Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. GKIA STAMATIADIS, Αρ. Υπόθεσης: 4459/2011, 31/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B60 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4459/2011 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. GKIA STAMATIADIS Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 31.03.14 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Ν. Νεοκλέους (η κα Σ. Παπαλαζάρου για να ακούσει απόφαση) Για Κατηγορούμενο: κος Μ. Μιλτιάδους Κατηγορούμενος: παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, σε δύο κατηγορίες επίθεσης προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων (πρώτη και δεύτερη κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, στις 03.07.10 στην Πάφο ο κατηγορούμενος επιτέθηκε εναντίον των Αθανάση Λουκά και Κώστα Νεοφύτου προκαλώντας τους πραγματική σωματική βλάβη. Αναφορικά με την τρίτη κατηγορία του κατηγορητηρίου η κατηγορούσα αρχή προέβηκε στη διακοπή της και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος απαλλάχτηκε σ' αυτή. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως εκτέθηκαν από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, έχουν ως εξής: Στις 03.07.10 ο Αθανάσης Λουκάς (Μ1-πρώτος παραπονούμενος) ενώ οδηγούσε το όχημα υπ' αριθμούς εγγραφής TWE 659 στη λεωφόρο Χλώρακας παρά το εστιατόριο Πενταράς παρέσυρε και τραυμάτισε τον Τζεμάλ Ποϊζίδη από τη Γεωργία. Πριν ο πρώτος παραπονούμενος εξέλθει του οχήματος του κατέφθασαν στο μέρος περί τα 10 άτομα, μεταξύ των οποίων, ο κατηγορούμενος που είναι αδελφότεκνος του τραυματία, ο οποίος αφού πλησίασε το παράθυρο του οχήματος χτύπησε τον πρώτο παραπονούμενο με τα χέρια του. Ακολούθως όταν ο πρώτος παραπονούμενος βγήκε έξω από το όχημα του ο κατηγορούμενος τον κτύπησε εκ νέου προκαλώντας του θλαστικό τραύμα χειλιών και εκδορά στο αριστερό φρύδι και φωνάζοντας 'Σκότωσες τον θείο μου.' Ως αποτέλεσμα του τραυματισμού του ο πρώτος παραπονούμενος μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου όπου παρέμεινε εκεί για 2 ημέρες. Στη συνέχεια κατέφθασε στο μέρος ο δεύτερος παραπονούμενος, Κώστας Νεοφύτου (Μ2), ο οποίος προσπάθησε μαζί με άλλα άτομα να συγκρατήσει τον κατηγορούμενο. Στην προσπάθεια του αυτή ο κατηγορούμενος του επιτέθηκε τραυματίζοντας τον και συγκεκριμένα προκαλώντας του εκδορές δεξιάς και αριστερής τραχειακής χώρας. Αφού έγιναν στον δεύτερο παραπονούμενο όλες οι απαραίτητες ιατρικές εξετάσεις του συνεστήθη εισαγωγή για προληπτικούς λόγους. Στο χώρο κατέφθασαν μέλη της αστυνομίας, τα οποία αφού πρόσεξαν τον κατηγορούμενο να βρίσκεται σε κατάσταση εκτός εαυτού προέβηκαν στην σύλληψη του. Ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς και απάντησε ότι παραδέχεται το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας αλλά όχι αυτό της δεύτερης κατηγορίας. Καταλήγοντας ο κύριος Νεοκλέους ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου ενώ παράλληλα δήλωσε ότι έχουν δημιουργηθεί έξοδα ύψους €115,00 σε σχέση με την υπόθεση αυτή. Ακολούθως προέβησαν σε δηλώσεις στο Δικαστήριο οι δύο παραπονούμενοι με τον πρώτο να δηλώνει ότι δεν έχει οποιοδήποτε παράπονο από τον κατηγορούμενο και τον δεύτερο ότι έχει αποζημιωθεί και ότι ούτε αυτός έχει παράπονο εναντίον του κατηγορουμένου. Χωρίς να αμφισβητήσει επί της ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθηκαν από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης, αφού είπε ότι ο πελάτης του απολογείται για την αξιόποινη συμπεριφορά του, αναφέρθηκε στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων λέγοντας πως ο κατηγορούμενος αντέδρασε αντικοινωνικά στιγμιαία κτυπώντας τον πρώτο παραπονούμενο λόγω του ότι θεώρησε τον θείο του, τον οποίο υπεραγαπούσε, νεκρό. Επιτέθηκε δε στον δεύτερο παραπονούμενο επειδή θεώρησε ότι προσπαθούσε να βοηθήσει τον πρώτο παραπονούμενο. Ένα άλλο παράγοντα που ο κύριος Μιλτιάδους κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη ως μετριαστικό είναι ο χρόνος που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων. Ερχόμενος στις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του πελάτη του, ο κύριος Μιλτιάδους ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος βρέθηκε στην Κύπρο ως οικονομικός πρόσφυγας και διαμένει στο νησί από έτος 2002. Είναι νυμφευμένος και πατέρας 2 ανήλικων τέκνων ηλικίας 10 και 5 ετών αντίστοιχα. Διαμένει σε διαμέρισμα που ενοικιάζει πληρώνοντας μηνιαίο ενοίκιο ύψους €250,00 στο οποίο μένει και η μητέρα του. Εδώ και 2 χρόνια είναι άνεργος. Καταλήγοντας, ο συνήγορος υπεράσπισης σημείωσε πως σε περίπτωση που το Δικαστήριο προσανατολίζεται να επιβάλει ποινή στερητικής της ελευθερίας του κατηγορουμένου συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την αναστολή της στηρίζοντας την θέση του στο λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, στα επιπόλαια τραύματα των παραπονούμενων και στο ότι η αντίδραση του πελάτη του ήταν στιγμιαία. Παράλληλα, ο εν λόγω συνήγορος ευσεβάστως εισηγήθηκε πως αν το Δικαστήριο εναλλακτικά αποφασίσει να επιβάλει χρηματική ποινή η πληρωμή της να γίνει δια μηνιαίων δόσεων. Αναμφίβολα τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος διέπραξε είναι σοβαρά. Η σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων αντανακλάται, κατ' αρχήν, μέσα από τις προβλεπόμενες από το νόμο ποινές. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Συγκεκριμένα, το αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης επισύρει, με βάση το άρθρο 243 του Κεφ.154, ποινή φυλάκισης 3 ετών. Επίσης, η σοβαρότητα των αδικημάτων της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης έγκειται στο γεγονός ότι ενέχει πράξεις που προκαλούν βία και πόνο στο θύμα και ταυτόχρονα δημιουργούν αίσθημα φόβου και ανασφάλειας σ' αυτό, καταρρακώνουν την προσωπικότητα και αξιοπρέπεια ατόμων, πλήττουν το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας και γενικότερα διασαλεύουν την ειρηνική διαβίωση πολιτών. Τα αδικήματα αυτά θεωρούνται ακόμη σοβαρά για τον επιπλέον λόγο της συχνότητας και ευκολίας με την οποία αυτά διαπράττονται, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα Δικαστήρια αντιμετωπίζουν τέτοια περιστατικά με τη δέουσα σοβαρότητα και αυστηρότητα σε μια προσπάθεια να διαβιβάσουν το μήνυμα στους παραβάτες ότι τέτοιου είδους συμπεριφορές δεν είναι ανεκτές και δεν έχουν χώρο στην κυπριακή κοινωνία. Οι πολίτες δεν μπορούν κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες να επιλύουν τις διαφορές τους με βία και ένταση. Σίγουρα οι παλικαρισμοί και η επίδειξη ισχύος δεν εξυπηρετούν κανένα λογικό σκοπό και ο νόμος οπωσδήποτε δεν τους αποδέχεται. Ουδείς έχει το δικαίωμα, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, να παίρνει το νόμο στα χέρια του και να επιτίθεται σε άλλο συνάνθρωπο του, αλλά να επιδεικνύει αυτοσυγκράτηση και να εφαρμόζει μηχανισμό αυτοελέγχου έστω και αν προκαλείται ή εξωθείται για κάτι τέτοιο. Με ειρηνικό τρόπο και πνεύμα αλληλοκατανόησης οι πολίτες θα πρέπει να καταλήγουν σε μια φιλική συνεννόηση μεταξύ τους. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95 το Ανώτατο Δικαστήριο εξέφρασε την αποδοκιμασία του στη χρήση βίας από ένα άτομο σε συνάνθρωπο του μέσω του πιο κάτω αποσπάσματος: "Η χρήση βίας κατά των συνανθρώπων συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας. Πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το άρθρο 7.1 του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπεια του. Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης είτε ως μέσο εκδίκησης είτε ως μέσο τιμωρίας δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωση της πρέπει να τιμωρείται με αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς." Το πιο πάνω απόσπασμα υιοθετήθηκε στην υπόθεση Χριστοφή v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 504. Θεώρηση της νομολογίας επισημαίνει ότι η ποινή που επιβάλλεται είναι ανάλογη της σοβαρότητας που χαρακτηρίζει την κάθε υπόθεση ξεχωριστά στη βάση των γεγονότων και περιστατικών που την περιβάλουν. Ο βαθμός της σοβαρότητας αυξάνεται όταν η επίθεση είναι σφοδρή ή διεξαχθεί σε δημόσιο χώρο και στην παρουσία άλλων προσώπων ή στην παρουσία άλλων μελών της οικογένειας. Σε τέτοιες περιπτώσεις ενδεικνυόμενη ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Στην υπόθεση Γεώργιος Βασιλειάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 409 επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο που διέπραξε το αδίκημα της κοινής επίθεσης ποινή φυλάκισης 3 μηνών, η οποία επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Επίσης, στην υπόθεση Αιμίλιος Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 327 όπου το ίδιο αδίκημα διαπράχτηκε σε δημόσιο χώρο και στην παρουσία άλλων παρευρισκομένων επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο, μετά από παραδοχή, με λευκό ποινικό μητρώο και κατόπιν συμφιλίωσης με τον παραπονούμενο, ποινή φυλάκισης ενός μηνός. Περαιτέρω, στην υπόθεση Ευθυμίου v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 581 ποινή φυλάκισης ενός μηνός που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα που επιτέθηκε στο θύμα του προκαλώντας του πραγματική σωματική βλάβη σε δημόσιο χώρο στην απουσία στοιχείου προσχεδιασμού, κατόπιν πρόκλησης και με παραδοχή, δεν κρίθηκε έκδηλα υπερβολική και επικυρώθηκε κατ' έφεση. Σε αντίθετη περίπτωση δεν αποκλείεται η χρηματική ποινή να εμφανίζεται ως καταλληλότερη από αυτή της στερητικής της ελευθερίας (Θεοχάρους ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575 και Staripavlova v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 72/2012, ημερομηνίας 19.10.12). Εν πάσει περιπτώσει, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής, χωρίς όμως η εξατομίκευση αυτή να οδηγεί σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας των εν λόγω αδικημάτων. Στην παρούσα υπόθεση τα γεγονότα και οι συνθήκες που περιβάλουν τη διάπραξη των αδικημάτων τα καθιστούν σοβαρά, στοιχείο που εκλαμβάνεται επιβαρυντικό για τον κατηγορούμενο. Συγκεκριμένα, η σοβαρότητα των αδικημάτων έγκειται: (α) Στο ότι ο κατηγορούμενος επιτέθηκε και κτύπησε τον πρώτο παραπονούμενο αμέσως με το που προκλήθηκε το δυστύχημα και οδήγησε στον τραυματισμό του θείου του προτού ο πρώτος παραπονούμενος καταφέρει να εξέλθει από το όχημα του χωρίς έτσι ο τελευταίος να έχει την ευκαιρία να δώσει εξηγήσεις. (β) Στο ότι ο κατηγορούμενος συνέχισε να κτυπά τον πρώτο παραπονούμενο και μετά που αυτός εξήλθε από το όχημα του τον οποίο και τραυμάτισε μη λογαριάζοντας την προφανώς άσχημη συναισθηματική και ψυχολογική κατάσταση στην οποία ο εν λόγω παραπονούμενος βρισκόταν ένεκα του δυστυχήματος στο οποίο ήταν εμπλεκόμενος και από το οποίο τραυματίστηκε άτομο. (γ) Στο ότι ο κατηγορούμενος συνέχισε την καταδικαστέα αξιόποινη συμπεριφορά του προβαίνοντας σε επίθεση και τραυματίζοντας και δεύτερο άτομο και συγκεκριμένα τον δεύτερο παραπονούμενο, ο οποίος προσπάθησε μαζί με άλλα άτομα να συγκρατήσει την ομολογουμένως άκρως αντικοινωνική συμπεριφορά του κατηγορουμένου. (δ) Στο ότι και οι δύο επιθέσεις στους δύο παραπονούμενους διαδραματίστηκαν σε δημόσιο δρόμο και στην παρουσία πολλών ατόμων. (ε) Στη φύση των τραυμάτων που και οι δύο παραπονούμενοι υπέστηκαν συνεπεία των επιθέσεων που δέχτηκαν από τον κατηγορούμενο που σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να υποτιμηθούν με τον πρώτο παραπονούμενο να μεταφέρεται με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου και να παραμένει εκεί κλινήρης για 2 ημέρες και τον δεύτερο παραπονούμενο να τυγχάνει ιατρικής συμβουλής αφού πρώτα του έγιναν οι απαραίτητες ιατρικές εξετάσεις να εισαχθεί σε ιατρικό κέντρο για προληπτικούς λόγους. (στ) Στο ότι η συνεχιζόμενη και εκτός ελέγχου αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου τερματίστηκε μόνο με την παρέμβαση αστυνομικών οι οποίοι έσπευσαν στο χώρο και τον συνέλαβαν. Ένας άλλος επιβαρυντικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο είναι η συχνότητα και ο βαθμός ευκολίας που τέτοιου είδους αδικήματα διαπράττονται. Προς όφελος του κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Την συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές σε σχέση με την πρώτη κατηγορία και την ομολογία της διάπραξης του αδικήματος της επίθεσης που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη στον πρώτο παραπονούμενο. (β) Την παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου έστω και αν αυτή έγινε στο στάδιο αυτό. (γ) Το ότι δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. (δ) Την απολογία του όπως αυτή εκφράστηκε δια του συνηγόρου του. (ε) Το ότι προχώρησε σε αποζημίωση του δεύτερου παραπονούμενου σε σχέση με την επίθεση που αυτός δέχτηκε και αναφορικά με τα τραύματα που υπέστηκε από τον κατηγορούμενο ως αποτέλεσμα της επίθεσης. (στ) Το ότι και οι δύο παραπονούμενοι δήλωσαν ότι δεν έχουν οποιοδήποτε παράπονο εναντίον του κατηγορουμένου. (ζ) Το ότι οι αντιδράσεις και ενέργειες και κατ' επέκταση η αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου χαρακτηρίζονται στιγμιαίες και αυθόρμητες λόγω στιγμιαίας απώλειας της ψυχραιμίας και του αυτοελέγχου του υπό το βάρος της ψυχολογικής αναστάτωσης που είχε λόγω του τραυματισμού του θείου του σε δυστύχημα στο οποίο ήταν αυτόπτης μάρτυρας, εξαιτίας της οποίας αναστάτωσης δεν μπορούσε να εκτιμήσει και να διαχειριστεί την κατάσταση που δημιουργήθηκε ορθά, λογικά και με σύνεση και νηφαλιότητα, χωρίς έτσι να ενέχεται στοιχείο προμελέτης ή προσχεδιασμού. (η) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, όπως αυτές εκτέθηκαν από τον συνήγορο υπεράσπισης και ειδικότερα ότι: · Είναι νυμφευμένος και πατέρας 2 ανήλικων τέκνων ηλικίας 10 και 5 ετών αντίστοιχα. · Διαμένει σε διαμέρισμα που ενοικιάζει πληρώνοντας μηνιαίο ενοίκιο ύψους €250,00 στο οποίο μένει και η μητέρα του. · Τα τελευταία 2 χρόνια είναι άνεργος. Ένας άλλος παράγοντας που προσμετρείται προς όφελος του κατηγορουμένου είναι το μεγάλο χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την ημερομηνία διάπραξης τους μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή. Η παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι την ημερομηνία επιβολής ποινής, είναι ένας παράγοντας που από μόνος του λαμβάνεται σοβαρά υπόψη στην επιβολή της ποινής, ιδιαίτερα αν η σοβαρότητα του αδικήματος δικαιολογεί την επιβολή ποινής φυλάκισης (Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδης
(1993)2 Α.Α.Δ. 358 και Μυροφόρα ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 84). Από τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που εκτέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου στην παρούσα υπόθεση προκύπτει πως και τα δύο αδικήματα διαπράχτηκαν στις 03.07.10 και συνεπώς ο χρόνος των 3 ετών και 9 μηνών περίπου που έκτοτε διέρρευσε είναι ένα στοιχείο που λαμβάνεται πολύ σοβαρά από το Δικαστήριο ιδιαίτερα όταν κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής υπήρξε μεταβολή των οικονομικών συνθηκών του κατηγορουμένου αφού ο τελευταίος εδώ και δύο χρόνια βρίσκεται στον τομέα της ανεργίας. Καθοδηγούμενος από τη σχετική επί του θέματος νομολογία και συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι η αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα των αδικημάτων στη βάση των περιστατικών που διέπουν την υπόθεση αυτή σε συνδυασμό με την ανάγκη επιβολής αυστηρής ποινής, καθιστά αναγκαία και συνάμα αναπόφευκτη την επιβολή στον κατηγορούμενο ποινή στερητικής της ελευθερίας του. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και των περιστατικών της υπόθεσης αυτής για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Καταληκτικά επιβάλλεται στον κατηγορούμενο οι εξής ποινές: 1η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 3 μηνών 2η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 3 μηνών Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο συντρέχουν. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα εάν η ποινή που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο θα πρέπει να οδηγήσει στην άμεση φυλάκιση του ή δύναται να ανασταλεί δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72. Εξάλλου αυτό ήταν το αίτημα του συνηγόρου υπεράσπισης. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Στην παρούσα περίπτωση ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου και μετά τη διάπραξη των αδικημάτων δεν απασχόλησε ξανά τη δικαιοσύνη. Η συμπεριφορά αυτή του κατηγορουμένου σε συνδυασμό με την συμφιλίωση του και με τους δύο παραπονούμενους καθώς και την καταβολή αποζημίωσης δείχνει μία εκ των υστέρων διαγωγή έμπρακτης μεταμέλειας η οποία και δεν μπορεί να παραγνωριστεί. Δεν διαφεύγει ακόμη της προσοχής του Δικαστηρίου το χρονικό διάστημα των 3 ετών και 9 μηνών περίπου που διέρρευσε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα εντός του οποίου υπήρξε μεταβολή των προσωπικών συνθηκών του κατηγορουμένου. Κάτω από αυτές τις συνθήκες και εξαντλώντας κάθε δυνατή επιείκεια κρίνω, κατόπιν μεγάλου προβληματισμού, ότι ο κατηγορούμενος δικαιούται να έχει μία δεύτερη ευκαιρία και να προχωρήσει με τη ζωή του, έχοντας παραδειγματιστεί από το μεγάλο του λάθος. Με βάση τα πιο πάνω συντρέχουν τέτοιες προϋποθέσεις που συνηγορούν στην αναστολή των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο. Ως εκ τούτου, διατάσσεται όπως οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο ανασταλούν για περίοδο τριών ετών από σήμερα. (Εξηγείται στον κατηγορούμενο η έννοια της αναστολής της ποινής φυλάκισης) Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος να καταβάλει έξοδα ύψους €115,00. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence Αναφορά: Ποινικό/Επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη/Ποινή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο