Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΡΟΔΟΥΛΑ ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 12750/2013, 6/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B44 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12750/2013 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΡΟΔΟΥΛΑ ΘΕΟΛΟΓΟΥ Κατηγορουμένης Ημερομηνία: 06.03.14 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Σ. Συμεού Για Κατηγορουμένη: κος Κ. Σιαηλής Κατηγορούμενη: παρούσα ΠΟΙΝΗ Η κατηγορούμενη βρέθηκε ένοχη, κατόπιν δικής της παραδοχής, στην κατηγορία της παροχής συνδρομής στην διάπραξη του αδικήματος της άνευ ευλόγου αιτίας πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής κατά παράβαση των άρθρων 305Α
(2)και 20 του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, η κατηγορούμενη την 01.02.13 στην Πάφο υπό την ιδιότητα της ως διευθύντρια της εταιρείας A & R Theologou Limited, η οποία εταιρεία έκδωσε στον Ευαγόρα Ευαγόρου από τη Λεμεσό την επιταγή υπ' αριθμό 40364975 του Ελληνικού Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Πάφου για το ποσό των €6.250,00 πληρωτέα την 30.01.13, παρείχε συνδρομή στην άνευ ευλόγου αιτία πρόκληση της μη εξαργύρωσης της πιο πάνω επιταγής που η εν λόγω εταιρεία έκδωσε, δίδοντας σχετικές οδηγίες στην τράπεζα της πιο πάνω εταιρείας. Εκθέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής παρέπεμψε στις λεπτομέρειες του αδικήματος, οι οποίες σημειώθηκαν προηγουμένως. Καταλήγοντας, ο κύριος Συμεού δήλωσε πως η κατηγορούμενη είναι λευκού ποινικού μητρώου ενώ ανάφερε ότι μέχρι σήμερα έχει πληρωθεί το ποσό των €2.100,00 ως έναντι του πληρωτέου ποσού της προαναφερόμενης επιταγής. Χωρίς να αμφισβητήσει επί της ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθηκαν από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης αφού ανάφερε ότι η κατηγορούμενη απολογείται για την αξιόποινη συμπεριφορά της και έχει αντιληφθεί τη σοβαρότητα του αδικήματος που διέπραξε, δήλωσε πως η πελάτισσα του προσπάθησε ανεπιτυχώς, λόγω οικονομικών δυσκολιών, να εξοφλήσει την επιταγή καταφέρνοντας να πληρώσει μέρος του πληρωτέου ποσού αυτής. Ερχόμενος στις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις της κατηγορουμένης, ο εν λόγω συνήγορος ανάφερε ότι η κατηγορουμένη είναι μητέρα ενός ανήλικου παιδιού ηλικίας 8 μηνών και συμβιώνει με τον βιολογικό πατέρα του, ο οποίος είναι άνεργος. Ο δε πατέρας της νοσηλεύεται στη Μονάδα Αποκατάστασης του Μελάθρου Αγωνιστών ΕΟΚΑ μετά που πρόσφατα υπέστη αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο συνεπεία του οποίου παρουσιάζει δεξιά ημιπάριση. Ιατρικό πιστοποιητικό της φυσίατρου Δρ. Ιφιγένειας Αθηνοδώρου ημερομηνίας 28.01.14 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1. Αναμφίβολα το αδίκημα που η κατηγορούμενη παραδέχτηκε ότι διέπραξε είναι σοβαρό, γεγονός που παραδέχτηκε ευθέως ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης. Η σοβαρότητα του εν λόγω αδικήματος αντανακλάται, κατ' αρχήν, μέσα από την προβλεπόμενη από το νόμο ποινή. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Συγκεκριμένα, το αδίκημα που η κατηγορούμενη παραδέχτηκε ότι διέπραξε επισύρει, με βάση τα άρθρα 305Α
(2)και 20 του Κεφ.154, ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 3 έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €10.000,00 ή και στις δύο ποινές. Τέτοια αδικήματα θεωρούνται ακόμη σοβαρά λόγω του βαθμού ευκολίας και συχνότητας με την οποία αυτά διαπράττονται. Εδώ και πολλά χρόνια τα αδικήματα αυτά αποτελούν μάστιγα για την κυπριακή κοινωνία και νάρκη στα θεμέλια των οικονομικών συναλλαγών και της εμπορικής πίστης που διέπει τους εμπορευόμενους. Ιδιαίτερα όμως σήμερα που η χώρα μας έχει πληγεί από την παγκόσμια οικονομική κρίση η διάπραξη τους φανερώνει μία δραματική και ταυτόχρονα πολύ ανησυχητική αυξητική τάση. Είναι γι' αυτό το λόγο που τα Δικαστήρια αντιμετωπίζουν τέτοια αδικήματα με τη δέουσα σοβαρότητα και αυστηρότητα επιβάλλοντας αποτρεπτικές ποινές σε μια προσπάθεια έτσι να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά το φαινόμενο αυτό εκριζώνοντας το από τα θεμέλια της κυπριακής κοινωνίας. Ενδεικτικά των σκοπών που επιδιώκει η σχετική νομοθεσία αλλά και της σοβαρότητας των σχετικών αδικημάτων και της ανάγκης για επιβολή αποτρεπτικών ποινών είναι και τα σχετικά αποσπάσματα από την απόφαση Ισιδώρου v. G.M. Christofi Enterprises Ltd κ.α.
(1999)2 Α.Α.Δ. 60, η οποία αν και αναφέρεται σε ακάλυπτες επιταγές εντούτοις το νόημα και η σημασία της απευθύνεται σε κάθε είδους μη τιμηθείσες επιταγές περιλαμβανομένου και αυτών που ο εκδότη τους προκαλεί τη μη πληρωμή τους χωρίς εύλογη αιτία καθώς και των προσώπων που συνεργούν στη διάπραξη τους παρέχοντας συνδρομή, βοήθεια και παρακίνηση στον εκδότη της επιταγής: "Ένα άλλο στοιχείο που λαμβάνουμε υπόψη είναι η φύση του αδικήματος. Επηρεάζει τις συναλλαγές και την ιδιοκτησία, η δε διάπραξή του είναι εύκολη. Υπονομεύει την κοινωνική, εμπορική και οικονομική ζωή του τόπου. Με βάση τον μεγάλο αριθμό παρόμοιων υποθέσεων που καταχωρούνται στα Επαρχιακά Δικαστήρια διαπιστώνουμε πως τα αδικήματα αυτά βρίσκονται σε έξαρση. Η έκδοση ακάλυπτων επιταγών έχει προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις. Έχει ορθά χαρακτηρισθεί οικονομική μάστιγα. Η διάπραξη του αδικήματος, πρέπει να λεχθεί, οφείλεται και στην ευκολία με την οποία οι παραβάτες εξασφαλίζουν από τις τράπεζες βιβλιάρια επιταγών. Χωρίς οποιοδήποτε ηθικό περισπασμό ή αναστολή οι κάτοχοι των βιβλιαρίων επιταγών εκδίδουν κατά συρροή ακάλυπτες επιταγές. Εκμεταλλεύονται την εμπιστοσύνη που τους εναποθέτουν οι συμπολίτες τους και πολλές φορές την αφέλεια τους. Οι δοσοληψίες με τη χρήση επιταγών από μέσο για τη διευκόλυνση των συναλλαγών έχουν μετατραπεί σε εργαλείο οικονομικής εκμετάλλευσης, εξαπάτησης και ταλαιπωρίας των θυμάτων. Οι παράγοντες αυτοί αποτελούν κατά την κρίση μας επιβαρυντικούς παράγοντες. .............................................................................................................. Ενόψει λοιπόν της συχνότητας του αδικήματος και των επιπτώσεών του στην οικονομική ζωή του τόπου προβάλλει επιτακτική η ανάγκη για την πάταξη του αδικήματος. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την επιβολή αποτρεπτικών ποινών (βλ. Αστυνομία ν Toorac Fashion Ltd
(1993)2 Α.Α.Δ 117 και Ηλίας Λάζος Λτδ ν Πετεβιάν
(1994)2 Α.Α.Δ 61). Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω θεωρούμε ότι η αποτροπή μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας. Οι ελαφρυντικοί παράγοντες που έχει επικαλεσθεί η εφεσίβλητη 2 δεν είναι ικανοί για να μετατρέψουν το είδος της ποινής. Τονίζουμε πως ενόψει της συχνότητας του αδικήματος η αρμόζουσα ποινή είναι η ποινή φυλάκισης εκτός εάν συντρέχουν πολύ εξαιρετικές περιστάσεις." Χαρακτηριστικό είναι επίσης το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Νικολάου ν. Rolandos Enterprises Ltd
(2004)2 Α.Α.Δ. 546, το οποίο ομιλεί από μόνο του σε σχέση με τις σοβαρές διαστάσεις που προσλαμβάνουν τέτοιου είδους αδικήματα στη χώρα μας, το νόημα και η σημασία και πάλι αγγίζει κάθε είδους επιταγή που δεν έχει τιμηθεί, περιλαμβανομένης και της περίπτωσης όπου ο εκδότης της προκάλεσε τη μη εξόφληση της χωρίς εύλογη αιτία καθώς και των προσώπων που συνεργούν στη διάπραξη τους παρέχοντας συνδρομή, βοήθεια και παρακίνηση στον εκδότη της επιταγής: "Δεν θα επαναλάβουμε αυτά που κατά κόρον έχουν ειπωθεί. Να σημειώσουμε μόνο πως για την αντιμετώπιση της πλημμυρίδας των ποινικών υποθέσεων, με κατηγορίες που αφορούν την έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρισμα, έχει γίνει ειδικό πρόγραμμα εργασίας των δικαστών ώστε αυτές να εκδικάζονται κατά αποκλειστικότητα από συγκεκριμένο δικαστή κατά επαρχία. Τούτο από μόνο του δεν περιποιεί τιμή στη χώρα μας. Η συνεχιζόμενη παρανομία, που πλήττει άμεσα στις καθημερινές συναλλαγές των ανθρώπων, που αναμένεται να διεξάγονται στη βάση της νομιμότητας και τιμιότητας, πρέπει να σταματήσει, ιδιαίτερα τώρα που η χώρα μας έγινε μέλος της μεγάλης οικογένειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αν συνεχιστεί η συγκεκριμένη παρανομία, τότε βεβαίως και τα Δικαστήρια θα την αντιμετωπίσουν με πιο αυστηρές ποινές. Ενόψει δε της φύσης του αδικήματος και της συχνότητας, που ακόμη παρατηρείται στη διάπραξη του, δεν θα υπάρχει άλλη επιλογή. Ο ίδιος ο νομοθέτης με πρόσφατη τροποποίηση του νόμου (Ν.25
(1)/2003) αύξησε τη χρηματική ποινή που προβλεπόταν στον προηγούμενο νόμο από £1500 σε £5000 και τη φυλάκιση από 2 σε 3 χρόνια." Βέβαια έκτοτε, όπως προαναφέρθηκε, ο νομοθέτης με τον τροποποιητικό νόμο Ν.70(Ι)/2008αύξησε το μέγιστο όριο χρηματικής ποινής σε €10.000,00 ενώ παρέμεινε η προβλεπόμενη ποινή φυλάκισης μέχρι 3 ετών ή και οι δυο ποινές. Στην υπόθεση Ταμείο Προνοίας Προσωπικού Βιομηχανιών Συνομοσπονδίας Εργατοϋπαλλήλων Κύπρου (Σ.Ε.Κ.) v. Samoa Clothing Industry Ltd (υπό εκκαθάριση) μέσω του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 6649, ημερομηνίας 08.02.01, λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, ότι το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι βαρύ επειδή έχει καταλυτικές συνέπειες στα συναλλακτικά ήθη και την εμπορική πίστη. Στην ίδια απόφαση υποδείχθηκε ότι τα τελευταία χρόνια το αδίκημα αυτό κατάντησε η μάστιγα της εμπορικής ζωής του τόπου αφού ένας κοινότατος τρόπος συναλλαγής μεταβλήθηκε από τους επιτήδειους σε όργανο εξαπάτησης Στη δε υπόθεση Λεωνίδου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 663 ποινή άμεσης φυλάκισης 3 μηνών που επιβλήθηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο σε άτομο που έκδωσε ακάλυπτες επιταγές συνολικού ποσού €44.748,27 (ισότιμο σε Λ.Κ.£26.190) αφού λήφθηκε υπόψη η παραδοχή και συνεργασία του, η εξόφληση των επιταγών σε μεταγενέστερο στάδιο, η έλλειψη καταδικών και οι οικογενειακές του συνθήκες, επικυρώθηκε κατ' έφεση. Το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε πως το ότι οι επιταγές τελικά εξοφλήθηκαν λίγες μέρες πριν από την επιβολή της ποινής, αν και δεν μειώνει τη σημασία της εξόφλησης τους ως ένδειξης έμπρακτης μεταμέλειας, σίγουρα δεν μπορούσε βεβαίως και να τη χαρακτήριζε ως άμεση τέτοια. Περαιτέρω, τονίστηκε πως σε τέτοιες περιπτώσεις, όπως την παρούσα, η νομολογία υποδεικνύει την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών φυλάκισης ακριβώς για το σκοπό που η ποινή φυλάκισης σε τέτοιες περιπτώσεις επιδιώκει να εξυπηρετήσει, δηλαδή την καταστολή της ευρύτατης εκδήλωσης τέτοιων αδικημάτων τα οποία και πλήττουν τη θεμελιακή ασφάλεια και εντιμότητα των συναλλαγών (βλέπε Παπαντωνίου ν. D.K. Andreou Co. Ltd
(2002)2 Α.Α.Δ. 368). Περαιτέρω, στην υπόθεση Νέλλυ Λούτσιου v. Αστυνομίας (Αρ.2)
(2003)2 Α.Α.Δ. 343 το Ανώτατο Δικαστήριο, ανατρέποντας την ποινή του πρωτόδικου δικαστηρίου, επέβαλε στην κατηγορούμενη ποινές φυλάκισης 10 μηνών σε κάθε μια από τις τρεις κατηγορίες που αντιμετώπιζε αναφορικά με την έκδοση τριών επιταγών χωρίς αντίκρισμα για την αγορά μετοχών συνολικής αξίας Λ.Κ.£1.738.282. Στην υπόθεση Ηλίας Λάζος Λτδ v. Πετεβίνου
(1994)2 Α.Α.Δ 61 ποινή φυλάκισης δύο μηνών που επιβλήθηκε σε άτομο λευκού ποινικού μητρώου με σοβαρά οικονομικά προβλήματα λόγω ασθένειας της συζύγου του και πατέρας δύο ανηλίκων παιδιών και αφού λήφθηκαν υπόψη δύο προηγούμενες υποθέσεις που διαπράχθηκαν 2 χρόνια πριν από την καταδίκη του επικυρώθηκε κατ' έφεση. Στην υπόθεση Λοΐζου v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ 108 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 3 μηνών σε πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου που διέπραξε το αδίκημα της έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Εν πάσει περιπτώσει, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι το υπό εκδίκαση αδίκημα είναι σοβαρό δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας των αδικημάτων ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση παρατηρώ ότι τα γεγονότα και οι συνθήκες που περιβάλουν τη διάπραξη του αδικήματος το καθιστούν σοβαρό, στοιχείο που εκλαμβάνεται επιβαρυντικό για την κατηγορούμενη. Συγκεκριμένα, η σοβαρότητα του αδικήματος έγκειται: (α) Στο ότι η κατηγορούμενη χρησιμοποίησε τη θέση της ως διευθύντρια στην εταιρεία A & R Theologou Limited που είναι ο εκδότης της επιταγής για να προβεί στη διάπραξη του αδικήματος. (β) Το μεγάλο ποσό των €6.250,00 που σημειώνεται στην επιταγή, η πληρωμή της οποίας ανακλήθηκε άνευ ευλόγου αιτίας. (γ) Το μεγάλο ποσό των €4.150,00 που παραμένει πληρωτέο. (δ) Στο αντίστοιχο ύψος ζημιάς που η κατηγορούμενη προκάλεσε προς το δικαιούχο της επιταγής και συνάμα παραπονούμενο στην υπόθεση αυτή, η πληρωμή της οποίας ανακλήθηκε και η εξόφληση της οποίας μέχρι σήμερα δεν έχει πραγματοποιηθεί. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου ως επιβαρυντικό στοιχείο τη συχνότητα και ευκολία με την οποία αυτό το είδος αδικήματος διαπράττεται, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις ενώπιον μου υποθέσεις. Προς όφελος της κατηγορουμένης για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Την άμεση παραδοχή της στο Δικαστήριο. (β) Το λευκό ποινικό μητρώο της. (γ) Την απολογία της όπως αυτή εκφράστηκε από τον συνήγορο υπεράσπισης. (δ) Την προσπάθεια της που οδήγησε στην πληρωμή του ποσού των €2.100,00 ως έναντι του συνολικού ποσού της επιταγής που ήταν πληρωτέο. (ε) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις της κατηγορουμένης, όπως αυτές εκτέθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο υπεράσπισης και ειδικότερα το ότι: · Είναι ανύπανδρη μητέρα ενός ανήλικου παιδιού ηλικίας 8 μηνών περίπου. · Συμβιώνει με τον βιολογικό πατέρα του παιδιού της, ο οποίος είναι άνεργος. · Οι μηνιαίες απολαβές της ανέρχονται στο ποσό των €900,
- · Τα οικονομικά προβλήματα που η ίδια και η οικογένεια της αντιμετωπίζουν. · Το πρόβλημα υγείας που πρόσφατα ο πατέρας της κατηγορουμένης είχε και για το οποίο τελεί υπό ανάρρωση. Γενικά, λαμβάνω υπόψη μου οτιδήποτε άλλο έχει αναφερθεί ή τεθεί ενώπιον μου και αποτελεί ελαφρυντικό στοιχείο για την κατηγορούμενη. Καθοδηγούμενος από τη σχετική επί του θέματος νομολογία και συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα του αδικήματος και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στην κατηγορούμενη είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα του αδικήματος όπως αυτή πηγάζει μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής σε συνδυασμό με τη συχνότητα και ευκολία διάπραξης του καθώς και η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, καθιστά αναπόφευκτη την επιβολή στην κατηγορούμενη ποινή στερητικής της ελευθερίας της. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας και συχνότητας διάπραξης των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και των περιστατικών της υπόθεσης αυτής, για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Καταληκτικά επιβάλλεται στην κατηγορούμενη ποινή φυλάκισης 2 μηνών στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα εάν η ποινή που επιβλήθηκε στην κατηγορούμενη θα πρέπει να οδηγήσει στην άμεση φυλάκιση της ή δύναται να ανασταλεί δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/
- Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Στην προκειμένη περίπτωση η κατηγορούμενη είναι μητέρα ενός ανήλικου παιδιού ηλικίας 8 μηνών περίπου. Ο Περί της Προστασίας Ανήλικων Τέκνων Καταδικασθεισών ή Ύποπτων Μητέρων Νόμος του 2005 (Ν.33(Ι)/2005) θεσπίστηκε για να παρέχει για ευνόητους λόγους, κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν, νομοθετική προστασία σε εγκύους γυναίκες ή μητέρες ανήλικου τέκνου ηλικίας μέχρι 3 ετών που υπό άλλες συνθήκες θα οδηγούνταν στη φυλακή (άρθρο 2-ερμηνευτικό πλαίσιο Ν.33(Ι)/2005). Το άρθρο 3
(1)του Ν.33(Ι)/2005 παρέχει ρητά τις προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για να είναι νομοθετικά δυνατή η επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης σε μια μητέρα που καλύπτεται από τον ορισμό της εν λόγω νομοθεσίας. Ειδικότερα, το εν λόγω άρθρο προνοεί τα εξής: "3.—
(1)Παρά τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, όπου σε νόμο προβλέπεται ποινή στερητική της ελευθερίας για οποιοδήποτε αδίκημα, η εν λόγω ποινή δεν επιβάλλεται σε μητέρα, αν δε συντρέχουν στη δεδομένη περίπτωση όλες οι πιο κάτω προϋποθέσεις: (α) Το αδίκημα είναι κακούργημα ή είναι πλημμέλημα το οποίο κρίνεται από το δικαστήριο ως σοβαρό λαμβανομένης υπόψη της φύσης του αδικήματος σε συνδυασμό με τις περιστάσεις της υπόθεσης, (β) το αδίκημα διαπράχθηκε με τη χρήση βίας κατά του ατόμου και λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της υπόθεσης το δικαστήριο κρίνει ότι η μητέρα αποτελεί άμεσο ή και συνεχιζόμενο κίνδυνο για την κοινωνία, και (γ) το δικαστήριο κρίνει, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της υπόθεσης, ότι δεδομένου του άμεσου ή και συνεχιζόμενου κινδύνου που η μητέρα αποτελεί για την κοινωνία, είναι ανεπαρκής για την προστασία της κοινωνίας, κάθε άλλη ποινή, κύρωση, ή μέτρο που το δικαστήριο δύναται να επιβάλει για το αδίκημα δυνάμει οποιουδήποτε εκάστοτε σε ισχύ νόμου, περιλαμβανομένης της προσφοράς κοινοτικής εργασίας, και δε δικαιολογείται επίσης η έκδοση διατάγματος αναστολής ποινής φυλάκισης κατά τα διαλαμβανόμενα σε οποιοδήποτε εκάστοτε σε ισχύ νόμο.
(2)Κανένα δικαστήριο δε διατάσσει την κράτηση μητέρας ύποπτης για τη διάπραξη πλημμελήματος ή κακουργήματος εκτός εάν το δικαστήριο θεωρεί το διερευνώμενο αδίκημα ως σοβαρό λαμβανομένης υπόψη της φύσης του αδικήματος σε συνδυασμό με τις περιστάσεις της υπόθεσης.
(3)Οι διατάξεις των εδαφίων
(1)και
(2)δεν τυγχάνουν εφαρμογής σε σχέση με αδικήματα τιμωρητέα δυνάμει του εκάστοτε σε ισχύ περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου, τα οποία κατά τα διαλαμβανόμενα στον εν λόγω Νόμο διαπράττονται από μητέρα εναντίον ανήλικου τέκνου της, φυσικού ή υιοθετημένου, ή εναντίον άλλου ανήλικου που διαμένει μαζί της ή σε σχέση με αδικήματα τιμωρητέα δυνάμει του εκάστοτε σε ισχύ περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου". Στην προκειμένη περίπτωση τα γεγονότα και οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος υποδεικνύουν ότι η πρώτη προϋπόθεση ισχύει αφού η κατηγορούμενη διέπραξε ένα σοβαρό αδίκημα που επισύρει ποινή φυλάκισης μέχρι 3 έτη πλην όμως το ίδιο δεν συμβαίνει με τις άλλες δύο. Με δεδομένο ότι τελικά δεν πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις του πιο πάνω άρθρου σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το αδίκημα που η κατηγορούμενη διέπραξε δεν εμπίπτει στον Περί Πρόληψης της Βίας στην Οικογένεια και την Προστασία των Θυμάτων Νόμο του 2000 (Ν.119(Ι)/2000)αλλά ούτε στον Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμο του 1977 (Ν. 29/77), κρίνω ότι υπάρχουν οι συνθήκες που συνηγορούν στην αναστολή της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στην κατηγορούμενη. Ως εκ τούτου, διατάσσεται όπως η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στην κατηγορούμενη ανασταλεί για περίοδο τριών ετών από σήμερα. (Εξηγείται στην κατηγορούμενη η έννοια της αναστολής της ποινής φυλάκισης). (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Private Criminal/Sentence Αναφορά: Ιδιωτικές Ποινικές/Παροχή συνδρομής στη διάπραξη του αδικήματος ανάκλησης πληρωμής επιταγής/Άρθρα 20 και 305Α
(2)και
(3)Κεφ.154/Ποινή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο