Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΕΓΕΙΩΤΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 1747/2011, 20/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B51 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1747/2011 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΕΓΕΙΩΤΗΣ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 20.03.14 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Για Κατηγορούμενο: κα Μ. Σαββίδου Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία κλοπής δια ευρέσεως κατά παράβαση του άρθρου 255 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σύμφωνα με τις τροποποιημένες λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 24.08.10 στην τοποθεσία 'Κούρβελος' του χωριού Ίνεια της επαρχίας Πάφου έκλεψε δια ευρέσεως ένα θηλυκό σκύλο χρώματος μαύρου με γκρίζο αξίας €7.000,00, περιουσία του Άδωνη Καραολή από την Πάφο. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε 2 μάρτυρες και συγκεκριμένα τον αστυφύλακα 1262 Πάτροκλο Ανδρονίκου (ΜΚ1) και τον Άδωνη Καραολή (ΜΚ2) παραπονούμενο στην υπόθεση αυτή. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον τoυ κατηγορουμένου στην κατηγορία που αντιμετωπίζει και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ο κατηγορούμενος επέλεξε να δώσει ένορκη κατάθεση χωρίς να καλέσει οποιοδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. Παράλληλα, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατατέθηκαν 4 τεκμήρια. Ο ΜΚ1, αστυφύλακας 1262 Πάτροκλος Σταύρου, ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης. Στην κυρίως εξέταση του, μεταξύ άλλων, παρουσίασε τη γραπτή κατάθεση του άνευ ημερομηνίας, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε σαν μέρος της κυρίως εξέτασης του. Μέσα από το έγγραφο αυτό που κατατέθηκε στην διαδικασία αυτή ως Τεκμήριο 1, αναφέρει ότι στις 27.08.10 ο παραπονούμενος κατάγγειλε ότι προ ημερών απώλεσε μια σκύλα στην τοποθεσία 'Κούρβελος' στην Ίννεια και ότι την βρήκε μέσα σε κλουβί του κατηγορουμένου έξω από την οικία του στην Ίννεια. Αμέσως μετά την καταγγελία ο εν λόγω μάρτυρας μετέβηκε στο μέρος μαζί με συνάδελφο του όπου βρήκε τον παραπονούμενο και του υπέδειξε την σκύλα, η οποία βρισκόταν σε κλουβί πλησίον του δρόμου και ορατή από τους περαστικούς. Στο μέρος εκεί έφθασε και ο κατηγορούμενος όπου παρέδωσε την σκύλα στον παραπονούμενο αναφέροντας ότι την βρήκε και την προφύλαξε με σκοπό να την επιστρέψει στον ιδιοκτήτη της όταν θα πήγαινε να του την ζητήσει. Ακολούθως στις 27.08.10 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, ην οποία και κατάθεσε ως Τεκμήριο
- Την ίδια ημέρα ο ΜΚ1 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο, ο οποίος απάντησε 'Δεν παραδέχομαι'. Το αστυνομικό έντυπο γραπτής κατηγορίας κατατέθηκε στην παρούσα διαδικασία ως Τεκμήριο
- Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως εξ' όσον θυμάται η σκύλα είχε χαθεί 2-3 ημέρες προηγουμένως και εντοπίστηκε απέναντι από την οικία του κατηγορουμένου, ενώ δεν είναι σε θέση να καθορίσει την αξία του σκυλιού. Επίσης, ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι η σκύλα έφερε ένα κορδόνι-κολάρο. Επανεξεταζόμενος ο ΜΚ1 διευκρίνισε ότι ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο να μεταβούν στην μάντρα του και να του υποδείξει τα σκοτωμένα ζώα του αλλά ο ίδιος του είπε ότι τα μάζεψε, τα τοποθέτησε σε μαύρα σακούλια και τα πέταξε σε κάλαθο αχρήστων. ΜΚ2, Άδωνης Καραολής, είναι ο παραπονούμενος στην υπόθεση αυτή. Ως μέρος της κυρίως εξέτασης του παρουσίασε σαν Τεκμήριο 4 την γραπτή κατάθεση του ημερομηνίας 27.08.10 μέσα από την οποία αναφέρει ότι στις 24.08.10 πήρε 3 σκύλους του για εκπαίδευση σε περιοχή του χωριού Ίννεια. Όταν τους άφησε ελεύθερους μετά από λίγη ώρα επέστρεψαν μόνο οι δύο. Απουσίαζε η σκύλα χρώματος μαύρου με γκρίζο, ηλικίας 4 ετών περίπου, αξίας €7.000,00 με ειδικό κολάρο στο λαιμό στο οποίο υπήρχε χώρος και ήταν σημειωμένος ο αριθμός του κινητού τηλεφώνου του παραπονούμενου. Τότε ο ΜΚ2 μετέβηκε στο πλησιέστερο και μοναδικό στην περιοχή εκεί υποστατικό που ήταν μάνδρα, διαχειριστής της οποίας ήταν ο κατηγορούμενος, τον οποίο και ρώτησε αν είδε τη σκύλα που χάθηκε. Ο κατηγορούμενος απάντησε αρνητικά με αποτέλεσμα ο παραπονούμενος να του γράψει σε χαρτί τον αριθμό του κινητού τηλεφώνου του έτσι ώστε σε περίπτωση που η σκύλα εντοπιζόταν να του τηλεφωνήσει. Παράλληλα, ο παραπονούμενος ειδοποίησε την αστυνομία για το γεγονός αυτό ενώ μεταξύ 24.08.10 και 27.08.10 μετέβαινε καθημερινώς στην περιοχή όπου και αναζητούσε τη σκύλα χωρίς όμως αποτέλεσμα. Ειδικότερα στις 27.08.10, όπως ο εν λόγω μάρτυρας είπε, ο ίδιος βρισκόταν σε απόσταση 200 μέτρα από την μάντρα αναζητώντας το σκυλί του και πρόσεξε ότι ο κατηγορούμενος τον είχε δει χωρίς όμως να του πει οτιδήποτε. Την ίδια ημέρα, μετά από πληροφορία που έλαβε, μετέβηκε στην οικία του κατηγορουμένου όπου σε χώρο απέναντι και σε απόσταση 5-6 μέτρα από τον δρόμο εντόπισε την σκύλα του να είναι σε κλουβί. Αμέσως ο κατηγορούμενος ειδοποίησε την αστυνομία μετέβηκαν στο μέρος. Σύμφωνα με τον ΜΚ2, σε ερώτηση του πότε βρήκε την σκύλα ο κατηγορούμενος απάντησε ότι ήταν πριν από δύο ημέρες. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως το λουρί που βρισκόταν στον λαιμό της σκύλας με αλυσίδα είναι ειδικό και αυτό που χρησιμοποιείται για να ειδοποιηθεί ο ιδιοκτήτης του σκύλου σε περίπτωση που το ζώο χαθεί. Έχει διαστάσεις 10 εκατοστών και είναι πολύ ευδιάκριτο ενώ υπάρχει χώρος όπου σημειώνεται ο αριθμός τηλεφώνου του ιδιοκτήτη του ζώου. Σύμφωνα με τον εν λόγω μάρτυρα, ο κατηγορούμενος είτε θα μπορούσε να του τηλεφωνήσει στον αριθμό που υπήρχε στο κολάρο του σκυλιού, είτε να του τηλεφωνήσει στο κινητό τηλέφωνο που του σημείωσε ο παραπονούμενος όταν τον επισκέφτηκε στην μάνδρα του την ημέρα που η σκύλα χάθηκε, είτε να του φωνάξει όταν τον είδε και άκουσε τις επόμενες ημέρες που καταβάλλονταν προσπάθειες για εντοπισμό του ζώου γύρω από την μάνδρα του, είτε να ειδοποιήσει την αστυνομία. Όπως ακόμη ο μάρτυρας εξήγησε, υπήρχε καλή ορατότητα προς το δρόμο έξω από το πλευρό της μάνδρας αλλά και από το εσωτερικό της μάνδρας προς την πλευρά που ο παραπονούμενος είχε σταθμεύσει το όχημα του και συγκεκριμένα σε απόσταση 200 μέτρων από το υποστατικό. Όσον αφορά την αξία της σκύλας, ο παραπονούμενος δήλωσε ότι πλήρωσε το ποσό των €7.000,00 για να την αγοράσει χωρίς να λάβει απόδειξη. Περαιτέρω, ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι υποψιάστηκε ότι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να είχε εντοπίσει το ζώο επειδή από τη στιγμή που το ζώο αυτό δεν είχε εντοπιστεί νεκρό η σκύλα χάθηκε σε περιοχή που κανένα άλλο πρόσωπο πλην του κατηγορουμένου διέμενε ή εργαζόταν εκεί. Καταλήγοντας ο ΜΚ2 δήλωσε πως η απόσταση της οικίας του κατηγορουμένου όπου η σκύλα εντοπίστηκε από την μάνδρα, περιοχή όπου χάθηκε, είναι 10 λεπτά με το αυτοκίνητο αφού βρίσκεται 5 χιλιόμετρα πέραν από το τέλος του χωριού Ίννεια. Ο κατηγορούμενος στη κυρίως εξέταση του αναγνώρισε τη γραπτή ανακριτική κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία στις 27.08.10 και κατατέθηκε στην παρούσα διαδικασία ως Τεκμήριο 2, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Μέσα από το Τεκμήριο 2 ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι στις 24.08.10 και περί ώρα 09:00 τον επισκέφτηκε ο παραπονούμενος, ο οποίος του είπε ότι μία σκύλα του χάθηκε δίδοντα του την περιγραφή της. Όπως ο κατηγορούμενος είπε, του είπε ότι αν την βρει θα την προφυλάξει και να έλθει να την πάρει. Την ίδια ημέρα και η ώρα 17:00 ο κατηγορούμενος εντόπισε ένα ζώο μέσα στην μάντρα του και μαζί με αυτό βρήκε σκοτωμένες 8 μικρές πάπιες και δύο θηλυκά κουνέλια. Από την περιγραφή που είχε αντιλήφθηκε ότι ήταν το σκυλί του παραπονούμενου. Αφού πέταξε τα σκοτωμένα ζώα σε κάλαθο μετέφερε την σκύλα στην οικία του στην Ίννεια όπου την έβαλε σε κλουβί απέναντι από την είσοδο του σπιτιού της κοντά στον κύριο δρόμο. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, η σκύλα είχε κολάρο αλλά δεν κοίταξε αν υπήρχε πάνω κάτι γραμμένο. Δεν ειδοποίησε την αστυνομία επειδή ήταν με την εντύπωση ότι ο παραπονούμενος θα ερχόταν κοντά του, όπως είχαν συνεννοηθεί. Επίσης, ο ίδιος δεν του τηλεφώνησε επειδή δεν είχε τον τηλέφωνο του και ούτε ο παραπονούμενος του το είχε δώσει. Σύμφωνα πάντοτε με τον κατηγορούμενο, στις 27.08.10 ο παραπονούμενος ήλθε μαζί με μέλη της αστυνομίας στην μάντρα του και αφού ο τελευταίος τον ρώτησε για την σκύλα του ο ίδιος του είπε ότι βρισκόταν στην οικία του. Κατά την παραμονή της σκύλας στην οικία του και συγκεκριμένα από το απόγευμα τις 24.08.10 μέχρι το πρωί τις 27.08.10, ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι την τάιζε, χωρίς ο παραπονούμενος να αποταθεί κοντά του. Στη δια ζώσης μαρτυρία που έδωσε κατά την κυρίως εξέταση του ο κατηγορούμενος ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι δεν πρόσεξε να αναγράφεται είτε τηλέφωνο είτε όνομα είτε οτιδήποτε άλλο πάνω στο λουρί που υπήρχε στο λαιμό της σκύλας. Επίσης είπε κατηγορηματικά ότι ουδέποτε ο παραπονούμενος έγραψε σε χαρτί το τηλέφωνο του για να του το δώσει αλλά αντίθετα ο ίδιος έδωσε το όνομα του στον παραπονούμενο σε περίπτωση που βρει το χαμένο ζώο να ερχόταν σ' αυτόν. Παράλληλα, απέρριψε τη θέση του παραπονούμενου ότι είχε πρόθεση να κρατήσει τη σκύλα του παραπονούμενου και ότι το ίδιο έκανε και με άλλους σκύλους που είχε τοποθετήσει στο κλουβί του λέγοντας ακόμη ότι η σύνταξη των €300,00 που λαμβάνει δεν αρκεί για κάτι τέτοιο. Ερχόμενος στην κατασκευή της μάντρας του ο κατηγορούμενος είπε ότι έχει ύψος πέραν των 1,80 μέτρα ύψος, κατασκευασμένη και ολόκληρα περίκλειστη από τούβλα καλυμμένη ολόκληρη από πάνω με τσίγκους και έχοντας μόνο μία είσοδο από την πλαϊνή μεριά του υποστατικού που οδηγεί σε κάγκελο στο ενδιάμεσο της μάντρας, της οποίας το εσωτερικό είναι πλήρης από πάρα πολλά πουλιά όπως περιστέρια, πάπιες και κότες καθώς και ζώα όπως κουνέλια και γουρούνια με αποτέλεσμα κάποιος που βρίσκεται εντός του υποστατικού να δυσκολεύεται από τις φωνές των πιο πάνω πουλιών να ακούσει άλλον που του φωνάζει από έξω. Ούτε όμως είναι δυνατό για κάποιο που βρίσκεται στο εσωτερικό της μάνδρας να δει έξω στο δρόμο. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι μετέφερε την σκύλα σε κλουβί έξω από την οικία του επειδή δεν μπορούσε να την αφήσει στην μάντρα του από τη στιγμή που του είχε θανατώσει ορισμένα πουλιά του. Τις τελευταίες 2-3 ημέρες ανάμενε να εμφανιστεί ο παραπονούμενος αλλά αν αυτό δεν γινόταν είχε σκοπό να αναφέρει το γεγονός αυτό στην αστυνομία. Αντεξεταζόμενος ο κατηγορούμενος δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως αφαίρεσε τον κολάρο από τον λαιμό της σκύλας χωρίς να δώσει αν σ' αυτό σημειωνόταν οποιοδήποτε όνομα. Παράλληλα, ο κατηγορούμενος επανέλαβε τη θέση του ότι ουδέποτε ο παραπονούμενος του έδωσε το όνομα ή το τηλέφωνο του όταν συναντήθηκε την πρώτη φορά μαζί του στην μάντρα. Τελικές Αγορεύσεις: Στην τελική αγόρευση του η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία έχει αποδειχτεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η ενοχή του κατηγορουμένου στην κατηγορία του κατηγορητηρίου και ως εκ τούτου το Δικαστήριο θα πρέπει να τον καταδικάσει. Αντίθετη ήταν η θέση της ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης, η οποία μέσα από νομική επιχειρηματολογία κάλεσε το Δικαστήριο να αθωώσει και να απαλλάξει τον κατηγορούμενο από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Με γνώμονα τα πιο πάνω το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του. Η μαρτυρία του ΜΚ1, αστυφύλακα 1262 Πάτροκλου Ανδρονίκου, ήταν τυπικής φύσεως αφού εστιάζεται στην καταγραφή της καταγγελίας του ΜΚ2 υπό τη μορφή λήψης σχετικής κατάθεσης (Τεκμήριο 4), στη λήψη ανακριτικής κατάθεσης από τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 2) καθώς και στο γεγονός ότι κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 3). Οι ενέργειες του αυτές δεν αμφισβητήθηκαν από τον κατηγορούμενο. Εξ' ου και ο μάρτυρας αυτός ουσιαστικά δεν αντεξετάστηκε από την συνήγορο υπεράσπισης επί των θεμάτων αυτών. Κάτω από αυτά τα δεδομένα αποδέχομαι ως αληθή και αξιόπιστη την μαρτυρία του ΜΚ1 υπό την ιδιότητα του αστυνομικού εξεταστή της υπόθεσης που περιστρέφεται γύρω από τις αναντίλεκτες ενέργειες που αυτός έκαμε στα πλαίσια διερεύνησης αυτής της υπόθεσης περιλαμβανομένου της γραπτής κατάθεσης του που είναι το Τεκμήριο
- Επίσης, κατόπιν αξιολόγησης του, αποδέχομαι το Τεκμήριο 3, που είναι η γραπτή κατηγορία προς τον κατηγορούμενο μόνο ως αδιαμφισβήτητη ενέργεια που έγινε από μέρους του μάρτυρα αυτού. Πέραν όμως από τις προαναφερόμενες αδιαμφισβήτητες και συνάμα αποδεκτές ενέργειες του, ο ΜΚ1 εξέφρασε ορισμένες προσωπικές εκτιμήσεις σε σχέση με την υπόθεση που διερευνούσε καθώς επίσης και θέσεις που ήταν γενικές και αόριστες. Ειδικότερα η γραπτή τοποθέτηση του εν λόγω μάρτυρα μέσα από το Τεκμήριο 1 ότι επειδή η σκύλα του παραπονούμενου εντοπίστηκε σε κλουβί πλησίον του κυρίως δρόμου και θα μπορούσε να ήταν ορατή σε περαστικούς πιστεύει ότι ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι θα έδινε πίσω το χαμένο ζώο στον ιδιοκτήτη του ευσταθεί και έτσι θεωρεί ότι δεν υπήρχε πρόθεση για να την κλέψει, αποτελεί εκτίμηση δική του άνευ σημασίας δεδομένης της απόφασης των ανακριτικών αρχών για προώθηση και καταχώρηση της υπόθεσης αυτής και ως εκ τούτου ουδεμία βαρύτητα της προσδίδω. Εξάλλου η απάντηση του εν λόγω μάρτυρα κατόπιν σχετικής ερώτησης της συνηγόρου υπεράσπισης στο στάδιο αντεξέτασης του ότι εκφράζει την προσωπική του γνώμη για την οποία δεν είναι βέβαιος αν ευσταθεί ή όχι αφαιρεί από αυτή κάθε μορφής σημασίας και αξίας για ενασχόληση με αυτή. Μηδενική βαρύτητα έχει και η τοποθέτηση του ΜΚ1 ότι εξ' όσων γνωρίζει ο κατηγορούμενος παρέδωσε σε άλλους συναδέλφους του κάποια σκυλιά που βρέθηκαν αδέσποτα καθότι είναι εντελώς γενική και αόριστη. Η δε μαρτυρία του ΜΚ1 σε ερωτήσεις της συνηγόρου υπεράσπισης κατά πόσο καταχωρήθηκε ποινική υπόθεση εναντίον του παραπονούμενου για ανεπιτήρητο ζώο ή αν προέκυπτε κάποιο αδίκημα γι' αυτό είναι άσχετη και ως εκ τούτου αγνοείται. Ο παραπονούμενος (ΜΚ2) έκανε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Ήταν απλός, ουσιαστικός και αφοπλιστικά ειλικρινής στις τοποθετήσεις του. Θεωρώ ότι ο μάρτυρας αυτός ήλθε και είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο εξιστορώντας τα γεγονότα που πραγματικά διαδραματίστηκαν. Στις διάφορες ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν απαντούσε με ευθύτητα, αμεσότητα και πειστικότητα χωρίς προσχεδιασμό και δίχως τάση υπερβολής. Η όλη εκδοχή του παρέμεινε καθ' όλη τη διάρκεια της εκδίκασης σταθερή και συνεπής και παρέμεινε ως τέτοια και μέσα από την εξαντλητική αντεξέταση που είχε. Παράλληλα, ο παραπονούμενος δεν υπέπεσε σε οποιεσδήποτε ουσιώδεις αντιφάσεις που θα έπλητταν ανεπανόρθωτα την αξιοπιστία του, το επίπεδο της οποίας παρέμεινε ακλόνητο μέχρι τέλους. Η ανακρίβεια που εντοπίστηκε ως προς την ακριβής ημερομηνία που χάθηκε η σκύλα του είναι επουσιώδης και κατ' επέκταση άνευ σημασίας, χωρίς έτσι να επηρεάζει τον ψηλό δείχτη αξιοπιστίας του εν λόγω μάρτυρα. Συγκεκριμένα αποδέχομαι ότι όταν στις 24.08.10 ο παραπονούμενος ανακάλυψε ότι χάθηκε η σκύλα του αποτάθηκε στον κατηγορούμενο που ήταν το μοναδικό πρόσωπο που είχε υποστατικό τύπου μάντρα στη γύρω περιοχή. Ακόμη δέχομαι ότι μέσα από τη συνάντηση τους ο παραπονούμενος έδωσε τον αριθμό του κινητού τηλεφώνου του στον κατηγορούμενο για να τον ειδοποιήσει σε περίπτωση που ο τελευταίος εντόπιζε την σκύλα, για την εξαφάνιση της οποίας ο παραπονούμενος είχε στο μεταξύ ειδοποιήσει και την αστυνομία. Περαιτέρω, δέχομαι τη θέση του κατηγορουμένου ότι καθημερινά βρισκόταν στην περιοχή του υποστατικού του κατηγορουμένου όπου μαζί με φίλους αναζητούσε την σκύλα του, στον λαιμό της οποίας υπήρχε δεμένο με λουρί ειδικό κολάρο περίπου 10 εκατοστών που είχε σημειωμένο τον αριθμό του κινητού τηλεφώνου του παραπονούμενου έτσι ώστε σε περίπτωση εντοπισμού της μετά από εξαφάνιση της να ειδοποιείται αμέσως ο παραπονούμενος. Επιπλέον, δέχομαι ως αληθές το γεγονός ότι κατόπιν πληροφορίας που έλαβε ο παραπονούμενος στις 27.08.10 μετέβηκε στην οικία του κατηγορουμένου, η οποία βρίσκεται σε απόσταση 10 λεπτών με το αυτοκίνητο από την περιοχή του υποστατικού του και ειδικότερα 5 χιλιόμετρα περίπου από το τέλος του χωριού Ίννεια όπου σε κλουβί απέναντι από την οικία του κατηγορουμένου εντόπισε την χαμένη σκύλα του με αποτέλεσμα η πληροφορία που είχε ότι ο κατηγορούμενος την είχε εντοπίσει χωρίς να τον ειδοποιήσει να επαληθευτεί. Επ' αυτού δέχομαι ότι το ζώο που ο παραπονούμενος έχασε στις 24.08.10 είναι αυτό που εντόπισε απέναντι από την οικία του κατηγορουμένου καθότι, πέραν του ότι ο παραπονούμενος αναγνώρισε την σκύλα, το γεγονός ότι επρόκειτο για το ίδιο ζώο όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε σε οποιοδήποτε στάδιο της δικαστικής διαδικασίας αλλά είναι αποδεκτό από τον ίδιο τον κατηγορούμενο. Είναι ακόμη αληθές το γεγονός ότι ευθύς με τον εντοπισμό της σκύλας του σε κλουβί απέναντι από την οικία του κατηγορουμένου ο παραπονούμενος ειδοποίησε την αστυνομία μέλη της οποίας μετέβησαν στο μέρος όπου εκεί αργότερα κατέφθασε και ο κατηγορούμενος, ο οποίος παρέδωσε την σκύλα στον παραπονούμενο. Στη συνάντηση αυτή διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος εντόπισε και κατείχε την σκύλα εδώ και δύο ημέρες. Δεν έχω επίσης λόγο να αμφιβάλλω ότι ο παραπονούμενος κατέβαλε το ποσό των €7.000,00 σε άλλο άτομο για να αγοράσει την επίδικη σκύλα. Το γεγονός ότι δεν προσκομίστηκε απόδειξη αγοράς δεν καθιστά τον ισχυρισμό αυτό του παραπονούμενου ψευδή. Δεν βλέπω το κίνητρο ή το συμφέρον του παραπονούμενου να πει ψέματα για το συγκεκριμένο θέμα, θέση την οποία υποστήριξε από την αρχή και παρέμεινε αναλλοίωτη μέχρι τέλους. Αντίθετα, οι εντατικές και αγωνιώδεις προσπάθειες του παραπονούμενου να εντοπίσει την σκύλα αυτή ενισχύει τη θέση του για τη σημαντική αξία του ζώου αυτού. Στη βάση αυτών αποδέχομαι την μαρτυρία του παραπονούμενου στην ολότητα της περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 4 ως αξιόπιστη και εκφράζουσα την αληθινή όψη των γεγονότων. Από την άλλη, ο κατηγορούμενος δεν άφησε καθόλου καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Το Δικαστήριο κρίνει ότι ο κατηγορούμενος δεν είπε την αλήθεια προκειμένου να αποφύγει τις συνέπειες της συμπεριφοράς του. Χωρίς να έχει οποιοδήποτε ίχνος δισταγμού κατασκεύασε ένα φανταστικό σενάριο διάτρητο από κενά και αδυναμίες. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από αλλοπρόσαλλες και μεταξύ τους αντιφατικές θέσεις που εκτός από ότι διαψεύδονται από άλλα γεγονότα στερούνται ερείσματος λογικής, γεγονός που την καθιστά εξ' ολοκλήρου αναξιόπιστη και κατ' επέκταση μη πειστική. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος προώθησε τη θέση ότι παρόλο ότι είδε τον κολάρο που ήταν δεμένο στο λαιμό της σκύλας εντούτοις δεν πρόσεξε ότι σ' αυτό υπήρχε σημειωμένο ο αριθμός του κινητού τηλεφώνου του κατηγορουμένου. Όταν όμως το κολάρο αυτό είναι ειδικό και με τις διαστάσεις των 10 εκατοστών περίπου που σκοπός του είναι να οδηγεί το πρόσωπο που εντοπίζει σκύλο που έχει χαθεί σε επικοινωνία με τον ιδιοκτήτη του ζώου για να τον ενημερώσει ότι ο σκύλος του έχει βρεθεί, γίνεται αντιληπτό ότι ο χώρος που καθιστά το σημείο επικοινωνίας δυνατό είναι ορατό και ευδιάκριτο και συνεπώς η δήλωση αυτή του κατηγορουμένου περί του αντιθέτου απέχει πολύ από την πραγματικότητα. Ακόμη μόνο απαρατήρητη δεν μπορεί να περάσει η αναφορά του κατηγορουμένου στο Τεκμήριο 2 ότι δεν αφαίρεσε τον κολάρο που βρισκόταν δεμένο στο λαιμό της σκύλας, η οποία όμως έρχεται σε αντίθεση με τη δήλωση του στο στάδιο αντεξέτασης όπου παραδέχτηκε ότι ο ίδιος αφαίρεσε το προαναφερόμενο κολάρο από το λαιμό του ζώου. Επίσης, ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι είχε συνεννοηθεί με τον παραπονούμενο ότι αν εντόπιζε τη σκύλα ζωντανή θα την πρόσεχε και έτσι αυτός να ερχόταν και να τον ρωτούσε αν είχε βρεθεί για να του την δώσει. Όμως διερωτώμαι που ανάμενε ότι ο παραπονούμενος θα ερχόταν για να του την επιστρέψει: στην μάντρα όπως ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται στη γραπτή κατάθεση του ή στην οικία του όπως αυτός ισχυρίζεται στην κυρίως εξέταση του, την διεύθυνση της οποίας δεν φαίνεται να είχε δώσει στον παραπονούμενο αλλά ούτε και αναφέρει μέσα από την μαρτυρία του ότι του εξήγησε για την τοποθεσία του σπιτιού του. Διερωτώμαι ακόμη από πού ο παραπονούμενος θα γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος είχε εντοπίσει την σκύλα του για να έλθει σε επαφή μαζί του. Μήπως αναμένεται να γίνει πιστευτό ότι ο παραπονούμενος θα ερχόταν καθημερινά και να τον ενοχλεί για το θέμα αυτό είτε στην οικία του είτε στην μάντρα του; Ασφαλώς όχι επειδή κάτι τέτοιο δεν αντέχει τη βάσανο της λογικής. Είναι ακόμη αδιευκρίνιστο από μέρους του κατηγορουμένου πως ο παραπονούμενος θα γνώριζε ότι πότε αυτός θα βρισκόταν στη μάντρα του ή πότε στην οικία του για να τον επισκεφτεί. Είναι, ανάμεσα σ' άλλα, γι' αυτόν τον λόγο που αποδέχομαι τη θέση του παραπονούμενου ότι έδωσε στον κατηγορούμενο τον αριθμό του κινητού τηλεφώνου του για να τον ειδοποιήσει στην περίπτωση που ο τελευταίος εντόπιζε την σκύλα του. Επιπλέον, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, όπως αυτός καταγράφεται στο Τεκμήριο 2 που είναι μέρος μαρτυρίας της κυρίως εξέτασης του, ότι στις 27.08.10 ο παραπονούμενος ήλθε μαζί με μέλη της αστυνομίας στη μάντρα του και τον ρώτησαν για τη σκύλα διαψεύδεται από τον αστυνομικό που τη δεδομένη εκείνη χρονική στιγμή ήταν επί καθήκον (ΜΚ1) και στην γραπτή κατάθεση του (Τεκμήριο 1) ανάφερε ότι η συνάντηση αυτή διεξήχθη στην οικία του κατηγορουμένου, στην οποία και μετέβηκε. Περαιτέρω, στο Τεκμήριο 1 ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι στην συνάντηση που ισχυρίζεται ότι είχε με τον παραπονούμενο και αστυνομικό στις 27.08.10 στην μάντρα του είπε ευθύς στον παραπονούμενο ότι η σκύλα είναι στην οικία του στην Ίννεια, ισχυρισμός ο οποίος όμως διαψεύδεται από την μαρτυρία του αστυνομικού (Τεκμήριο 1) η οποία αναφέρει ότι εκείνη την ημέρα που μετέβηκε στην οικία του κατηγορουμένου ο παραπονούμενος του υπέδειξε την σκύλα του και ότι ακολούθως έφθασε στο χώρο εκεί ο κατηγορούμενος. Η εν λόγω τοποθέτηση του κατηγορουμένου διαψεύδεται επίσης από προγενέστερο ισχυρισμό του που είχε προωθήσει στην κυρίως εξέταση του με τον οποίο είχε πει ότι μετέφερε την σκύλα σε κλουβί έξω από την οικία του επειδή δεν μπορούσε να την αφήσει στην μάντρα του από τη στιγμή που του είχε θανατώσει ορισμένα ζώα και πουλιά. Δεν παραγνωρίζω το γεγονός ότι ουδεμία τέτοια τοποθέτηση περιέχεται στην γραπτή κατάθεση του κατηγορουμένου. Ούτε αγνοώ το γεγονός ότι ενώπιον μου δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να αναφέρει ότι ο παραπονούμενος γνώριζε από την αρχή την τοποθεσία της οικίας του κατηγορουμένου ή ότι ο τελευταίος κατά την συνάντηση τους στην μάντρα του εξήγησε που ακριβώς βρισκόταν η οικία του, στοιχείο που ενισχύει την αναλήθεια της τοποθέτησης αυτής. Δεν διαφεύγει ακόμη της προσοχής του Δικαστηρίου ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι ο χώρος της μάντρας του είναι καλυμμένος με ύψος πέραν του 1,80 μέτρα, κατασκευασμένη από τούβλα και ολόκληρα περίκλειστη με την οροφή της να είναι πλήρως καλυμμένη από τσίγκους και να διαθέτει μόνο μία είσοδο στο πλευρό και τοποθετημένο κάγκελο με τέτοιο τρόπο ώστε να εμποδίζεται η ορατότητα προς τα έξω. Με τέτοια κατασκευή που επικαλέστηκε ο κατηγορούμενος το Δικαστήριο διερωτάται πως θα μπορούσε η επίδικη σκύλα να εισέλθει στο εσωτερικό της μάντρας και να σκοτώσει, όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε, τα ζώα και τα πουλιά του. Ένα ερώτημα που μέσα από την μαρτυρία του κατηγορουμένου παρέμεινε να αιωρείται αναπάντητο. Συνεπώς, ο πιο πάνω ισχυρισμός του κατηγορουμένου αποτελεί εκ των υστέρων κατασκεύασμα του προκειμένου να δικαιολογήσει την μεταφορά του ζώου στην οικία του. Προκειμένου ακόμη ο κατηγορούμενος να είναι πειστικός στην εκδοχή του ότι δεν σκόπευε να αποστερήσει την σκύλα από τον παραπονούμενο κρατώντας την σε κλουβί πρόταξε τη δικαιολογία ότι δεν ήταν στην οικονομική θέση να την τρέφει όπως και τους άλλους σκύλους που ο παραπονούμενος επικαλείται ότι είχε στα κλουβιά του αφού όπως είπε είναι συνταξιούχος με μηνιαίο εισόδημα €300,
- Αυτός ο ισχυρισμός του όμως έρχεται σε αντίθεση με την προηγούμενη δήλωση του, όπως αυτή εκφράστηκε κατά την κυρίως εξέταση του και επανέλαβε αντεξεταζόμενος, με την οποία είπε ότι η μάντρα του είναι πλήρης ('φουλ' όπως χαρακτηριστικά είπε) από ζώα και πουλιά μάλιστα σε τέτοιο βαθμό που να δυσκολεύεται κάποιος από τις φωνές τους να ακούσει κάποιον άλλο που τον καλεί. Είναι αξιοπερίεργο πως εδώ ο κατηγορούμενος καταφέρνει να συντηρεί τόσο μεγάλο αριθμό και ποικιλία ζώων και πουλιών όπως περιστέρια, πάπιες, κότες, κουνέλια και γουρούνια ιδιαίτερα αν κάποιος αναλογιστεί ότι ο ίδιος, όπως είπε, δεν προέβαινε σε πώληση τους. Οι πιο πάνω διάφορες και ταυτόχρονα ουσιώδεις παλινδρομήσεις, διαφοροποιήσεις και αντιφάσεις επί σημαντικών θεμάτων της μαρτυρίας του κατηγορούμενου αποδεικνύουν ότι ο κατηγορούμενος δεν είναι ειλικρινές άτομο ενώ παράλληλα αυτά έπληξαν ανεπανόρθωτα την αξιοπιστία της μαρτυρίας του. Στη βάση αυτών, δεν ικανοποιούμαι ότι ο κατηγορούμενος είπε την αλήθεια τόσο στο Δικαστήριο όσο και προγενέστερα στην αστυνομία συμπαρασύροντας έτσι και το Τεκμήριο
- Ευρήματα: Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, τα τεκμήρια που κατατέθηκαν κατά την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης αυτή και λαμβάνοντας υπόψη μου τα γεγονότα που τελικά δεν αμφισβητήθηκαν, όπως αυτά προκύπτουν μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα που αφορούν τα πραγματικά και αληθή ουσιώδη γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο: Στις 24.07.10 ο παραπονούμενος μετέφερε για εκπαίδευση 3 σκύλους δικής του ιδιοκτησίας σε περιοχή του χωριού Ίννεια της επαρχίας Πάφου όπου σ' αυτή υπήρχε το υποστατικό τύπου μάντρα το οποίο διαχειριζόταν ο κατηγορούμενος που ήταν και το μοναδικό στην περιοχή. Κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης εξαφανίστηκε μία σκύλα χρώματος μαύρου με γκρίζο την οποία ο παραπονούμενος για να την αγοράσει είχε πληρώσει το ποσό των €7.000,
- Στον λαιμό του εξαφανισμένου ζώου δεμένο με λουρί υπήρχε ειδικό κολάρο περίπου 10 εκατοστών που είχε σημειωμένο σε χώρο ευδιάκριτο και ορατό για οποιονδήποτε βρισκόταν κοντά στο ζώο τον αριθμό του κινητού τηλεφώνου του παραπονούμενου έτσι ώστε σε περίπτωση εντοπισμού της μετά από εξαφάνιση της να ειδοποιείται αμέσως ο παραπονούμενος. Στα πλαίσια των προσπαθειών του για εντοπισμό της σκύλας της ο παραπονούμενος επισκέφτηκε τον κατηγορούμενο στο υποστατικό (μάντρα) του όπου τον ρώτησε αν είχε εντοπίσει την σκύλα του που είχε χαθεί. Επειδή εισέπραξε αρνητική απάντηση από τον κατηγορούμενο ο παραπονούμενος του ζήτησε σε περίπτωση που βρεθεί το ζώο να τον ειδοποιήσει δίδοντας του για τον σκοπό αυτό σε χαρτί τον αριθμό του κινητού τηλεφώνου του. Παράλληλα, ο παραπονούμενος ειδοποίησε την αστυνομία για την εξαφάνιση της σκύλας του. Έκτοτε ο παραπονούμενος ερχόταν μαζί με φίλους καθημερινά στην περιοχή που βρισκόταν το υποστατικό του κατηγορουμένου αναζητώντας την σκύλα χωρίς όμως αποτέλεσμα. Στις 25.08.10 ο κατηγορούμενος εντόπισε την επίδικη σκύλα και χωρίς να ειδοποιήσει τον παραπονούμενο την μετέφερε έξω από την οικία του τοποθετώντας την σε κλουβί απέναντι από αυτή. Στις 27.08.10 και περί ώρα 08:00 ο παραπονούμενος έλαβε εμπιστευτική πληροφορία ότι πιθανόν η σκύλα να είχε εντοπιστεί και να είχε μεταφερθεί από τον κατηγορούμενο στην οικία του και ο κατηγορούμενος ενδεχομένως να του είχε αποκρύψει το γεγονός αυτό. Ο κατηγορούμενος τότε μετέβηκε στην οικία του κατηγορουμένου για να διασταυρώσει την πληροφορία που έλαβε. Η εν λόγω οικία βρισκόταν σε απόσταση 10 λεπτών με το αυτοκίνητο από την περιοχή του υποστατικού του και ειδικότερα 5 χιλιόμετρα περίπου από το τέλος του χωριού Ίννεια. Με την άφιξη του εκεί ο παραπονούμενος εντόπισε την χαμένη σκύλα του σε κλουβί απέναντι από την οικία του κατηγορουμένου με αποτέλεσμα η πιο πάνω πληροφορία που είχε λάβει ότι ο κατηγορούμενος να επαληθευτεί. Ευθύς με τον εντοπισμό της σκύλας του σε κλουβί έξω απέναντι από την οικία του κατηγορουμένου ο παραπονούμενος ειδοποίησε την αστυνομία μέλη της οποίας μετέβησαν στο μέρος όπου εκεί αργότερα κατέφθασε και ο κατηγορούμενος, ο οποίος παρέδωσε την σκύλα στον παραπονούμενο. Στη συνάντηση αυτή ο κατηγορούμενος αποκάλυψε ότι εντόπισε και κατείχε την σκύλα από τις δύο προηγούμενες ημέρες δηλαδή από τις 25.08.
- Ακολούθως την ίδια ημέρα ο αστυφύλακας 1262 Πάτροκλος Ανδρονίκου (ΜΚ1) έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο μέσα από την οποία ο τελευταίος έδωσε τη δική του εκδοχή. Επίσης, ο ΜΚ1 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για το αδίκημα της κλοπής της σκύλας δια ευρέσεως χωρίς να λάβει τα απαραίτητα διαβήματα για την ανεύρεση του ιδιοκτήτη της και αφού του επέστησε την προσοχή στο νόμο, αυτός δεν παραδέχτηκε την κατηγορία. Μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου αποτελούν και όλα αυτά που θα προσδιοριστούν πιο κάτω κατά την εξαγωγή συμπερασμάτων από το Δικαστήριο. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα: Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (βλέπε Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (βλέπε Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε πιο πάνω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω εάν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Το αδίκημα της κλοπής δια ευρέσεως εντάσσεται στην μεγάλη κατηγορία της κλοπής και κατ' επέκταση διέπεται από το άρθρο 255 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Το εν λόγω άρθρο αναφέρει τα εξής: "
(1)Όποιος κλέβει, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει οτιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό: Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόμιμα, αν είναι θεματοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, με δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη.
(2)(α) Ο όρος "αποκτά κατοχή" περιλαμβάνει και το να αποκτά κατοχή— (
- i)με τέχνασμα· (
- ii)με εκφοβισμό· (iii) με συνέπεια πλάνης του ιδιοκτήτη που είναι σε γνώση του αποκτώντα ότι κατοχή του αποκτώμενου αποκτήθηκε με τέτοιο τρόπο· (
- iv)με ανεύρεση, εφόσον κατά το χρόνο της ανεύρεσης αυτός που το βρήκε πιστεύει ότι ο ιδιοκτήτης μπορεί να ανακαλυφθεί με εύλογα διαβήματα· (β) ο όρος "αποκομίζει" περιλαμβάνει κάθε μετακίνηση οποιουδήποτε πράγματος από το χώρο τον οποίο αυτό κατέχει, προκειμένου όμως για πράγμα προσαρτημένο, μόνο αν αυτό αποσπάστηκε εντελώς· (γ) ο όρος "ιδιοκτήτης" περιλαμβάνει και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγματος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείμενο κλοπής.
(3)Δύναται να είναι αντικείμενο κλοπής κάθε πράγμα που έχει αξία και που ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο, προκειμένου όμως για πράγμα προσκολλημένο σε ακίνητο μετά το διαχωρισμό του από τέτοιο ακίνητο." Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) ο κατηγορούμενος απέκτησε κατοχή και αποκόμισε περιουσία του παραπονούμενου και (β) η περιουσία είναι τέτοια που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής και (γ) ότι αυτό έγινε χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη και (δ) ότι ο κατηγορούμενος ενέργησε με δόλιο τρόπο ή (ε) αν ο κατηγορούμενος κατέχει την περιουσία του παραπονούμενου νόμιμα με δόλιο τρόπο σφετερίζεται τη χρήση της για λογαριασμό του ιδίου ή άλλου προσώπου εκτός από τον παραπονούμενο και (στ) ότι κατά τον χρόνο απόκτησης κατοχής ο κατηγορούμενος είχε σκοπό να αποστερήσει την περιουσία από τον παραπονούμενο. Η 'απόκτηση κατοχής περιουσίας' περιλαμβάνει την περίπτωση που ο κατηγορούμενος αποκτά τέτοια κατοχή δια της ευρέσεως από τον ίδιο περιουσίας ιδιοκτησίας του παραπονούμενου εφόσον κατά το χρόνο της ανευρέσεως ο κατηγορούμενος πιστεύει ότι ο ιδιοκτήτης μπορεί να ανακαλυφθεί με εύλογα διαβήματα [άρθρο 255
(2)(α)(iv) Κεφ.154]. Αντικείμενο δε κλοπής μπορεί να αποτελέσει οτιδήποτε έχει αξία και ανήκει σε κάποιο πρόσωπο όπως για παράδειγμα στον παραπονούμενο [άρθρο 255
(3)Κεφ.154]. Στην υπόθεση Κόκκινος v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 628 που αφορούσε το αδίκημα της κλοπής σκύλου δια ευρέσεως τονίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι η ένοχη γνώση και πρόθεση του κατηγορουμένου συνάγεται από το σύνολο της μαρτυρίας καθώς και από τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου και τα γεγονότα της υπόθεσης που συνήθως έχουν τον χαρακτήρα περιστατικής μαρτυρίας. Έχει ακόμη εδώ λεχθεί ότι η περιστατική μαρτυρία, η οποία παρεμπιπτόντως με βάση την νομολογία δεν είναι υποδεέστερη σημασίας ή ισχύος από την άμεση μαρτυρία, δυνατό να οδηγήσει σε στοιχειοθέτηση των συστατικών στοιχείων του αδικήματος. Μέσα από την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης προκύπτει ως αδιαμφισβήτητο γεγονός το ότι ιδιοκτήτης της επίδικης σκύλας είναι ο παραπονούμενος. Σαφώς το εν λόγω ζώο αποτελεί περιουσία του παραπονούμενου, τέτοια που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Αποτελεί δε εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος είναι το πρόσωπο που στις 25.08.10 εντόπισε το ζώο που είχε εξαφανιστεί στην περιοχή που βρισκόταν η μάντρα του, περιουσία του παραπονούμενου και για το οποίο πλήρωσε για την αγορά του το ποσό των €7.000,00. Με τον εντοπισμό του επίδικου ζώου και την παραμονή του στα χέρια του ο κατηγορούμενος είχε κάθε λόγο να πιστεύει ότι ο παραπονούμενος μπορούσε να ανακαλυφθεί με εύλογα διαβήματα. Ειδικότερα αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι στην μεταξύ τους συνάντηση στις 24.08.10 στην μάντρα του κατηγορουμένου ο παραπονούμενος έδωσε στον κατηγορούμενο τον αριθμό του κινητού τηλεφώνου του με σκοπό να το χρησιμοποιήσει για να τον ειδοποιήσει σε περίπτωση που εντόπιζε την σκύλα του. Δεν παραγνωρίζεται ακόμη ως εναλλακτικό μέτρο που θα μπορούσε να ληφθεί η δυνατότητα του κατηγορουμένου να τηλεφωνήσει στον παραπονούμενο από τον αριθμό τηλεφώνου που υπήρχε σημειωμένο σε χώρο του κολάρου που βρισκόταν δεμένο στο λαιμό της σκύλας, ως είναι επίσης εύρημα του Δικαστηρίου. Εναλλακτικά, ο κατηγορούμενος μπορούσε να αποταθεί στην αστυνομία και να τους πληροφορούσε το γεγονός ότι εντόπισε τη σκύλα και ασφαλώς χωρίς δεύτερη σκέψη γνώριζε ότι η αστυνομία στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων της μπορούσε να προβεί στις δέουσες ενέργειες και να έλθει σε επικοινωνία με τον παραπονούμενο ενημερώνοντας τον για την εξέλιξη αυτή, πέραν του ότι ήταν ήδη ενήμερη από τον ίδιο τον παραπονούμενο για την υπόθεση εξαφάνισης της σκύλας του. Τα πιο πάνω δεδομένα αποδεικνύουν ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε και συνάμα πίστευε ότι ο παραπονούμενος, ως ιδιοκτήτης του εξαφανισμένου ζώου που αυτός εντόπισε, μπορούσε να ανακαλυφθεί μέσω των προαναφερόμενων επιλογών που είχε που σαφώς αποτελούσαν εύλογα διαβήματα, πλην όμως ουδέποτε το έπραξε. Από αυτά συμπεραίνω ότι ο κατηγορούμενος απέκτησε κατοχή της σκύλας. Η άγνοια του παραπονούμενου ότι η εν λόγω σκύλα βρισκόταν στην κατοχή του κατηγορούμενου σε συνδυασμό με τις εντατικές και αγωνιώδεις προσπάθειες του για να την εντοπίσει καθώς επίσης και η αντίδραση του όταν ανακάλυψε ότι η σκύλα του βρισκόταν σε κλουβί απέναντι από την οικία του κατηγορουμένου αποδεικνύει ότι η πιο πάνω ενέργεια του κατηγορουμένου έγινε χωρίς τη συγκατάθεση του παραπονούμενου. Παράλληλα, η απόκρυψη του γεγονότος ότι η σκύλα εντοπίστηκε καθώς και η άμεση μεταφορά της σε χώρο διαφορετικό από αυτό που εντοπίστηκε μάλιστα, με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, σε απόσταση 10 λεπτών με το αυτοκίνητο από την περιοχή που βρίσκεται η μάντρα του κατηγορουμένου του και συγκεκριμένα 5 χιλιόμετρα περίπου από το τέλος του χωριού Ίννεια χωρίς τη συγκατάθεση του παραπονούμενου και δίχως ο τελευταίος να γνωρίζει την νέα αυτή τοποθεσία, αποδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος ενέργησε με δόλιο τρόπο και με πρόθεση να αποστερήσει την επίδικη σκύλα από τον παραπονούμενο αφού από αυτά προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος δεν επιθυμούσε αλλά και ούτε επιδίωκε την επιστροφή της σκύλας στον ιδιοκτήτη της. Το ότι η σκύλα βρισκόταν σε κλουβί παρακείμενο δρόμου είναι άνευ σημασίας. Αυτό που έχει σημασία είναι η απόκρυψη τόσο του εντοπισμού όσο και της μεταφοράς της σκύλας από τον κατηγορούμενο σε χώρο απέναντι από την οικία του και παράλληλα η άγνοια του παραπονούμενου που ακριβώς βρισκόταν η σκύλα του. Το ότι τελικά ο παραπονούμενος κατάφερε να έλθει σε επαφή με την σκύλα του οφείλεται αποκλειστικά σε δικές του ενέργειες χωρίς καμία συμμετοχή του κατηγορουμένου και ουδεμία πρόθεση από αυτόν για κάτι τέτοιο, κατόπιν αξιοποίησης εμπιστευτικής πληροφορίας που αποδείχτηκε βάσιμη. Αντίθετα, ο κατηγορούμενος εμφανίστηκε στο χώρο μετά που ο παραπονούμενος και μέλη της αστυνομίας μετέβησαν στο χώρο της οικίας του. Στη βάση των πιο πάνω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η κατηγορούσα αρχή έχει στοιχειοθετήσει σωρευτικά όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Υπό το φως των δεδομένων αυτών, η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία του κατηγορητηρίου. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: General/Criminal/Final Judgment Αναφορά: Ποινικό/Κλοπή δια ευρέσεως/Άρθρο 255 Κεφ.154/Τελική Απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο