγορούμενος προέρχεται από πολυμελή οικογένεια χαμηλής κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. Ο πατέρας του είναι ανίκανος για εργασία λόγω προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει. Η δε μητέρα του είναι οικοκυρά και έτσι η οικογένεια του συντηρείται από δημόσιο βοήθημα. Οι σχέσεις του κατηγορουμένου με την οικογένεια του περιγράφονται καλές. Ο κατηγορούμενος είναι απόφοιτος δημοτικού καθότι διέκοψε τη φοίτηση του στο σχολείο με σκοπό να εργαστεί και να βοηθήσει οικονομικά την οικογένεια του. Ωστόσο οι σχέσεις του με τη σύζυγο του ήταν κατά διαστήματα συγκρουσιακές. Πριν από τη σύλληψη του ο κατηγορούμενος λάμβανε από την εργασία του το εβδομαδιαίο ποσό των €300,
- Μετά τη σύλληψη του ο κατηγορούμενος αναστατώθηκε συναισθηματικά με αποτέλεσμα να παρακολουθείται από τον αρμόδιο ψυχίατρο των Κεντρικών Φυλακών και να του χορηγείται φαρμακευτική αγωγή. Σχετικά με το αδίκημα που κατηγορείται ο κατηγορούμενος αντιλαμβάνεται τη σοβαρότητα του, εκφράζει μεταμέλεια και ζητά μια δεύτερη ευκαιρία για να μπορέσει να στηρίξει την οικογένεια του. Χωρίς να αμφισβητήσει επί της ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθηκαν από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορουμένου διευκρίνισε ότι ο κατηγορούμενος προέβηκε σε θεληματική κατάθεση, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής. Η κυρία Γεωργιάδου ανάφερε ότι το αδίκημα διαπράχτηκε από τον κατηγορούμενο ενώ αυτός βρισκόταν κάτω από συναισθηματική φόρτιση και σε κάποια στιγμή αυθορμητισμού και που το μυαλό του κατηγορουμένου θόλωσε. Γι' αυτό η εν λόγω συνήγορος κάλεσε το Δικαστήριο να εκλάβει το συγκεκριμένο περιστατικό σαν μεμονωμένο από το οποίο, όπως είπε υπάρχει έλλειψη προσχεδιασμού. Σύμφωνα με την κυρία Γεωργιάδου ο τρόπος δράσης του κατηγορουμένου ήταν ερασιτεχνικός. Στρεφόμενη στις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του πελάτη της, η συνήγορος υπεράσπισης υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας προσθέτοντας ότι η ανήλικη θυγατέρα του κατηγορουμένου έχει στενή σχέση με τον πατέρα της τον οποίο και αναζητά μέσα από μια αντιδραστική συμπεριφορά η οποία δημιουργεί άσχημες συνέπειες για την ίδια. Ακόμη η κυρία Γεωργιάδου ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος συντηρεί οικονομικά τη σύζυγο και το παιδί του ενώ συνείσφερε και στις οικονομικές ανάγκες των γονιών του. Περαιτέρω, η συνήγορος υπεράσπισης επισήμανε στο Δικαστήριο την επιθυμία του πελάτη της για την εναντίον του έκδοσης διατάγματος αποζημίωσης, τη συνεργασία που είχε με την αστυνομία δίνοντας θεληματική κατάθεση και προβαίνοντας σε υποδείξεις σκηνών και στην παραδοχή του. Επίσης, η κυρία Γεωργιάδου σημείωσε την συμφιλίωση του πελάτη της με τη σύζυγο του, η οποία δεν έχει παράπονο εναντίον του. Επιπλέον, η εν λόγω συνήγορος ευσεβάστως εισηγήθηκε πως σε περίπτωση που το Δικαστήριο προσανατολίζεται να επιβάλει ποινή στερητικής της ελευθερίας του πελάτης της τότε αυτή να ανασταλεί καθότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις. Αναμφίβολα το αδίκημα που ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι διέπραξε είναι σοβαρό, γεγονός που αντιλήφθηκε και ο ίδιος ο κατηγορούμενος. Ενδεικτική δε της σοβαρότητας του είναι κατ' αρχήν η προβλεπόμενη στο νόμο ποινή. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Συγκεκριμένα, το αδίκημα του εμπρησμού επισύρει, με βάση το άρθρο 315 του Κεφ.154, ποινή φυλάκισης 14 ετών. Βέβαια επειδή το εν λόγω αδίκημα δικάζεται συνοπτικά το μέγιστο της ποινής που θα έχει υπόψη του το παρόν Δικαστήριο θα είναι, με βάση το άρθρο 24
(1)του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60μετά των συναφών τροποποιήσεων, σε 5 έτη φυλάκισης ή πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τα €85.430,00 ή και τις δύο αυτές ποινές. Παρά ταύτα, το αδίκημα αυτό παραμένει ένα από τα σοβαρότερα που περιέχονται στον Κυπριακό Ποινικό Κώδικα και ως τέτοιο πρέπει να αντικρίζεται. Το αδίκημα του εμπρησμού θεωρείται ακόμη σοβαρό επειδή η διάπραξη του δημιουργεί αισθήματα φόβου και ανασφάλειας στους πολίτες. Το εν λόγω αδίκημα είναι επίσης σοβαρό επειδή εκτός από το ότι προκαλεί ζημιά στο συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του ατόμου για απόλαυση της περιουσίας του, ενέχει μεγάλο κίνδυνο να υπάρξουν ανθρώπινα θύματα μέσα από τέτοια περιστατικά. Η σοβαρότητα του εν λόγω αδικήματος έγκειται επιπλέον στην ανησυχητικά διαχρονική έξαρση που η διάπραξη του παρουσιάζει προς επίτευξη των παρανόμων στόχων του παραβάτη, πράγμα που αποτέλεσε αντικείμενο σχολιασμού σε διάφορες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Μελανίτης v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 309 λέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι: "Η διάπραξη του αδικήματος του εμπρησμού ευρίσκεται σε έξαρση τα τελευταία χρόνια. Σχεδόν καθημερινά διαπράττονται τέτοια αδικήματα εμπρησμού ως μέσο επίτευξης παρανόμων στόχων. Η έξαρση αυτή στη διάπραξη τέτοιων αδικημάτων επιβάλλει στα Δικαστήρια την υποχρέωση επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε μια προσπάθεια περιορισμού της εγκληματικής δράσης των παρανόμων και για την προστασία της ζωής και της περιουσίας των πολιτών." Περαιτέρω, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Αναστασίου
(2005)2 Α.Α.Δ. 125 αναφέρθηκε ότι "δεν μπορεί τέτοιου είδους εγκλήματα να οργιάζουν και να μένουν ατιμώρητα". Επίσης, χαρακτηριστικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Gaprindashvili v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 158/2012, ημερομηνίας 24.05.13, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Όπως πολύ σωστά παρατηρεί και το Κακουργιοδικείο στην απόφαση του, διαχρονικά παρατηρείται έξαρση στην διάπραξη της μορφής αυτής αδικημάτων. Συνακόλουθα των πιο πάνω είναι ότι η επιβολή αποτρεπτικών ποινών καθίσταται αναγκαία, ώστε ν' ανακοπεί η έξαρση των εγκληματικών ενεργειών της φύσεως αυτής. Είναι κοινωνικά επιβεβλημένη η προσπάθεια αυτή των δικαστηρίων για αποτροπή μέσω της ποινής που αυτά επιβάλλουν. Πάντοτε βέβαια υπό την προϋπόθεση ότι κάθε υπόθεση κρίνεται στα δικά της ιδιαίτερα περιστατικά και ανάλογα με αυτά θα πρέπει να είναι και η ποινή." Η προαναφερόμενη πολυεπίπεδη μορφή σοβαρότητας του αδικήματος το εντάσσει στην κατηγορία αδικημάτων που χρήζουν αντιμετώπισης με αποτρεπτικές ποινές. Θεώρηση της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου υποδεικνύει ότι για τέτοιου είδους αδικήματα συνήθως επιβάλλονται ποινές φυλάκισης. Ενδεικτικά παραπέμπω στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Ευαγγέλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 678 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο ανατρέποντας την ποινή 20μηνης ποινής φυλάκισης με τριετή αναστολή του πρωτόδικου δικαστηρίου επέβαλε ποινή άμεσης ποινής φυλάκισης 3 ετών σε άτομο λευκού ποινικού μητρώου, με παραδοχή και με προσχεδιασμό του εγκλήματος που διέπραξε το αδίκημα του εμπρησμού. Επιπλέον, στην υπόθεση Μελανίτης v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 309 ποινή φυλάκισης 2,5 ετών που επιβλήθηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο σχετικά με τη διάπραξη του αδικήματος εμπρησμού από άτομο νεαρής ηλικίας και βαρυνόταν με 3 προηγούμενες καταδίκες, επικυρώθηκε κατ' έφεση. Επιπροσθέτως, στην υπόθεση Gaprindashvili v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 158/2012, ημερομηνίας 24.05.13 ποινή φυλάκισης 7 ετών που επιβλήθηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο σε άτομο που αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας, επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι το υπό εκδίκαση αδικήμα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Στην παρούσα υπόθεση τα γεγονότα και οι συνθήκες που περιβάλουν τη διάπραξη του αδικήματος το καθιστούν σοβαρό, στοιχείο που εκλαμβάνεται επιβαρυντικό για τον κατηγορούμενο. Συγκεκριμένα, η σοβαρότητα του αδικήματος έγκειται: (α) Στην από μόνη της ενέργεια του κατηγορουμένου αλλά και στην σοβαρότητα που ενέχεται στο αδίκημα αυτό όπως εξ΄αντικειμένου προκύπτει αλλά και από την έξαρση που η διάπραξη τέτοιων αδικημάτων παρουσιάζει. (β) Στο ότι ο εμπρησμός του επιδίκου οχήματος διαπράχτηκε μέσα από παρατεταμένη αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου και ειδικότερα συμπλοκή του κατηγορουμένου με άλλο πρόσωπο, διαπληκτισμό και έντονες συζητήσεις του κατηγορουμένου με τη σύζυγο του και αποκορύφωμα τη φωτιά που έθεσε στο όχημα. (γ) Έθεσε φωτιά στο όχημα της συζύγου του χωρίς καν να τον ενδιαφέρει ότι μπορούσαν να κινδυνεύσουν ανθρώπινες ζωές ή να προκληθούν ζημιές σε περιουσίες άλλων ατόμων. (δ) Στο μεγάλο ύψος της ζημιάς των €4.000,00 που προκλήθηκε στο όχημα. (ε) Στο ότι η συμπεριφορά του κατηγορουμένου να ακολουθήσει το όχημα της συζύγου του, να λάβει μέρος σε συμπλοκή με άλλο άτομο, να διαπληκτιστεί και συζητήσει έντονα με τη σύζυγο του όταν αυτή αρνήθηκε στην επιθυμία του και έπειτα να προβεί σε εμπρησμό του επιδίκου οχήματος δείχνει άτομο εκδικητικό που είχε ως μοναδικό σκοπό την πρόκληση ζημιάς και ταλαιπωρίας στην σύζυγο του χωρίς παράλληλα να τον ενδιαφέρει ότι με αυτήν την παράνομη ενέργεια του ταλαιπωρεί ταυτόχρονα και την ανήλικη θυγατέρα του στερώντας της ουσιαστικά την μετακίνηση της με το εν λόγω μεταφορικό μέσο, με την οποία, όπως η συνήγορος είπε, έχει στενή σχέση. Προς όφελος του κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Το λευκό ποινικό μητρώο του. (β) Την άμεση παραδοχή του στο Δικαστήριο. (γ) Η ομολογία του αδικήματος που διέπραξε στην αστυνομία και η συνεργασία του με τις ανακριτικές αρχές στη διερεύνηση και εξιχνίαση της υπόθεσης αυτής. (δ) Το ότι δεν αποκόμισε οποιοδήποτε οικονομικό ή άλλου είδους όφελος μέσα από την αξιόποινη συμπεριφορά του. (ε) Το ότι ενέργησε παντελώς αψυχολόγητα, απερίσκεπτα, αυθόρμητα και χωρίς προσχεδιασμό αλλά κάτω από έντονη συναισθηματική φόρτιση και κυριευμένος από αισθήματα πάθους. (στ) Το ότι έχει συμφιλιωθεί με την παραπονούμενη, η οποία δεν έχει πλέον οποιοδήποτε παράπονο εναντίον του. (ζ) Η αποδοχή του να εκδοθεί εναντίον του διάταγμα αποζημίωσης για το ποσό των €4.000,00 με το οποίο αποζημιώνεται πλήρως η παραπονούμενη. (η) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, όπως αυτές εκτέθηκαν από την συνήγορο υπεράσπισης και ειδικότερα ότι: · Είναι νυμφευμένος και πατέρας ενός ανήλικου τέκνου ηλικίας 7 ετών. · Αυτή την στιγμή είναι άνεργος. · Είναι ο μόνος που συντηρούσε οικονομικά τη σύζυγο και το παιδί του. · Προέρχεται από πολυμελή οικογένεια χαμηλής κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. · Ο πατέρας του είναι ανίκανος για εργασία λόγω προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει, η δε μητέρα του είναι οικοκυρά και έτσι η οικογένεια του συντηρείται από δημόσιο βοήθημα. · Συνεισφέρει οικονομικά στη αντιμετώπιση των οικονομικών αναγκών των γονιών του. · Διέκοψε τη φοίτηση του στο σχολείο με σκοπό να εργαστεί και να βοηθήσει οικονομικά την οικογένεια του. · Αναστατώθηκε συναισθηματικά με αποτέλεσμα να παρακολουθείται από τον αρμόδιο ψυχίατρο των Κεντρικών Φυλακών και να του χορηγείται φαρμακευτική αγωγή. Γενικά, λαμβάνω υπόψη μου οτιδήποτε άλλο έχει αναφερθεί ή τεθεί ενώπιον μου και αποτελεί ελαφρυντικό στοιχείο για τον κατηγορούμενο. Καθοδηγούμενος από τη σχετική επί του θέματος νομολογία και συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα του αδικήματος και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα του αδικήματος όπως αυτή πηγάζει μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής σε συνδυασμό με την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, καθιστά αναπόφευκτη την επιβολή στον κατηγορούμενο ποινή στερητικής της ελευθερίας του. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας και συχνότητας διάπραξης του αδικήματος όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και των περιστατικών της υπόθεσης αυτής, για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Καταληκτικά επιβάλλεται στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 2,5 ετών. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα εάν η ποινή που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο θα πρέπει να οδηγήσει στην άμεση φυλάκιση τους ή δύναται να ανασταλεί δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72. Εξάλλου αυτό ήταν το αίτημα της συνηγόρου υπεράσπισης. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Έχοντας κατά νου το προαναφερόμενο νομικό πλαίσιο πρέπει να πω ότι η δυνατότητα αναστολής με έχει προβληματίσει ιδιαίτερα ένεκα της φύσης και της σοβαρότητας του αδικήματος. Ωστόσο δεν μπορώ να παραγνωρίσω ορισμένα ουσιώδη και ταυτόχρονα αδιαμφισβήτητα δεδομένα. Κατ΄αρχήν το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι ένας παράγοντας που λαμβάνεται σοβαρά υπόψη αφού του επιτρέπει να αξιώνει επί ενισχυμένης βάσης αναστολή. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου το γεγονός ότι ευθύς μετά την διάπραξη του αδικήματος συμφιλιώθηκε με τη σύζυγο του, η οποία δεν έχει πλέον οποιοδήποτε παράπονο. Επίσης κάτι που δεν μπορεί να αγνοηθεί είναι και η προθυμία του κατηγορουμένου να αποζημιώσει πλήρως τη ζημιά της παραπονούμενης. Τα πιο πάνω δείχνουν και τη θετική διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος και σαφώς δείχνουν στοιχεία έμπρακτης μεταμέλειας από μέρους του. Δεν μπορεί ακόμη να αγνοηθεί ότι η επικίνδυνη ενέργεια του κατηγορουμένου δεν αποσκοπούσε στην απόκτηση οικονομικού ή άλλου οφέλους ή στην εξαπάτηση ή καταδολίευση οποιουδήποτε προσώπου αλλά στην πρόθεση του κατηγορουμένου να εκδικηθεί, κυριευμένος από πάθος κάτω από συναισθηματική φόρτωση και με το μυαλό του θολωμένο από οργή. Επιπλέον, κάτι που σίγουρα λαμβάνεται πολύ σοβαρά υπόψη είναι το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είναι το μοναδικό πρόσωπο που συντηρούσε και μπορεί να συντηρεί οικονομικά τόσο τη σύζυγο του, η οποία είναι άνεργη, όσο και το ανήλικο τέκνο του. Επίσης, απαρατήρητο δεν περνά η ψυχολογική αναστάτωση που η ανήλικη θυγατέρα του κατηγορουμένου βιώνει μπροστά στη μεμονωμένη, αψυχολόγητη, επιπόλαιη πλην όμως επικίνδυνη και καταδικαστέα ενέργεια του κατηγορουμένου. Λαμβάνονται υπόψη ακόμη τα ψυχολογικά προβλήματα του κατηγορούμενου. Με βάση τα πιο πάνω συντρέχουν τέτοιες προϋποθέσεις που συνηγορούν στην αναστολή της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο. Ως εκ τούτου, διατάσσεται όπως η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο ανασταλεί για περίοδο τριών ετών από σήμερα. (Εξηγείται στον κατηγορούμενο η έννοια της αναστολής της ποινής φυλάκισης) Περαιτέρω εναντίον του κατηγορούμενου εκδίδεται διάταγμα αποζημίωσης προς όφελος της παραπονούμενης Έλενας Ευαγγέλου από τη Γεροσκήπου για το ποσό των €4000 το οποίο είναι πληρωτέο εντός 3 μηνών από σήμερα. Επίσης ένα πλαστικό πώμα χρώματος καφέ και ένα καμένο υλικό να κατασχεθούν και να καταστραφούν. Παράλληλα ένα σακάκι μάρκας Just Design Fashion, μια ζακέτα χρώματος γκρίζου, ένα δεξιό παπούτσι χρώματος μαύρου και άσπρου μάρκας Freedom, μια κάλτσα χρώματος γκρίζου μάρκας HIKE, ένα παντελόνι τζιν χρώματος μπλε μάρκας JEANS DAL, ένας αναπτήρας μάρκας WINNER διαφανούς χρώματος με σήμα των Ολυμπιακών Αγώνων να επιστραφούν στον κατηγορούμενο. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence Αναφορά: Ποινικό/Εμπρησμός οχήματος/Ποινή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο