← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΑΝΤΡΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 5878/2011, 29/4/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΑΝΤΡΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 5878/2011, 29/4/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B75 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5878/2011 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v.

  1. ΑΝΤΡΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΟΥ
  2. ΜΑΡΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΟΥ
  3. ΣΤΕΛΛΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΟΥ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 29.04.14 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Για Κατηγορούμενες 1, 2 και 3: κος Ν. Ιωάννου μαζί με κα Ε.Χ. Πουλλά Κατηγορούμενες 1, 2 και 3: παρούσες ΑΠΟΦΑΣΗ Έκαστη κατηγορούμενη αντιμετωπίζει κατηγορία επίθεσης η οποία προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων (πρώτη, τρίτη και τέταρτη κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, οι κατηγορούμενες 1, 2 και 3, κατηγορούνται ότι στις 23.09.10 στην οδό Αντρέα Χριστοδούλου στην Πάφο επιτέθηκαν εναντίον της Ελένης Μιχαήλ προκαλώντας της πραγματική σωματική βλάβη. Αναφορικά με τη δεύτερη κατηγορία του κατηγορητηρίου η κατηγορούσα αρχή προέβηκε στη διακοπή της μετά το κλείσιμο της υπόθεσης και ως εκ τούτου η κατηγορούμενη 1 απαλλάχτηκε σ' αυτή. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε 3 μάρτυρες και συγκεκριμένα την Ελένη Μιχαήλ, παραπονούμενη στην υπόθεση αυτή (ΜΚ1), τον Δρ. Νεκτάριο Σιδηρόπουλο του Τμήματος Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου (ΜΚ2) και τον αστυφύλακα 3396 Μάριο Κλεοβούλου (ΜΚ2). Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον των κατηγορουμένων 1, 2 και 3 στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν και αφού τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, οι κατηγορούμενες 1,2 και 3 επέλεξαν να προβούν σε χωρίς όρκο κατάθεση από την θέση στην οποίαν βρισκόντουσαν χωρίς να καλέσουν οποιοδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. Παράλληλα, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατατέθηκαν 10 τεκμήρια. ΜΚ1 είναι η Ελένη Μιχαήλ, παραπονούμενη στην υπόθεση αυτή, η οποία είναι αδελφή της κατηγορουμένης 1, της οποίας θυγατέρες είναι οι κατηγορούμενες 2 και
  1. Ως μέρος της κυρίως εξέτασης της προσκόμισε σαν Τεκμήριο 1 την γραπτή κατάθεση της ημερομηνίας 23.09.10 καθώς και το Τεκμήριο 2 που είναι γραπτή συμπληρωματική κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία στις 21.10.
  2. Μέσα από το Τεκμήριο 1 η παραπονούμενη αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι τα τελευταία δύο χρόνια δεν έχει τις καλύτερες σχέσεις με την αδελφή της (κατηγορούμενη 1), ως αποτέλεσμα των οποίων κατέληξαν στο Δικαστήριο εκτός από την παρούσα υπόθεση και για μία άλλη που είναι προγενέστερη της υπό εκδίκασης περίπτωσης. Σε σχέση με την παρούσα υπόθεση σημειώνεται πως στις 23.09.10 και περί ώρα 13:20 όταν η παραπονούμενη επέστρεψε στην οικία της από τη εργασία της και εξήλθε του οχήματος της άκουσε την κατηγορούμενη 1 να την εξυβρίζει. Η παραπονούμενη της απάντησε και τότε όλες οι κατηγορούμενες μαζί ήλθαν και της επιτέθηκαν με τις κατηγορούμενες 2 και 3 να την κτυπούν με τα χέρια και τα πόδια τους ενώ η κατηγορούμενη 1 την κτυπούσε με σκουπόξυλο. Σύμφωνα με την παραπονούμενη, η ίδια δεν μπορούσε να αντιδράσει και φώναζε βοήθεια. Σύμφωνα ακόμη με την παραπονούμενη, όταν οι κατηγορούμενες σταμάτησαν να την κτυπούν αυτές εισήλθαν στην οικία τους ενώ η ίδια ειδοποίησε τον σύζυγο ης, ο οποίος ήλθε και την πήρε στην αστυνομία και στη συνέχεια μετέβηκε στις Πρώτες Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου. Στην δεύτερη γραπτή κατάθεση της στην αστυνομία (Τεκμήριο 2) η παραπονούμενη ανάφερε συμπληρωματικά ότι την ημέρα του επεισοδίου ένα γείτονας τους που άκουσε τις φωνές της ήλθε και την γλύτωσε. Στη δια ζώσης μαρτυρία της η παραπονούμενη αφού ανάφερε ότι σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό επίθεση εξετάστηκε από ιατρό, κατάθεσε ως Τεκμήριο 3 ιατρικό έντυπο ημερομηνίας 23.09.10 του Δρ. Νεκτάριου Σιδηρόπουλου. Ερχόμενη στα κατ' ισχυρισμό γεγονότα που περιβάλλουν το επίδικο επεισόδιο, η παραπονούμενη είπε ότι οι κατηγορούμενες της επιτέθηκαν με τα χέρια και τα πόδια τους ενώ την είχαν πιάσει και από το λαιμό. Η ίδια ζαλίστηκε ενώ για 2 εβδομάδες πονούσε το λαιμό της. Η παραπονούμενη ισχυρίστηκε ότι την χτύπησαν ένεκα των μεταξύ τους κακών σχέσεων. Αντεξεταζόμενος η παραπονούμενη δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως η οικία της γειτνιάζει με την οικία των κατηγορουμένων, οι οποίες αρχικά βρίσκονταν πίσω από ένα διαχωριστικό στη βεράντα της οικίας τους. Όπως η παραπονούμενη εξήγησε, οι κατηγορούμενες την κτύπησαν στα χέρια, πόδια, λαιμό, μαλλιά και πρόσωπο. Σύμφωνα με την παραπονούμενη, οι κατηγορούμενες 2 και 3 την χτύπησαν με τα χέρια τους ενώ η κατηγορούμενη 1 με σκουπόξυλο. Ακολούθως, η παραπονούμενη τηλεφώνησε του συζύγου της από το δρόμο, ο οποίος την πήρε πρώτα στην αστυνομία και μετά στις Πρώτες Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου. ΜΚ2 ήταν ο Δρ. Νεκτάριος Σιδηρόπουλος, ιατρός στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου, ο οποίος αναγνώρισε το Τεκμήριο 3 ως το ιατρικό έντυπο που υπέγραψε και αφορά την ιατρική εξέταση του παραπονούμενου στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, το περιεχόμενο του οποίου υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Στη δια ζώσης μαρτυρία του ο ΜΚ2 εξήγησε το περιεχόμενο του πιο πάνω εγγράφου μέσα από το οποίο σημειώνεται ότι στις 23.09.10 και ώρα 14:25 εξέτασε τον παραπονούμενο μετά από αναφερόμενη επίθεση και ξυλοδαρμό και διαπίστωσε εκδορά στο δεξιό αγκώνα, εκχυμώσεις τραχήλου μπροστά στο λαιμό. Η παραπονούμενη υπεβλήθηκε σε ακτινολογικό έλεγχο κρανίου, αυχενικής μοίρας και δεξιού ώμου χωρίς εμφανείς οστικές κακώσεις, δηλαδή κατάγματα. Επίσης, ο εν λόγω ιατρός παρατήρησε ότι η παραπονούμενη διακατεχόταν από τρόμο, τρέμουλο, έντονη ανησυχία, φοβία και κλάμα ως αποτέλεσμα ψυχολογικής αναστάτωσης που είχε. Εξηγώντας ιατρικά τι είναι η 'εκδορά' ο ΜΚ3 είπε ότι πρόκειται για την γρατσουνιά που είναι μια συνεχής κόκκινη γραμμή στο άνω δέρμα της επιδερμίδας ενώ για την εκχύμωση είπε ότι είναι αιμάτωμα με αποχρώσεις, δηλαδή το μελάνιασμα. Στη συνέχεια ο εν λόγω ιατρός ανάφερε ότι στην παραπονούμενη χορηγήθηκαν χάπια αντιφλεγμονώδη, υπογλώσσιο ηρεμιστικό χάπι ενώ παράλληλα έγινε περίδεση του δεξιού αγκώνα και δόθηκε συνταγή για μαλακό αυχενικό κολάρο. Σύμφωνα ακόμη με τον ΜΚ3, η εκδορά και η εκχύμωση μπορεί να προκληθούν από τον ίδιο τον ασθενή αφού ο αυτός μπορεί να γρατσουνίσει το χέρι του ή να προβεί σε απόπειρα αυτοκτονίας ή να σφίξει κάτι στο λαιμό του ή να προκληθεί από κάποιον άλλο. Μία εκδορά δύναται να είναι πρόσφατη αφού σε ζήτημα ωρών μπορεί να εξαλειφτεί ενώ μια εκχύμωση μπορεί να είναι από ωρών μέχρι ημερών, χωρίς ο ίδιος να το καθορίζει στο Τεκμήριο
  3. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως η εκχύμωση μπορεί να υπάρχει και για εβδομάδα αναλόγως της χρείας του αιματώματος ενώ η εκδορά εάν είναι βαθιά και όχι επιφανειακή μπορεί να είναι και 10 ωρών προηγουμένως. Όπως ο ΜΚ3 ανάφερε, δεν μπορεί χρονικά να προσδιορίσει την δημιουργία της συγκεκριμένης εκδοράς. Κατόπιν σχετικής ερώτησης, ο ΜΚ3 είπε ότι η παραπονούμενη δεν παραπονέθηκε για οποιοδήποτε τραυματισμό στα πόδια, στην πλάτη ή στο πρόσωπο. Επανέλαβε δε πως τα τραύματα που εντόπισε στη συγκεκριμένη περίπτωση μπορούν να προκληθούν ακόμη και από την ίδια την παραπονούμενη. Ο ΜΚ3, αστυφύλακας 3396 Μάριος Κλεοβούλου, ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης. Στην κυρίως εξέταση του, μεταξύ άλλων, παρουσίασε τη γραπτή κατάθεση του σαν μέρος της κυρίως εξέτασης του που κατατέθηκε στην διαδικασία αυτή ως Τεκμήριο 4, μέσα από την οποία αναφέρει ότι στις 23.09.10 η παραπονούμενη προέβηκε σε καταγγελία εναντίον των κατηγορουμένων 1, 2 και 3 δίδοντας την εκδοχή της σε δύο γραπτές καταθέσεις. Στις 24.09.10 ο εν λόγω μάρτυρας έλαβε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη 1, η οποία έδωσε τη δική της εκδοχή για το συμβάν. Αργότερα της ίδιας ημέρας ο ΜΚ3 κατηγόρησε γραπτώς την κατηγορούμενη 1 η οποία απάντησε τα εξής: "Δεν παραδέχομαι την δεύτερη κατηγορία και για την πρώτη κατηγορία αυτή ξεκίνησε τον καβγά." Περαιτέρω, στις 22.10.10 ο ΜΚ3 μετέβηκε στην οικία του προσώπου που η παραπονούμενη κατονομάζει μέσα από την συμπληρωματική κατάθεση της, ο οποίος αρνήθηκε να προβεί σε γραπτή κατάθεση αλλά ανάφερε προφορικώς ότι αφού άκουσε φωνές μετέβη προς το μέρος όπου είδε μόνο την παραπονούμενη και την κατηγορούμενη 1 να βρίσκονται στο έδαφος σε πεζοδρόμιο απέναντι από την οικία τους να αλληλοκτυπιούνται και να τραβά η μία τα μαλλιά της άλλης. Ο ίδιος τις χώρισε ενώ είπε ότι είναι σύνηθες φαινόμενο οι τσακωμοί των δύο αυτών ατόμων. Την 01.01.11 ο ΜΚ3 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τις κατηγορούμενες 2 και 3, οι οποίες έδωσαν την δική τους εκδοχή αναφορικά με το επίδικο επεισόδιο. Ακολούθως την ίδια ημέρα ο εν λόγω μάρτυρας κατηγόρησε γραπτώς τις κατηγορούμενες 2 και 3, οι οποίες δήλωσαν ότι δεν παραδέχονται. Στη δια ζώσης μαρτυρία της κυρίως εξέτασης του ο ΜΚ3 κατάθεσε τις ανακριτικές καταθέσεις των κατηγορουμένων 1, 2 και 3 ως Τεκμήρια 5, 5, και 7 καθώς επίσης το αστυνομικό έντυπο γραπτών κατηγοριών που αφορούν τις εν λόγω κατηγορούμενες ως Τεκμήρια 8, 9 και 10 αντίστοιχα. Στη συνέχεια ο ΜΚ3 αναγνώρισε το Τεκμήριο 3 ως το ιατρικό έντυπο με το οποίο παραπέμφθηκε η παραπονούμενη για ιατρική εξέταση στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Όπως ο μάρτυρας αυτός είπε, η παραπονούμενη εκείνη την ημέρα φαινόταν αγχωμένη ενώ παρουσίαζε κάποιες εκδορές σε εμφανή σημεία του σώματος της χωρίς όμως να θυμάται ακριβώς που. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ3 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως η δικαιολογία που η παραπονούμενη πρόβαλε για την επιθυμία της να αναφέρει το γείτονα της που ήλθε και τις χώρισε προβαίνοντας σε συμπληρωματική κατάθεση ήταν ότι δεν το είχε σκεφτεί προηγουμένως. Επ' αυτού ο ΜΚ3 ανάφερε ότι το εν λόγω πρόσωπο του είπε πως εκείνη την ημέρα άκουσε φωνές και αντίκρισε την παραπονούμενη να τσακώνεται με την κατηγορούμενη
  4. Όπως ακόμη ο ΜΚ3 δήλωσε, το πιο πάνω πρόσωπο του είπε ότι στο μέρος βρίσκονταν ακόμη δύο νεαρές κοπέλες τις οποίες δεν γνώριζε. Δεν το ανάφερε στην κατάθεση του αλλά είπε ότι υπάρχει σχετικό αστυνομικό ημερολόγιο ενεργείας. Επίσης, ο εν λόγω μάρτυρας διευκρίνισε ότι δεν ήταν παρών στο επίδικο επεισόδιο και παράλληλα είπε ότι αυτά που ανάφερε στην κατάθεση του βασίζονται στο περιεχόμενο της κατάθεσης της παραπονούμενης. Οι κατηγορούμενες 1, 2 και 3 προέβηκαν σε χωρίς όρκο δηλώσεις. Ειδικότερα η κατηγορούμενη 1 είπε ότι είναι αθώα αφού ποτέ δεν κτύπησε και εξύβρισε την αδελφή της αλλά ότι η παραπονούμενη ήταν που είχε έλθει στην οικία της και προκάλεσε φασαρία. Η δε κατηγορούμενη 2 ανάφερε ότι είναι αθώα και ποτέ δεν κτύπησε την παραπονούμενη ενώ τη δεδομένη εκείνη στιγμή δεν βρισκόταν σπίτι. Όσον αφορά την κατηγορούμενη 3, είπε πως είναι αθώα και ποτέ δεν κτύπησε τη θεία της ενώ τη συγκεκριμένη εκείνη στιγμή βρισκόταν στα καταστήματα μαζί με την αδελφή της. Τελικές Αγορεύσεις: Αμφότερες οι πλευρές στις αγορεύσεις τους προσπάθησαν με νομική επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μερών της προσκομισθείσας μαρτυρίας να πείσουν για την ορθότητα των θέσεων και εισηγήσεων τους. Συγκεκριμένα, η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι η παραπονούμενη θα πρέπει να κριθεί αναξιόπιστη και υπό το φως της προσκομισθείσας ιατρικής μαρτυρίας η κατηγορούμενη 1 θα πρέπει να κριθεί ένοχη στην κατηγορία που αντιμετωπίζει ενώ οι κατηγορούμενες 2 και 3 να καταδικαστούν στο αδίκημα της κοινής επίθεσης. Αντίθετη ήταν η νομική επιχειρηματολογία του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης, ο οποίος ανάφερε ότι η παραπονούμενη υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις ενώ απαντούσε με προσχεδιασμό τις ερωτήσεις που της υπεβλήθηκαν. Η δε μαρτυρία της, κατά τον κύριο Ιωάννου, αντικρούει τις μαρτυρίες των υπολοίπων μαρτύρων της κατηγορούσας αρχής και μαζί με τα πιο πάνω θα πρέπει να κριθεί αναξιόπιστη από το Δικαστήριο και να μην γίνει πιστευτή. Περαιτέρω, ο εν λόγω συνήγορος υπεράσπισης ανάφερε πως ο ΜΚ2 δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τον μηχανισμό πρόκλησης των τραυμάτων της παραπονούμενης αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο να προϋπήρχαν του επιδίκου χρόνου και να είχαν προκληθεί από πολλές αιτίες ακόμη και από την ίδια την παραπονούμενη. Αναφερόμενος στην μαρτυρία του ΜΚ3, ο κύριος Ιωάννου δήλωσε πως δεν θα πρέπει να παραγνωριστεί το γεγονός ότι ενώ ο μάρτυρας αυτός στο Τεκμήριο 2 καταγράφει το όνομα του ατόμου που ήλθε και κατ' ισχυρισμό γλύτωσε την παραπονούμενη στην αντεξέταση του δεν θυμάται το όνομα του προσώπου αυτού. Ούτε θα πρέπει να λησμονηθεί το γεγονός ότι ενώ ο ΜΚ3 αναφέρει μέσα από το Τεκμήριο 4 ότι όταν έσπευσε στο χώρο είδε μόνο την παραπονούμενη και την κατηγορούμενη 1 να βρίσκονται στο έδαφος στο πεζοδρόμιο απέναντι από την οικία τους, στην αντεξέταση του λέει ότι το πρόσωπο αυτό του είπε ότι την επίδικη στιγμή στο μέρος, εκτός από την παραπονούμενη και την κατηγορούμενη 1, βρίσκονταν δύο άλλες κοπέλες τις οποίες όμως δεν κατονομάζει. Στη βάση των προαναφερομένων και έχοντας υπόψη τις ανώμοτες δηλώσεις των κατηγορουμένων με τις κατηγορούμενες 2 και 3 να δηλώνουν ότι την στιγμή του επεισοδίου οι ίδιες από το σπίτι χωρίς έτσι να επιτεθούν την παραπονούμενη και την κατηγορούμενη 1 επίσης να δηλώνει ότι δεν κτύπησε την παραπονούμενη αλλά ότι είναι η τελευταία που ήλθε σπίτι της και προκάλεσε φασαρία, ο συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να αθωώσει τις κατηγορούμενες 1, 2 και 3 σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισμένα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Επίσης, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί την μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητα της είτε μέρος της, η οποία ασκείται στη βάση των αρχών που το Εφετείο επισήμανε στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερ. 29.11.13. Η προσέγγιση που το Δικαστήριο υιοθετεί στο θέμα αποδοχής ή όχι μιας μαρτυρίας υπόκειται στον περιορισμό της αιτιολόγησης (Λαζάρου v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Το ακόλουθο απόσπασμα από την Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 εξηγεί με σαφήνεια τα πιο πάνω: "... ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με την άποψη την οποία έχει σχηματίσει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο, είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. (Γεωργιάδης v. Αστυνομίας
(1985)1 Α.Α.Δ. 56). Στις περιπτώσεις όμως όπου ένας μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος για καλό λόγο, σίγουρα δεν υπάρχει διαθέσιμη μια τέτοια επιλογή μερών μαρτυρίας. (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168). " Η παρούσα υπόθεση είναι από αυτές που θα κριθεί με γνώμονα την αξιοπιστία των μαρτύρων, υπό το φως βέβαια και της ιατρικής μαρτυρίας (Τεκμήριο 3), καθότι μέσα από αυτή θα καθοριστεί το πλαίσιο επίδικων γεγονότων που κρίνονται καίρια για την διαπίστωση ή όχι ποινικής ευθύνης στον κατηγορούμενο. Η νομολογία υποδεικνύει ότι η ιατρική μαρτυρία σε τέτοιες υποθέσεις είναι πολύ ζωτικής σημασίας. Η ιατρική μαρτυρία αποτελεί και πραγματική μαρτυρία η οποία συνιστά αξιόπιστο βοήθημα και σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων ιδιαίτερα σε δίκη αναφορικά με τη διάπραξη αδικημάτων επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης (Σοφοκλή ν. Λεωνίδου
(1993)1 Α.Α.Δ. 1003, Knell ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51 και Γεωργίου v. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 439). Το Δικαστήριο καλείται να κρίνει τις εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές των μερών αφού πρώτα αξιολογήσει την προσκομισθείσα μαρτυρία. Με γνώμονα τα πιο πάνω το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του. Η παραπονούμενη (ΜΚ1) κατάθεσε στο Δικαστήριο με τον δικό της αυθόρμητο και απλοϊκό τρόπο. Η συμπεριφορά της στο εδώλιο του μάρτυρα αποκάλυψε ένα άτομο το οποίο βρίσκεται σε απόγνωση λόγω των κακών σχέσεων που έχει με την κατηγορούμενη 1 που είναι αδελφή της οικογένειας της για μεγάλο χρονικό διάστημα και ειδικότερα εδώ και δύο χρόνια. Η προηγούμενη μεταξύ τους ποινική υπόθεση δεν φαίνεται να βοήθησε στην εξομάλυνση των σχέσεων τους αλλά αντίθετα τις χειροτέρεψε. Μέσα από την δια ζώσης μαρτυρία της ήταν έντονα ζωγραφισμένη στο πρόσωπο της η πικρία και η απογοήτευση και συνάμα η ανησυχία που ένιωθε για την αβεβαιότητα προοπτικής τερματισμού των προστριβών με την κατηγορούμενη 1 και την οικογένεια της, τα οποία όμως αισθήματα κατάφερε να περιορίσει σε λογικά πλαίσια και χωρίς να δώσουν την εντύπωση ότι ήταν ο οδηγός των τοποθετήσεων της. Θεωρώ ότι η παραπονούμενη ήλθε και γενικά είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο δημιουργώντας έτσι την εικόνα του ειλικρινούς μάρτυρα. Οι απαντήσεις που έδωσε δεν ήταν προσχεδιασμένες παρόλο ότι η μαρτυρία της παραπονούμενης που αφορά περιγραφή και ανάλυση των επιπτώσεων που είπε ότι είχε συνεπεία του επιδίκου επεισοδίου διακατέχεται από το στοιχείο της υπερβολής. Αυτό όμως δεν διαγράφει τα ιατρικά ευρήματα στα οποία κατέληξε ο ιατρός που την εξέτασε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου (ΜΚ2), τα οποία παραπέμπουν σε τραύματα, όχι βέβαια στην έκταση που η παραπονούμενη ισχυρίστηκε, που ωστόσο αυτά ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκαν από τις κατηγορούμενες. Μικρές ανακρίβειες ή διαφορές σε επουσιώδεις ζητήματα ή συγκρουόμενες ασήμαντες λεπτομέρειες εντοπίζονται μέσα από την μαρτυρία της παραπονούμενης, οι οποίες δεν έλαβαν την μορφή ουσιωδών αντιφάσεων έτσι ώστε να πλήξουν ανεπανόρθωτα την αξιοπιστία της. Οι εν λόγω διαφορές ακριβώς δείχνουν ότι η παραπονούμενη δεν προσχεδίαζε τις απαντήσεις της. Παράλληλα, το μεγάλο χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την ημερομηνία που το επίδικο επεισόδιο διαδραματίστηκε μέχρι την ημερομηνία της προφορικής κατάθεσης της στο Δικαστήριο σε συνδυασμό με τον αυθόρμητο και απλοϊκός τρόπος σκέψης και απάντησης της παραπονούμενης στις διάφορες ερωτήσεις που της υπεβλήθηκαν μέσα από μια εξαντλητική αντεξέταση αναπόφευκτα και λογικά θα οδηγούσαν σε ένα τέτοιο θέμα, που όμως επαναλαμβάνω δεν έχει κλονίσει ή καθ' οιονδήποτε τρόπο μολύνει την αξιοπιστία της παραπονούμενης. Η υπεράσπιση πρόβαλε τη θέση ότι ενώ η παραπονούμενη αναφέρει στην πρώτη γραπτή κατάθεση της στην αστυνομία (Τεκμήριο 1) πως δέχτηκε επίθεση μετά που λογομάχησε με την αδελφή της στην δια ζώσης μαρτυρία της άφησε να εννοηθεί ότι κάτι τέτοιο δεν έγινε, άρα η παραπονούμενη δεν λέει την αλήθεια. Η τοποθέτηση αυτή του συνηγόρου υπεράσπισης δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Η παραπονούμενη τόσο στο Τεκμήριο 1 όσο και στην προφορική της μαρτυρία κάνει λόγο για σχόλιο που της έκανε η κατηγορούμενη 1 με το που επέτρεψε από την εργασία της το μεσημέρι της 23.09.10 και εξήλθε του οχήματος της και για απάντηση που αυτή έδωσε στο σχόλιο της αδελφής της. Αυτή στιχομυθία που είχε με την κατηγορούμενη 1 είναι που η παραπονούμενη αποκαλεί λογομαχία. Περαιτέρω, είναι γεγονός ότι στην συμπληρωματική γραπτή κατάθεση που η παραπονούμενη έδωσε στην αστυνομία (Τεκμήριο 2) γίνεται αναφορά σε πρόσωπο το οποίο φαίνεται να παρενέβη και να τερμάτισε το επεισόδιο, πράγμα που δεν αναφέρεται στην πρώτη της γραπτή κατάθεση (Τεκμήριο 1). Η παραπονούμενη έδωσε μια εξήγηση όταν εύστοχα ερωτήθηκε από τον συνήγορο υπεράσπισης, την οποία, από την μια υπό το φως του καθεστώτος πανικού, σοκ, φόβου και άγχους στην οποία αυτή βρισκόταν και από την άλλη η εντύπωση στο μυαλό της παραπονούμενης ότι το γεγονός αυτό να μην ήταν και το πλέον σημαντικό στοιχείο που έχρηζε αναφοράς, αποδέχομαι ως λογική. Επίσης, στη δια ζώσης μαρτυρία της η παραπονούμενη εξέφρασε την θέση ότι επειδή αντιμετώπιζε πρόβλημα με τον λαιμό της πήγε στον ωτορινολαρυγγολόγο όπου και πήρε κολάρο για τον αυχένα. Με γνώμονα ότι ο ίδιος ο ιατρός που την εξέτασε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου (ΜΚ2) αποκάλυψε ότι στην παραπονούμενη χορηγήθηκε συνταγή για χρήση μαλακού αυχενικού κολάρου, θέση που δεν αμφισβητήθηκε από τις κατηγορούμενες, το γεγονός ότι η παραπονούμενη είπε ότι αυτός που της σύστησε τον κολάρο είναι ιατρός ωτορινολαρυγγολόγος είναι τελικά άνευ σημασίας. Επιπλέον, το ότι στην αντεξέταση της που έγινε 3 χρόνια και 2 μήνες περίπου μετά που έδωσε την γραπτή συμπληρωματική κατάθεση της στην αστυνομία η παραπονούμενη μπέρδεψε την παρουσία του ατόμου κάνει αναφορά στο Τεκμήριο 2 συνδέοντας την με άλλο παρόμοιο περιστατικό που διαδραματίστηκε πάλι με την αδελφή της όπως και ποια ημερομηνία αντιστοιχούσε σε ποιο περιστατικό είναι κάτι που θεωρείται φυσιολογικό, χωρίς να έχει οποιαδήποτε επίπτωση στην αξιοπιστία της. Είναι γι' αυτό που ούτε το όνομα του ιατρού που την εξέτασε η παραπονούμενη θυμόταν κατά την κατάθεση της προφορικής μαρτυρίας της στο Δικαστήριο. Αυτό όμως που έχει σημασία και παραμένει είναι ότι στις 23.09.10 διαδραματίστηκε ένα επεισόδιο έξω από την οικία της στην Πάφο με κύριους πρωταγωνιστές την ίδια και την κατηγορούμενη 1, γεγονός που επιβεβαιώνει και η ίδια η αδελφή της (κατηγορούμενη 1) μέσα από την ανακριτική κατάθεση της (Τεκμήριο 5), προβάλλοντας βέβαια διαφορετική εκδοχή ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε το εν λόγω περιστατικό. Από την άλλη, όπως έχει λεχθεί προηγουμένως, δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου η αναφορά της παραπονούμενης ότι οι κατηγορούμενες την χτύπησαν σε όλα τα μέρη του σώματος της και συγκεκριμένα στα μαλλιά, λαιμό, χέρια, πόδια και πρόσωπο καθώς και ότι από τα χτυπήματα αυτά δημιουργήθηκαν σημάδια στο πρόσωπο, στα πόδια, στα χέρια και στην πλάτη για τα οποία επισκέφτηκε διάφορους ιατρούς και χρησιμοποίησε διάφορες κρέμες που αγόρασε. Σαφώς και το Δικαστήριο δεν αποδέχεται τις υπερβολές αυτές αλλά περιορίζεται στα χτυπήματα και τραύματα που αποδεικνύονται μέσα από τα ιατρικά ευρήματα του ΜΚ2 που εξέτασε την παραπονούμενη στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, τα οποία παρέμειναν αναντίλεκτα μέσα από την εκδίκαση της υπόθεσης αυτής. Ωστόσο ως γεγονός αποδέχομαι ότι στις 23.09.10 έξω από την οικία της παραπονούμενης η κατηγορούμενη 1 συνοδευόμενη από τις κατηγορούμενες 2 και 3 επιτέθηκαν στην παραπονούμενη η μεν κατηγορούμενη 1 με σκουπόξυλο και οι δε κατηγορούμενες 2 και 3 με τα χέρια τους προκαλώντας στην παραπονούμενη τα τραύματα που ο ΜΚ3 διαπίστωσε κατά την κλινική εξέταση της. Στη βάση των πιο πάνω, αποδέχομαι την μαρτυρία της παραπονούμενης ως αληθή και αξιόπιστη, εκτός από τα προαναφερόμενα μέρη της για τους λόγους που έχω αναφέρει. Ακόμη αποδέχομαι τα Τεκμήρια 1 και 2 τα οποία αποτελούν μέρος της όλης μαρτυρίας της παραπονούμενης. Βέβαια διευκρινίζεται ότι από το Τεκμήριο 2 αποδέχομαι ότι ένας γείτονας της παραπονούμενης και των κατηγορουμένων 1, 2 και 3, ο Αντώνης Χρυσοστόμου, αφού άκουσε τις φωνές τους παρενέβη και σταμάτησε το επεισόδιο. Ο Δρ. Νεκτάριος Σιδηρόπουλος που εργάζεται στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου (ΜΚ2) έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Έδωσε σαφείς και επιστημονικά τεκμηριωμένες απαντήσεις στις ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν περιοριζόμενος πάντοτε στον τομέα της ειδικότητας του αλλά και στα γεγονότα που ο ίδια βίωσε και διαπίστωσε προσωπικά μέσα από την κλινική και ακτινολογική εξέταση της παραπονούμενης. Ολόκληρη η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη. Στη βάση αυτών, αποδέχομαι την μαρτυρία του στο βαθμό και την έκταση που ήταν διαφωτιστική για το Δικαστήριο. Μαζί με αυτά αποδέχομαι και το Τεκμήριο 3, το οποίο αποτελεί μέρος της μαρτυρίας του που δεν έχει αμφισβητηθεί από καμία κατηγορούμενη. Συγκεκριμένα, ανάμεσα σ' άλλα, αποδέχομαι ότι στις 23.09.10 και περί ώρα 14:25 ο εν λόγω μάρτυρας εξέτασε την παραπονούμενη μετά από αναφερόμενη επίθεση και ξυλοδαρμό. Κατόπιν κλινικής εξέτασης και ακτινολογικού ελέγχου σε κρανίο, αυχενική μοίρα και δεξιό ώμο της παραπονούμενης όπου δεν εντοπίστηκε εμφανή οστική κάκωση (δηλαδή οποιοδήποτε κάταγμα), ο ΜΚ2 διαπίστωσε τα εξής ιατρικά ευρήματα που αφορούσαν την ιατρική κατάσταση της παραπονούμενης: εκδορά δεξιού αγκώνα, εκχυμώσεις τραχήλου μπροστά στο λαιμό, τρόμο, άγχος, φοβία, κλάμα, έντονη ανησυχία και ψυχική αναστάτωση της. Επίσης, αποδέχομαι ότι στην παραπονούμενη χορηγήθηκαν αντιφλεγμονώδη δισκία (χάπια), υπογλώσσιο ηρεμιστικό χάπι και συνταγή για μαλακό αυχενικό κολάρο ενώ παράλληλα της έγινε περίδεση του αγκώνα. Όσον αφορά τη θέση του ΜΚ2 ότι ο ασθενής μπορεί να προκαλέσει ο ίδιος στον εαυτό του εκδορά αλλά και εκχύμωση είναι απλά μια γενική τοποθέτηση που δεν απίθανο να συμβεί, χωρίς όμως να έχει οποιαδήποτε σημασία ή προέκταση για την παρούσα υπόθεση. Αυτό που ο ΜΚ2 είπε δεν σημαίνει ότι ισχύει στην προκειμένη περίπτωση. Ούτε βέβαια ο εν λόγω ιατρός ισχυρίστηκε κάτι τέτοιο. Επίσης, ο ΜΚ2 δεν ισχυρίστηκε αλλά ούτε και μπορούσε να ισχυριστεί εάν τα τραύματα ήταν φρέσκα ή παλαιά αφού όπως άφησε να εννοηθεί ήταν ζήτημα που ενέπιπτε εκτός της σφαίρας των γνώσεων και της ειδικότητας του. Παράλληλα, οι κατηγορούμενες ουδέποτε ισχυρίστηκαν ότι τα τραύματα ήταν παλαιά και/ή ότι προκλήθηκαν σκοπίμως από την παραπονούμενη. Ούτε προώθησαν τέτοιες θέσεις στο Δικαστήριο. Συνεπώς, η προαναφερόμενη τοποθέτηση του ΜΚ2 έχει, υπό τις περιστάσεις, μόνο ακαδημαϊκή σημασία. Η μαρτυρία του αστυφύλακα 3396 Μάριου Κλεοβούλου (ΜΚ3) ήταν γενικά τυπικής φύσεως αφού εστιάζεται στην καταγραφή της καταγγελίας της παραπονούμενης υπό τη μορφή λήψης σχετικών καταθέσεων (Τεκμήρια 1 και 2), στη λήψη ανακριτικών καταθέσεων από τις κατηγορούμενες 1, 2 και 3 (Τεκμήρια 5, 7 και 9), στην παραλαβή του ιατρικού εντύπου στο οποίο καταγράφονται τα ιατρικά ευρήματα του Δρ. Νεκτάριου Σιδηρόπουλου του Τμήματος Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου (Τεκμήριο 3) καθώς και στο γεγονός ότι κατηγόρησε γραπτώς τις κατηγορούμενες 1, 2 και 3 (Τεκμήρια 6, 8 και 10). Οι ενέργειες του αυτές δεν αμφισβητήθηκαν από καμία κατηγορούμενη. Εξ' ου και ο μάρτυρας αυτός ουσιαστικά δεν αντεξετάστηκε από τον συνήγορο υπεράσπισης επί των θεμάτων αυτών. Κάτω από αυτά τα δεδομένα αποδέχομαι ως αληθή και αξιόπιστη την μαρτυρία του ΜΚ3 υπό την ιδιότητα του αστυνομικού εξεταστή της υπόθεσης που περιστρέφεται γύρω από τις αναντίλεκτες ενέργειες που αυτός έκαμε στα πλαίσια διερεύνησης αυτής της υπόθεσης περιλαμβανομένου της γραπτής κατάθεσης του που είναι το Τεκμήριο 4. Επίσης, αποδέχομαι ότι ο ΜΚ3 έλαβε τα Τεκμήρια 5 μέχρι 10, που είναι οι ανακριτικές καταθέσεις και τα αστυνομικά έντυπα κατηγορίας των κατηγορουμένων 1, 2 και 3 μόνο ως αδιαμφισβήτητες ενέργειες που έγιναν από μέρους του μάρτυρα αυτού. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι ο ΜΚ3 τόσο στην γραπτή κατάθεση του (Τεκμήριο 4) όσο και στη δια ζώσης μαρτυρία του αναφέρεται σε στιχομυθία που είχε με το άτομο που η παραπονούμενη επικαλείται μέσα από το Τεκμήριο 2. Το τι ακριβώς το εν λόγω πρόσωπο του είπε αποτελεί εξ' ακοής μαρτυρία. Βέβαια το Δικαστήριο δεν αποκλείει την αξιολόγηση του μέρους αυτού απλώς και μόνο επειδή είναι εξ' ακοής μαρτυρία (άρθρο 24
(1)Κεφ.9). Αντίθετα, το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση της στη βάση των παραμέτρων που θέτει κατά τρόπο μη εξαντλητικό το άρθρο 27 του Κεφ.9. Με δεδομένο ότι η υπεράσπιση αμφισβητεί την αλήθεια και αξιοπιστία του τι ακριβώς το εν λόγω άτομο είπε στον αστυνομικό εξεταστή της υπόθεσης αυτής (ΜΚ3) και λαμβάνοντας υπόψη τους προαναφερόμενους παράγοντες αξιολόγησης αναφέρω τα εξής: (α) Παρόλο ότι ήταν εύλογο και εφικτό η κατηγορούσα αρχή να είχε κλητεύσει το άτομο αυτό, εντούτοις αυτό δεν έγινε χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε βάσιμη δικαιολογία γι' αυτό. (β) Η μη προσαγωγή του πιο πάνω ατόμου ως μάρτυρας κατηγορίας και να υποστεί τη βάσανο της αντεξέτασης στέρησε από την υπεράσπιση τη δυνατότητα να θέσει τις δικές της τοποθετήσεις και συνάμα να αντικρούσει τις θέσεις που η κατηγορούσα αρχή μέσω του ΜΚ3 προώθησε στο θέμα αυτό, δια του δικαιώματος της αντεξέτασης. Στη βάση αυτών το Δικαστήριο δεν προσδίδει οποιαδήποτε βαρύτητα στο περιεχόμενο των δηλώσεων αυτών του ΜΚ3, ανεξαρτήτως αν ούτε και η υπεράσπιση πριν από το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής ζήτησε την άδεια του Δικαστηρίου για να προβεί στην κλήτευση του εν λόγω ατόμου με σκοπό να το αντεξετάσει παρά το δικαίωμα που η κείμενη νομοθεσία της δίδει (άρθρο 26 Κεφ.9). Οι κατηγορούμενες 1, 2 και 3, όπως έχει ήδη αναφερθεί πιο πάνω, προέβηκαν σε χωρίς όρκο καταθέσεις από την θέση στην οποίαν βρίσκονταν, εξασκώντας έτσι το δικαίωμα που τους παρέχει το άρθρο 74
(1)(γ) της Ποινικής Δικονομίας, Κεφ.155 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Είναι γνωστό ότι η παροχή χωρίς όρκο κατάθεσης δεν επενεργεί εις βάρος του κατηγορουμένου αλλά ούτε και εκλαμβάνεται ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του. Είναι αποσαφηνισμένο μέσα από τη νομολογία ότι η χωρίς όρκο δήλωση του κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ωστόσο, όπως έχει επίσης νομολογηθεί, η αξία που έχει μία τέτοια δήλωση είναι περιορισμένη αφού δεν υποβάλλεται στη δοκιμασία της αντεξέτασης (Anastassiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Δημοσθένους κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Ιωάννου και Σιμιανός ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, R. v. Frost [1964] 64 Cr. App. R. 284, Σίφουνας v. Δημοκρατίας και Πέτρου v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ.91, Vrakas v. R
(1973)2 CLR 139, Θεμιστοκλέους v. Αστυνομίας
(1981)2 CLR 200, Καντάρ v. Δημοκρατίας
(1978)2 CLR 132). Στην δε υπόθεση Θεοχάρους v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22 τονίστηκε πως η ανώμοτη δήλωση κατηγορουμένου δεν μπορεί να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει την ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε αξιόπιστη. Το Δικαστήριο όμως έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη πριν καταλήξει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της. Αξιολογώντας την χωρίς όρκο κατάθεση της κατηγορουμένης 1 δεν έχω αμφιβολία ότι αυτή δεν έλεγε την αλήθεια όταν έθεσε το περιεχόμενο της ενώπιον του Δικαστηρίου. Ούτε όμως κρίνω ότι η κατηγορούμενη 1 είπε την αλήθεια όταν κλήθηκε από την αστυνομία και στις 24.09.10 έδωσε γραπτή ανακριτική κατάθεση (Τεκμήριο 5). Η δε εντύπωση που η κατηγορούμενη 1 δημιούργησε στο Δικαστήριο ήταν πολύ φτωχή. Συγκεκριμένα, η εν λόγω κατηγορούμενη ισχυρίζεται ότι εξυβρίστηκε από την παραπονούμενη, φίλες της εξυβρίστηκαν από την παραπονούμενη, η οποία και επιτέθηκε στο ηλικίας 15 μηνών παιδί της, χωρίς όμως να προβαίνει σε οποιαδήποτε καταγγελία στην αστυνομία γι' αυτήν την κατ' ισχυρισμό επιθετική αλλά και συνάμα επικίνδυνη συμπεριφορά της παραπονούμενης. Πόσο μάλλον όταν η κατηγορούμενη 1 επικαλείται συνεχής αντιπαράθεση με την παραπονούμενη. Επίσης, η κατηγορούμενη 1 ισχυρίζεται ότι η παραπονούμενη άρπαξε από τα μαλλιά το ηλικίας 15 μηνών παιδί της (Τεκμήριο 5). Πέραν του ότι η χωρίς λόγο επικίνδυνη συμπεριφορά αυτή της παραπονούμενης προς ένα αθώο και ανυπεράσπιστο μικρό παιδί δεν αντέχει τη βάσανο της λογικής, η κατηγορούμενη 3 αναφέρει στην δική της ανακριτική κατάθεση (Τεκμήριο 9) ότι η παραπονούμενη είχε αρπάξει την μικρή αδελφή της από το λαιμό, θέση που διαφέρει από αυτή της μητέρας της. Περαιτέρω, ενώ η κατηγορούμενη 1 ισχυρίστηκε ότι οι θυγατέρες της, κατηγορούμενες 2 και 3, απουσίαζαν εκείνη τη στιγμή και βρίσκονταν σε μια φίλη τους, οι κατηγορούμενες 2 και 3 στις ανακριτικές καταθέσεις τους (Τεκμήρια 7 και 9) ισχυρίζονται ότι βρίσκονταν μαζί στα καταστήματα για ψώνια, διαψεύδοντας έτσι τον ισχυρισμό της μητέρας τους. Ακόμη διαζύγιο με τη λογική έχει η τοποθέτηση της κατηγορουμένης 1 ότι ενώ οι κατηγορούμενες 2 και 3 της πρότειναν να την μεταφέρουν στο νοσοκομείο, χωρίς βέβαια ποτέ να γίνεται αναφορά τι τραύματα είχε, αυτή να αρνείται. Αυτό όμως που συνάγεται, εμμέσως πλην σαφώς, τουλάχιστο από το Τεκμήριο 5 είναι ότι το επίδικο επεισόδιο όντως συνέβηκε στις 23.09.10 με την κατηγορούμενη 1 να έχει ενεργό ρόλο. Πέραν αυτού του ζητήματος, η χωρίς όρκο μονολεκτική δήλωση της αλλά και το Τεκμήριο 5 δεν μπορούν να κριθούν επί της ουσίας τους αληθή και αξιόπιστα και ως εκ τούτου το περιεχόμενο τους δεν γίνεται δεχτό από το Δικαστήριο. Παράλληλα, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτή δεν είναι σε θέση να εξουδετερώσει την ένορκες μαρτυρίες των ΜΚ1 και ΜΚ2 που κρίθηκαν αξιόπιστες και κατ' επέκταση έγιναν αποδεκτές από το Δικαστήριο για τους λόγους που σημειώθηκαν πιο πάνω. Αξιολογώντας την χωρίς όρκο κατάθεση της κατηγορουμένης 2 δεν έχω αμφιβολία ότι ούτε αυτή έλεγε την αλήθεια όταν έθεσε το περιεχόμενο της ενώπιον του Δικαστηρίου. Ούτε όμως κρίνω ότι η κατηγορούμενη 2 είπε την αλήθεια όταν κλήθηκε από την αστυνομία και στις 01.01.11 έδωσε γραπτή ανακριτική κατάθεση (Τεκμήριο 7). Η δε εντύπωση που η κατηγορούμενη 1 δημιούργησε στο Δικαστήριο ήταν επίσης φτωχή. Ο ισχυρισμός της ότι την στιγμή του επιδίκου περιστατικού βρισκόταν στα καταστήματα και ψώνιζε μαζί με την κατηγορούμενη 3 έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον ισχυρισμό της μητέρας της ότι βρισκόταν σε μια φίλη της. Παράλληλα, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτή δεν είναι σε θέση να εξουδετερώσει την ένορκες μαρτυρίες των ΜΚ1 και ΜΚ2 που κρίθηκαν αξιόπιστες και κατ' επέκταση έγιναν αποδεκτές από το Δικαστήριο για τους λόγους που σημειώθηκαν πιο πάνω. Κατά συνέπεια, η χωρίς όρκο μονολεκτική δήλωση της αλλά και το Τεκμήριο 7 δεν μπορούν να κριθούν επί της ουσίας τους αληθή και αξιόπιστα και ως εκ τούτου το περιεχόμενο τους δεν γίνεται δεχτό από το Δικαστήριο. Τα όσα ανάφερα για την κατηγορούμενη 2 ισχύουν ακριβώς και για την κατηγορούμενη
  1. Ο ισχυρισμός της ότι την στιγμή του επιδίκου περιστατικού βρισκόταν στα καταστήματα και ψώνιζε μαζί με την κατηγορούμενη 3 έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον ισχυρισμό της μητέρας της ότι βρισκόταν σε μια φίλη της. Ομοίως και ο ισχυρισμός της ότι η παραπονούμενη άρπαξε την μικρή αδελφή της από τον λαιμό έρχεται σε σύγκρουση με τον ισχυρισμό της κατηγορουμένης 1 που είπε ότι είναι από τα μαλλιά που η παραπονούμενη είχε αρπάξει την θυγατέρα της. Παράλληλα, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτή δεν είναι σε θέση να εξουδετερώσει την ένορκες μαρτυρίες των ΜΚ1 και ΜΚ2 που κρίθηκαν αξιόπιστες και κατ' επέκταση έγιναν αποδεκτές από το Δικαστήριο για τους λόγους που σημειώθηκαν πιο πάνω. Ως εκ τούτου, η χωρίς όρκο μονολεκτική δήλωση της αλλά και το Τεκμήριο 9 (ανακριτική κατάθεση της κατηγορουμένης 3 ημερομηνίας 01.01.11) δεν μπορούν να κριθούν επί της ουσίας τους αληθή και αξιόπιστα και ως εκ τούτου το περιεχόμενο τους δεν γίνεται δεχτό από το Δικαστήριο. Ευρήματα: Στις 23.09.10 και περίπου 13:20 όταν η παραπονούμενη επέστρεψε από την εργασία της και εξήλθε του οχήματος αλλά βρισκόταν ακόμη έξω από την οικία της είχε λογομαχία με την αδελφή της, κατηγορουμένη 1, η οποία εκείνη τη στιγμή βρισκόταν μαζί με τις θυγατέρες της, κατηγορούμενες 2 και 3, πίσω από διαχωριστικό στη βεράντα της οικίας της, η οποία γειτνιάζει με την οικία της παραπονούμενης. Ως αποτέλεσμα της λογομαχίας αλλά και των κακών σχέσεων μεταξύ των δύο αδελφών τα τελευταία χρόνια, η κατηγορούμενη 1 αφού εξήλθε της οικίας της και προσέγγισε την παραπονούμενη συνοδευόμενη από τις κατηγορούμενες 2 και 3 επιτέθηκαν στην παραπονούμενη η μεν κατηγορούμενη 1 με σκουπόξυλο και οι δε κατηγορούμενες 2 και 3 με τα χέρια τους. Τις φωνές τους άκουσε ο γείτονας τους Αντώνης Χρυσοστόμου, ο οποίος παρενέβη και σταμάτησε το επεισόδιο. Οι κατηγορούμενες τότε απομακρύνθηκαν από το χώρο του επεισοδίου. Ευθύς η παραπονούμενη ενώ βρισκόταν στο χώρο του περιστατικού τηλεφώνησε στο σύζυγο της, ο οποίος ήλθε και αφού την μετέφερε στην αστυνομία όπου υπέβαλε σχετική καταγγελία εναντίον των κατηγορουμένων 1, 2 και 3, στη συνέχεια την μετέφερε στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου. Εκεί και περί ώρα 14:25 της ίδιας ημέρας η παραπονούμενη εξετάστηκε από τον Δρ. Νεκτάριο Σιδηρόπουλο, οποίος και έκδωσε σχετικό ιατρικό έντυπο ημερομηνίας 23.09.
  2. Κατόπιν κλινικής εξέτασης και ακτινολογικού ελέγχου σε κρανίο, αυχενική μοίρα και δεξιό ώμο της παραπονούμενης όπου δεν εντοπίστηκε εμφανή οστική κάκωση (δηλαδή οποιοδήποτε κάταγμα), ο πιο πάνω ιατρός διαπίστωσε τα εξής ιατρικά ευρήματα που αφορούσαν την ιατρική κατάσταση της παραπονούμενης: εκδορά δεξιού αγκώνα, εκχυμώσεις τραχήλου μπροστά στο λαιμό, τρόμο, άγχος, φοβία, κλάμα, έντονη ανησυχία και ψυχική αναστάτωση της. Στα πλαίσια θεραπείας της χορηγήθηκαν στην παραπονούμενη αντιφλεγμονώδη δισκία (χάπια), υπογλώσσιο ηρεμιστικό χάπι και συνταγή για μαλακό αυχενικό κολάρο ενώ παράλληλα της έγινε περίδεση του αγκώνα. Ακολούθως την ίδια ημέρα, η παραπονούμενη παρέδωσε το προαναφερόμενο ιατρικό έντυπο στον αστυνομικό εξεταστή της υπόθεσης, αστυφύλακα 3396 Μάριο Κλεοβούλου, ο οποίος έλαβε σχετική κατάθεση από την ίδια. Στις 24.09.10 ο εν λόγω αστυφύλακας έλαβε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη 1, η οποία έδωσε τη δική της εκδοχή για το συμβάν. Αργότερα της ίδιας ημέρας ο ΜΚ3 κατηγόρησε γραπτώς την κατηγορούμενη 1 η οποία απάντησε τα εξής: "Δεν παραδέχομαι την δεύτερη κατηγορία και για την πρώτη κατηγορία αυτή ξεκίνησε τον καβγά." Στις 21.10.10 ο εν λόγω αστυφύλακας έλαβε συμπληρωματική κατάθεση από την παραπονούμενη. Την 01.01.11 ο ΜΚ3 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τις κατηγορούμενες 2 και 3, οι οποίες έδωσαν την δική τους εκδοχή αναφορικά με το επίδικο επεισόδιο. Ακολούθως την ίδια ημέρα ο εν λόγω μάρτυρας κατηγόρησε γραπτώς τις κατηγορούμενες 2 και 3, οι οποίες δήλωσαν ότι δεν παραδέχονται. Μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου αποτελούν και όλα αυτά που θα προσδιοριστούν πιο κάτω κατά την εξαγωγή συμπερασμάτων από το Δικαστήριο. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα: Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (βλέπε Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (βλέπε Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε πιο πάνω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω εάν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Όπως έχει προαναφερθεί έκαστη κατηγορούμενη κατηγορείται για τη διάπραξη του αδικήματος της επίθεσης η οποία προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη στον παραπονούμενο. Το εν λόγω αδίκημα διέπεται από το άρθρο 243 του Κεφ.154, το οποίο ρητά προνοεί κατά λέξη τα εξής: " Όποιος διαπράττει επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων." Μελέτη των προνοιών του πιο πάνω άρθρου καθιστά σαφές ότι τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) Οι κατηγορούμενες να επιτεθούν στην παραπονούμενη και (β) να της προκαλέσουν πραγματική σωματική βλάβη. Επίθεση αποτελεί οιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή ακόμη και απερίσκεπτα ή αδιάφορα (recklessly) και δημιουργεί στον άλλο την αντίληψη ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλέπε R v. Venna [1975] 3 All E.R 788). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας από κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς την συγκατάθεση του. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το θύμα (βλέπε R. v. Rolphe [1953] 36 Cr. App. R. 4, Fagon v. Metropolitan Police Commissioner [1988] 3 All E.R. 445 και Archbold Pleading and Practice 39η έκδοση, παρ. 2634, σελ. 1071-1072), ούτε βέβαια και απαιτείται η πρόκληση οποιουδήποτε τραύματος για να συντελεστεί το αδίκημα. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί ακόμη και με ένα απλό άγγιγμα. Επομένως, το πεδίο εμβέλειας της επίθεσης καλύπτει τις αγγλικές νομικές έννοιες 'assault', που είναι η σκόπιμη ή απερίσκεπτη ή αδιάφορη πρόκληση αντίληψης στο θύμα για άσκηση άμεσης και παράνομης βίας εναντίον του και 'battery', που είναι η φυσική επαφή. Η δε πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης συντελείται με τη δημιουργία οποιουδήποτε τραύματος εξωτερικό ή εσωτερικό (συμπεριλαμβανομένης και υστερικής νευρικής κατάστασης) που επέρχεται ως αποτέλεσμα της επίθεσης. Στην υπόθεση Georghiades v. Police
(1985)2 C.L.R. 56 επιφανειακή εκδορά στο πρόσωπο με ερέθισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου 243 (βλέπε επίσης R. v. Miller
(1954)2 All E.R. 529 και Αστυνομία v. Ιωάννου
(1989)2 Α.Α.Δ. 61). Δεν χρειάζεται το τραύμα να είναι σοβαρό ή μόνιμου χαρακτήρα (βλέπε αγγλικό νομικό σύγγραμμα Archbold, 36η έκδοση, παρ. 2634). Στην προκειμένη περίπτωση αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι κατηγορούμενες 1, 2 και 3 επιτέθηκαν στην παραπονούμενη. Η μαρτυρία που αξιολογήθηκε και έγινε αποδεκτή στη βάση της οποίας το Δικαστήριο κατέληξε σε σχετικό εύρημα, οδηγεί χωρίς αμφιβολία στην στοιχειοθέτηση του πρώτου συστατικού στοιχείου του αδικήματος καθότι τεκμηριώνεται ότι όλες οι κατηγορούμενες με πρόθεση και πράξεις στις οποίες προέβηκαν δημιούργησαν την αντίληψη στην παραπονούμενη για άσκηση άμεσης και παράνομης βίας εναντίον της. Επίσης, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η παραπονούμενη αφού εξετάστηκε από τον επί καθήκον ιατρικό λειτουργό του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί εκδορά δεξιού αγκώνα και εκχυμώσεις τραχήλου μπροστά στο λαιμό ενώ παράλληλα παρουσίαζε συμπτώματα τρόμου, άγχους, φοβίας, έντονης ανησυχίας και ψυχικής αναστάτωση. Όλα αυτά αποδεικνύουν ότι η παραπονούμενη είχε υποστεί πραγματική σωματική βλάβη. Στη βάση αποδεκτής μαρτυρίας όπου μεταξύ άλλων διαπιστώθηκε η ύπαρξη πραγματικής σωματικής βλάβης, η κλινική εξέταση της οποίας έγινε αμέσως μετά την επίθεση που η παραπονούμενη υπέστηκε από τις κατηγορούμενες, σε συνδυασμό με την απουσία οποιουδήποτε περί του αντιθέτου ισχυρισμού από μέρους των κατηγορουμένων αλλά και ελλείψει οποιασδήποτε άλλης αποδεκτής μαρτυρίας που θα οδηγούσε σε διαφορετικό αποτέλεσμα, οδηγούμαι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στο ασφαλές συμπέρασμα ότι ως αποτέλεσμα της επίθεσης οι κατηγορούμενες 1, 2 και 3 προκάλεσαν στην παραπονούμενη την πιο πάνω πραγματική σωματική βλάβη, τεκμηριώνοντας έτσι στον απαιτούμενο βαθμό και το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Υπό το φως των πιο πάνω, η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ως εκ τούτου οι κατηγορούμενες 1, 2 και 3 κρίνονται ένοχες στις κατηγορίες του κατηγορητηρίου. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: General/Criminal/Final Judgment Αναφορά: Ποινικό/Επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη/Άρθρο 243 Κεφ.154/Τελική Απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.