← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. MAJID ABDULAH EAZADI, Αρ. Υπόθεσης: 2308/2014, 30/3/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. MAJID ABDULAH EAZADI, Αρ. Υπόθεσης: 2308/2014, 30/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B59 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2308/2014 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. MAJID ABDULAH EAZADI Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 30.04.14 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Σ. Συμεού Για Κατηγορούμενο: κος Μ. Παρασκευά Κατηγορούμενος: παρόν ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, στις κατηγορίες της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων (πρώτη κατηγορία), της πλαστογραφίας κατά παράβαση των άρθρων 331 και 333 του Κεφ.154 (δεύτερη κατηγορία), της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου κατά παράβαση του άρθρου 339 του Κεφ.154 (τρίτη κατηγορία), της πλαστοπροσωπίας κατά παράβαση του άρθρου 360 του Κεφ.154 (τέταρτη κατηγορία) και της παράνομης παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά παράβαση των άρθρων 6

(1)(κ), 19
(1)(λ) και 20 του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ.105 μετά των συναφών τροποποιήσεων (πέμπτη κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, ο κατηγορούμενος, ενώ είναι αλλοδαπός από το Ιράν και βρισκόταν στην Κύπρο ως αιτητής πολιτικού ασύλου, η αίτηση του οποίου απορρίφθηκε την 08.04.11, έκτοτε παρέμεινε παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας μέχρι τις 23.03.14, χωρίς άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Επίσης, ο κατηγορούμενος μεταξύ των ημερομηνιών Ιανουάριο 2014 και 23.03.14 στην Κύπρο συνωμότησε με άγνωστο πρόσωπο για να διαπράξει πλαστογραφία και ακολούθως με σκοπό την καταδολίευση κατάρτισε πλαστό δανέζικο διαβατήριο με αριθμό 206819329 στο όνομα Yusefi Faramarz Daryush, το οποίο εν γνώσει του και δολίως έθεσε σε κυκλοφορία παρουσιάζοντας το στον αστυφύλακα 694 Α. Φτωχό της Υ.Α.Μ. Αεροδρομίου Πάφου. Παράλληλα, κατά τον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο ο κατηγορούμενος, με σκοπό την καταδολίευση του πιο πάνω αστυφύλακα ψευδώς παρέστησε τον εαυτό του ως τον Yusefi Faramarz Daryush από την Δανία ενώ στην πραγματικότητα είναι ο Majid Abdulah Eazadi από το Ιράν. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως έχουν εκτεθεί από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, είναι τα ακόλουθα: Στις 23.03.14 ενώ ο αστυφύλακας 694 Α. Φτωχός (Μ1) διενεργούσε έλεγχο διαβατηρίων στον τομέα αναχώρησης στο αεροδρόμιο Πάφου εμφανίστηκε ο κατηγορούμενος με σκοπό να αναχωρήσει με την πτήση FR 3132 με προορισμό το αεροδρόμιο Stansted του Λονδίνου παρουσιάζοντας ένα δανέζικο διαβατήριο με αριθμό 206819329 στο όνομα Yusefi Faramarz Daryush και μία κάρτα επιβίβασης στο ίδιο όνομα. Κατά τον έλεγχο του εν λόγω διαβατηρίου δημιουργήθηκαν εύλογες υπόνοιες ότι πρόκειται για πλαστό ταξιδιωτικό έγγραφο και μετά που έγινε ενδελεχής εξέταση διαπιστώθηκε ότι: (α) τα σημεία ασφάλειας καθώς και οι κωδικοί ασφάλειας είχαν αρνητικές ενδείξεις σε όλους τους ελέγχους, (β) η αντίδραση της σελίδας με τα βιογραφικά στοιχεία δεν είχε κάτω από τον υπεριώδη φωτισμό σχέση με τα γνήσια διαβατήρια του ιδίου τύπου, (γ) το ενσωματωμένο ηλεκτρονικό τεμάχιο (chip) στο οποίο υπήρχε επιπλέον φωτογραφία η οποία λαμβάνεται κατά την έκδοση του διαβατηρίου στο οποίο θα υπάρχει όνομα δεν διαβαζόταν, (δ) η κάτω γωνία στη σελίδα των στοιχείων ήταν ξεκολλημένη και από κάτω υπήρχε η αυθεντική σελίδα του διαβατηρίου. Ακολούθως, κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας του πιο πάνω αστυφύλακα με το γραφείο Interpol Λευκωσίας, διαπιστώθηκε ότι το διαβατήριο ήταν δηλωμένο ως απολεσθέν από τον κάτοχο του στις 25.12.
  1. Ο κατηγορούμενος ανακρινόμενος προφορικά ανάφερε ότι κατάγεται από το Ιράν και ονομάζεται Majid Abdulah Eazadi ενώ κατά το έτος 2001 αφίχθηκε στην Κύπρο ως αιτητής πολιτικού ασύλου, η οποία όμως απορρίφτηκε στις 08.04.11 μετά από έφεση και έκτοτε παρέμενε παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Επίσης, ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι ένα μήνα προηγουμένως είχε συμφωνήσει με κάποιο άτομο από την Ρουμανία στο οποίο είχε δώσει μια φωτογραφία και το χρηματικό ποσό των €3.000,00 με σκοπό να του εξασφαλίσει ένα δανέζικο διαβατήριο και με αυτό να ταξιδέψει εκτός Κύπρου και συγκεκριμένα στη Δανία. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος δήλωσε πως γνωρίζει ότι βρίσκεται παράνομα στην Κύπρο και ότι το διαβατήριο που είχε ήταν πλαστό αλλά επιθυμούσε να αναχωρήσει από την Κύπρο για μια καλύτερη ζωή. Όταν ο κατηγορούμενος πληροφορήθηκε για τα αδικήματα που διέπραξε αυτός απάντησε "συγγνώμη". Στην συνέχεια αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο κατηγορήθηκε γραπτώς και απάντησε "παραδέχομαι". Καταλήγοντας ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής δήλωσε πως ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου ενώ ανάφερε ότι δεν έχουν δημιουργηθεί έξοδα σε σχέση με την υπόθεση αυτή. Λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι διέπραξε, το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για την ετοιμασία έκθεσης από το Γραφείο Ευημερίας, πράγμα που έγινε. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της, ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 44 ετών από το Ιράν και το πρώτο από τα δύο παιδιά της οικογένειας. Ο κατηγορούμενος είναι απόφοιτος Λυκείου και εργάστηκε για αρκετά χρόνια με τον πατέρα του στην επιχείρηση χαλιών που είχε στο Ιράν. Ο πατέρας του σκοτώθηκε το 2005 λόγω πολιτικών διαφορών ενώ η μητέρα του συνεχίζει να διαμένει στο Ιράν. Στις 17.09.07 ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 4 μηνών για παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως 'Β' ενώ στις 20.11.07 κηρύχτηκε ανεπιθύμητος μετανάστης. Ο κατηγορούμενος συνέχισε να βρίσκεται υπό κράτηση για σκοπούς απέλασης από 28.11.07 μέχρι 21.03.
  2. Στην πορεία αφέθηκε ελεύθερος και στις 12.09.11 συνελήφθηκε εκ νέου μέχρι που αφέθηκε ελεύθερος από το Ανώτατο Δικαστήριο στις 22.11.
  3. Όπως περαιτέρω σημειώνεται μέσα από την έκθεση, στο παρόν στάδιο ο κατηγορούμενος δεν εργάζεται γιατί δεν έχει σχετική άδεια και ούτε μπορεί να εγκαταλείψει την Κύπρο. Ο κατηγορούμενος συντηρείται από φιλανθρωπία ενώ επίσης αντιμετωπίζει προβλήματα ψυχικής υγείας. Χωρίς να αμφισβητήσει επί της ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθηκαν από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης αφού αναγνώρισε τη σοβαρότητα των αδικημάτων που ο πελάτης του παραδέχτηκε ότι διέπραξε και ότι η σοβαρότητα αυτή έχει εξηγηθεί στον κατηγορούμενο ο οποίος και την αντιλαμβάνεται, έκανε αναφορά σε επιπλέον γεγονότα που διαδραματίστηκαν και οδήγησαν στη διάπραξη των αδικημάτων στη βάση διαφόρων εγγράφων που προσκόμισε στο Δικαστήριο. Επειδή τα γεγονότα αυτά, τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν από την κατηγορούσα αρχή, έχουν και αυτά τη δική τους σημασία στα πλαίσια παροχής στο Δικαστήριο συνολικής εικόνας των συνθηκών διάπραξης των αδικημάτων προχωρώ στην έκθεση τους. Σύμφωνα με αυτά, ο κατηγορούμενος ήλθε αρχικά στην Κύπρο το 1998 ως επισκέπτης, στη συνέχεια συνέχισε να παραμένει παράνομα στη Δημοκρατία και το 2000 συνελήφθη, τέθηκε υπό κράτηση και απελάθηκε στη χώρα του στις 19.04.
  4. Το έτος 2001 επανήλθε στην Κύπρο από μη εγκεκριμένο λιμάνι. Την 21.08.01 εντοπίστηκε και καταδικάστηκε σε φυλάκιση μέχρι τις 04.10.
  5. Αργότερα υπέβαλε αίτημα για πολιτικό άσυλο και του δόθηκε άδεια παραμονής από τις 09.11.01 η οποία ανανεωνόταν μέχρι το έτος
  6. Στις 17.09.07 ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 4 μηνών για παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου, τάξεως Β΄ και στις 20.11.07 κηρύχθηκε ανεπιθύμητος μετανάστης. Την ίδια μέρα εκδόθηκαν εναντίον του διατάγματα κράτησης και απέλασης. Στις 28.11.2007, μετά την έκτιση της ποινής του, κρατήθηκε για σκοπούς απέλασης αλλά η απέλαση του δεν κατέστη δυνατή καθότι δεν ήταν κάτοχος διαβατηρίου και η Ιρανική Πρεσβεία αρνήθηκε να του εκδώσει ταξιδιωτικό έγγραφο ισχυριζόμενη ότι αυτός δεν επιθυμεί να επιστρέψει στη χώρα του. Ο κατηγορούμενος συνέχισε να βρίσκεται υπό κράτηση, για σκοπούς απέλασης, από 28.11.07 μέχρι την 21.03.11 οπότε, κατόπιν οδηγιών του Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών, τα διατάγματα κράτησης και απέλασης του ακυρώθηκαν και αυτός αφέθηκε ελεύθερος με όρους απόλυσης τους οποίους αρνήθηκε να υπογράψει. Την 01.09.11 το Υπουργείο Εσωτερικών έδωσε οδηγίες προς την Αστυνομία για επανασύλληψη του κατηγορουμένου επειδή αυτός δεν είχε διευθετήσει την παραμονή του σύμφωνα με τους όρους απόλυσης του. Στις 12.09.11 ο κατηγορούμενος συνελήφθη ξανά και στις 13.09.11 εκδόθηκαν νέα διατάγματα κράτησης και απέλασης του για τα οποία ο κατηγορούμενος ενημερώθηκε με επιστολή της ίδιας ημερομηνίας. Στις 10.04.12 και στις 28.05.12 το Υπουργείο Εσωτερικών εξέτασε περιπτώσεις κρατουμένων για διάστημα πέραν των 6 μηνών, περιλαμβανομένης και της υπόθεσης του κατηγορουμένου και αποφάσισε όπως ο κατηγορούμενος παραμείνει υπό κράτηση και προωθηθεί άμεσα η απέλαση του. Στις 25.09.12 ο κατηγορούμενος καταχώρησε στο Ανώτατο Δικαστήριο την Πολιτική Αίτηση Αρ. 137/
  7. Το Ανώτατο Δικαστήριο με απόφαση ημερομηνίας 22.11.12 εξέδωσε ένταλμα της φύσεως Habeas Corpus με το οποίο διατάχθηκε η άμεση αποφυλάκιση του κατηγορουμένου στη βάση του σκεπτικού ότι δεν υφίστατο λογική προοπτική απομάκρυνσης του κατηγορουμένου ενόψει προφανώς της μη συνεργασίας του με την Ιρανική Πρεσβεία στην Κύπρο αλλά και της απροθυμίας της Ιρανικής Πρεσβείας να του εκδώσει ταξιδιωτικά έγγραφα, καταλήγοντας έτσι στο συμπέρασμα ότι η κράτηση του κατηγορουμένου για σκοπούς απέλασης δεν δικαιολογείτο και ότι αυτός θα έπρεπε να απολυθεί αμέσως. Ακολούθως με επιστολή του Υπουργείου Εσωτερικών ημερομηνίας 25.01.13 προτάθηκε στον κατηγορούμενο η χορήγηση άδειας παραμονής και εργασίας εφόσον ο ίδιος συνεργαστεί με την ιρανική πρεσβεία στην Λευκωσία για την έκδοση διαβατηρίου εις το όνομα του εντός 2 μηνών και στη βάση καθορισμένων όρων και προϋποθέσεων, ένας εκ των οποίων ήταν να παραδώσει το διαβατήριο που στο μεταξύ θα εξασφάλιζε στην Κυπριακή Δημοκρατία για όσο χρονικό διάστημα θα διέμενε και εργαζόταν στην Κύπρο. Ο κατηγορούμενος όμως δεν αποδέχτηκε την έκδοση ιρανικού διαβατηρίου εις το όνομα του και κατ' επέκταση δεν εκπλήρωσε τον συγκεκριμένο όρο επικαλούμενος κίνδυνο που η ζωή του θα διατρέξει κατόπιν ενδεχόμενης επιστροφής του στο Ιράν. Στο μεταξύ κατά την διάρκεια της κράτησης του στις Κεντρικές Φυλακές ο κατηγορούμενος προσβλήθηκε και είναι φορέας του ιού της ηπατίτιδας C. Σύμφωνα με τον συνήγορο υπεράσπισης, ένεκα της μη εξασφάλισης άδειας παραμονής και εργασίας στην Κύπρο ο κατηγορούμενος απώλεσε την ευκαιρία να εργοδοτηθεί από κυπριακή εταιρεία εργαζόμενος ως τεχνίτης χαλιών. Σύμφωνα ακόμη με τον κύριο Παρασκευά, η απαγόρευση στον κατηγορούμενο να εργαστεί τον υποχρεώνει να συντηρείται οικονομικά και ουσιαστικά να επιβιώνει μέσω φιλανθρωπίας. Περαιτέρω, ο εν λόγω συνήγορος παρουσίασε ιατρική βεβαίωση ημερομηνίας 03.04.14 των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας του Υπουργείου Υγείας με την οποία σημειώνεται ότι ο κατηγορούμενος πάσχει από καταθλιπτική συμπτωματολογία, η οποία δημιουργεί αυξημένη επικινδυνότητα για απόπειρα αυτοκτονίας, καθώς επίσης από χρόνιο μετατραυματικό στρες με έντονα αγχώδη καταθλιπτικά στοιχεία. Όπως ο κύριος Παρασκευάς εξήγησε, ο κατηγορούμενος αναγκάστηκε να διαπράξει τα αδικήματα του κατηγορητηρίου συνεργαζόμενος με άτομο από την Ρουμανία τον οποίο πλήρωσε με χρήματα που του έστειλε η μητέρα του και παρέλαβε το δανέζικο διαβατήριο σε μια προσπάθεια του να διαφύγει στο εξωτερικό, αφού η Κυπριακή Δημοκρατία ούτε του επιτρέπει να διαμένει και να εργάζεται στο νησί μη αποδεχόμενος τον ως μέλος της κυπριακής κοινωνίας αλλά ούτε και του δίνει την ευκαιρία να ζήσει αξιοπρεπώς στο εξωτερικό. Υπό το φως αυτών των παραγόντων αλλά και με αναφορά σε νομικά συγγράμματα, και άλλα έγραφα καθώς και παραπομπή σε κυπριακή και ευρωπαϊκή νομολογία, ο συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να μην επιβάλει στον κατηγορούμενο ποινή στερητικής της ελευθερίας του. Αναμφίβολα όλα τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι διέπραξε είναι σοβαρά. Η σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων αντανακλάται, κατ' αρχήν, μέσα από τις προβλεπόμενες από το νόμο ποινές. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Δεσπόζουσα θέση σοβαρότητας κατέχουν τα αδικήματα της πλαστογραφίας και της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου. Η διάπραξη τέτοιων αδικημάτων όταν αφορούν επίσημα έγγραφα, όπως είναι το δανέζικο διαβατήριο στην παρούσα περίπτωση, επισύρει, σύμφωνα με τα άρθρα 337 και 339 του Κεφ.154, ποινή φυλάκισης 10 ετών. Σοβαρή όμως είναι και η διάπραξη του αδικήματος της πλαστοπροσωπίας η οποία επισύρει, με βάση το άρθρο 360 του Κεφ.154, ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 2 έτη ή χρηματική ποινή μέχρι €2.562,90 ή και τις δύο αυτές ποινές. Το δε αδίκημα της παράνομης παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας τιμωρείται, δυνάμει του άρθρου 19
(1)(λ) του Κεφ.105, με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει το 1 έτος ή με χρηματική ποινή μέχρι €1.708,60 ή και με τις δύο αυτές ποινές. Τα αδικήματα της πλαστογραφίας, της κυκλοφορίας πλαστού επισήμου εγγράφου και της πλαστοπροσωπίας θεωρούνται σοβαρά για τον επιπλέον λόγο ότι ενέχουν το στοιχείο της σοβαρής παρανομίας και της εξαπάτησης αρχών και ατόμων (Ιωάννου άλλως Μουσικός v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ματθαίου άλλως Μαλέγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1). Η φύση του είδους του πλαστογραφημένου εγγράφου σκοπεύει να επιτρέψει ή να βοηθήσει τη διακίνηση ανθρώπων με πλαστή ταυτότητα από χώρα σε χώρα, επιπρόσθετα προς άλλες χρήσεις στις οποίες μπορεί να τεθεί. Πρόκειται για αδικήματα με διεθνείς προεκτάσεις, η διάπραξη των οποίων δημιουργεί προβλήματα στις σχέσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας με άλλα κράτη τόσο της Ευρώπης όσο και του υπολοίπου κόσμου, πλήττοντας έτσι τα συμφέροντα του νησιού. Εύκολα μπορεί να χαρακτηριστεί σαν ένα διεθνές έγκλημα και η Κύπρος δεν μπορεί να είναι ένας πρόσφορος τόπος για τη διάπραξη τέτοιων εγκλημάτων. Οι κυπριακές αρχές έχουν καθήκον να εφαρμόζουν το νόμο καθώς και τις ευρωπαϊκές αλλά και διεθνείς συμβάσεις και ασφαλώς να μην επιτρέπουν τη διακίνηση προσώπων με ψευδή ταυτότητα. Το νησί αυτό προσφέρει φιλοξενία στους αλλοδαπούς με πλήρη κατανόηση των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν στις χώρες τους αλλά και αυτοί πρέπει να αντιληφθούν ότι η κατάχρηση αυτής της φιλοξενίας συνεπάγεται κυρώσεις και ότι ταυτόχρονα μειώνει την προσφορά ευκαιριών στους ιδίους και σε άλλους συμπατριώτες τους από του να βρίσκονται με τόση ευκολία στην Κύπρο. Η σοβαρότητα του αδικήματος της παράνομης παραμονής στην Κύπρο έγκειται ακόμη στις αλυσιδωτές επιπτώσεις που η διάπραξη του προκαλεί στην κυπριακή οικονομία και κοινωνία γενικότερα. Τέτοιου είδους αδικήματα στρέφονται ευθέως κατά του κράτους και της έννομης τάξης, ενώ ταυτόχρονα υπονομεύουν τη δυνατότητα των αρμοδίων αρχών για άσκηση αποτελεσματικού ελέγχου στην επικράτεια της, προκειμένου να γνωρίζουν ανά πάσα στιγμή ποιος παραμένει στο νησί και για ποιο λόγο, πέραν του γεγονότος ότι προκαλούνται προβλήματα κοινωνικής και οικονομικής φύσεως. Η Κύπρος είναι φιλόξενη χώρα και συνάμα συντεταγμένο κράτος το οποίο διέπεται από νόμους, οι οποίοι ρυθμίζουν τον τρόπο άσκησης των δικαιωμάτων τόσο των πολιτών της όσο και αυτών άλλων κρατών. Σε ότι αφορά τους τελευταίους, η παραμονή στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας επιτρέπεται, όχι όμως ανεξέλεγκτα, αλλά σύμφωνα με τους όρους και προϋποθέσεις που καθορίζει ο Νόμος. Παρόλο ότι τα Δικαστήρια δεν μπορούν παρά να εκφράζουν τη συμπάθεια τους σε πρόσωπα που εγκαταλείπουν τις χώρες καταγωγής τους αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον στη χώρα μας, εντούτοις την ίδια στιγμή αναμένουν να γίνει απόλυτα κατανοητό ότι τα άτομα αυτά οφείλουν να σέβονται τους νόμους του κράτους στο οποίο επιζητούν φιλοξενία. Όλα τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι διέπραξε θεωρούνται σοβαρά για τον επιπρόσθετο λόγο ότι η συνδυασμένη διάπραξη τους από αλλοδαπούς παρουσιάζει ιδιαίτερα ανησυχητική έξαρση στο νησί, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. Η εξ' αντικειμένου σοβαρή φύση των αδικημάτων αυτών σε συνδυασμό με τις επιζήμιες επιπτώσεις που προκαλούν καθώς και η δραματική αυξητική τάση που έχει προσλάβει η διάπραξη τους τα εντάσσει στην κατηγορία αδικημάτων που χρήζουν αντιμετώπισης με αποτρεπτικές ποινές. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια τα Δικαστήρια, επιτελώντας την αποστολή τους για εφαρμογή του νόμου, προσπαθούν να προστατέψουν την κυπριακή κοινωνία από τις οδυνηρές συνέπειες που η διάπραξη τέτοιων αδικημάτων επισύρουν πατάσσοντας στη ρίζα τους τέτοια φαινόμενα, πράγμα που έχει ιδιαίτερη σημασία για την Κύπρο (Ματούρ και άλλοι v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 36, Khalife v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 315, Kandiah v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 324 και Khaknegad v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 148/2010, ημερομηνίας 24.05.11). Θεώρηση της νομολογίας καταδεικνύει ότι για τέτοιου είδους αδικήματα η ποινή φυλάκισης είναι το μόνο ενδεδειγμένο είδος ποινής. Στην υπόθεση Tabrizi v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 421 το ακόλουθο απόσπασμα επιβεβαιώνει την πιο πάνω θέση του Δικαστηρίου: "Αδικήματα που αφορούν την παράνομη είσοδο και παραμονή αλλοδαπών στην Κύπρο ή που σχετίζονται με τέτοια αδικήματα αντιμετωπίζονται ως σοβαρά. Έχει επισημανθεί στη σχετική νομολογία ότι τόσο η παράνομη είσοδος στο έδαφος της Δημοκρατίας όσο και η παράνομη παραμονή προσώπων που εισήλθαν αρχικά νόμιμα έχει φθάσει σε τέτοια επίπεδα που δημιουργούνται σοβαρά προβλήματα κοινωνικής και οικονομικής φύσεως αλλά και προβλήματα αστυνόμευσης. Ακόμη ότι η Κύπρος είναι φιλόξενη χώρα αλλά ο καθένας που επιθυμεί να ζήσει εδώ οφείλει να συμμορφώνεται με τους Νόμους και Κανονισμούς της χώρας αυτής. Όπου ένα αδίκημα είναι από τη φύση του σοβαρό ή όπου διαπράττεται με μεγάλη συχνότητα δικαιολογείται η αντιμετώπιση του με ποινές αποτρεπτικού χαρακτήρα έτσι που πέραν από την τιμωρία του κατηγορούμενου να εξυπηρετείται και ο στόχος της αποτροπής διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων στο μέλλον είτε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο είτε από άλλα πρόσωπα." Χαρακτηριστικό είναι ακόμη το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Nazari ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 231, το οποίο από μόνο του αποτυπώνει την σοβαρότητα της κατάστασης: "Η Κύπρος, πρέπει να γίνει κατανοητό, είναι μια μικρή χώρα, με τεράστια προβλήματα. Η περιφρούρηση της Κυπριακής Επικράτειας αποτελεί θεμελιώδες καθήκον. Δεν υποτιμούμε την αγωνία των όπου γης ανθρώπων για την εξασφάλιση εργασίας και, γενικά, τη βελτίωση των συνθηκών της ζωής τους. Όμως, στην περίπτωση της Κύπρου, πρέπει να γίνει καθολικά σεβαστό ότι συντρέχουν ιδιαίτερα ισχυροί λόγοι για την αυστηρή εφαρμογή της αρχής του διεθνούς δικαίου που επιτρέπει τον αποκλεισμό αλλοδαπών προς διασφάλιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας. Στην υπόθεση Ali Riza Mohamet v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 295 ο εφεσείοντας καταδικάστηκε κατόπιν δικής του παραδοχής στο αδίκημα της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειας παραμονής του κατά παράβαση του άρθρου 19
(1)(λ) του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου Κεφ.105 μετά των συναφών τροποποιήσεων, όπως στην παρούσα υπόθεση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο του επέβαλε ποινή φυλάκισης 5 μηνών. Ο εφεσείοντας ήταν Ιρανός, ηλικίας 31 ετών και πατέρας ενός ανήλικου τέκνου ηλικίας 3 ετών. Εισήλθε στην Κύπρο με άδεια παραμονής η οποία έληγε στις 24.01.
  1. Μετά παρέμεινε στην Κύπρο παράνομα. Αυτό διαπιστώθηκε από την Αστυνομία στις 10.10.
  2. Ο εφεσείων εφεσίβαλε την ποινή ως έκδηλα υπερβολική. Το Εφετείο τονίζοντας την αυξητική τάση που παρατηρείται στην παράνομη παραμονή στην Κύπρο αλλοδαπών που εισήλθαν νόμιμα, τις δυσμενείς επιπτώσεις που δημιουργούνται στον τόπο από τη διάπραξη του αδικήματος αυτού σε διάφορους τομείς, όπως οικονομικούς, κοινωνικούς και άλλους και ότι στην περίπτωση της Κύπρου θα πρέπει να γίνει καθολικά σεβαστό ότι συντρέχουν ιδιαίτερα ισχυροί λόγοι για την αυστηρή εφαρμογή της αρχής του διεθνούς δικαίου που επιτρέπει τον αποκλεισμό αλλοδαπών προς διασφάλιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας έκρινε ότι δεν συνέτρεχε λόγος για επέμβαση. Το στίγμα της παρούσας περίπτωσης δίδεται ακόμη μέσα από το απόσπασμα της προαναφερόμενης υπόθεσης Ali Riza Mohamet v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 295: Έπειτα, το δικαστήριο εξήγησε ότι λόγω της παρατηρούμενης έξαρσης αυτών των αδικημάτων, με έκδηλες τις αρνητικές επιπτώσεις στη ζωή του τόπου, καθίστατο αναγκαία η επιβολή αποτρεπτικών ποινών όπως άλλωστε τονίστηκε και στις πρόσφατες αποφάσεις του Εφετείου στις υποθέσεις Mohamed El Feky και άλλοι ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 166 και Nazari v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 231. Τελευταία η Κύπρος αντιμετωπίζει πράγματι οξύ πρόβλημα τόσο από την παράνομη είσοδο στην Κύπρο αλλοδαπών όσο και από την παράνομη παραμονή αλλοδαπών που εισήλθαν νόμιμα. Έχει σημειωθεί μια κατακόρυφη αυξητική τάση και ο αριθμός του συνόλου των ευρισκομένων στην Κύπρο παράνομα έχει φτάσει σε επίπεδο τόσο ψηλό ώστε αφενός να καθίσταται δύσκολη η αποτελεσματική αστυνόμευση και αφετέρου να δημιουργούνται δυσμενείς επιπτώσεις σε διάφορους τομείς, οικονομικούς, κοινωνικούς αλλά και γενικότερα." Περαιτέρω, στην υπόθεση Al Jibouri κ.ά v. Αστυνομίας
(1992)2 A.A.Δ. 143, στην οποία αλλοδαποί που παρέμειναν στην Κυπριακή Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειας παραμονής τους καταδικάστηκαν σε ένα μήνα φυλάκιση έκαστος, το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναφορά σε νομολογία, σημείωσε ότι οι προσωπικές περιστάσεις των κατηγορουμένων όσο και αν, όπως σε κάθε περίπτωση, είναι παράγοντες σχετικοί με την επιμέτρηση της ποινής, είναι περιορισμένης σημασίας και σίγουρα δεν μπορούν να αφεθούν να οδηγήσουν σε αναποτελεσματική εφαρμογή του νόμου σε υποθέσεις όπως η παρούσα, στις οποίες οι ποινές είναι αναγκαίο να είναι αποτρεπτικές. Επιπλέον, στην υπόθεση Kandiah v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 324 επιβλήθηκε συντρέχουσα ποινή φυλάκισης 12 μηνών για τα αδικήματα της πλαστοπροσωπίας, πλαστογραφίας διαβατηρίου και κυκλοφορία τέτοιου πλαστού εγγράφου, η οποία επικυρώθηκε κατ' έφεση. Αξίζει να σημειωθεί ότι στην υπόθεση αυτή ο εφεσείοντας χρησιμοποίησε το πλαστογραφημένο διαβατήριο με απώτερο σκοπό να πετύχει την είσοδό του στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου διέμενε ο αδελφός του. Σφοδρή επιθυμία του εφεσείοντα που άνηκε στην κοινότητα "Ταμίλ", ήταν να εγκαταλείψει τη χώρα του για να αποφύγει την καταπίεση που υφίσταντο μέλη της κοινότητάς του. Επίσης, στην υπόθεση Khaknegad v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 148/2010 ημερομηνίας 24.05.11 επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 15 μηνών σε αδικήματα πλαστογραφίας διαβατηρίου και κυκλοφορίας τέτοιου πλαστού εγγράφου, 3 μηνών σε αδίκημα πλαστοπροσωπίας, 2 μηνών για τη διάπραξη των αδικημάτων της παράνομης εισόδου και παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας και 15 μηνών στο αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη των προαναφερόμενων αδικημάτων σε άτομο από το Ιράν που ήλθε στην Κύπρο επειδή κινδύνευε η ζωή του. Επρόκειτο για άτομο που προερχόταν από γονείς χαμηλής οικονομικής κατάστασης, με τον πατέρα του να είχε αποβιώσει 2 χρόνια προηγουμένως, την μητέρα του να παρουσιάζει προβλήματα υγείας και να είχε άλλα 10 αδέλφια, 4 από τα οποία διέμεναν με την μητέρα του. Επιπροσθέτως, είχε τονιστεί ότι τον τελευταίο χρόνο κινδύνευε η προσωπική του ασφάλεια στη χώρα καταγωγής του εξαιτίας πολιτικών συγκρούσεων που επικρατούν εκεί και για αυτό αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα του και να αιτηθεί πολιτικό άσυλο σε ευρωπαϊκή χώρα. Παρά τη συμπάθεια που το Δικαστήριο έδειξε, εντούτοις τονίστηκε ότι η συμπεριφορά του αλλοδαπού θα έπρεπε να ήταν διαφορετική. Περαιτέρω, στην υπόθεση Bhatti v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 661 επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 9 μηνών και 5 μηνών αντίστοιχα σε πρόσωπο που διέπραξε τα αδικήματα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου που ήταν διαβατήριο και της πλαστοπροσωπίας, οι οποίες επικυρώθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο δεν έκρινε ότι οι θέσεις του εφεσείοντα πως η πράξη του ήταν μεμονωμένη και ανόητη, πως έπεσε θύμα άλλου προσώπου, η υπόσχεση του πως δεν πρόκειται να διαπράξει άλλο αδίκημα ενόσω είναι σ' αυτή τη χώρα και πως έχει υποβάλει αίτηση για άσυλο δεν αποτελούσαν λόγο για επέμβαση του. Ακόμη στην υπόθεση Κουλλαπής v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 273 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 2 ετών για το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας, η οποία μειώθηκε κατ' έφεση στο 1 έτος. Στη δε υπόθεση Khalife v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 315 ποινή φυλάκισης ενός έτους που επιβλήθηκε σε πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου, με ομολογία και παραδοχή, συνεργασία με τις αστυνομικές αρχές και με δύσκολες οικογενειακές περιστάσεις που διέπραξε το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου που ήταν διαβατήριο μειώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στους 9 μήνες εξαιτίας σοβαρού προβλήματος υγείας που παρουσιάστηκε μετά τη φυλάκιση του εφεσείοντα και δεν είχε τεθεί ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου για να ληφθεί υπόψη. Στην υπόθεση εκείνη όμως το πρωτόδικο δικαστήριο έλαβε υπόψη του ότι ο εφεσείοντας αισθανόταν κίνδυνο στη γη του, ένεκα του στρατοκρατικού καθεστώτος, όπως όλοι οι κάτοικοι της περιοχής αυτής. Ήταν το πρώτο από 9 παιδιά μιας πάμπτωχής οικογένειας. Οι γονείς του δεν μπορούσαν, λόγω ηλικίας και υγείας, να εργαστούν και ο εφεσείοντας έπρεπε μόνος του να τους φρόντιζε όπως και τα αδέλφια του. Κάποιοι εκμεταλλευόμενοι την άσχημη οικονομική του κατάσταση και τη δυσκολία του να εξεύρει δουλειά, του πήραν το ποσό των 3.000 δολαρίων Αμερικής και του εξήγησαν, ότι μπορούσε να έλθει στην Κύπρο, με το Ιταλικό διαβατήριο και αφού θα είχε τη σφραγίδα της Κύπρου, εύκολα θα γινόταν δεκτός στην Ευρώπη. Επιπλέον, στην υπόθεση Ματούρ και άλλοι v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 36 επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 15 μηνών σε έκαστο από τους τρεις εφεσείοντες λευκού ποινικού μητρώου, συνεργασία με την αστυνομία και με οικονομικές δυσκολίες που διέπραξαν τα αδικήματα της πλαστογραφίας διαβατηρίου και κυκλοφορίας τέτοιου πλαστού εγγράφου, οι οποίες επικυρώθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο. Στην υπόθεση αυτή ο πρώτος εφεσείοντας, Παλαιστίνιος στην καταγωγή ήταν νυμφευμένος και πατέρας τεσσάρων ανηλίκων τέκνων, στερείτο οποιασδήποτε περιουσίας, το μόνο δε εισόδημα του ήταν οι απολαβές του από την εργασία του σαν μεταπωλητής ταξιδιωτικών εισιτηρίων και ανερχόταν στο ποσό των $300 το μήνα. Ήταν απόφοιτος πανεπιστημίου με δίπλωμα στη διαχείριση επιχειρήσεων. Διέμενε και εργαζόταν στη Βουλγαρία όπου κατέφυγε για να αποφύγει τη σύλληψη του από τους Σύριους, στόχος του δε ήταν να φέρει κοντά του και την οικογένεια του η οποία διέμενε στο Λίβανο. Υπέφερε με δισκοπάθεια και υποβαλλόταν σε θεραπεία. Ο δεύτερος εφεσείοντας ήταν ηλικίας 28 χρόνων και πατέρας δύο ανήλικων παιδιών. Διέμενε με την οικογένεια του στη Βουλγαρία όπου και επαγγελλόταν το μηχανικό. Στερείτο οποιασδήποτε περιουσίας και αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Ο σκοπός της επίσκεψης του στην Κύπρο ήταν η εξεύρεση οικονομικών πόρων μετανάστευσης του ιδίου και της οικογένειας του από τη Βουλγαρία στην Αμερική. Αντιμετώπιζε προβλήματα με την υγεία του λόγω τραυμάτων που υπέστη σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Ο τρίτος εφεσείοντας ήταν ηλικίας 25 ετών, φοιτητής οικονομικών και διέμενε με τη μητέρα του και τα τρία μικρότερα αδέλφια του στη Βεγγάζη της Λιβύης όπου μετοίκησε το 1975 από το Λίβανο μετά το θάνατο του πατέρα του. Παράλληλα απασχολείτο περιοδικά στις οικοδομές απ' όπου κέρδιζε $600 περίπου το μήνα, χρήματα που χρησιμοποιούνταν για τη συντήρηση του ιδίου και της οικογένειας του. Αντιμετώπιζε ψυχολογικά προβλήματα και κατά διαστήματα παρακολουθείτο από ψυχίατρο. Ισχυρίστηκε ότι έτυχε εκμετάλλευσης από αυτούς που έδειξε τυφλή εμπιστοσύνη. Επιπροσθέτως, στην υπόθεση William v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 431 ποινή φυλάκισης 9 μηνών που επιβλήθηκε σε άτομο που διέπραξε το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου που ήταν διαβατήριο και συνελήφθηκε κατά τον έλεγχο διαβατηρίων στο αεροδρόμιο Λάρνακας ενώ αναχωρούσε με προορισμό το Λονδίνο, επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Επίσης, στην υπόθεση Borisov v. Αστυνομίας (Αρ.1)
(2004)2 Α.Α.Δ. 204 επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 15 μηνών για αδικήματα της κυκλοφορίας πλαστού διαβατηρίου και παράνομης εισόδου στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας σε άτομο που δήλωσε παραδοχή και συνεργάστηκε με τις αστυνομικές αρχές, οι οποίες επικυρώθηκαν κατ' έφεση. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Εν πάσει περιπτώσει, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας των αδικημάτων ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση παρατηρώ ότι τα γεγονότα και οι συνθήκες που περιβάλουν τη διάπραξη των αδικημάτων είναι ιδιάζοντα. Παρόλο που όντως μέσα από αυτά αναδύεται η σοβαρότητα, εντούτοις την ίδια στιγμή, υπό το φως του ιστορικού που έχω περιγράψει πιο πάνω, είναι ταυτόχρονα και ιδιόμορφα που χρήζουν ξεχωριστής και προσεχτικής προσέγγισης. Κατ' αρχήν δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο κατηγορούμενος επέδειξε μια σοβαρά αξιόποινη συμπεριφορά, ανεξαρτήτως του όποιου λόγου επικαλείται. Το ότι ο κατηγορούμενος δεν περιορίστηκε απλά στο να διαμένει παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας αλλά προχώρησε στη διάπραξη άλλων σοβαρότερων αδικημάτων όπως αυτών της πλαστογραφίας, κυκλοφορίας πλαστών εγγράφων και της πλαστοπροσωπίας, επεκτείνοντας έτσι την αξιόποινη συμπεριφορά του, είναι ένα στοιχείο επιβαρυντικό που λαμβάνεται υπόψη. Περαιτέρω, η παράνομη συνεργασία και συνομωσία του με άλλο πρόσωπο από το οποίο εξασφάλισε το πλαστό δανέζικο διαβατήριο και ο τρόπος με τον οποίο προσπάθησε να ξεγελάσει τον αστυφύλακα 694 Α. Φτωχό θέτοντας το σε κυκλοφορία φανερώνει σχέδιο οργανωμένης συμπεριφοράς από τον κατηγορούμενο που αποσκοπούσε στο να ξεγελάσει τις κυπριακές αρχές και να εισχωρήσει στο έδαφος του Ηνωμένου Βασιλείου. Αυτός είναι ένας άλλος επιβαρυντικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη. Παρόλο ότι δεν υπήρξε οικονομικό όφελος, εντούτοις υπήρξε προμελέτη και προσπάθεια εκτέλεσης ενός σχεδίου με σκοπό την αποκόμιση οφέλους, το οποίο όμως ανατράπηκε με τη σύλληψη του κατηγορουμένου στο αεροδρόμιο της Πάφου από τις αστυνομικές αρχές τη στιγμή που επιχειρούσε να αναχωρήσει με προορισμό το Λονδίνο. Δεν διαφεύγει ακόμη της προσοχής του Δικαστηρίου ότι η κατά συρροή αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου τερματίστηκε τελικά μόνο με την παρέμβαση των αστυνομικών αρχών κατά τον έλεγχο των διαβατηρίων και τη στιγμή που ο εν λόγω κατηγορούμενος ήταν έτοιμος να αναχωρήσει με προορισμό το Λονδίνο. Ούτε μπορεί να παραγνωριστεί το γεγονός ότι αν δεν υπήρχε έγκαιρη παρέμβαση από τις αστυνομικές αρχές η αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου θα είχε και συνέχεια δια της προσπάθειας εξαπάτησης και άλλης ευρωπαϊκής χώρας και συγκεκριμένα του Ηνωμένου Βασιλείου, χωρίς να αποκλείεται και η προσπάθεια εξαπάτησης και άλλης χώρας και συγκεκριμένα της Δανίας, χώρας προέλευσης του πλαστού διαβατηρίου. Προς όφελος του κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Την συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές και η ομολογία του στη διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων οδηγώντας έτσι στην εξιχνίαση της υπόθεσης αυτής. (β) Την άμεση παραδοχή του στο Δικαστήριο. (γ) Το λευκό ποινικό μητρώο του. (δ) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, όπως αυτές περιέχονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και ειδικότερα ότι: · ηλικίας 44 ετών και άνεργος · ο πατέρας του θανατώθηκε λόγω πολιτικών διαφορών στο Ιράν το 2005 · είναι φορέας του ιού της ηπατίτιδας C · πάσχει από καταθλιπτική συμπτωματολογία, η οποία δημιουργεί αυξημένη επικινδυνότητα για απόπειρα αυτοκτονίας, καθώς επίσης από χρόνιο μετατραυματικό στρες με έντονα αγχώδη καταθλιπτικά στοιχεία. Ένας άλλος λόγος που προσμετρείται προς όφελος του κατηγορουμένου είναι το κίνητρο διάπραξης των αδικημάτων πλαισιωμένου των γεγονότων και ειδικών συνθηκών που έχουν εκτενώς εκτεθεί πιο πάνω. Χωρίς να υποβαθμίζεται η σοβαρότητα των αδικημάτων, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι η αγωνιώδης προσπάθεια του κατηγορουμένου για αξιοπρεπή διαβίωση χωρίς την ανάγκη φιλανθρωπίας μέσω της ευκαιρίας να εργαστεί με την προοπτική ενός καλύτερου μέλλοντος δίχως όμως να τίθεται σε κίνδυνο η σωματική ακεραιότητα του σε συνδυασμό με την έλλειψη συνεργασίας και συνεννόησης μεταξύ του ιδίου και της Ιρανικής Πρεσβείας στην Κύπρο και η ταυτόχρονη απαγόρευση που έχει στο να διαμένει και να εργάζεται στο νησί τον έχει εγκλωβίσει κοινωνικά αλλά και οικονομικά, ωθώντας τον έτσι στην παρανομία. Γενικά, λαμβάνω υπόψη μου οτιδήποτε άλλο έχει αναφερθεί ή τεθεί ενώπιον μου και αποτελεί ελαφρυντικό στοιχείο για τον κατηγορούμενο. Καθοδηγούμενος από τη σχετική επί του θέματος νομολογία και συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή πηγάζει μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής σε συνδυασμό με την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, καθιστά αναπόφευκτη την επιβολή στον κατηγορούμενο ποινή στερητικής της ελευθερίας του. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας και συχνότητας διάπραξης των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και των περιστατικών της υπόθεσης αυτής, για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Καταληκτικά επιβάλλονται στον κατηγορούμενο οι εξής ποινές: 1η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 6 μηνών 2η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 6 μηνών 3η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 4 μηνών 4η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 3 μηνών 5η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 30 ημερών Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο συντρέχουν. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα εάν οι ποινές που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο θα πρέπει να οδηγήσουν στην άμεση φυλάκιση τους ή δύναται να ανασταλούν δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72. Εξάλλου αυτό ήταν κι το αίτημα του ευπαιδεύτου συνηγόρου. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Κατόπιν προσεκτικής μελέτης των περιστάσεων της υπόθεσης καθώς και των προσωπικών συνθηκών του κατηγορουμένου, κρίνω ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος ή παράγοντας που να δικαιολογεί την έκδοση διαταγής για αναστολή εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης που έχει επιβληθεί. Ειδικότερα έχω λάβει υπόψη μου τις ιδιάζουσες συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων σε συνάρτηση με τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου μαζί με το πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζει και δεν έχω ικανοποιηθεί ότι αυτά είναι τέτοια που θα έκλιναν την πλάστιγγα προς την κατεύθυνση της αναστολής εκτέλεσης των ποινών. Ασφαλώς οι ιδιάζουσες συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων καθώς και τα προβλήματα υγείας που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δεν αφήνουν απαθή το Δικαστήριο, αλλά αντίθετα σαφώς και λαμβάνονται σοβαρά υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής. Την ίδια στιγμή όμως το Δικαστήριο δεν μπορεί να διαγράψει την σοβαρότητα διάπραξης των εν λόγω αδικημάτων, για τα οποία εν πάσει περιπτώσει η νομολογία υποδεικνύει την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Τυχόν μη επιβολής ποινής στερητικής της ελευθερίας υπό το φως της σοβαρότητας που διέπει τα αδικήματα αυτά αλλά και της αρχής ότι στα αδικήματα που επιβάλλονται ποινές αποτρεπτικής φύσεως οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου είναι ήσσονος σημασίας (Ιωάννου άλλως Μουσικός v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286, Κλεοβούλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 57 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ζαννέτου
(2001)2 Α.Α.Δ. 438), θα ισοδυναμούσε με επικρότηση της παρανομίας. Παρόλα αυτά, όπως έχει ήδη λεχθεί, όλοι οι ελαφρυντικοί παράγοντες λήφθηκαν υπόψη για τη δραστική μείωση της ποινής που του επιβλήθηκε (βλέπε άρθρο 3
(2)του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72, Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09, Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 και Λεωνίδου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 663). Έπεται ότι το αίτημα του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης απορρίπτεται. Η έκτιση της ποινής του κατηγορουμένου θα αρχίσει από τις 24.03.14, δηλαδή από την ημερομηνία που τελεί υπό κράτηση για την παρούσα υπόθεση. Το Δικαστήριο είναι βέβαιο ότι θα παρασχεθούν στον κατηγορούμενο η αναγκαία ιατρική φροντίδα, παρακολούθηση και φαρμακευτική αγωγή από τις αρμόδιες υπηρεσίες για όσο χρονικό διάστημα χρειαστεί, εάν και εφόσον κριθεί κάτι τέτοιο απαραίτητο. Παράλληλα, δυνάμει των εξουσιών που μου παρέχει ο νόμος διατάζω όπως δανέζικο διαβατήριο με αριθμό 206819329 στο όνομα Yusefi Faramarz Daryush καθώς επίσης η κάρτα επιβίβασης εκδομένη εις το ίδιο όνομα κατασχεθούν και καταστραφούν. €85,00 έξοδα του μεταφραστή να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence Αναφορά: Ποινικό/Πλαστογραφία-Κυκλιοφορία πλαστού εγγράφου-Πλαστοπροσωπεία -Παράνομη παραμονή/Ποινή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.