Χριστάκη Σταυρινού ν. Σάββα Χριστοδούλου κ.α., Αρ.Υπόθεσης: 10647/11, 28/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B58 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης: 10647/11 Μεταξύ Χριστάκη Σταυρινού -ν-
- Σάββα Χριστοδούλου
- Χρίστου Χριστοδούλου Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 28 Μαρτίου, 2014 Για Παραπονούμενο: κ. Ζανούππας Για Κατηγορούμενο 1: κ. Μιλτιάδους Κατηγορούμενος 1: παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Το αρχικό κατηγορητήριο περιλάμβανε τρεις κατηγορίες εκ των οποίων η πρώτη κατηγορία αφορούσε τους Κατηγορούμενους 1 και 2, η δεύτερη κατηγορία τον Κατηγορούμενο 1 και η τρίτη τον Κατηγορούμενο
- Στη συνέχεια στις 08.10.12 καταχωρήθηκε τροποποιημένο κατηγορητήριο. Στις 16.01.14 καταχωρήθηκε γραπτή αναστολή της ποινικής δίωξης του Κατηγορούμενου 2, δυνάμει του άρθρου 154
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί και κατά συνέπεια ο Κατηγορούμενος 2 απαλλάχθηκε από τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε. Ακολούθως, στις 10.02.14 έγινε νέα τροποποίηση του κατηγορητηρίου δια της προσθήκης τέταρτης κατηγορίας. Ως εκ των πιο πάνω, η υπόθεση αφορά πλέον μόνο τον Κατηγορούμενο 1 ο οποίος αντιμετωπίζει στην πρώτη κατηγορία το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, στη δεύτερη κατηγορία το αδίκημα της πράξης καταδολίευσης και στην τέταρτη κατηγορία το αδίκημα της δωρεάς, παράδοσης και μεταβίβασης περιουσίας προσώπου εναντίον του οποίου εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του. Πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκε εκ συμφώνου από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων ως Τεκμήριο 1 επιστολή ημερομηνίας 27.09.12 του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη και δηλώθηκε ότι είναι παραδεκτό το περιεχόμενο της. Σύμφωνα με την εν λόγω επιστολή (Τεκμήριο 1) εναντίον του Κατηγορούμενου 1 εκδόθηκε στις 22.05.09 στα πλαίσια της Αίτησης με αρ. 278/09 Ε.Δ. Λεμεσού διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του. Περαιτέρω, κατατέθηκε εκ συμφώνου ως Τεκμήριο 2 η απόφαση ημερομηνίας 08.01.13 που εκδόθηκε στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης με αρ. 9362/11 Ε.Δ. Πάφου μεταξύ των διαδίκων που εμπλέκονται και στην παρούσα υπόθεση. Μετά το πέρας της υπόθεσης του Παραπονούμενου, o ευπαίδευτoς συνήγορος του Κατηγορουμένου 1 εισηγήθηκε, δυνάμει του άρθρου 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του πελάτη του έτσι ώστε αυτός να κληθεί σε απολογία. Αντίθετη υπήρξε η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Παραπονουμένου, ο οποίος εισηγήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος 1 θα πρέπει να κληθεί σε απολογία. Επιπρόσθετα, ο κ. Μιλτιάδου επικαλέστηκε το δόγμα του autrefois acquit. Στην αντίπερα όχθη ο κ. Ζαννούπας, ανέφερε ότι δεν επιτρέπεται σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας να γίνεται επίκληση του εν λόγω δόγματος. Πριν προχωρήσω στην παράθεση της μαρτυρίας και των αρχών που διέπουν την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, θα σχολιάσω την εισήγηση που προέβαλε κατά την αγόρευση του για το ζήτημα του εκ πρώτης όψεως ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου 1, ο οποίος επικαλέστηκε το δόγμα του autrefois acquit. Ουσιαστικά ο κ. Μιλτιάδου ισχυρίστηκε ότι ο πελάτης του στα πλαίσια της υπόθεσης με αρ. 9362/11 Ε.Δ. Πάφου με βάση τα ίδια γεγονότα και για παρόμοιο αδίκημα αθωώθηκε, με αποτέλεσμα να τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση το δόγμα του autrefois acquit. Παραθέτω πιο κάτω το άρθρο 69 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί: «69.-
(1)Ο κατηγορούμενος δύναται, προτού απαντήσει στο κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο, να ισχυριστεί- (α) ότι το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου αυτός καλείται να απαντήσει δεν έχει δικαιοδοσία και ότι άλλο Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία σε σχέση με αυτόν ή για το ποινικό αδίκημα για το οποίο αυτός κατηγορείται, και, αν ο ισχυρισμός γίνει αποδεκτός, το Δικαστήριο παραπέμπει την υπόθεση για να εκδικαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου της Δημοκρατίας το οποίο έχει δικαιοδοσία για τον υπαίτιο ή για το ποινικό αδίκημα (β) ότι έχει προηγουμένως καταδικαστεί ή αθωωθεί ανάλογα με την περίπτωση, βάσει των ιδίων γεγονότων για το ίδιο ποινικό αδίκημα (γ) ότι έτυχε χάριτος για το ποινικό του αδίκημα.
(2)Αν καθένας από τους ισχυρισμούς των παραγράφων (β) ή (γ) του εδαφίου
(1)του άρθρου αυτού προβληθεί αλλά προβάλλεται άρνηση ως προς την πραγματική αλήθεια αυτού, το Δικαστήριο δικάζει κατά πόσο ο ισχυρισμός αυτός είναι πράγματι αληθινός ή όχι. Αν το Δικαστήριο αποφασίσει ότι τα γεγονότα που ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος δεν αποδεικνύουν τον ισχυρισμό, ή ότι ο ισχυρισμός είναι πράγματι ψευδής, ο κατηγορούμενος υποχρεώνεται να απαντήσει στο κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο.» Όπως, κατά την άποψη μου, ξεκάθαρα προκύπτει από την διατύπωση του πιο πάνω άρθρου η επίκληση του δόγματος autrefois acquit καθώς και των άλλων ειδικών απαντήσεων που προβλέπονται στο εν λόγω άρθρο γίνεται προτού ο Κατηγορούμενος απαντήσει στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Επίσης στο άρθρο 69
(2)προβλέπεται η διαδικασία που θα πρέπει να ακολουθήσει το Δικαστήριο σε περίπτωση που υπάρχει άρνηση της ειδικής απάντησης που επικαλείται ο Κατηγορούμενος. Εν προκειμένω, ο Κατηγορούμενος 1 δεν επικαλέστηκε κάποια από τις ειδικές απαντήσεις και πιο συγκεκριμένα το autrefois acquit πριν απαντήσει στο κατηγορητήριο, αλλά αντίθετα απάντησε μη ενοχή με βάση το άρθρο 68
(2)με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να προχωρήσει στην ακροαματική διαδικασία σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 74 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 στη βάση της απάντησης μη παραδοχής του Κατηγορούμενου. Ενόψει των πιο πάνω είναι ορθή η εισήγηση του κ . Ζαννούπα ότι δεν μπορεί στο στάδιο αυτό να γίνει επίκληση του δόγματος του autrefois acquit από τον συνήγορο του Κατηγορούμενου
- Αντίθετη προσέγγιση θα ερχόταν σε ευθεία αντίθεση με τις ρητές πρόνοιες του άρθρου 69 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Τούτων λεχθέντων προχωρώ ευθύς αμέσως στην παράθεση της μαρτυρίας που προσκομίστηκε από τον Παραπονούμενο, περιοριζόμενος στα κύρια σημεία της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα, τα οποία είναι απαραίτητα για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης, έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Ο Παραπονούμενος προς απόδειξη της υπόθεσης του, κατέθεσε ο ίδιος και κάλεσε δύο ακόμη μάρτυρες, ήτοι την Olena Yan (ΜΚ1) και τον Αλέξη Ονουφρίου (ΜΚ2). Ο Παραπονούμενος, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 γραπτή δήλωση δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Συνοπτικά στη γραπτή δήλωση του, Τεκμήριο 3, ο Παραπονούμενος ανέφερε ότι γνωρίζει τον Κατηγορούμενο 1 πάνω από είκοσι χρόνια καθώς υπηρέτησαν μαζί την στρατιωτική τους θητεία και έκτοτε διατηρούσαν φιλικές σχέσεις. Ο Παραπονούμενος και ο Κατηγορούμενος 1 συναντιόντουσαν συχνά στον αθλητικό σύλλογο «Παναθηναϊκός» (στο εξής ο «σύλλογος») στον οποίο διεξάγεται τόμπολα. Λόγω της φιλίας που τους συνέδεε συμφώνησαν όπως παίζουν τόμπολα συνεταιρικά, δηλαδή μοιράζονταν το κόστος αγοράς των καρτών τόμπολας και σε περίπτωση που οποιαδήποτε κάρτα κέρδιζε ανεξαρτήτως στην κατοχή ποιού εκ των δύο βρισκόταν, μοιράζονταν τα κέρδη. Στις 30.04.11 και περί ώρα 22.40 ο Παραπονούμενος, ο οποίος κατά την ώρα εκείνη βρισκόταν στην εργασία του, τηλεφώνησε στον Κατηγορούμενο 1 ο οποίος ήταν στο σύλλογο και του ζήτησε όπως του αγοράσει 10 κάρτες, το τίμημα των οποίων θα του το κατέβαλλε όταν θα έφθανε στο σύλλογο. Όντως ο Κατηγορούμενος 1 αγόρασε τις 10 κάρτες για λογαριασμό του Παραπονούμενου ο οποίος με την άφιξη του στο σύλλογο του κατέβαλε το ποσό των €40,00 που αντιστοιχεί στην αξία τους. Μία από τις εν λόγω κάρτες κέρδισε και το έπαθλο ήταν χρηματικό ποσό €10.000 και ένα αυτοκίνητο μάρκας Renault Megane (στο εξής το «όχημα»). Ο Παραπονούμενος και ο Κατηγορούμενος μοιράστηκαν το ποσό των €10.000 και έλαβε ο καθένας τους από €5.
- Επίσης συμφώνησαν όπως στις 02.05.11 μεταβούν στην αντιπροσωπεία της Renault για να διευθετήσουν την παραλβή του οχήματος. Την 01.05.11 ο Παραπονούμενος και ο Κατηγορούμενος 1 συναντήθηκαν οικογενειακώς στο σπίτι του Κατηγορούμενου 1, μετά από πρόσκληση του τελευταίου, για να γιορτάσουν την πιο πάνω επιτυχία τους. Παρών στην εν λόγω συνάντηση ήταν και ο γιος του Κατηγορούμενου 1, Χρίστος Χριστοδούλου (Κατηγορούμενος 2). Στις 02.05.11 ο Παραπονούμενος και ο Κατηγορούμενος 1 μετέβηκαν στην αντιπροσωπεία της Renault και ζήτησαν όπως αντί του οχήματος τους δοθεί σε μετρητά η αξία του, πράγμα το οποίο απορρίφθηκε από την αντιπροσωπεία. Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος 1 εξέφρασε στον Παραπονούμενο την επιθυμία του να κρατήσει το όχημα για να το χρησιμοποιεί ο γιος του (Κατηγορούμενος 2) ο οποίος επρόκειτο τότε να καταταγεί στην Εθνική Φρουρά. Ενόψει του ότι ο Παραπονούμενος δεν επιθυμούσε να κρατήσει το όχημα, συμφώνησε με τον Κατηγορούμενο 1 όπως κρατήσει ο τελευταίος το όχημα και καταβάλει στον Παραπονούμενο εντός 30 ημερών το ποσό των €6.450,00 που αντιστοιχούσε στο ήμισυ της αξίας του οχήματος. Η πιο πάνω συμφωνία μεταξύ του Παραπονούμενου και του Κατηγορούμενου 1 έλαβε χώρα στην αντιπροσωπεία της Renault. Περαιτέρω, σε ερώτηση του Παραπονούμενου αναφορικά με την διασφάλιση που θα είχε ότι όντως ο Κατηγορούμενος 1 θα του κατέβαλλε το ποσό των €6.450,00, ο Κατηγορούμενος 1 τον διαβεβαίωσε ότι είναι φερέγγυο και αξιόπιστο άτομο. Επίσης ο Κατηγορούμενος 1 του ανέφερε ότι είχε καταχωρήσει αγωγή στο Ε.Δ. Πάφου και ανέμενε να εισπράξει το ποσό των €52.
- Μετά την πάροδο των 30 ημερών ο Παραπονούμενος ζήτησε από τον Κατηγορούμενο 1 την πληρωμή του ποσού των €6.450,00, αλλά ο τελευταίος ζητούσε να του δοθεί κι άλλος χρόνος. Περί τα τέλη του Ιουνίου 2011 σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον Κατηγορούμενο 1, του ανέφερε ότι είναι πτωχεύσας και ότι «δεν μπορεί να του κάνει τίποτε». Την ίδια περίοδο ο Παραπονούμενος μετέβηκε στο Τ.Α.Ε. Λεμεσού όπου προέβη σε καταγγελία εναντίον του Κατηγορούμενου
- Η Αστυνομία περί τα τέλη του Ιουλίου του 2011 με αρχές Αυγούστου του 2011 τον πληροφόρησε ότι η καταγγελία που έκανε αφορούσε ζήτημα που ήταν εκτός της αρμοδιότητας της και τον προέτρεψε όπως απευθυνθεί σε δικηγόρο. Ο Παραπονούμενος κατά την πιο πάνω περίοδο πληροφορήθηκε ότι το όχημα είχε εγγραφεί επ' ονόματι του Κατηγορούμενου
- Στη συνέχεια ο Παραπονούμενος απευθύνθηκε στο δικηγόρο και μετά από έρευνες που πραγματοποίησε διαπίστωσε ότι ο Κατηγορούμενος 1 ήταν πτωχεύσας με δικαστικό διάταγμα ημερομηνίας 22.05.
- Ο Παραπονούμενος αναφέρει ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 συνωμότησαν με σκοπό να τον καταδολιεύσουν αφού ενώ ο Κατηγορούμενος 1 του όφειλε το ποσό των €6.450,00 και είχε εκδοθεί εναντίον του διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του απέκτησε το όχημα το οποίο δώρισε, παρέδωσε και ενέγραψε επ' ονόματι του Κατηγορούμενου 2 ο οποίος είναι ο γιος του και ο οποίος αποδέχθηκε τα πιο πάνω. Τέλος, αναφέρει ότι προ ορισμένων μηνών πληροφορήθηκε από φιλικά του πρόσωπα ότι το όχημα πωλήθηκε και μεταβιβάστηκε σε άγνωστο στον Παραπονούμενο πρόσωπο. Αντεξεταζόμενος ο Παραπονούμενος ανέφερε ότι ο τρόπος με τον οποίο λειτουργούσε η συνεργασία του με τον Κατηγορούμενο 1 σε σχέση με την τόμπολα, ήταν ότι ο καθένας αγόραζε τις δικές του κάρτες και σε περίπτωση που οποιοσδήποτε από τους δύο κέρδιζε, τα κέρδη τα μοιράζονταν μεταξύ τους. Αναφερόμενος στο επίδικο βράδυ της 30.04.11 και σε ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορούμενου 1 σε σχέση με το τι συμφωνήθηκε για το όχημα, ο Παραπονούμενος απάντησε ότι αποφάσισαν με τον Κατηγορούμενο 1 όπως προτείνουν στο σύλλογο αντί του οχήματος να τους δώσουν το χρηματικό ποσό που αντιστοιχεί στην αξία. Ο σύλλογος απέρριψε την εν λόγω πρόταση και συμφώνησαν με τον Κατηγορούμενο 1 όπως υποβάλουν την ίδια πρόταση στην αντιπροσωπεία της Renault, η οποία επίσης απέρριψε την πρόταση. Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος 1 πρότεινε στον Παραπονούμενο όπως κρατήσει το όχημα και τον αποζημιώσει με το ήμισυ της αξίας του, ήτοι €6.
- Ο Παραπονούμενος ανέφερε ότι αποδέχθηκε την πρόταση του Κατηγορούμενου 1 και τον εμπιστεύθηκε λόγω και της φιλίας που διατηρούσαν. Ο Παραπονούμενος αρνήθηκε υποβολή του κ. Μιλτιάδου ότι ο Κατηγορούμενος 1 κατά την μετάβαση τους στην αντιπροσωπεία της Renault ανέφερε στον ίδιο ότι δεν μπορούσε να εγγράψει το όχημα επ' ονόματι του και ότι κατά συνέπεια θα το ενέγραφε απ' ονόματι του γιου του Κατηγορούμενου
- Αντεξεταζόμενος για το τι ακριβώς συνέβη στην αντιπροσωπεία της Renault ο Παραπονούμενος ανέφερε, ότι ο διευθυντής της αντιπροσωπείας ζήτησε cover note και την ταυτότητα του προσώπου στο όνομα του οποίου θα γραφόταν το αυτοκίνητο. Σε ερώτηση του κ. Μιλτιάδου αν ο Κατηγορούμενος 1 παρουσίασε την ταυτότητα του, ο Παραπονούμενος απάντησε θετικά και στην υποβολή ότι ο Κατηγορούμενος 1 παρουσίασε την ταυτότητα του γιου του (Κατηγορούμενος 2) ο Παραπονούμενος απάντησε ότι ο ίδιος εμπιστευόταν τον Κατηγορούμενο 1 και δεν θα είχε οποιαδήποτε εξασφάλιση αν το όχημα εγγραφόταν στον Κατηγορούμενο
- Στη συνέχεια, ο Παραπονούμενος ανέφερε ότι ανακάλυψε πως το όχημα στις 02.05.11 εγγράφηκε στο όνομα του Κατηγορούμενου 2 όταν επισκέφθηκε το Τ.Α.Ε. Σε σχετική ερώτηση του κ. Μιλτιάδου, ο Παραπονούμενος απάντησε ότι ήταν παρών όταν ο Κατηγορούμενος 1 έδωσε μία ταυτότητα στην αντιπροσωπεία της Renault, δεν πρόσεξε όμως ποιού την ταυτότητα έδωσε. Περαιτέρω, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου 1 υπέβαλε στον Παραπονούμενο ότι ο ίδιος ανέτρεψε την συμφωνία που είχαν με τον Κατηγορούμενο 1 για να μοιράζουν τα κέρδη τους όταν, μία εβδομάδα μετά τις 30.04.11 και ενώ ο Παραπονούμενος κέρδισε €500,00 δεν απέδωσε στον Κατηγορούμενο 1 τα €250,00 αλλά μόνο €50,
- Ο Παραπονούμενος αρνήθηκε την εν λόγω υποβολή. Παραδέχθηκε μεν ότι έδωσε στον Κατηγορούμενο 1 μόνο €50,00, ανέφερε όμως ότι δεν ήταν στο ίδιο τραπέζι με τον Κατηγορούμενο 1 και ότι το περιστατικό αυτό έγινε τέλη του Μάη και ενώ ο Κατηγορούμενος 1 θα έπρεπε ήδη να του πληρώσει το ποσό των €6.
- Σε ερώτηση του κ. Μιλτιάδου αν ο ίδιος μίλησε με τον Κατηγορούμενο 2 για το θέμα της μεταβίβασης του οχήματος, ο Παραπονούμενος απάντησε αρνητικά. Τέλος σε σχετική ερώτηση ο Παραπονούμενος απάντησε ότι δεν γνωρίζει αν ο Κατηγορούμενος 1 υπέγραψε οτιδήποτε στην αντιπροσωπεία της Renault, διότι ο ίδιος έκανε περίπατο στο σαλόνι όπως ανέφερε. Ως ΜΚ1 κατέθεσε η Olena Yan σύζυγος του Παραπονούμενου, η οποία κατά την κυρίως εξέταση της αναφέρθηκε στην οικογενειακή συνάντηση που είχαν με τον Κατηγορούμενο 1 στην οικία του στην Αυδήμου την 01.05.11 για να γιορτάσουν την επιτυχία που είχαν οι διάδικοι στις 30.04.
- Κατά την αντεξέταση της, της υποβλήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου 1 ότι δεν επισκέφθηκαν την οικία του Κατηγορούμενου 1 την
- 05.11 αλλά σε άλλη ημερομηνία, πράγμα που η ΜΚ2 αρνήθηκε. Επίσης, της υποβλήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος 1 δεν τους προσκάλεσε για φαγητό πράγμα που επίσης αρνήθηκε η ΜΚ
- Ερωτηθείσα αν γνωρίζει οτιδήποτε σε σχέση με την συμφωνία των διαδίκων για το όχημα, η ΜΚ2 απάντησε ότι συμφώνησαν οι διάδικοι όπως το όχημα εγγραφεί και στους δύο μέχρι ο Κατηγορούμενος 1 επιστρέψει στον Παραπονούμενο το μισό της αξίας του. Η ΜΚ2 ανέφερε ότι γνωρίζει για την συμφωνία διότι συζητήθηκε το θέμα αυτό στο σπίτι του Κατηγορούμενου 1 όταν τους έκανε τραπέζι. Ο κ. Μιλτιάδου υπέβαλε στην ΜΚ2 ότι δεν έγινε τέτοια συμφωνία και η ΜΚ2 απάντησε ότι υπήρχαν και άλλα πρόσωπα μπροστά όταν έγινε η συμφωνία και ανέφερε ότι τα πρόσωπα αυτά ήταν η σύζυγος του Κατηγορούμενου 1, οι δύο κόρες του με τις οικογένειες τους και ακόμα ένα πρόσωπο Έλληνας στην καταγωγή ο οποίος ήταν γείτονας του Κατηγορούμενου
- Ως ΜΚ3 κατέθεσε ο Αλέξης Ονουφρίου ο οποίος ανέφερε ότι εργάζεται στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών από τις 02.01.
- Ανέφερε ότι έχει στην κατοχή του τον φάκελο που αφορά το όχημα, σύμφωνα με τον οποίο η πρώτη εγγραφή του οχήματος έγινε στις 03.05.
- Κατέθεσε ως Τεκμήριο 4 αντίγραφο της αίτησης για εγγραφή του οχήματος και ανέφερε ότι ως ιδιοκτήτης του οχήματος υπογράφει ο Χρίστος Χριστοδούλου (Κατηγορούμενος 2). Σε σχετική ερώτηση κατά πόσο υπήρξε μεταβίβαση του οχήματος μετά τις 03.05.11, ο ΜΚ3 απάντησε ότι υπήρξε μεταβίβαση η οποία έγινε στις 27.02.13 και κατέθεσε ως Τεκμήριο 5 αντίγραφο του εντύπου μεταβίβασης της ιδιοκτησίας του οχήματος. Τέλος, κατέθεσε ως Τεκμήριο 6 αντίγραφο καλυπτικού σημειώματος (cover note) ημερομηνίας 02.05.11 σε σχέση με το όχημα στο οποίο αναφέρεται ότι παρέχεται ασφαλιστική κάλυψη στον Χρίστο Χριστοδούλου (Κατηγορούμενο 2). Στην υπόθεση Azinas v. The Republic
(1981)2 C.L.R 9 υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 (All E.R.) 448) η οποία καθορίζει τα κριτήρια για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η απαλλαγή κατηγορούμενου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με τη νομολογία, δικαιολογείται μόνο όταν: (α) δεν στοιχειοθείται εξ' αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει την καταδίκη του κατηγορούμενου σε αυτή (Βλέπε Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of The Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England Issued in 1962 -
(1962)1 All E.R. 448). Η κλήση κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως η κλήση του σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Στο στάδιο που γίνεται η υποβολή στο Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962, η οποία υιοθετήθηκε στην απόφασης της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Azinas and Another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται επί του θέματος. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό αφού το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης, αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου (βλ. Azinas and another v. Police (πιο πάνω). Στην πρώτη κατηγορία ο Κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ο Κατηγορούμενος 1 συνωμότησε με τον Κατηγορούμενο 2 κατά ή περί τις 02.05.11 προκειμένου να καταδολιεύσουν τον Παραπονούμενο μεταβιβάζοντας ο Κατηγορούμενος 1 το όχημα στον Κατηγορούμενο
- Καταρχάς παρατηρώ ότι το άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, το οποίο δημιουργεί το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος δεν περιλαμβάνεται στην έκθεση αδικήματος. Εν πάση περιπτώσει, το σχετικό άρθρο είναι το άρθρο 302 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, το οποίο έχει ως ακολούθως: «
- Όποιος συνωμοτεί με άλλο, όπως με απάτη ή με άλλο δόλιο μέσο, επηρεάσει την αγοραία τιμή πράγματος που πωλείται δημόσια, ή να καταδολιεύσει το κοινό ή οποιοδήποτε πρόσωπο, συγκεκριμένο ή όχι ή να αποσπάσει με εκβιασμό οποιαδήποτε περιουσία από άλλο πρόσωπο, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.» Για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της συνωμοσίας θα πρέπει να αποδειχθεί ότι δύο ή περισσότερα πρόσωπα συμφώνησαν όπως διαπράξουν αμέσως ή σε μεταγενέστερο χρόνο κάποιες συγκεκριμένες πράξεις. Στο σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence and Practice 39η έκδοση παρ. 4051 τονίζεται ότι: "The crime of conspiracy is completely committed the moment two or more have agreed that they will do, at once or at some future time, certain things. ................. The conspirators may repent and stop, or may have not opportunity, or may be prevented, or may fail. Nevertheless the crime is complete: it was completed when they agreed». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Το έγκλημα της συνωμοσίας θεωρείται συντελεσθέν τη στιγμή που δύο ή περισσότερα άτομα συμφώνησαν να διαπράξουν αμέσως ή σε μεταγενέστερο χρόνο κάποιες συγκεκριμένες πράξεις. ............... Οι συνωμότες μπορεί να μετανιώσουν και να σταματήσουν ή μπορεί να μην έχουν την ευκαιρία ή να εμποδίσθηκαν ή απέτυχαν να πράξουν αυτό που συμφώνησαν. Παρ' όλα αυτά το έγκλημα συντελέσθηκε. Συντελείται όταν συμφωνείται.» Σχετική είναι επίσης η υπόθεση Gani v. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 194 στην οποία υιοθετούνται οι πιο πάνω αρχές. Στο ίδιο σύγγραμμα αναφέρεται πως η απόδειξη ύπαρξης συμφωνίας συνάγεται από τις περιστάσεις που περιβάλλουν την υπόθεση, τα γεγονότα και τα ιδιαίτερα περιστατικά. "The agreement may be proved in the usual way or by proving circumstances from which the jury may presume it". Εν προκειμένω η μόνη μαρτυρία που έχει τεθεί και μπορεί να θεωρηθεί ως σχετική με το εν λόγω αδίκημα είναι ότι ο πρώην Κατηγορούμενος 2 είναι γιος του Κατηγορούμενου 1 και ότι μεταβιβάστηκε επ' ονόματι του το όχημα. Δεν υπάρχει όμως ίχνος μαρτυρίας που να τείνει να καταδείξει ότι ο Κατηγορούμενος 1 και ο πρώην Κατηγορούμενος 2 συμφώνησαν όπως το όχημα μεταβιβαστεί στο όνομα του τελευταίου για να καταδολιεύσουν με τον τρόπο αυτό τον Παραπονούμενο. Το γεγονός απλά και μόνο ότι το όχημα μεταβιβάστηκε στον πρώην Κατηγορούμενο 2 και ότι ο τελευταίος είναι γιος του Κατηγορούμενου 1 δεν οδηγεί άνευ ετέρου σε συμπέρασμα ότι ο πρώην Κατηγορούμενος 2 συνωμότησε με τον Κατηγορούμενο 1 για να καταδολιεύσουν τον Παραπονούμενο. Άλλωστε, όπως προκύπτει από την γραπτή κατάθεση του Παραπονούμενου (Τεκμήριο 3) η συμφωνία μεταξύ του ιδίου και του Κατηγορούμενου 1 για να κρατήσει ο τελευταίος το όχημα έγινε στις 02.05.11 όταν οι διάδικοι επισκέφθηκαν την αντιπροσωπεία της Renault χωρίς να είναι παρών ο πρώην Κατηγορούμενος
- Πώς είναι επομένως δυνατόν ο πρώην Κατηγορούμενος 2 να συνωμότησε με τον Κατηγορούμενο 1 για να εγγραφεί επ΄ ονόματι του το όχημα, όταν η συμφωνία μεταξύ του Κατηγορούμενου 1 και του Παραπονούμενου για να κρατήσει ο πρώτος το όχημα έγινε στις 02.05.11 στην αντιπροσωπεία της Renault όπου και συμπληρώθηκαν τα σχετικά έγγραφα στην απουσία του πρώην Κατηγορούμενου
- Επίσης, το γεγονός ότι το όχημα μεταβιβάστηκε στις 27.02.13 από τον πρώην Κατηγορούμενο 2 σε τρίτο πρόσωπο δεν βοηθά με οποιαδήποτε τρόπο την υπόθεση του Παραπονούμενου. Πρόκειται για γεγονός άσχετο με τα επίδικα θέματα, αφού έλαβε χώρα 4 σχεδόν χρόνια μετά την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης. Ενόψει των πιο πάνω, θεωρώ ότι δεν δικαιολογείται η κλήση του Κατηγορούμενου 1 σε απολογία για το αδίκημα της συνωμοσίας. Οποιαδήποτε άλλη κατάληξη θα έδιδε το δικαίωμα στην μεριά του Παραπονούμενου να διορθώσει ατέλειες και ελλείψεις της μαρτυρίας της, πράγμα ανεπίτρεπτο στο ποινικό μας δίκαιο. Με την δεύτερη κατηγορία ο Κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει το αδίκημα της πράξης καταδολίευσης. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο Κατηγορούμενος 1 κατά ή περί τις 02.05.11 και ή μεταγενέστερα και ενώ όφειλε στον Παραπονούμενο το ποσό των €6.450,00 κι ενώ γνώριζε από τις 16.09.10 ή και προγενέστερα ότι είχε εκδοθεί διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του και δεν αποκαταστάθηκε απέκτησε περιουσία δηλαδή το όχημα το οποίο δώρισε, παρέδωσε και ενέγραψε επ' ονόματι του Κατηγορούμενου 2 ο οποίος είναι γιος του. Το άρθρο 301 (β) και (γ) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, είναι ως ακολούθως: «
- Όποιος- (α) .......................... (β) με σκοπό καταδολίευσης των πιστωτών του ή κάποιου από αυτούς, δωρίζει, παραδίδει ή μεταβιβάζει ή επιβαρύνει την περιουσία του ή προκαλεί τη διενέργεια οποιουδήποτε από αυτά ή (γ) με σκοπό καταδολίευσης των πιστωτών του, αποκρύβει ή μετακινεί οποιοδήποτε μέρος της περιουσίας του, μετά την έκδοση ή εντός των δύο μηνών των προηγούμενων από την έκδοση εναντίον του μη ικανοποιηθείσης δικαστικής απόφασης ή διάταγμα για πληρωμή χρημάτων, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.» Το δε άρθρο 118(β) του περί Πτώχευσης Νόμου Κεφ. 5, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «
- Αν πρόσωπο το οποίο κηρύχτηκε σε πτώχευση ή αναφορικά με την περιουσία του οποίου εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής: (α) ................................ (β) με πρόθεση καταδολίευσης των πιστωτών του ή οποιουδήποτε από αυτούς διενήργησε ή προκάλεσε τη διενέργεια δωρεάς, παράδοσης ή μεταβίβασης ή επιβάρυνσης επί της περιουσίας του (γ)................................ είναι ένοχο αδικήματος και με την καταδίκη του υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη.» Όπως προκύπτει από την διατύπωση των πιο πάνω αναφερόμενων άρθρων, ένα από τα συστατικά στοιχεία των εν λόγω αδικημάτων είναι όπως ο Παραπονούμενος διαθέτει την ιδιότητα του πιστωτή του Κατηγορούμενου. Όπως επίσης προκύπτει από το λεκτικό των πιο πάνω διατάξεων, το άρθρο 301 διαφέρει από το άρθρο 118 στο ότι δεν απαιτεί όπως το πρόσωπο που διαπράττει το αδίκημα τελεί σε πτώχευση ή να έχει εκδοθεί εναντίον του διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του. Το άρθρο 301 δεν περιλαμβάνει ερμηνεία της έννοιας «πιστωτή», αλλά ούτε και στο ερμηνευτικό άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, περιλαμβάνεται η έννοια του «πιστωτή». Επίσης ούτε και στο άρθρο 118 του περί Πτώχευσης Νόμου και στο ερμηνευτικό άρθρο 2 δίδεται οποιοσδήποτε ορισμός της έννοιας του «πιστωτή». Η διατύπωση του άρθρου 301 είναι πανομοιότυπη με αυτήν του άρθρου 13 του Debtors Act 1869, Part II. Παραθέτω αυτούσιο το εν λόγω άρθρο: «Any person shall in each of the cases following be deemed guilty of a misdemeanor, and on conviction thereof shall be liable to be imprisoned for any time not exceeding one year . that is to say:
(1)(Rep. by the Theft Act 1968, s. 33
(3)and Sched. III).
(2)If he has, with intent to defraud his creditors, or any of them, made or caused to be made any gift, delivery, or transfer of or any charge on his property:
(3)If he has, with intent to defraud his creditors, concealed or removed any part of his property since or within two months before the date of any unsatisfied judgment or order for payment of money obtained against him". Στο σύγγραμμα Arcbold Criminal Pleading 38th edition στην παράγραφο 3687 όπου σχολιάζεται το πιο πάνω αναφερόμενο άρθρο αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «It is not necessary in order to render a person liable under the Debtors Act, 1869, s. 13
(2)and
(3), that he should be a bankrupt: R. v. Rowlands, 8 Q.B.D. 530; but to fall within the section it would seem that the transfer, etc., must be fraudulent within the bankruptcy laws: Re Cranston, 9 Morrell 160. A fictitious transfer seems to be within subsection
(2): R.v. Richman, 4 Cr. App. R. 233. A plaintiff suing for unliquidated damages is not a creditor until judgement: R. v. Hopkins
(1896)1 Q.P. 652. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Blue Arrow General Trading CO. Ltd v. Νικήτα Μικρού
(2000)1Β Α.Α.Δ 1427, ανέφερε τα εξής σχετικά με την έννοια του όρου πιστωτής στον περί Πτώχευσης Νόμο Κεφ. 5 (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Σύμφωνα με το άρθρο 1 του Δεύτερου Παραρτήματος του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5 "έκαστος πιστωτής επαληθεύει το οφειλόμενο σε αυτόν χρέος αμέσως μετά την έκδοση διατάγματος παραλαβής". Στην απόφαση G. I. P. Constructions Ltd. (πιο πάνω) που αφορούσε Εταιρεία υπό εκκαθάριση, ερμηνεύθηκε ο όρος "πιστωτής" όπως απαντάται στα άρθρα 213
(1)και 243
(1)του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113. Αναφέρονται τα εξής στις σελίδες 320-321 της απόφασης:- "Έχουμε την άποψη ότι η ερμηνεία που δόθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο στον όρο "πιστωτής", μέσα στα πλαίσια του άρθρου 243
(1)του Νόμου, ότι δηλαδή είναι ταυτόσημος με τον ίδιο όρο όπως απαντάται στο άρθρο 213
(1), είναι ορθή. Όπως εύστοχα παρατήρησε το πρωτόδικο Δικαστήριο, θα ήταν παράλογο κάποιος που δεν μπορεί να ζητήσει διάταγμα εκκαθάρισης εταιρείας ως πιστωτής βάσει του άρθρου 213
(1), να μπορεί να ζητήσει διάταγμα αναστολής της διαδικασίας της εκκαθάρισης ως πιστωτής βάσει του άρθρου 243
(1).". Και καταλήγει στη σελίδα 322:- "Βρισκόμαστε μπροστά σε πρόσωπο έναντι του οποίου, με την υπεράσπιση στην ανταπαίτησή του, αμφισβητείται αυτή τούτη η υποχρέωση της εταιρείας. Βρισκόμαστε, με άλλα λόγια, μπροστά σε πρόσωπο του οποίου αμφισβητείται αυτή τούτη η ιδιότητα του πιστωτή. Επομένως η εφεσείουσα, έστω και εάν μέρος της ανταπαίτησής της είναι για εκκαθαρισμένες αποζημιώσεις, δεν είναι ούτε υφιστάμενος ούτε ενδεχόμενος ή μελλοντικός πιστωτής, υπό την έννοια των άρθρων 213
(1)και 243
(1)του Νόμου, και, κατά συνέπεια, δεν είχε το απαραίτητο locus standi για να ζητήσει διάταγμα εκκαθάρισης της εφεσίβλητης καθ' η στιγμή τελούσε υπ' αμφισβήτηση η ανταπαίτησή της στην αγωγή.". Έχει νομολογιακά αποφασισθεί ότι η ερμηνεία του όρου "πιστωτής" είναι ταυτόσημη είτε στον περί Εταιρειών Νόμο, είτε στον περί Πτωχεύσεως Νόμο. Στο Halsbury's Laws of England, 4η Έκδοση, Τόμος 3
(2), στην υποσημείωση αρ. 10 της παραγράφου 84, σελίδα 52, ερμηνεύεται ο όρος "πιστωτής" ως εξής:- "'Creditor' in relation to a bankrupt, means a person to whom any of the bankruptcy debts is owed....". Και στην παράγραφο 478, σελ. 266 ο όρος "debt in bankruptcy" ερμηνεύεται ως εξής:- "All claims which may be proved in the bankruptcy against the bankrupt are called "provable debt"; a person claiming to be a creditor of the bankrupt who wishes to recover his debt in whole or in part and who submits his claim in writing is referred to as "proving for his debt; and the document by which he seeks to establish his claim in his "proof".» Επομένως, σύμφωνα με τα πιο πάνω αναφερόμενα, για να θεωρείται ένα πρόσωπο ως πιστωτής εν τη εννοία του περί Πτώχευσης Νόμου Κεφ. 5 θα πρέπει είτε να έχει προβεί σε επαλήθευση χρέους, είτε να έχει εξασφαλίσει απόφαση εναντίον του χρεώστη, ή εν πάση περιπτώσει να μην υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με το προς αυτό οφειλόμενο χρέος. Όσον αφορά το άρθρο 301 του Ποινικού Κώδικα (το οποίο ως ανέφερα πιο πάνω είναι πανομοιότυπο με το άρθρο 13 του Debtors Act 1869) και ειδικότερα σε σχέση με την ερμηνεία του όρου «πιστωτής» (creditor) όπως συναντάται στο πιο πάνω άρθρο, αναφέρονται τα εξής σχετικά στους Halsbury's Laws of England 4th edition reissue Τόμος 3
(2)Part II, παράγραφος 709 υποσημείωση 7 (η υπογράμμιση είναι δική μου): "The person intended to be defrauded must be an actual creditor at the time of the act, not merely a potential creditor..." Στην πιο πάνω υποσημείωση μνημονεύεται η υπόθεση R v. Hopkins [1896] 1 QB 652, η οποία στο σχετικό βιβλίο είναι καταχωρημένη ως The Queen v. Hopkins and Ferguson [1896] 1 Q.B.D
- Στην εν λόγω υπόθεση η Παραπονούμενη, η οποία είχε καταχωρήσει αγωγή εναντίον του Κατηγορούμενου διεκδικώντας αποζημιώσεις λόγω παράβασης σύμβασης υπόσχεσης γάμου, κρίθηκε ότι δεν ενέπιπτε στην έννοια του πιστωτή καθώς κατά τον χρόνο που ο Κατηγορούμενος επιβάρυνε την περιουσία του, δεν είχε εξασφαλίσει απόφαση εναντίον του. Παραθέτω πιο κάτω το σχετικό απόσπασμα της εν λόγω απόφασης(οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): "It is unnecessary to make any observations as to the peculiarities of the difference counts in the indictment, for the simple point for our determination, and by which this conviction must stand or fall, is whether the prosecutrix was, within the meaning of s. 1, sub-s 2, of the Debtors Act, 1869, a creditor of the defendant at the time when this bill of sale was given by him. In my judgment it is perfectly clear that she was not. She had brought an action for breach of promise of marriage against him, in which she might or might not succeed - in other words, she has a cause of action against him at that date which after the execution of the bill of sale might, and in the event did, mature into a judgment. Indeed, even if the prosecutrix had obtained a verdict in her favour when the bill of sale was given, but had not signed judgment, she would not have been a creditor of the defendant". Από τα πιο πάνω αναφερόμενα, αναδύεται ως κοινός παρονομαστής για την απόδειξη του συστατικού στοιχείου του πιστωτή τόσο στο άρθρο 301 του Ποινικού Κώδικα όσο και στο άρθρο 118 του περί Πτώχευσης Νόμου, ότι η ιδιότητα του Παραπονούμενου ως πιστωτή θα πρέπει να είναι βεβαιωμένη ή αναγνωρισμένη. Εν προκειμένω, δεν έχει παρουσιαστεί μαρτυρία ότι ο Παραπονούμενος έχει εξασφαλίσει δικαστική απόφαση εναντίον του Κατηγορούμενου 1, ούτε καν υπήρξε ισχυρισμός ότι για την επίδικη οφειλή καταχωρήθηκε εναντίον του Κατηγορούμενου 1 αγωγή. Επίσης, δεν υπήρξε μαρτυρία ότι ο Παραπονούμενος έχει προχωρήσει σε επαλήθευση του χρέους που κατ' ισχυρισμό οφείλεται σε αυτόν από τον Κατηγορούμενο
- Ενόψει των πιο πάνω είναι φανερό, κατά την κρίση μου, ότι απουσιάζει συστατικό στοιχείο των αδικημάτων που καθιερώνουν τα άρθρα 301 (β) και (γ) του Ποινικού Κώδικα και το άρθρο 118 (β) του περί Πτώχευσης Νόμου, ήτοι ότι ο Παραπονούμενος είναι πιστωτής του Κατηγορούμενου
- Στην υπόθεση The Police v. Kallenos
(1980)1 JSC 145 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: " . η νομοθετική διάταξη που περιέχεται στο άρθρο 74
(1)(β) του Κεφ. 155 . δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να αποτελεί απλά αναφορά στα συμπεράσματα που βγαίνουν από τη μαρτυρία, όπως επιφανειακά φαίνεται, αλλά κατά τρόπο που να επεκτείνεται και να απαιτεί μαρτυρία που να θεωρείται αρκετά αξιόπιστη από το Δικαστήριο των γεγονότων, ώστε να είναι δυνατό να εγείρει τεκμήριο ενοχής. Η έννοια «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» δεν αναφέρεται μόνο στην ποσότητα της μαρτυρίας και στα αντικειμενικά και επιφανειακά συμπεράσματα από αυτήν, αλλά και στην εσωτερική ποιότητα της επάρκειάς της να οδηγήσει σε συμπεράσματα ενοχής. Το Δικαστήριο οφείλει, ακόμα και στο στάδιο τούτο, να οδηγήσει το μυαλό του, αν και μόνο προκαταρκτικά, στο κατά πόσο το Δικαστήριο θα μπορεί να στηριχθεί στη μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί. Για παράδειγμα, έχουν οι μάρτυρες γίνει πιστευτοί; Και έτσι και αλλιώς, θα ήταν το Δικαστήριο διατεθειμένο να βασισθεί στη μαρτυρία τους; Εκείνο που το άρθρο 74
(1)(β) διαλαμβάνει είναι ότι στο κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορίας πρέπει να υπάρχει τέτοια αξιόπιστη μαρτυρία μπροστά στο Δικαστήριο, που να είναι αρκετή για να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής, που αν αφεθεί αμάχητο, θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορουμένου. Με λίγα λόγια, ένας κατηγορούμενος τότε μόνο πρέπει να καλείται σε απολογία, όταν η κατηγορία έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρά στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από τον κατηγορούμενο μια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα καλείται, όχι για να υπερασπίζει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώνει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορία". Στην τέταρτη κατηγορία ο Κατηγορούμενος 1 κατηγορείται ότι προέβη σε δωρεά, παράδοση και μεταβίβαση περιουσίας του ενώ είχε εκδοθεί εναντίον του διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του κατά παράβαση του άρθρου 116 (ιστ) του περί Πτώχευσης Νόμου Κεφ. 5, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο Κατηγορούμενος 1 κατά/ή περί τις 02.05.11 κι ενώ γνώριζε ότι από τις 16.09.10 εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του, απέκτησε περιουσία δηλαδή το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής KZJ 611 το οποίο δώρισε, παρέδωσε και ενέγραψε επ' ονόματι του γιου του (πρώην Κατηγορούμενου 2). Το άρθρο 116 (ιστ) του περί Πτώχευσης Νόμου Κεφ. 5, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, έχει ως εξής: «116. Πρόσωπο το οποίο κηρύχτηκε σε πτώχευση ή σχετικά με την περιουσία του οποίου εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής, σε καθεμιά από τις παρακάτω περιπτώσεις, θεωρείται ένοχο ποινικού αδικήματος και με την καταδίκη του υπόκειται σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη: ................................... ιστ) αν, μετά την υποβολή αίτησης πτώχευσης από ή εναντίον του, ή μέσα σε δώδεκα μήνες αμέσως προ της υποβολής τέτοιας αίτησης, προέβηκε σε δωρεά, πώληση, παράδοση, μεταβίβαση, υποθήκευση ή επιβάρυνση επί της περιουσίας του, εκτός αν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι δεν είχει πρόθεση καταδολίευσης» Αντικρίζοντας αντικειμενικά την μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου, έχοντας κατά νου τις αρχές που διέπουν την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και την νομική πτυχή των επιδίκων θεμάτων, κρίνω ότι σε σχέση με τις κατηγορίες 1 και 2 δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου 1 και κατά συνέπεια αθωώνεται και απαλλάσσεται σε σχέση με αυτές. Αναφορικά με την τέταρτη κατηγορία θεωρώ ότι έχει αποκαλυφθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου 1 και ως εκ τούτου ο Κατηγορούμενος 1 καλείται σε απολογία σε σχέση με αυτήν. (Υπ.) ............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο