← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Μιχαλάκης Θεολόγου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2725/11, 31/3/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Μιχαλάκης Θεολόγου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2725/11, 31/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B61 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2725/11 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Kατηγορούσας Αρχής v.

  1. Μιχαλάκης Θεολόγου
  2. Erika Etelka Jani Κατηγορουμένων ----------------------- Ημερομηνία: 31/03/
  3. Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. N. Nεοκλέους. Κατηγορούμενος αρ. 1: αυτοπροσώπως. Κατηγορούμενος αρ.1: παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αρ. 1 (από τώρα και στο εξής «ο κατηγορούμενος») αντιμετωπίζει τις κατηγορίες της Συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος (κατηγορία 1), της Ληστείας (κατηγορία 2) και της Επίθεσης προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη (κατηγορία 3). Τις ίδιες κατηγορίες αντιμετώπιζε και η κατηγορούμενη αρ.2, η οποία σε προγενέστερο στάδιο προέβηκε σε παραδοχή, της επιβλήθηκε ποινή και η υπόθεση εναντίον της ολοκληρώθηκε. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε όλες τις πιο πάνω κατηγορίες και η κατηγορούσα αρχή για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της κάλεσε τέσσερις μάρτυρες κατηγορίας, τον Αστ. 2665 Β. Χατζηβασίλη (Μ.Κ.1), την κα Gillian Horne (Μ.Κ.2), την Γ/Αστ. 1505 Αντιγόνη Ιωσήφ (Μ.Κ.3) και τον Α/Αστ. 2417 Αλέκο Χαραλάμπους (Μ.Κ.4). Πέραν της πιο πάνω μαρτυρίας, κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και σωρεία παραδεκτών γεγονότων, όπως οι γραπτές καταθέσεις της κας Γιώτας Τσιπουρίδου (τεκμήριο Α), του Αστ. 1197 Σ. Παπαβασιλείου (τεκμήριο Β), του Αστ. 2543 Τρ. Τρύφωνος (τεκμήριο Γ), της Γ/Αστ. 1505 Α. Ιωσήφ (τεκμήριο Ε) και της κας Σμαράγδας Ηλιάδου και Φρούκτζε Χεντρικζε Χαρίτου (τεκμήρια Ζ και Η αντίστοιχα). Επίσης, κατατέθηκαν δύο σετ από φωτογραφίες (τεκμήρια Δ1 και Δ2) και ιατρική έκθεση (τεκμήριο ΣΤ). Περαιτέρω, δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός από πλευράς κατηγορουμένου και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο το γεγονός ότι η κατηγορούμενη αρ. 2 στις 12/07/2011 καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 6 μηνών στην 1ην κατηγορία, 12 μηνών στην 2ην κατηγορία και 3 μηνών στην 4η κατηγορία. Επιπρόσθετα, ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκαν και άλλα 21 τεκμήρια και δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι η διακίνηση τους έγινε ορθά και νομότυπα. Θα πρέπει να αναφερθεί στο σημείο αυτό ότι ο κατηγορούμενος εκπροσωπείτο στη διαδικασία από δικηγόρο ο οποίος αποσύρθηκε μετά και την ολοκλήρωση της κατάθεσης της παραπονούμενης και από επιλογή του συνέχισε τη διαδικασία από μόνος του. Το Δικαστήριο με σχετική ενδιάμεση απόφαση του έκρινε ότι είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου γι αυτό κλήθηκε σε απολογία. Μετά από αυτό και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, ο κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Δεν κάλεσε οποιουσδήποτε μάρτυρες υπεράσπισης. Από την ενώπιον μου τεθείσα μαρτυρία η οποία κατατέθηκε είτε υπό την μορφή παραδεκτών γεγονότων είτε παρέμεινε αναντίλεκτη και/ή αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων, προκύπτει ότι στις 14/02/2011 η κατηγορούμενη αρ. 2 επιτέθηκε και κτύπησε την παραπονούμενη στο χώρο στάθμευσης του κέντρου «ΑΡΑΠΗΣ» στο Κ. Κοραλλίων και της προκάλεσε διάφορους τραυματισμούς και ταυτόχρονα της άρπαξε την τσάντα που κρατούσε. Τα πιο πάνω γεγονότα αποτέλεσαν κοινό έδαφος των διαδίκων. Πιο συγκεκριμένα, κατά την πιο πάνω ημερομηνία και περί ώρα 13:30 - 14:00 ο κατηγορούμενος οδηγώντας το όχημα με αρ. εγγραφής ΚΒΒ 828 και έχοντας ως συνοδηγό την κατηγορούμενη αρ. 2 πήγαν στον χώρο στάθμευσης του κέντρου «ΑΡΑΠΗΣ» στον Κ. Κοραλλίων στην Πέγεια. Στο μέρος βρισκόταν η παραπονούμενη κρατώντας την τσάντα της μαζί με μια φίλη της. Σε κάποια στιγμή και ενώ το όχημα του κατηγορουμένου βρισκόταν σε κάποιο σημείο (είναι επίδικο ζήτημα το πού αυτό βρισκόταν και τις κινήσεις που έκανε εντός του χώρου στάθμευσης) η κατηγορούμενη αρ. 2 κατέβηκε από αυτό και πλησίασε τις πιο πάνω κοπέλες. Ακολούθως, επιτέθηκε της παραπονούμενης τραβώντας την από τα μαλλιά με αποτέλεσμα να την ρίξει στο έδαφος και στη συνέχεια της επιτέθηκε εκ νέου προσπαθώντας να της πάρει τη τσάντα που κρατούσε κτυπώντας της στο πρόσωπο καταφέρνοντας στο τέλος να της αποσπάσει τη μαύρη τσάντα που κρατούσε. Αμέσως, έτρεξε πίσω στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο κατηγορούμενος, μπήκε μέσα και έφυγαν από το μέρος. Από την πιο πάνω επίθεση που δέχθηκε η παραπονούμενη έφερε δύο εκχυμώσεις στο κάτω χείλος στόματος και εκχύμωση σε δεξιά και αριστερά ζυγωματική χώρα κεφαλής. Επίσης, έφερε εκδορά σε ονυχοφόρο φάλαγγα δεξιάς χείρας. Στην τσάντα της παραπονούμενης υπήρχε το πορτοφόλι της με το ποσό των €83, η κάρτα της Αγγλικής της τράπεζας, η κάρτα της στην Τράπεζα Κύπρου, η ταυτότητα της η κυπριακή, η αγγλική άδεια οδηγού της, τα καινούργια γυαλιά οράσεως της, τα κλειδιά του αυτοκινήτου της, το κινητό της τηλέφωνο μάρκας Samsung και άλλες κάρτες. Η συνολική αξία της κλαπείσας περιουσίας ήταν γύρω στα €
  4. Μετά από έρευνα που έγινε από την Αστυνομία, με τη συγκατάθεση του κατηγορουμένου, ανευρέθηκε στο όχημα του με αρ. εγγραφής ΚΒΒ 828, κάτω από τη θέση του συνοδηγού η μαύρη τσάντα της παραπονούμενης (τεκμήριο 5) και εντός αυτής τα κλειδιά του αυτοκινήτου της (τεκμήριο 6), η αγγλική άδεια οδηγού (τεκμήριο 7) και δύο κάρτες υπεραγορών, μια της υπεραγοράς Carefour (τεκμήριο 8) και μια της υπεραγοράς Παπαντωνίου (τεκμήριο 9) καθώς επίσης και ένα ρινάκι νυχιών (τεκμήριο 10). Πέραν των πιο πάνω γεγονότων, ο κατηγορούμενος φαίνεται να αμφισβητεί ότι ο ίδιος γνώριζε ότι η κατηγορούμενη θα προέβαινε στην πράξη αυτή καθώς επίσης και τις κινήσεις του εντός του χώρου στάθμευσης όπως αναφέρθηκαν από την παραπονούμενη και την κατηγορούσα αρχή. Επομένως, το Δικαστήριο θα πρέπει να προβεί σε αξιολόγηση της ενώπιον του τεθείσας μαρτυρίας με σκοπό να προβεί σε ακριβή ευρήματα σε σχέση με την συμπεριφορά του κατηγορούμενου τόσο πριν από τη διάπραξη των αδικημάτων από την κατηγορούμενη αρ. 2 όσο και μετέπειτα. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου

(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε ως ο εξεταστής της υπόθεσης και κατέθεσε στο Δικαστήριο όλα τα τεκμήρια της υπόθεσης τα οποία περιήλθαν στην κατοχή του (βλ. τεκμήρια 1-15) καθώς επίσης και την γραπτή κατάθεση του κατηγορουμένου (τεκμήριο 16) και την γραπτή του συγκατάθεση για έρευνα του διαμερίσματος του (τεκμήριο 18). Ο μάρτυρας αυτός κρίνω ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και να το βοηθήσει να καταλήξει στο δικά του συμπεράσματα. Δεν έχω διαπιστώσει σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας του ότι έλεγε ψέματα ή ήθελε να βοηθήσει την εκδοχή ενός εκ των μερών. Ανέφερε τις ενέργειες που ο ίδιος έκανε και τα όσα περιήλθαν στην αντίληψη του για την υπόθεση αυτή. Αντεξεταζόμενος δεν δίστασε να αναφέρει ότι απέστειλαν όλα τα τεκμήρια για επιστημονικές εξετάσεις και το αποτέλεσμα ήταν αρνητικό καθώς επίσης και ότι ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι μετέβηκε στην Πέγεια με σκοπό να δανειστεί χρήματα από κάποιο φίλο του επιβεβαιώθηκε και ότι πράγματι μετά τη διάπραξη του αδικήματος συναντήθηκε με το συγκεκριμένο πρόσωπο. Επίσης, ανέφερε ότι επιβεβαιώθηκε και ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου ότι μετέβηκε σε συγκεκριμένο περίπτερο και αγόρασε δύο πακέτα τσιγάρα και εξόφλησε ένα χρέος που είχε ύψους €30 αλλά δεν ξεκαθαρίστηκε όπως είπε αν αυτό το ποσό προερχόταν από την κλοπιμαία περιουσία. Η αναφορά της κατηγορούμενης αρ.2 περί τούτου στο μάρτυρα δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη καθότι αποτελεί εξ' ακοής μαρτυρία, η ίδια δεν ήρθε να καταθέσει στο Δικαστήριο χωρίς να δοθεί οποιοσδήποτε λόγος και επίσης είναι και συναυτουργός. Το ίδιο ισχύει και για οποιαδήποτε άλλα γεγονότα ανέφερε ο μάρτυρας και προέρχονται από αναφορές της κατηγορούμενης αρ.2. Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω, αποδέχομαι τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, τις ενέργειες που έκανε σε σχέση με την υπόθεση αυτή και όλα τα τεκμήρια που κατέθεσε και πού αυτά ανευρέθηκαν. Η Μ.Κ.2 ήταν η παραπονούμενη η οποία εξέθεσε τα γεγονότα που κατά τη θέση της έλαβαν χώρα τη συγκεκριμένη ημερομηνία όπως η ίδια τα αντιλήφθηκε και τα βίωσε. Έχω παρακολουθήσει με πολλή προσοχή τη μάρτυρα αυτή κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα καθώς επίσης έλαβα υπόψη μου και το περιεχόμενο της μαρτυρίας της. Το μέρος της μαρτυρίας της που αφορά το επεισόδιο αυτό καθεαυτό δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση της και όπως προκύπτει το όλο συμβάν αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων. Εκείνο το οποίο ουσιαστικά έτυχε αμφισβήτησης ήταν οι κινήσεις που ανέφερε η μάρτυρας ότι έκανε το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου πριν από το επεισόδιο καθώς επίσης και οι οποιεσδήποτε άλλες αναφορές της μάρτυρος σε σχέση με τη συμπεριφορά και ενέργειες του κατηγορουμένου. Εκείνο το οποίο έχω διαπιστώσει κατά την ώρα που η μάρτυρας κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα ήταν ότι το όλο επεισόδιο έχει στιγματίσει τη ζωή της και ότι αυτό της προκάλεσε μεγάλο φόβο. Θα πρέπει να αναφερθεί επίσης, ότι πρόκειται για μια ηλικιωμένη κοπέλα και κάποιες φορές μπορεί να χρειαζόταν περαιτέρω διευκρίνιση στις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν για να απαντήσει. Αυτό όμως, με κανένα τρόπο δεν μου έχει δημιουργήσει την εντύπωση ότι αυτή απέφευγε να απαντά ευθέως αυτό που ερωτάτο ή ότι είχε οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο. Αν και σε κάποια σημεία η μαρτυρία της παρουσιάζει κάποιες αδυναμίες ή ανακρίβειες εντούτοις θεωρώ ότι αυτή είναι αξιόπιστη και μπορεί το Δικαστήριο να βασιστεί σε αυτή και να εξάξει ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Η θέση της αναφορικά με τις κινήσεις που έκανε το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου και συγκεκριμένα ότι αρχικά είχε σταματήσει για λίγο σε απόσταση περίπου 30 μέτρων από αυτή και τη φίλη της και στην συνέχεια κινήθηκε πλαγίως και σταμάτησε δίπλα τους σε απόσταση 1 με 2 μέτρων και τότε εξήλθε από αυτό η δεύτερη κατηγορούμενη, παρέμεινε σταθερή κατά την αντεξέταση της. Σε κανένα σημείο της μαρτυρίας της, παρά τις υποβολές της υπεράσπισης ότι δεν μετακινήθηκε από την αρχική του θέση το όχημα, διαφοροποίησε τη πιο πάνω θέση της. Πέραν των πιο πάνω, η θέση της ότι στο σημείο που σταμάτησε το όχημα του κατηγορουμένου πριν την επίθεση που δέχθηκε, αυτός πέταξε ένα άδειο πακέτο τσιγάρων μάρκας Benson & Hedges καθώς επίσης και η θέση που αυτό βρέθηκε από την Αστυνομία καθ' υπόδειξη της μάρτυρος, δεν έτυχε αμφισβήτησης. Η θέση του εν λόγω πακέτου συνάδει και με τα όσα η μάρτυρας ανέφερε σε σχέση με τη θέση που βρισκόταν σταματημένο το όχημα του κατηγορουμένου κατά την ώρα της διάπραξης των αδικημάτων. Σε σχέση με το γεγονός που ανέφερε στο Δικαστήριο ότι άκουσε τον κατηγορούμενο να φωνάζει στην μάρτυρα να φύγει όταν της πήρε τη τσάντα και μετά, θεωρώ ότι δεν μπορεί να δοθεί βαρύτητα στην αναφορά της αυτή διότι όπως και η ίδια διευκρίνισε κατά την αντεξέταση της εκείνο που άκουσε είναι τον κατηγορούμενο να φωνάζει και μετά από αυτό η κατηγορούμενη μπήκε στο αυτοκίνητο και έφυγαν. Από τις εξηγήσεις αυτές δεν προκύπτει με ασφάλεια το συμπέρασμα που η μάρτυρας έβγαλε, όπως η ίδια είπε, και ως εκ τούτου δεν θα δώσω βαρύτητα στην αναφορά της αυτή. Περαιτέρω, οι όποιες ανακρίβειες σε σχέση με το τι ακριβώς έκανε αυτή και η φίλη της την ώρα που δέχθηκε την επίθεση, δεν θεωρώ ότι μπορούν να κλονίσουν την αξιοπιστία της αφού ούτως ή άλλως το επεισόδιο αυτό δεν αμφισβητείται. Έχοντας υπόψη μου όλο το περιεχόμενο της μαρτυρίας της μάρτυρος, την εντύπωση που απεκόμισα από αυτή κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα και ειδικότερα το γεγονός ότι μου δημιούργησε την εντύπωση ότι αυτή είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια και περιέγραψε το όλο επεισόδιο με τον τρόπο που το βίωσε, θεωρώ ότι μπορώ να αποδεκτώ τη μαρτυρία της και την αποδέχομαι με τις πιο πάνω παρατηρήσεις και διευκρινήσεις. Η μαρτυρία της θα πρέπει να κριθεί σφαιρικά και όχι μικροσκοπικά και από αυτό προκύπτει ότι ανέφερε στο Δικαστήριο τα γεγονότα που πράγματι συνέβηκαν όπως τα βίωσε και τα θυμόταν. Η Μ.Κ.3 ανέφερε τις ενέργειες που η ίδια έκανε κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης και γενικά την εμπλοκή της σε αυτή. Η κατάθεση της, τεκμήριο Ε, αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός. Κλήθηκε να καταθέσει στο Δικαστήριο, ουσιαστικά για να εξηγήσει τις υποδείξεις σκηνών που η κατηγορούμενη αρ. 2 έκανε. Τα όσα η μάρτυρας ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου και οι εξηγήσεις που έδωσε σε σχέση με τις υποδείξεις σκηνών είναι ό,τι η κατηγορούμενη αρ. 2 της ανέφερε και κατέγραψε στο τεκμήριο 20 το οποίο η εν λόγω κατηγορούμενη υπέγραψε. Προκύπτει δηλαδή, ότι υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου το εν λόγω έγγραφο με το συγκεκριμένο περιεχόμενο το οποίο προέρχεται από δηλώσεις της κατηγορουμένης αρ. 2 οι οποίες καταγράφηκαν και υπογράφηκαν από την ίδια. Επίσης, προκύπτει ότι η κατηγορούμενη αρ. 2 δεν προσήλθε στο Δικαστήριο να καταθέσει προφορικά. Λαμβάνοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, θεωρώ ότι πρόκειται για γραπτές δηλώσεις συγκατηγορούμενης και εν όψει του ότι δεν προσήλθε να καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου προφορικά, αυτές δεν μπορεί να γίνουν αποδεκτές εναντίον του κατηγορουμένου (βλ. Ευριπίδου κ.α v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ.337 και Νεάρχου v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 38 και Ανδρέα Αριστοφάνους v. Αστυνομίας (Ποιν. Έφ. Αρ. 146/10, Ημερ. 24/10/2011). Ακόμη όμως και να θεωρηθεί ότι οι εν λόγω δηλώσεις της κατηγορούμενης αρ. 2 προς την μάρτυρα δεν προσκρούουν στον πιο πάνω κανόνα, τότε αυτές θα αποτελούσαν εξ' ακοής μαρτυρία, στην οποία πάλι δεν θα ήμουν διατεθειμένος να δώσω οποιαδήποτε βαρύτητα. Η συγκατηγορούμενη και συναυτουργός στην παρούσα περίπτωση δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει ενόρκως χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση από την κατηγορούσα αρχή. Επίσης, περιέχονται στις δηλώσεις και υποδείξεις της και αναφορές σε σχέση με τη θέση που βρισκόταν τόσο αρχικά όσο και κατά τη διάπραξη των αδικημάτων, το όχημα του κατηγορουμένου καθώς και τι αυτός έκανε. Μετά τη δική της ομολογία και παραδοχή ενδεχομένως η κατηγορούμενη αρ.2 να ήθελε να ενοχοποιήσει και τον κατηγορούμενο. Επίσης, το Δικαστήριο δεν μπορεί να ξέρει επ' ακριβώς τις σχέσεις που είχαν μεταξύ τους κατηγορούμενος και κατηγορούμενη και κατά πόσο αυτή είχε οποιοδήποτε κίνητρο να εμπλέξει και τον κατηγορούμενο. Αν και ενδεχομένως κάποιες υποδείξεις της να συνάδουν με τα όσα η Μ.Κ.2 ανέφερε και εξήγησε στο Δικαστήριο αλλά και με άλλη μαρτυρία, κρίνω ότι εν όψει όλων των ανωτέρω δεν θα ήταν ασφαλές να δώσω οποιαδήποτε βαρύτητα ή να λάβω υπόψη μου τις υποδείξεις της κατηγορουμένης αρ.2 γι αυτό δεν θα το πράξω. Ο Μ.Κ.4 ανέφερε στο Δικαστήριο και αυτός τις ενέργειες που έκανε στα πλαίσια της διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης και κρίνω ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και να το βοηθήσει να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα. Δεν έχω διαπιστώσει κάτι μεμπτό έτσι ώστε να με οδηγεί στο να μην αποδεκτώ τη μαρτυρία του. Η αντεξέταση του ήταν περιορισμένη και δεν κλονίστηκε καθοιονδήποτε τρόπο η αξιοπιστία του. Πέραν από τα πιο πάνω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να δώσει οποιαδήποτε βαρύτητα στις δηλώσεις και απαντήσεις της συγκατηγορούμενης προς τον μάρτυρα κατά την ανεύρεση των τεκμηρίων που ανέφερε τόσο στην οικία του κατηγορούμενου όσο και στο αυτοκίνητο του. Το περιεχόμενο των εν λόγω δηλώσεων αποτελεί εξ' ακοής μαρτυρία προερχόμενη από την συγκατηγορούμενη και συναυτουργό η οποία δεν ήρθε να καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, είχε ενδεχομένως κάθε λόγο και κίνητρο να αποποιηθεί τις δικές της ευθύνες ή μέρος των δικών της ευθυνών ή ακόμη και να ενοχοποιήσει, πέραν από τον εαυτό της και τον κατηγορούμενο. Εν όψει αυτών δεν θα ήταν ασφαλές να βασιστώ σε αυτές και να προβώ σε συμπεράσματα και ως εκ τούτου δεν θα της λάβω υπόψη μου. Εκτός από την πιο πάνω διευκρίνιση, αποδέχομαι την υπόλοιπη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού στην ολότητα της και όλα τα τεκμήρια τα οποία βρήκε στα σημεία που ανέφερε. Από την αντίπερα όχθη ο κατηγορούμενος δεν μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα, η μαρτυρία του είναι γεμάτο αντιφάσεις και σε πολλά μέρη της ακατανόητη. Συγκρούεται ακόμη και με μέρη της κατάθεσης του που υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως του εξέτασης και τα οποία δεν δίστασε κατά την προφορική του μαρτυρία να διαφοροποιήσει σε μια προσπάθεια του να αποποιηθεί τυχόν ευθύνες δικές του αντιλαμβανόμενος ότι αυτά τον ενοχοποιούν ή τουλάχιστον είναι ενάντια στα συμφέροντα του. Η όλη εντύπωση που απεκόμισα από τον κατηγορούμενο κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα ήταν η προσπάθεια του να αποστασιοποιηθεί από το όλο επεισόδιο και ότι ο ίδιος δεν έχει καμιά σχέση και γνώση γι αυτό ενώ παράλληλα προσπάθησε να πείσει ότι προσπάθησε να βοηθήσει το θύμα αναφέροντας τον τρόπο που έφυγε από το μέρος έτσι ώστε να γίνει κατορθωτό να ληφθούν οι αριθμοί εγγραφής του οχήματος του. Παρόλα αυτά όμως, ο ίδιος ούτε στο σημείο του συμβάντος αλλά ούτε μεταγενέστερα δεν προέβηκε σε οτιδήποτε για να βοηθήσει το θύμα ούτε κατήγγειλε το όλο συμβάν στην Αστυνομία δίνοντας προς τούτο ανυπόστατες δικαιολογίες περί φόβου του από την κατηγορούμενη αρ. 2 και ότι κατά την ώρα του συμβάντος έγιναν όλα γρήγορα και δεν μπορούσε να πράξει οτιδήποτε. Θεωρώ ότι η προφορική μαρτυρία του κατηγορουμένου μοναδικό σκοπό και στόχο είχε να αποποιηθεί των οποιονδήποτε τυχόν ευθυνών έχει για το όλο συμβάν και να αποφύγει την καταδίκη του. H προσπάθεια του να εξηγήσει και να δικαιολογήσει κάποιες αναφορές του στην γραπτή του κατάθεση όπως το τι η κατηγορούμενη αρ.2 του είπε πριν κατεβεί από το αυτοκίνητο καθώς επίσης και το γεγονός ότι στο εστιατόριο και στην μπυραρία πήγαν πριν το συμβάν και όχι μετά, είναι εκ των υστέρων σκέψεις του κατηγορούμενου με απώτερο σκοπό να αποφύγει τυχόν καταδίκη του. Το ίδιο ισχύει και για το γεγονός ότι την κατηγορούμενη αρ. 2 την γνώρισε και διέμεινε μαζί του την προηγούμενη μέρα και όχι τρεις περίπου μήνες προηγουμένως όπως αναφέρει στην κατάθεση του, σε μια προσπάθεια του να αποστασιοποιηθεί από αυτήν και να ενισχύσει τη θέση του ότι δεν την γνώριζε και ούτε είχε υπόψη του τι θα έκανε. Επίσης, οι αναφορές και δικαιολογίες του ότι έγιναν όλα πολύ σύντομα και δεν μπορούσε να βοηθήσει ή να πράξει οτιδήποτε στερούνται πειστικότητας και δεν συνάδουν με τη λογική αλλά ούτε και με τον τρόπο που προσπάθησε να το δικαιολογήσει. Έχοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω και το υπόλοιπο περιεχόμενο της προφορικής μαρτυρίας του κατηγορούμενου, κρίνω ότι αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει ασφαλή βάση για την εξαγωγή των ορθών συμπερασμάτων και ως εκ τούτου απορρίπτεται στην ολότητα της. Παρά ταύτα θεωρώ ότι μπορώ να λάβω υπόψη μου μέρος της κατάθεσης του, τεκμήριο16, η οποία λήφθηκε την επομένη του επεισοδίου και το μέρος αυτό αποτελείται από ενοχοποιητικές δηλώσεις ή τουλάχιστον δηλώσεις ενάντια στα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, το μέρος αυτό αποτελεί και αναφορές που δίνουν μια άλλη υφή στα γεγονότα και τα γεγονότα αυτά μόνο ο κατηγορούμενος τα γνωρίζει. Επίσης, η κατάθεση αυτή έχει ληφθεί με την ελεύθερη βούληση του κατηγορουμένου μετά από την επίστηση της προσοχής του στον Νόμο και εν πάσει περιπτώσει δεν έχει προκύψει ότι αυτή δεν είναι θεληματική ή ότι παραβιάστηκαν τα δικαιώματα του κατηγορούμενου κατά τη λήψη της ή θα ήταν άδικο να ληφθεί υπόψη. Πέραν των πιο πάνω, για τα μέρη της κατάθεσης του κατηγορουμένου στα οποία θα δοθεί βαρύτητα έλαβα υπόψη μου και το γεγονός ότι αυτά συνάδουν και με άλλη αποδεκτή από το Δικαστήριο μαρτυρία. Συγκεκριμένα, θα λάβω υπόψη μου από την κατάθεση του κατηγορουμένου ότι τη συγκεκριμένη μέρα πήγε μαζί με την κατηγορούμενη στην Πέγεια με σκοπό να δανειστεί από τον φίλο του Μιχάλη Πίττα κάποια χρήματα και ότι αρχικά δεν τον βρήκε στο μέρος που συμφώνησαν να συναντηθούν κάτι το οποίο έγινε μετά το συμβάν και τελικά του δάνεισε το ποσό των €30. Το μέρος αυτό της κατάθεσης του κατηγορούμενου συνάδει με την μαρτυρία του Μ.Κ.1 ο οποίος ανέφερε ότι επιβεβαίωσε τους ισχυρισμούς αυτούς του κατηγορουμένου. Επίσης, αποδέχομαι το γεγονός που αναφέρει στην κατάθεση του, ότι αφού αρχικά δεν βρήκε τον φίλο του, μετέβηκε μαζί με την κατηγορούμενη αρ. 2 στο χώρο στάθμευσης του «Αράπη» όπως τον αποκαλεί και ότι εκεί βρίσκονταν δύο ηλικιωμένες κοπέλες εκ των οποίων η μια κρατούσε μια τσάντα στον ώμο. Αυτά είναι παραδεκτά γεγονότα και προκύπτουν και από την υπόλοιπη μαρτυρία που έκανε αποδεκτή το Δικαστήριο. Πέραν των πιο πάνω, θα λάβω υπόψη μου και αυτά που αναφέρει ότι του είπε η κατηγορούμενη αρ. 2 πριν κατεβεί από τον αυτοκίνητο του και συγκεκριμένα «βλέπεις αυτή που κρατά την τσάντα την κοπέλα θα κατεβώ να της την πάρω». Επίσης, θα λάβω υπόψη μου τις αναφορές του ότι όταν κατέβηκε από το αυτοκίνητο και πήγε προς το μέρος της συνομιλούσαν για 2 - 3 λεπτά και σε κάποια στιγμή όταν οι δύο κοπέλες σηκώθηκαν να φύγουν τότε η κατηγορούμενη αρ. 2 επιτέθηκε στην μια από αυτές και της πήρε τη τσάντα. Τα πιο πάνω συνάδουν με την μαρτυρία της Μ.Κ.2 και παραπονούμενης που το Δικαστήριο έκανε αποδεκτή και η αναφορά του στα λόγια που του είπε η κατηγορούμενη αρ.2 συνηγορούν στο ότι ο κατηγορούμενος ήξερε τι η κατηγορούμενη αρ. 2 θα έκανε όταν κατέβηκε από το αυτοκίνητο του και αυτό αποτελεί δήλωση αν όχι απόλυτα ενοχοποιητική τουλάχιστον ενάντια στα συμφέροντα του. Το γεγονός αυτό άλλωστε θεωρώ ότι προκύπτει και ενισχύεται και από τις κινήσεις του οχήματος του κατηγορουμένου όπως τις περιέγραψε η παραπονούμενη και από την όλη συμπεριφορά του κατά την ώρα του συμβάντος. Περαιτέρω, θα λάβω υπόψη μου το γεγονός ότι μετά το επεισόδιο η κατηγορούμενη αρ. 2 επέστρεψε στο αυτοκίνητο καθώς επίσης και τις υπόλοιπες ενέργειες και συμπεριφορά τους όπως τα περιγράφει στην κατάθεση του. Η προσπάθεια του στην προφορική του μαρτυρία να μεταθέσει τις ενέργειες τους αυτές και την επίσκεψη τους στο εστιατόριο και στη καφετέρια πριν το όλο συμβάν απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο ως εκ των υστέρων σκέψεις του κατηγορουμένου. Επίσης, ο ίδιος δεν μπορούσε να δικαιολογήσει αυτή τη διαφοροποίηση του από την γραπτή του κατάθεση και οι αναφορές του σε σχέση με τη διαδρομή που ακολούθησε για να πάει στην Πέγεια πριν το συμβάν καταδεικνύουν το αβάσιμο των προφορικών του ισχυρισμών. Τα πιο πάνω μέρη της κατάθεσης του κατηγορούμενου γίνονται αποδεκτά για την αλήθεια του περιεχομένου τους για τους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω και έχοντας υπόψη μου τις αρχές που έχει θέσει η νομολογία αναφορικά με τον τρόπο αξιολόγησης της ανακριτικής κατάθεσης ενός κατηγορούμενου (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109, Findlay Duncan 73 Crim. App. R. 359 και Φίλιππος Κωνσταντινίδης v. Της Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 190). Έχοντας υπόψη την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας και τα παραδεκτά γεγονότα, τα κάτωθι αποτελούν τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης: Στις 14/02/2011 και περί ώρα 13:30 - 14:00 η παραπονούμενη Μ.Κ.2 βρισκόταν μαζί με κάποια φίλη της επ' ονόματι Αντωνία η οποία είχε πρόβλημα υγείας (αλτσχαϊμερ) στο χώρο στάθμευσης δίπλα από το ξενοδοχείο Corallia ή του κέντρου «ΑΡΑΠΗΣ» στον Κόλπο Κοραλλίων και κατευθύνονταν προς την παραλία όπου πήγαν και έκατσαν σε μια πέτρα δίπλα από τα σκαλιά που οδηγούν προς τη θάλασσα. Κατά τον ίδιο χρόνο εισήλθε στο εν λόγω χώρο στάθμευσης το όχημα με αρ. εγγραφής ΚΒΒ 828 με οδηγό τον κατηγορούμενο και συνοδηγό την κατηγορούμενη αρ.
  1. Ο λόγος που ο κατηγορούμενος βρέθηκε στο μέρος ήταν διότι προηγουμένως είχε μεταβεί στην Πέγεια για να συναντήσει κάποιο φίλο του επ' ονόματι Μιχάλη Πίττα με σκοπό να του δανείσει χρήματα αλλά δεν τον βρήκε και έτσι μετέβηκαν στο συγκεκριμένο χώρο για να περάσει λίγος χρόνος και ακολούθως να επισκεφτεί εκ νέου το χώρο όπου θα συναντούσε το εν λόγω πρόσωπο. Εισερχόμενος στο χώρο στάθμευσης το όχημα του κατηγορουμένου σταμάτησε σε μια απόσταση περί τα 30 μέτρα μακριά από εκεί που βρίσκονταν η παραπονούμενη με τη φίλη της με τα μούτρα του αυτοκινήτου προς τη θάλασσα. Ακολούθως, το αυτοκίνητο αυτό κινήθηκε λίγο προς τα πίσω και ακολούθως μπροστά και πλαγίως με κατεύθυνση το ξενοδοχείο Corallia και σταμάτησε σε απόσταση 1- 2 μέτρων από εκεί που βρίσκονταν τα πιο πάνω πρόσωπα και την πόρτα του συνοδηγού να βρίσκεται στην μεριά των προσώπων αυτών, όπου παρέμεινε για 5 - 10 λεπτά. Τα δύο άτομα που ήταν μέσα δηλαδή ο κατηγορούμενος και η κατηγορούμενη αρ. 2, γελούσαν και έκανα πολύ θόρυβο και η παραπονούμενη δεν ένοιωσε άνετα τη στιγμή εκείνη διότι δεν είχε άλλο άτομο στο χώρο στάθμευσης. Ο δε κατηγορούμενος πέταξε ένα άδειο πακέτο τσιγάρων έξω από το αυτοκίνητο και ακολούθως, η κατηγορούμενη αρ. 2 κατέβηκε από το αυτοκίνητο και τις πλησίασε ρωτώντας τι ώρα περνούσε το λεωφορείο λέγοντας της ότι νομίζει ότι αυτό γίνεται κάθε 15 λεπτά. Η παραπονούμενη ένοιωσε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, κράτησε πιο σφικτά τη τσάντα της και σηκώθηκε μαζί με τη φίλη της γυρίζοντας την πλάτη τους προς την κατηγορούμενη αρ. 2 για να κατευθυνθούν προς το αυτοκίνητο τους στο χώρο στάθμευσης. Την ώρα εκείνη, ένοιωσε την κατηγορούμενη αρ.2 να την αρπάζει από το πίσω μέρος του κεφαλιού της και την τράβηξε προς τα κάτω από τα μαλλιά της. Την πέταξε στο έδαφος και προσπαθούσε να της πάρει τη τσάντα χωρίς να την αφήνει. Η φίλη της προσπάθησε να την βοηθήσει αλλά την πέταξε και αυτήν στο έδαφος. Ακολούθως, την κτύπησε στο πρόσωπο με τη γροθιά της και αναγκάστηκε να αφήσει τη τσάντα την οποία τελικά της πήρε. Κατά την ώρα του επεισοδίου αυτού η παραπονούμενη φώναζε δυνατά, ήταν πολύ φοβισμένη και έτρεμε. Επίσης, προκύπτει ότι προτού η κατηγορούμενη αρ. 2 κατεβεί από το αυτοκίνητο, είπε στον κατηγορούμενο ότι θα κατεβεί να πάρει τη τσάντα που κρατούσε η παραπονούμενη. Περαιτέρω, καθόλη τη διάρκεια του επεισοδίου ο κατηγορούμενος βρισκόταν στο αυτοκίνητο και έβλεπε χωρίς να κάνει οτιδήποτε ενώ μόλις η κατηγορούμενη αρ. 2 πήρε τη τσάντα, έτρεξε πίσω στο αυτοκίνητο του κατηγορουμένου και έφυγαν μαζί πολύ γρήγορα. Στη συνέχεια ήρθαν κάποια πρόσωπα από την παραλία και βοήθησαν την παραπονούμενη και τη φίλης της, κατέγραψαν τον αριθμό εγγραφής του οχήματος του κατηγορουμένου και μετέβηκα στο παρακείμενο ξενοδοχείο όπου ειδοποίησαν την Αστυνομία. Στην τσάντα της παραπονουμένης που πήρε η κατηγορούμενη αρ.2 υπήρχαν: το πορτοφόλι της αξίας €65 στο οποίο υπήρχε το χρηματικό πόσο των €83, τα καινούργια γυαλιά οράσεως της αξίας €70, το κινητό της τηλέφωνο αξίας €160, τραπεζικές κάρτες της Αγγλικής της τράπεζας και την Τράπεζας Κύπρου, η κυπριακή ταυτότητα της, η αγγλική άδεια οδήγησης της, το κλειδί του αυτοκινήτου της αξίας €160 και δύο κάρτες υπεραγορών. Από την επίθεση που η παραπονούμενη δέχθηκε υπέστη τραυματισμούς. Σύμφωνα με το ιατρικό πιστοποιητικό του Νοσοκομείου το οποίο η παραπονούμενη επισκέφθηκε την ίδια μέρα του συμβάντος και περί ώρα 17:30 ((βλ. τεκμήριο ΣΤ), αυτή έφερε: δύο εκχυμώσεις σε κάτω χείλος στόματος και εκχύμωση σε δεξιά και αριστερά ζυγωματική χώρα κεφαλής. Επίσης, έφερε μια εκδορά σε ονυχοφόρο φάλαγγα δεξιάς χείρας. Από τον ακτινολογικό έλεγχο δεν διαπιστώθηκε εμφανής οστική κάκωση. Μετά το επεισόδιο ο κατηγορούμενος συναντήθηκε με τον γνωστό του ο οποίος του δάνεισε το ποσό των €
  2. Ακολούθως, πήγε μαζί με την κατηγορούμενη στη ψησταριά «ΓΡΗΓΟΡΗΣ» που βρίσκεται στην περιοχή Β΄ Γυμνασίου, στην Πάφο όπου η κατηγορούμενη έφαγε σάντουιτς ενώ αυτός ήπιε μια μπύρα και τα οποία πλήρωσε η κατηγορούμενη αρ.
  3. Στη συνέχεια πήγαν σε μια καφετέρια όπου ο ίδιος ήπιε μια μπύρα και η κατηγορούμενη 2 ένα καφέ τα οποία επίσης πλήρωσε η τελευταία. Στη συνέχεια πήγαν στο περίπτερο κάτω από το διαμέρισμα του πληρώνοντας στην κοπέλα που ήταν εκεί το ποσό των €30 και ακολούθως ανέβηκαν στο διαμέρισμα του. Ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε κατόπιν δικαστικού εντάλματος σύλληψης στις 14/02/2011 και περί ώρα 20:30 στο διαμέρισμα του και αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο για τα αδικήματα που συνελήφθηκε απάντησε ότι δεν είχε ιδέα και ότι επισκέφθηκε το φίλο του τον Μιχάλη στην Πέγεια. Σε έρευνα που ακολούθησε ανευρέθηκε στο ερμάρι του υπνοδωματίου του κατηγορούμενου το κινητό τηλέφωνο της παραπονούμενης και το πορτοφόλι της άδειο. Επίσης, κάτω από το κάθισμα της θέσης του συνοδηγού του οχήματος του κατηγορουμένου με αρ. εγγραφής ΚΒΒ 828 ανευρέθηκε η τσάντα της παραπονούμενης και εντός αυτής τα κλειδιά της και όλα τα προσωπικά της αντικείμενα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα προνοεί τα ακόλουθα: «
  4. Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκηµα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύµφωνα µε τα ακόλουθα: (α) εκείνος που διενεργεί πράγµατι την πράξη ή παράλειψη, η οποία συνιστά το ποινικό αδίκηµα· (β) εκείνος που διαπράττει ή παραλείπει να διαπράξει κάτι µε σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήµατος από άλλο ή να παρέχει βοήθεια για τη διάπραξη τέτοιου αδικήµατος από άλλον· (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήµατος· (δ) εκείνος που συμβουλεύει ή που προάγει άλλον για διάπραξη ποινικού αδικήµατος. ...................». Αναφορικά με την εφαρμογή του πιο πάνω άρθρου παραπέμπω στην Αjini v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 319 όπου αναφέρθηκε ότι καθένας ο οποίος ενεργεί ως συνεργός μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός χωρίς να χρειάζεται να εξειδικευθεί η εμπλοκή του στις λεπτομέρειες του αδικήματος αν και αυτό είναι επιθυμητό όταν η κατηγορούσα αρχή γνωρίζει ευθύς εξ' αρχής ποιος ήταν ο ρόλος του κατηγορούμενου (βλ. επίσης Maxwell v. D.P.P. for Northern Ireland 68 Cr. App. R. 128 (HL). Σε τέτοια περίπτωση πρέπει να αποδειχθεί η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό η οποία εμπεριέχει δύο στοιχεία και συγκεκριμένα (α) την παροχή βοήθειας ή την παρακίνηση (β) στη διάπραξη αδικήματος και η ένοχη διάνοια (mens rea) η οποία αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό μάλιστα στοιχείο για το συνεργό, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ότι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού (βλ. Επίσημος Παραλήπτης και Εκκαθαριστής της Εταιρείας C.H. Zakakiotis (Disco) Ltd v. Kalavas & Associates Ltd κ.α.
(1999)2 Α.Α.Δ. 523). Περαιτέρω, το άρθρο 21 του Ποινικού Κώδικα προνοεί τα ακόλουθα: «
  1. Αν δύο ή περισσότεροι διαμορφώσουν κοινή πρόθεση για την επιδίωξη από κοινού κάποιου παράνοµου σκοπού και κατά την επιδίωξη του σκοπού αυτού διαπραχτεί ποινικό αδίκηµα τέτοιας φύσης, ώστε η διάπραξη του να ήταν πιθανή συνεπεία της επιδίωξης του πιο πάνω σκοπού, ο κάθε ένας από αυτούς, θεωρείται ότι διέπραξε το ποινικό αδίκηµα.» Σε σχέση με τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος παραθέτω τα ακόλουθα: To άρθρο 282 του Ποινικού Κώδικα προνοεί τα ακόλουθα: «
  2. Όποιος κλέβει κάτι και κατά ή αµέσως πριν ή αµέσως µετά το χρόνο της κλοπής, χρησιμοποιεί ή απειλεί να χρησιμοποιήσει πραγματική βία εναντίον οποιουδήποτε προσώπου ή περιουσίας, µε σκοπό απόκτησης ή κατακράτησης εκείνου που εκλάπηκε ή µε σκοπό αποτροπής ή εξουδετέρωσης αντίστασης που προβάλλεται εναντίον της κλοπής ή κατακράτησης αυτού, είναι ένοχος του κακουργήματος της ληστείας.» Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του κακουργήματος της ληστείας είναι τα ακόλουθα: 1) Κλοπή κάποιου πράγματος ή αντικείμενου, 2) Χρησιμοποίηση ή απειλή χρησιμοποίησης πραγματικής βίας εναντίον προσώπου ή περιουσίας κατά ή αμέσως πριν ή προηγουμένως του χρόνου της κλοπής, 3) Με σκοπό είτε την απόκτηση ή κατακράτηση εκείνου που κλάπηκε είτε την αποτροπή ή εξουδετέρωση αντίστασης που προβάλλεται εναντίον της κλοπής ή κατακράτησης αυτού. Αναφορικά με το αδίκημα της συνομωσίας, το άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοεί τα ακόλουθα: «Όποιος συνωμοτεί µε άλλο να διαπράξει κακούργηµα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε µέρος του κόσµου η οποία αν διενεργόταν στη Δηµοκρατία θα ήταν κακούργηµα και η οποία είναι ποινικό αδίκηµα σύµφωνα µε τους νόµους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος κακουργήµατος και αν δεν προνοείται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή προκειµένου για κακούργηµα που επισύρει κατά ανώτατο όριο ποινή κατώτερη από τη φυλάκιση επτά χρόνων, σε τέτοια κατώτερη ποινή.» Έχει αναφερθεί στην Αbdebraouf Ben Abdallah Gani v. Της Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134 ότι οι πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου αλλά και του άρθρου 372 που αφορά τη συνομωσία προς διάπραξη πλημμελήματος, ενσωματώνουν την έννοια του αδικήματος της συνωμοσίας σύμφωνα με το κοινοδίκαιο. Σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση, το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από τη συμφωνία. Επίσης, προκύπτει ότι η ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας σε κάθε περίπτωση είναι ζήτημα πραγματικό και εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Περαιτέρω, η συνομωσία, εκτός της ύπαρξης συμφωνίας, περιλαμβάνει και το στοιχείο της πρόθεσης (men rea) και για τούτο, η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδεικνύει όχι μόνο τη συμφωνία μεταξύ των κατ' ισχυρισμό συνωμοτών να εκτελέσουν ένα παράνομο σκοπό (αποδεικνυόμενης είτε με λόγια είτε με άλλο τρόπο επικοινωνίας μεταξύ τους), αλλά επιπρόσθετα θα πρέπει να αποδεικνύει την πρόθεση στη σκέψη καθενός κατ' ισχυρισμό συνωμότη να εκτελέσει τον παράνομο σκοπό (R v. Thompson, 50 Cr. App. R.1 και Παντελής Λαζάρου κ.α v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Σε σχέση με το αδίκημα της επίθεσης προκαλούσας πραγματικής σωματικής βλάβης, το άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα αναφέρει ότι όποιος διαπράττει επίθεση που προκαλεί πραγματική σωµατική βλάβη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων. Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή με μεγάλη αδιαφορία (recklessly) να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλ. R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788). Η μεγάλη αδιαφορία στην οποία μπορεί να στοιχειοθετηθεί εναλλακτικά το συστατικό στοιχείο της πρόθεσης στο αδίκημα, έχει περιγραφεί στη Νομολογία του κοινοδικαίου ότι καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, αφού συνειδητοποιήσει την ύπαρξη του κινδύνου, παρά ταύτα προβαίνει στις ενέργειες του (βλ. R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974 και R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 964). Πραγματική σωματική βλάβη περιλαμβάνει οποιοδήποτε τραύμα εξωτερικό ή εσωτερικό (συμπεριλαμβανομένης και υστερικής νευρικής κατάστασης) που επέρχεται ως αποτέλεσμα της επίθεσης. Στην υπόθεση Georghiades v. Police
(1985)2 C.L.R. 56, επιφανειακή εκδορά στο πρόσωπο με ερέθισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου 243 (βλ. επίσης R. v. Miller
(1954)2 All E.R. 529. 534 και Αστυνομία v. Ιωάννου
(1989)2 Α.Α.Δ. 61). Δεν χρειάζεται το τραύμα να είναι σοβαρό ή μόνιμου χαρακτήρα (βλ. σύγγραμμα Archbold, 36η έκδοση, παρ. 2634). ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον του κατηγορουμένου. Είναι γεγονός και προκύπτει από ευρήματα του Δικαστηρίου ότι το κακούργημα της ληστείας και το αδίκημα της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματικής βλάβη εναντίον της παραπονουμένης έχει αποδειχθεί ότι διαπράχθηκαν από την κατηγορούμενη αρ. 2. Αυτό άλλωστε και είναι και παραδεκτό γεγονός ή αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων. Το ζητούμενο είναι κατά πόσο και ο κατηγορούμενος μπορεί να κριθεί ένοχος στα πιο πάνω αδικήματα ως συνεργός και παράλληλα και για το αδίκημα της συνομωσίας για την διάπραξη του κακουργήματος της ληστείας. Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου όπως έχουν αναφερθεί ανωτέρω και συγκεκριμένα από την όλη συμπεριφορά του κατηγορουμένου τόσο αμέσως πριν όσο και κατά τη διάπραξη των αδικημάτων από την κατηγορούμενη αρ. 2, οδηγούν σε ένα και μόνο συμπέρασμα. Ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η κατηγορούμενη αρ. 2 είχε σκοπό να κατεβεί από το αυτοκίνητο και να πάρει τη τσάντα της παραπονούμενης και αυτό προκύπτει τόσο από την ίδια την αναφορά του στην γραπτή του κατάθεση αλλά και από την όλη συμπεριφορά του να οδηγήσει το αυτοκίνητο του και να σταματήσει ακριβώς δίπλα από το σημείο που καθόταν η παραπονούμενη με τη φίλη της, να παραμείνει σε αυτό και να κοιτάζει την κατηγορούμενη αρ. 2 να διαπράττει αυτό το αποτρόπαιο έγκλημα εναντίον της παραπονούμενης, να μην προβαίνει σε οποιαδήποτε ενέργεια για να το αποτρέψει αλλά αντιθέτως να αναμένει την κατηγορούμενη αρ. 2 να ολοκληρώσει τη διάπραξη των αδικημάτων και στη συνέχεια αυτή να επιστρέφει και να εισέρχεται πίσω στο αυτοκίνητο στη θέση του συνοδηγού και ακολούθως και οι δύο μαζί να φεύγουν από το χώρο πολύ γρήγορα. Όλα τα πιο πάνω γεγονότα καταδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, την παροχή βοήθειας από τον κατηγορούμενο στην κατηγορούμενη αρ. 2 στο να διαπράξει το κακούργημα της ληστείας και κατ' επέκταση και της επίθεσης, αφού οδήγησε τα όχημα του στο σημείο που βρισκόταν η παραπονούμενη όπου η κατηγορούμενη αρ. 2 εξήλθε από αυτό και στη συνέχεια και αφού ολοκλήρωσε την πράξη της, ο κατηγορούμενος που την ανέμενε στο σημείο τη βοήθησε και διέφυγε από τη σκηνή. Ταυτόχρονα, ο κατηγορούμενος παρέλειψε να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια με σκοπό να αποτρέψει την κατηγορούμενη αρ. 2 από τη διάπραξη των αδικημάτων. Αντιθέτως, παρέμεινε στο αυτοκίνητο του απαθής κοιτάζοντας την κατηγορούμενη αρ.2 να επιτίθεται εναντίον μιας ανυπεράσπιστης ηλικιωμένης γυναίκας με απώτερο σκοπό να της πάρει τη τσάντα της μέχρι που αυτή να το καταφέρει ενώ το χώριζε μια μικρή απόσταση από το όλο επεισόδιο και έβλεπε τι γινόταν. Τα πιο πάνω γεγονότα δεν αφήνουν καμία αμφιβολία τόσο για την ένοχη πράξη του κατηγορούμενου (είτε δια παροχής βοήθεια είτε δια παραλείψεων), όσο και για την ένοχη διάνοια του σε σχέση με αυτή. Προς αυτή την κατεύθυνση συνηγορούν και τα όσα ακολούθησαν του συμβάντος, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος με την κατηγορούμενη αρ. 2 συνέχισαν να βρίσκονται μαζί, πήγαν στο φίλο του από όπου δανείστηκε τα χρήματα που ανέφερε και ακολούθως σε εστιατόριο και καφετέρια για να καταλήξουν στο διαμέρισμα του, όπου διέμεναν μαζί, χωρίς ο ίδιος να προβεί σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια σε σχέση με το συμβάν η οποία να μπορούσε να εξεταστεί κατά πόσο ήταν τέτοια που να άφηνε οποιαδήποτε αμφιβολία στα πιο πάνω συμπεράσματα σε σχέση με την όλη συμπεριφορά του στο επεισόδιο. Περαιτέρω, τα πιο πάνω γεγονότα και ευρήματα του Δικαστηρίου καταδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ότι ο κατηγορούμενος συμφώνησε με την κατηγορούμενη αρ. 2 στη διάπραξη του αδικήματος της 2ης κατηγορίας και συγκεκριμένα στο να κατεβεί από το αυτοκίνητο του και να πάρει τη τσάντα που κρατούσε η παραπονούμενη με ότι αυτό προϋπόθετε για να καταστεί δυνατό και εφικτό. Δεν μπορεί να λεχθεί ότι αυτό έγινε προτού μεταβούν στην Πέγεια ή ότι βρέθηκαν στον χώρο γι αυτό το σκοπό αλλά αυτό έλαβε χώρα σε κάποιο στάδιο πριν η κατηγορούμενη αρ. 2 εξέλθει του αυτοκινήτου και διαπράξει τα αδικήματα. Πέραν της αναφοράς της κατηγορουμένης αρ. 2 προς τον κατηγορούμενο, ότι δηλαδή θα κατεβεί να πάρει τη τσάντα της παραπονούμενης και την μη αντίδραση του κατηγορουμένου σε αυτό, υπάρχουν και άλλα στοιχεία θετικών ενεργειών του κατηγορουμένου προς αυτήν την κατεύθυνση όπως η κίνηση που έκανε με το αυτοκίνητο του αμέσως πριν τη διάπραξη του αδικήματος και στην πορεία η μετέπειτα συμπεριφορά του όπως αναφέρθηκε ανωτέρω. Όλα αυτά καταδεικνύουν ότι υπήρχε συμφωνία στη διάπραξη του κακουργήματος της ληστείας από τους κατηγορούμενους αρ. 1 και 2 καθώς επίσης και πρόθεση να διαπραχθεί το εν λόγω κακούργημα όπως και διαπράχθηκε στη συνέχεια. Όλες οι ενέργειες και συμπεριφορά του κατηγορουμένου δεν μπορούν να εξηγηθούν διαφορετικά και δεν συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα εκτός από το ότι αυτός συμφώνησε με την κατηγορούμενη αρ. 2 όπως η τελευταία κατεβεί από το αυτοκίνητο του με απώτερο σκοπό να κλέψει τη τσάντα τα παραπονούμενης με ότι αυτό συνεπάγεται και ακολούθως αυτός οδήγησε το όχημα του ακριβώς δίπλα από το σημείο που ήταν η παραπονούμενη, η κατηγορούμενη αρ. 2 εξήλθε από αυτό, διέπραξε τα αδικήματα, ο κατηγορούμενος καθόλη την διάρκεια αυτή ήταν στη θέση του οδηγού και κοίταζε απαθής και στη συνέχεια όταν η κατηγορούμενη αρ. 2 έκλεψε τη τσάντα, εισήλθε πίσω στη θέση του συνοδηγού του οχήματος του κατηγορουμένου και μαζί έφυγαν πολύ γρήγορα από το μέρος. Επίσης, η μετέπειτα συμπεριφορά του δεν καταδεικνύει ότι οι πιο πάνω ενέργειες και παραλείψεις του ενδεχομένως να συμβιβάζονται και με οποιοδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα. Αντιθέτως, ενισχύει τα πιο πάνω συμπεράσματα του Δικαστηρίου. Επομένως και λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, η κατάληξη είναι ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της εναντίον του κατηγορούμενου, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και αυτός κρίνεται ένοχος και στις τρείς κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.).............. Πρωτοκολλητής Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.