Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 9151/2011, 28/4/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B74 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9151/2011 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 28.04.14 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Σ. Συμεού Για Κατηγορούμενο: κος Στ. Πολεμίτης Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία επίθεσης η οποία προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων (δεύτερη κατηγορία), κατηγορία πρόκλησης κακόβουλης ζημιάς κατά παράβαση του άρθρου 324
(1)του Κεφ.154 (πρώτη κατηγορία) και της αλόγιστης ή επικίνδυνης οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 7 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν.86/72μετά των συναφών τροποποιήσεων και των σχετικών διατάξεων της Κ.Δ.Π. 312/2007 (τρίτη κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 15.02.09 στην Πάφο οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής HTH 772 αλόγιστα, απερίσκεπτα ή επικίνδυνα για το κοινό λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και της χρήσης της οδού ως και του όγκου της τροχαίας που υπήρχε κατά το δεδομένο χρόνο ή που εύλογα θα αναμενόταν να υπάρχει κατά τον εν λόγω χρόνο επί της οδού. Επίσης, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στον ίδιο με πιο πάνω χρόνο και τόπο εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσε ζημιά άγνωστης αξίας στο μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής BBB 021, περιουσία του Αντώνη Αντωνίου, παραπονούμενου στην υπόθεση αυτή. Επιπλέον, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι τον ίδιο με πιο πάνω χρόνο και τόπο επιτέθηκε εναντίον του εν λόγω παραπονούμενου προκαλώντας του πραγματική σωματική βλάβη. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε 2 μάρτυρες και συγκεκριμένα τον Αντώνη Αντωνίου, παραπονούμενο στην υπόθεση αυτή (ΜΚ1) και τον αστυφύλακα 3486 Ανδρέα Μαλεκκίδη (ΜΚ2). Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον τoυ κατηγορουμένου στην κατηγορία που αντιμετωπίζει και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ο κατηγορούμενος επέλεξε να δώσει ένορκη κατάθεση καλώντας παράλληλα ακόμη ένα μάρτυρα υπεράσπισης και συγκεκριμένα την σύζυγο του Άννα Νεοφύτου (ΜΥ1). Επιπλέον, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατατέθηκαν 7 τεκμήρια, εκ των οποίων δύο είναι πανομοιότυπα (Τεκμήρια 5 και 7). Επιπροσθέτως, τα μέρη δήλωσαν ότι αποδέχονται ως αληθές το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3 που είναι ιατρικό έντυπο από τον Δρ. Χρυσάνθου του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου. Με βάση το τεκμήριο αυτό ο πιο πάνω ιατρός εξέτασε τον παραπονούμενο της παρούσας υπόθεσης στις 15.02.09 και ώρα 22:38 μετά από αναφερόμενο ξυλοδαρμό και κτύπημα στο κεφάλι διαπιστώνοντας μώλωπες δεξιά και αριστερά του θώρακος και μικροεκδορές σε όλο το πρόσωπο. Έγιναν οι απαραίτητες ιατρικές εξετάσεις και συνεστήθη στον παραπονούμενο η εισαγωγή του για παρακολούθηση αλλά αυτός υπέγραψε και αποχώρησε από το νοσοκομείο με δική του ευθύνη. Επίσης, κατόπιν έγκρισης του Δικαστηρίου, τα μέρη κατέθεσαν από κοινού το Τεκμήριο 1Α που είναι η γραπτή κατάθεση του αστυφύλακα 2588 Α. Παπακλεοβούλου, το περιεχόμενο του οποίου αποδέχονται ως αληθές. Σύμφωνα με αυτό, σημειώνεται ότι στις 16.02.09 και ώρα 09:30 ο εν λόγω αστυφύλακας έλαβε 7 φωτογραφίες που έδεσε σε σχήμα βιβλιαρίου, οι οποίες δείχνουν τα εμπλεκόμενα στο επίδικο περιστατικό οχήματα με αριθμούς εγγραφής BBB 21 και HTH 772. Κατόπιν έγκρισης του Δικαστηρίου, τα μέρη κατέθεσαν από κοινού το βιβλιάριο με τις έγχρωμες φωτογραφίες αυτές ως Τεκμήρια 1Β
(1)έως 1Β
(7), το περιεχόμενο των οποίων τα μέρη αποδέχονται ως αληθές. Τα πιο πάνω παραδεχτά γεγονότα εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο και αποτελούν αυτόματα μέρος των ευρημάτων του. ΜΚ1 είναι ο Αντώνης Αντωνίου, παραπονούμενος στην υπόθεση αυτή. Ως μέρος της κυρίως εξέτασης του προσκόμισε σαν Τεκμήριο 2 την γραπτή κατάθεση του ημερομηνίας 16.02.09 μέσα από την οποία αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι στις 15.02.09 ο ίδιος μετέβηκε μαζί με την φιλενάδα του στην οικία των γονιών του που βρίσκεται στην Παναγιά για φαγοπότι όπου εκεί συνάντησε τον αδελφότεκνο του Νίκο, γιο του αδελφού του Μιχάλη και της πρώην συζύγου του Άννας Νεοφύτου (ΜΥ1), η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο του κατηγορητηρίου ήταν νυμφευμένη με τον κατηγορούμενο. Μετά πάροδο 2 ωρών ο Νίκος έφυγε για Λεμεσό επειδή έπρεπε να μεταβεί σε γάμο μαζί με την μητέρα του και τον πατέρα της. Μετά από άλλες δύο ώρες ο παραπονούμενος πήρε τηλέφωνο τον Νίκο για να δει αν έφθασαν στη Λεμεσό διότι ανησυχούσε που ο αδελφότεκνος του ήπιε ποτό και δεν ήθελε να οδηγούσε. Ο Νίκος του είπε ότι πήγε στη Λεμεσό με διαφορετικό αυτοκίνητο, το οποίο και οδήγησε. Στη συνέχεια πήρε τηλέφωνο την πρώην σύζυγο του αδελφού του και μητέρα του Νίκου για να της πει ότι ο Νίκος ήπιε ποτό και έτσι να μην τον αφήσει να οδηγήσει αλλά το απάντησε ο κατηγορούμενος φωνάζοντας και απαιτώντας από αυτόν να τους αφήσει ήσυχους επειδή τους ενοχλούσε προτού του κλείσει το τηλέφωνο. Ο παραπονούμενος τότε ξαναπήρε κλήση τον αριθμό τηλεφώνου της ΜΥ1 αλλά και πάλι το απάντησε ο κατηγορούμενος, ο οποίος αυτή τη φορά τον εξύβρισε και τον απείλησε. Ακολούθως ο εν λόγω μάρτυρας αναχώρησε από την Παναγιά και παρά τον κυκλικό κόμβο των Κονιών πρόσεξε το όχημα του κατηγορουμένου, το οποίο οδηγείτο από τον ίδιο, να έρχεται από τη Λεμεσό. Τότε το όχημα του ΜΚ1 επέστρεψε προς τα πίσω ακολουθώντας το όχημα το όχημα του κατηγορουμένου με σκοπό ο παραπονούμενος να ζητήσει το λόγο από τον κατηγορούμενο που τον εξύβρισε. Στα πρώτα φώτα μετά τον κυκλικό κόμβο που ήταν κόκκινο το όχημα του παραπονούμενου σταμάτησε δίπλα από αυτό του κατηγορουμένου και ο πρώτος ζήτησε από τον δεύτερο μόλις περάσει τα φώτα να σταματήσει για να μιλήσουν αλλά αυτός τον εξύβρισε εκ νέου. Ακολούθως αφού άναψε το πράσινο φως, το όχημα του κατηγορουμένου έστριψε αριστερά από τον κυκλικό κόμβο του νοσοκομείου. Το όχημα του παραπονούμενου συνέχισε να τον ακολουθεί μέχρι που σε κάποια στιγμή βρέθηκε στο δεξιό πλευρό του και όταν ζήτησε από τον κατηγορούμενο να σταματήσει αυτός έστρεψε το όχημα προς το δικό του όχημα κτυπώντας το στην αριστερή μπροστινή πλευρά. Ο κατηγορούμενος τότε στάθμευσε το όχημα του στο πλάι του δρόμου ενώ το όχημα του παραπονούμενου στράφηκε πίσω και σταμάτησε μπροστά από αυτό. Ο παραπονούμενος εξήλθε του οχήματος και ζήτησε εξηγήσει από τον κατηγορούμενο, ο οποίος αφού εξήλθε και αυτός του οχήματος του άρπαξε τον παραπονούμενο από τα μαλλιά, τον τράβηξε πίσω και άρχισε να τον χτυπά με τα χέρια του στο πρόσωπο ενώ η σύζυγος του κατηγορουμένου τον κρατούσε από την μέση. Η φιλενάδα του Άντρη μαζί με την σύζυγο του κατηγορουμένου κατάφεραν να τους χωρίσουν χωρίς ο παραπονούμενος να κτυπήσει τον κατηγορούμενο. Στη συνέχεια ο παραπονούμενος μετέβηκε στην αστυνομία για καταγγελία και μετά στο νοσοκομείο για να εξεταστεί από ιατρό. Στη δια ζώσης μαρτυρία του ο παραπονούμενος, αφού κατάθεσε το προαναφερόμενο ιατρικό έντυπο ως Τεκμήριο 3, ανάφερε ότι για την υπόθεση αυτή κατηγορήθηκε για αλόγιστη και επικίνδυνη οδήγηση στην οποία αφού δήλωσε παραδοχή του επιβλήθηκε χρηματική ποινή ύψους €700,00 πλέον στέρηση άδειας οδήγησης για περίοδο ενός μηνός. Μέσα δε από τις έγχρωμες φωτογραφίες που κατατέθηκαν σαν Τεκμήρια 1Β
(3)και 1Β
(5)ο παραπονούμενος υπέδειξε το όχημα του με αριθμούς εγγραφής BBB 21 μάρκας Mercedes χρώματος μαύρου αλλά και αυτό του κατηγορουμένου με αριθμούς εγγραφής HTH 772 μάρκας Mazda Familia χρώματος άσπρου που φαίνονταν να είναι και τα δύο κτυπημένα. Αντεξεταζόμενος ο παραπονούμενος, ανάμεσα σ' άλλα, απέρριψε κατηγορηματικά τη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι ο ίδιος είχε στήσει καρτέρι στον κατηγορούμενο και καταδίωξε το όχημα του. Ωστόσο ο παραπονούμενος παραδέχτηκε ότι ακολούθησε το όχημα του κατηγορουμένου επειδή αναζητούσε εξηγήσεις για τις ύβρεις που ισχυρίζεται ότι είχε δεχτεί προηγουμένως. Στη συνέχεια ο ΜΚ1 είπε ότι το όχημα του πλεύρισε το όχημα του κατηγορουμένου αλλά είναι το όχημα του τελευταίου που κτύπησε το δικό του. Ακόμη επέμεινε στη θέση ότι ήταν η σύζυγος του που οδηγούσε το όχημα του και ότι παραδέχτηκε την κατηγορία της αλόγιστης και επικίνδυνης οδήγησης κατόπιν προτροπής του δικηγόρου του προς αποφυγή ταλαιπωρίας του ιδίου καθώς και του Δικαστηρίου. Σε σχέση με την επίθεση που ισχυρίζεται ότι δέχτηκε, ο παραπονούμενος ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος τον άρπαξε από τον 'κότσο' όπως χαρακτηριστικά είπε, τον πίεσε προς τα κάτω και τον γρονθοκόπησε στο κεφάλι του προκαλώντας του εκεί καρούμπαλα και μαυρίζοντας του το δεξί μάτι. Η δε σύζυγος του κατηγορουμένου, όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε, τον κρατούσε από την πίσω πλευρά της μέσης του. Με αυτόν τον τρόπο απέρριψε την εκδοχή της υπεράσπισης που ήταν ότι κτύπησε το πρόσωπο του στο τιμόνι από τα απότομα φρεναρίσματα του οχήματος του λόγω της χαμηλής ταχύτητας του οχήματος του κατηγορουμένου λέγοντας ότι δεν υπήρξαν φρεναρίσματα καθότι η σύγκρουση των οχημάτων έγινε όταν αυτά βρίσκονταν σε κίνηση. Σύμφωνα με τον παραπονούμενο, με τον τρόπο που ο κατηγορούμενος τον κρατούσε ο ίδιος δεν μπορούσε να αντιδράσει. Ο παραπονούμενος ακόμη απέρριψε τη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι με το όχημα του ο παραπονούμενος πάτησε το αριστερό πόδι του κατηγορουμένου. Επίσης ο κατηγορούμενος απέρριψε τις θέσεις του κατηγορουμένου ότι δεν του επιτέθηκε καθώς και το ότι ο ίδιος ευθύνεται για τις όποιες ζημιές προκλήθηκαν στο όχημα του. Ο ΜΚ2, αστυφύλακας 3486 Ανδρέα Μαλεκκίδη, ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης. Στην κυρίως εξέταση του, μεταξύ άλλων, παρουσίασε τη γραπτή κατάθεση του σαν μέρος της κυρίως εξέτασης του που κατατέθηκε στην διαδικασία αυτή ως Τεκμήριο 4, μέσα από την οποία αναφέρει ότι στις 15.02.09 και περί ώρα 22:30 ενώ βρισκόταν στα γραφεία του Τμήματος Μικροπαραβάσεων παρουσιάστηκε ο παραπονούμενος και ανάφερε ότι κτυπήθηκε στο πρόσωπο από τον κατηγορούμενο αφού προηγουμένως ο τελευταίος με το όχημα του υπ' αριθμούς εγγραφής HTH 772 κτύπησε εσκεμμένα το δικό του όχημα με αριθμούς εγγραφής BBB
- Παράλληλα, ο παραπονούμενος του υπέδειξε τη ζημιά που το αυτοκίνητο του υπέστηκε στο αριστερό μπροστινό μέρος. Στις 15.02.09 και στα πλαίσια αντίστοιχης δικής του καταγγελίας ο κατηγορούμενος έδωσε γραπτή κατάθεση η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Όπως περαιτέρω αναφέρεται την 01.06.09 ο εν λόγω αστυφύλακας έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο στην οποία δεν ανάφερε οτιδήποτε. Η εν λόγω ανακριτική κατάθεση κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Ακολούθως την ίδια ημέρα ο ΜΚ2 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για τα κατ' ισχυρισμό αδικήματα του κατηγορητηρίου και αφού του επέστησε γραπτώς την προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε "Δεν παραδέχομαι καμία κατηγορία." Ο κατηγορούμενος στη κυρίως εξέταση του αναγνώρισε τη γραπτή κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία στις 15.02.10 και κατατέθηκε στην παρούσα διαδικασία ως Τεκμήρια 5 και 7, το περιεχόμενο των οποίων υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Σύμφωνα με τα τεκμήρια αυτά, ο κατηγορούμενος αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι στις 15.02.09 μετέβηκε σε συγγενικό γάμο στην Λεμεσό μαζί με τη σύζυγο του και τα παιδιά του χρησιμοποιώντας το όχημα της συζύγου του με αριθμούς εγγραφής HTH
- Την ώρα που ο κατηγορούμενος ετοιμαζόταν να αναχωρήσει για την Πάφο του τηλεφώνησε ο παραπονούμενος και του είπε πως ο Νίκος είναι μεθυσμένος και ξεκίνησε με το αυτοκίνητο να έλθει στο γάμο που διεξαγόταν στην Λεμεσό. Ο κατηγορούμενος τότε του είπε ότι θα συναντούσε τον Νίκο στο γάμο. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος αναχώρησε για την Πάφο οδηγώντας το όχημα της συζύγου του με την τελευταία να είναι συνοδηγός. Κατά τη διαδρομή προς την Πάφο ο παραπονούμενος τηλεφώνησε 6 φορές στον κατηγορούμενος εξυβρίζοντας τον. Φθάνοντας στην Πάφο γύρω στις 22:30 ο κατηγορούμενος πρόσεξε ότι το όχημα του παραπονούμενου ήταν σταθμευμένο πάνω στον κυκλικό κόμβο των Κονιών και ο ίδιος να βρίσκεται στη θέση του οδηγού. Όταν το όχημα του κατηγορουμένου βρισκόταν κοντά στο περίπτερο 'Αυγερινός' μετά τα φώτα του κυκλικού κόμβου με κατεύθυνση το Γενικό Νοσοκομείο Πάφου κτυπήθηκε από το όχημα του παραπονούμενου που το είχε ακολουθήσει. Στη συνέχεια από τον κυκλικό κόμβο του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου το όχημα έστριψε αριστερά αλλά το όχημα του παραπονούμενου αφού τον προσπέρασε επέστρεψε προσπαθώντας να τον κτυπήσει αυτή τη φορά μετωπικά. Ο κατηγορούμενος εξήλθε του οχήματος του και στάθηκε περίπου στο κέντρο του δρόμου όταν το όχημα του παραπονούμενου ερχόμενο προς το όχημα του κατηγορουμένου έστριψε αριστερά. Ο ελιγμός αυτός οδήγησε στην αποφυγή της σύγκρουσης, πλην όμως το όχημα του παραπονούμενου πάτησε το αριστερό πόδι του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος αναζητούσε επίμονα κινητό τηλέφωνο από τους περαστικούς για να τηλεφωνήσει στην αστυνομία ενώ ο παραπονούμενος φώναζε στη σύζυγο του πρώτου χωρίς όμως ο κατηγορούμενος να ακούσει τι έλεγε. Στη συνέχεια ο παραπονούμενος έφυγε χωρίς ο κατηγορούμενος να του επιτεθεί. Όπως ο κατηγορούμενος είπε, τελικά κατάφερε να ειδοποιήσει την αστυνομία με τη βοήθεια ενός κινητού τηλεφώνου που βρήκε σε δρόμο κοντά στο περίπτερο. Στη δια ζώσης μαρτυρία του στο Δικαστήριο ο κατηγορούμενος ανάφερε, ανάμεσα σ' άλλα, ότι διερωτήθηκε από που ο παραπονούμενος γνώριζε την ώρα που ο αυτός θα έφθανε στην Πάφο αλλά μετά αντιλήφθηκε ότι παραπονούμενος έλαβε τέτοια πληροφόρηση ρωτώντας ενωρίτερα πλαγίως τον Νίκο τι ώρα αυτός θα αναχωρούσε από την Λεμεσό. Επίσης, ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι εκεί που το όχημα του παραπονούμενου χτύπησε το δικό του όχημα υπήρχε γκρεμός και φοβούμενος ότι το όχημα του μπορούσε να αναποδογυριστεί με κίνδυνο την ζωή τους προτίμησε να το σταθμεύσει. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, το όχημα του παραπονούμενου επέστρεψε ενώ ο ίδιος εξήλθε του οχήματος του αναζητώντας κινητό τηλέφωνο ως αποτέλεσμα των οποίων το όχημα του παραπονούμενου πάτησε το παπούτσι του. Όταν δε αυτός τηλεφώνησε της αστυνομίας από τηλέφωνο είτε δικό του είτε που του έδωσε κάποιος περαστικός, ο παραπονούμενος εξαφανίστηκε. Σύμφωνα ακόμη με τον κατηγορούμενο, το όχημα του πορευόταν με ταχύτητα 20 χιλιόμετρα ανά ώρα. Αντεξεταζόμενος ο κατηγορούμενος δήλωσε, μεταξύ άλλων, ότι είναι την άκρη του παπουτσιού του πάτησε ο τροχό του οχήματος του παραπονούμενου αφού πρώτα πρόλαβε να μετακινήσει το πόδι του από την αρχική του θέση. Όπως ο κατηγορούμενος εξήγησε, αν δεν σκεπτόταν να σταθμεύσει σκόπευε να τηλεφωνούσε στην αστυνομία ή αν μπορούσε να μετέβαινε σε αστυνομικό σταθμό. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος επέμεινε στη θέση του ότι δεν χτύπησε τον παραπονούμενο και ότι ούτε είχε λόγο να πράξει κάτι τέτοιο. ΜΥ1 ήταν η σύζυγος του κατηγορουμένου, Άννα Νεοφύτου, η οποία στην κυρίως εξέταση της ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι εργάζεται ως ειδικός αστυφύλακας στο αεροδρόμιο Πάφου. Σύμφωνα με την ΜΥ1, η ίδια στις 15.02.09 βρισκόταν σε συγγενικό γάμο στη Λεμεσό μαζί με τον κατηγορούμενο και τις δύο θυγατέρες της. Προτού όμως αναχωρήσει από το γάμο για να επιστρέψει στην Πάφο δέχτηκε τηλεφώνημα από τον παραπονούμενο για να τους πει ότι αν ο υιός της Νίκος είναι εκεί να ξεκινήσουν όλοι μαζί επειδή κατανάλωνε αλκοόλ μαζί του στην Παναγιά, το οποίο όμως τηλεφώνημα απάντησε ο κατηγορούμενος. Ο κατηγορούμενος διερωτήθηκε γιατί τον άφησε να έλθει στην Λεμεσό αφού τον είδε να πίνει και τους τηλεφωνά τώρα. Όπως η μάρτυρας αυτή σημείωσε, ακολούθησαν άλλα 5-6 τηλεφωνήματα με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να του πει να μην τους ξανατηλεφωνήσει για το ίδιο θέμα. Από την μεταξύ τους συνομιλία η ΜΥ1 αντιλήφθηκε ότι ο παραπονούμενος εξύβρισε τον κατηγορούμενο. Σύμφωνα με την εν λόγω μάρτυρα, ο παραπονούμενος τους περίμενε στον κυκλικό κόμβο σε σταθμευμένο όχημα του οποίου οδηγός ήταν ο ίδιος και συνοδηγός μία κοπέλα. Τότε ο παραπονούμενος ήλθε με το όχημα του δίπλα που το δικό του κατηγορουμένου που πορευόταν στην αριστερή μεριά του δρόμου κτυπώντας το στην πλευρά του οδηγού που ήταν ο κατηγορούμενος. Η ίδια ήταν τρομοκρατημένη ενώ ο κατηγορούμενος αναζητούσε τηλέφωνο για να ειδοποιήσει την αστυνομία. Ακολούθως, το όχημα του παραπονούμενου έκανε επαναστροφή και σταμάτησε δίπλα από το όχημα του κατηγορουμένου. Χωρίς ο σύζυγος της να κτυπήσει τον παραπονούμενο, ο τελευταίος αναχώρησε από το επίδικο μέρος. Στο μεταξύ ο κατηγορούμενος βρήκε τηλέφωνο από ένα περαστικό με το οποίο ειδοποίησε την αστυνομία. Αντεξεταζόμενη η ΜΥ1 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως δεν πρόσεξε οποιοδήποτε περιστατικό μέσα από το οποίο να πατηθεί το πόδι του κατηγορουμένου από το όχημα του παραπονούμενου. Βέβαια η ίδια, όπως είπε, ένεκα του συγκεκριμένου επιδίκου επεισοδίου ήταν σοκαρισμένη. Τελικές Αγορεύσεις: Αμφότερες οι πλευρές στις αγορεύσεις τους προσπάθησαν με νομική επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μερών της προσκομισθείσας μαρτυρίας να πείσουν για την ορθότητα των θέσεων και εισηγήσεων τους. Συγκεκριμένα, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι ο παραπονούμενος θα πρέπει να κριθεί αναξιόπιστος για το λόγο και μόνο ότι ενώ στο παρόν Δικαστήριο είπε ότι το όχημα του οδηγείτο από την φιλενάδα του σε άλλο Δικαστήριο προγενέστερα δήλωσε σε σχέση με τα ίδια γεγονότα παραδοχή ότι το οδηγούσε ο ίδιος. Είναι ακόμη η θέση του κυρίου Πολεμίτη ότι από την προσκομισθείσα μαρτυρία δεν έχουν αποδεχτεί τα συστατικά στοιχεία οποιουδήποτε κατ' ισχυρισμό αδικήματος του κατηγορητηρίου και στη βάση αυτών κάλεσε το Δικαστήριο να αθωώσει τον κατηγορούμενο. Αντίθετη ήταν η νομική επιχειρηματολογία του εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής, ο οποίος ανάφερε ότι το περιεχόμενο του ιατρικού πιστοποιητικού επαληθεύει την εκδοχή του παραπονούμενου. Αντίθετα, είναι η θέση του κυρίου Συμεού ότι ο κατηγορούμενος απέκρυψε την αλήθεια από το Δικαστήριο ενώ η ΜΥ1 ήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να βοηθήσει την εκδοχή του συζύγου της. Με αυτά τα δεδομένα, είναι η θέση του κυρίου Συμεού ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και επομένως ο κατηγορούμενος θα πρέπει να κριθεί από το Δικαστήριο ένοχος. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Επίσης, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί την μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητα της είτε μέρος της, η οποία ασκείται στη βάση των αρχών που το Εφετείο επισήμανε στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερ. 29.11.13. Η προσέγγιση που το Δικαστήριο υιοθετεί στο θέμα αποδοχής ή όχι μιας μαρτυρίας υπόκειται στον περιορισμό της αιτιολόγησης (Λαζάρου v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Το ακόλουθο απόσπασμα από την Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 εξηγεί με σαφήνεια τα πιο πάνω: "... ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με την άποψη την οποία έχει σχηματίσει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο, είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. (Γεωργιάδης v. Αστυνομίας
(1985)1 Α.Α.Δ. 56). Στις περιπτώσεις όμως όπου ένας μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος για καλό λόγο, σίγουρα δεν υπάρχει διαθέσιμη μια τέτοια επιλογή μερών μαρτυρίας. (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168). " Η παρούσα υπόθεση είναι από αυτές που θα κριθεί με γνώμονα την αξιοπιστία των μαρτύρων, υπό το φως βέβαια και της ιατρικής μαρτυρίας (Τεκμήριο 3), καθότι μέσα από αυτή θα καθοριστεί το πλαίσιο επίδικων γεγονότων που κρίνονται καίρια για την διαπίστωση ή όχι ποινικής ευθύνης στον κατηγορούμενο. Η νομολογία υποδεικνύει ότι η ιατρική μαρτυρία σε τέτοιες υποθέσεις είναι πολύ ζωτικής σημασίας. Η ιατρική μαρτυρία αποτελεί και πραγματική μαρτυρία η οποία συνιστά αξιόπιστο βοήθημα και σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων ιδιαίτερα σε δίκη αναφορικά με τη διάπραξη αδικημάτων επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης (Σοφοκλή ν. Λεωνίδου
(1993)1 Α.Α.Δ. 1003, Knell ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51 και Γεωργίου v. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 439). Το Δικαστήριο καλείται να κρίνει τις εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές των μερών αφού πρώτα αξιολογήσει την προσκομισθείσα μαρτυρία. Με γνώμονα τα πιο πάνω το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του. Η μαρτυρία του ΜΚ2 ήταν τυπικής φύσεως αφού εστιάζεται στην καταγραφή της καταγγελίας του παραπονούμενου υπό τη μορφή λήψης σχετικής κατάθεσης, στη λήψη ανακριτικής κατάθεσης από τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 6), στην παραλαβή του ιατρικού εντύπου στο οποίο καταγράφονται τα ιατρικά ευρήματα του Δρ. Χρυσάνθου καθώς και στο γεγονός ότι κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο. Οι ενέργειες του αυτές δεν αμφισβητήθηκαν από τον κατηγορούμενο. Εξ' ου και ο μάρτυρας αυτός ουσιαστικά δεν αντεξετάστηκε από τον συνήγορο υπεράσπισης επί των θεμάτων αυτών. Κάτω από αυτά τα δεδομένα αποδέχομαι ως αληθή και αξιόπιστη την μαρτυρία του ΜΚ2 υπό την ιδιότητα του αστυνομικού εξεταστή της υπόθεσης που περιστρέφεται γύρω από τις αναντίλεκτες ενέργειες που αυτός έκαμε στα πλαίσια διερεύνησης αυτής της υπόθεσης περιλαμβανομένου της γραπτής κατάθεσης του που είναι το Τεκμήριο 4. Επίσης, αποδέχομαι ότι ο ΜΚ2 έλαβε το Τεκμήριο 6, που είναι η ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου μόνο ως αδιαμφισβήτητη ενέργεια που έγινε από μέρους του μάρτυρα αυτού. Ο παραπονούμενος (ΜΚ1) ήταν ο βασικός και ο μοναδικός μάρτυρας που η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε για να αποδείξει την εκδοχή της ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο εν λόγω μάρτυρας δεν άφησε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Θεωρώ ότι ήλθε χωρίς πρόθεση να πει την αλήθεια και για να πετύχει την καταδίκη του κατηγορουμένου. Μπορεί επιμέρους πτυχές της μαρτυρίας του να επιβεβαιώνονται από μέρους του κατηγορουμένου καθώς και από πραγματική μαρτυρία, αλλά το σημαντικότερο μέρος της εκδοχής του το οποίο καλείται να δώσει απαντήσεις επί κρίσιμων επιδίκων ζητημάτων που άπτονται της ουσίας της υπόθεσης αυτής παραπέμπει στην κατασκευή ενός σεναρίου διάτρητο από κενά και αδυναμίες και παράλληλα εκτεθειμένο στη βάσανο της λογικής και στον αντικατοπτρισμό της αλήθειας. Συγκεκριμένα, είναι η θέση του παραπονούμενου ότι ο ίδιος πήρε τηλέφωνο τον αδελφότεκνο του Νίκο μετά από 2 ώρες για να διαπιστώσει αν έφθασε στη Λεμεσό αφού ανησυχούσε επειδή ο Νίκος είχε καταναλώσει μαζί του ποτό σε φαγοπότι που διεξήχθηκε στην οικία των γονιών του στην Παναγιά της επαρχίας Πάφου και έτσι δεν ήθελε τον αδελφότεκνο του να οδηγήσει. Όπως ο παραπονούμενος είπε, ο ίδιος ήταν με την εντύπωση πως ο Νίκος θα πήγαινε σε γάμο στην Λεμεσό μαζί με την μητέρα του Άννα Νεοφύτου (ΜΥ1) και τον πατέρα της. Η όλη του όμως ενέργεια στερείται λογικής. Εφόσον ο παραπονούμενος ανησυχούσε γιατί τηλεφώνησε στον Νίκο μετά από 2 ώρες; Αφού είχε αδυναμία στον Νίκο και δεν ήθελε να πάθει κακό γιατί τότε δεν προσπάθησε ενωρίτερα να τον εμποδίσει ή έστω να τον πείσει να μην οδηγήσει για τη Λεμεσό τη στιγμή που γνώριζε ότι ο Νίκος φεύγοντας από την Παναγιά ήταν μεθυσμένος; Ή έστω ενωρίτερα να τηλεφωνήσει στη μητέρα του Νίκου για να την ενημερώσει. Πως ο παραπονούμενος ήταν σίγουρος ότι ο Νίκος θα ήταν αυτός που θα οδηγούσε το όχημα στη Λεμεσό και όχι η μητέρα του ή ο παππούς του; Πρόκειται για βασανιστικά ερωτήματα που παρέμειναν μέσα από την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης αναπάντητα θέτοντας σε αμφιβολία τη γνησιότητα της πρόθεσης του και ακόμη την αλήθεια ολόκληρης της θέσης του. Ο δε ισχυρισμός του παραπονούμενου περί νέας τηλεφωνικής επικοινωνίας με τον Νίκο ως προς το ποιος οδήγησε το όχημα στη Λεμεσό και γιατί δεν το οδήγησε είτε η μητέρα του είτε ο παππούς του είναι επίσης χωρίς λογικό αντίκρισμα αφού έγινε ετεροχρονικά. Δεν αντέχει ακόμη την βάσανο της λογικής η συμπεριφορά που ο παραπονούμενος αποδίδει ότι ο κατηγορούμενος επέδειξε προς το πρόσωπο του. Ειδικότερα, η θέση του παραπονούμενου ότι στις τηλεφωνικές κλήσεις που αυτός έκανε προκειμένου να πληροφορήσει τον κατηγορούμενο και την σύζυγο του (ΜΥ1) και συνάμα πρώην σύζυγο του αδελφού του παραπονούμενου ότι ο Νίκος ήταν μεθυσμένος και δεν θα έπρεπε να οδηγούσε, εισέπραξε ύβρεις και απειλές για τη ζωή του από τον κατηγορούμενο είναι εντελώς ανεξήγητη και παρανοϊκή. Ουδεμία δικαιολογία δόθηκε από τον παραπονούμενο για την όλη κατ' ισχυρισμό στάση και συμπεριφορά αυτή του κατηγορουμένου. Εκτός βέβαια και αν υπάρχει κάτι άλλο ή συνέβηκε κάποιο γεγονός που δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος αρνήθηκε κατηγορηματικά τόσο ότι έστησε καρτέρι στον κατηγορούμενο όσο και ότι καταδίωξε το όχημα που αυτός οδηγούσε. Αν θεωρήσω ότι η συνάντηση του οχήματος του παραπονούμενου με το όχημα του κατηγορουμένου στο κυκλικό κόμβο των Κονιών με εξ' αντιθέτου κατευθύνσεις ήταν εντελώς συμπτωματική, η εκ των υστέρων συμπεριφορά του παραπονούμενου να στρέψει το όχημα του προς την ίδια κατεύθυνση με αυτή του οχήματος του κατηγορουμένου, η ενέργεια του να ακολουθήσει την πορεία του οχήματος του κατηγορουμένου με σκοπό να ζητήσει εξηγήσεις από τον κατηγορούμενο για τις κατ' ισχυρισμό προηγούμενες ύβρεις και απειλές προς το πρόσωπο του, η πράξη του να εξέλθει του οχήματος του όταν ήταν κόκκινο στα φώτα τροχαίας μετά τον κυκλικό κόμβο των Κονιών και να ζητήσει επίμονα από τον κατηγορούμενο να σταθμεύσει το όχημα του και να συζητήσουν αλλά και η ομολογουμένως επικίνδυνη διαδρομή που το όχημα του πραγματοποίησε με τον ίδιο εντός του οχήματος, ακριβώς δείχνει καταδίωξη του κατηγορουμένου από μέρους του παραπονούμενου διαψεύδοντας έτσι τον ισχυρισμό του περί του αντιθέτου. Επιπλέον, η περιγραφή που ο παραπονούμενος έδωσε ως προς τις κατ' ισχυρισμό εναντίον του επιθετικές ενέργειες από τον κατηγορούμενο δεν συνάδουν καθόλου με τα ιατρικά ευρήματα του ιατρού που τον εξέτασε αμέσως μετά το περιστατικό (Τεκμήριο 3). Ειδικότερα, ενώ στην αντεξέταση του ο παραπονούμενος ισχυρίστηκε χαρακτηριστικά ότι ο κατηγορούμενος τον άρπαξε από τον κότσο των μαλλιών του, τον έσκυψε κάτω και τον γρονθοκοπούσε με όλη του τη δύναμη στο πρόσωπο με αποτέλεσμα να μαυρίσει το δεξί του μάτι και το κεφάλι του να έχει καρούμπαλα, ο επί καθήκον ιατρός που τον εξέτασε διαπίστωσε μώλωπες στο δεξί και αριστερό θώρακα και μικροεκδορές σε όλο του πρόσωπο. Κατά την διάρκεια ακόμη της εκδίκασης της υπόθεσης ο παραπονούμενος έκανε αναφορά στην παραδοχή που έκανε σε εναντίον του ποινική υπόθεση, κατόπιν συμβουλής που έτυχε από τον δικηγόρο του, σε κατηγορία της αλόγιστης ή επικίνδυνης οδήγησης σε σχέση με το επίδικο περιστατικό λέγοντας πως αυτό που ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ως προς το ποιος τελικά οδηγούσε το όχημα του την επίδικη ημέρα είναι αυτό που δήλωσε στην παρούσα υπόθεση, δηλαδή το ότι το όχημα του οδηγείτο από την σύζυγο του. Ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι η αξιοπιστία του παραπονούμενου έχει πληγεί ανεπανόρθωτα από αυτό και μόνο το γεγονός. Ωστόσο δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου το πλαίσιο των γεγονότων σύμφωνα με το οποίο έγινε η παραδοχή από τον παραπονούμενο για να μπορεί έτσι το Δικαστήριο να εξάγει οποιαδήποτε ασφαλή συμπεράσματα. Από την άλλη, η αποκάλυψη του παραπονούμενου για τήρηση δύο διαφορετικών εκδοχών ως προς το ποιος οδηγούσε το όχημα του την επίδικη ημέρα δεν περνά απαρατήρητη. Στην βάση των πιο πάνω καθώς και μέσα από την ερωτηματική συμπεριφορά που ο ίδιος ο παραπονούμενος αποκαλύπτει ότι είχε στο επίδικο επεισόδιο παρατηρώ ότι η μαρτυρία του παραπονούμενου παρουσιάζει καίριες αδυναμίες, ασάφειες αλλά και ανεξήγητα κενά σε τέτοιο βαθμό και έκταση που δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να βασιστεί σ' αυτή και να καταλήξει σε ασφαλή ευρήματα. Η μαρτυρία του παραπονούμενου είναι τέτοια που δημιουργεί αρκετές αμφιβολίες στο Δικαστήριο αναφορικά με την αξιοπιστία του και έτσι αδυνατώ να αποδεχθώ και στηριχθώ σ' αυτή. Για τους λόγους αυτούς η μαρτυρία του παραπονούμενου και συγκεκριμένα τόσο η δια ζώσης μαρτυρία του όσο και η γραπτή κατάθεση του στην αστυνομία, δηλαδή το Τεκμήριο 2, δεν γίνονται αποδεκτά από το Δικαστήριο. Αντίθετα, με δεδομένη την κοινή θέση των μερών επί των Τεκμηρίων 1Α, 1Β
(1)μέχρι 1Β
(7)και 3, το Δικαστήριο αποδέχεται το περιεχόμενο τους ως ορθό και αληθές. Ο κατηγορούμενος με τη σειρά του δεν ήταν ούτε αυτός ειλικρινής στο Δικαστήριο. Η εντύπωση που άφησε ήταν πολύ φτωχή και γενικά δεν έπεισε για την αλήθεια των όσο έλεγε στα κρίσιμα ζητήματα της υπόθεσης. Η εκδοχή που παρουσίασε δεν χαρακτηρίζεται από συνοχή και σταθερότητα ενώ ουσιώδεις πτυχές της μαρτυρίας του αντιστρατεύονται τη λογική. Κατ' αρχήν είναι άξιο απορίας για ποιο λόγο ο κατηγορούμενος δεν κατέφυγε στον πλησιέστερο αστυνομικό σταθμό αμέσως όταν ο παραπονούμενος, ο οποίος όπως είπε προγενέστερα τον εξύβρισε και ήταν μεθυσμένος, άρχισε να τον καταδιώκει και όταν με το όχημα του ο παραπονούμενος κτύπησε το όχημα της συζύγου του περίπου έξω από το περίπτερο 'Αυγερινός' μετά τον κυκλικό κόμβο των Κονιών με κατεύθυνση το Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, συμβάν από το οποίο όπως ισχυρίστηκε διέτρεξε η κίνδυνο η ζωή τόσο του ιδίου όσο και της συζύγου του, παρά μόνο συνέχισε να πορεύεται προς το Πολέμι που προφανώς βρισκόταν η οικία του ωσάν να μην συνέβαινε τίποτα. Εξίσου ερωτηματικά προκαλεί η στάση του κατηγορουμένου να σταθμεύσει στην πλαϊνή μεριά του δρόμου αφότου έστριψε αριστερά από τον κυκλικό κόμβο του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου για να μεταβεί στο Πολέμι, τη στιγμή που ο ίδιος και η σύζυγος του φοβήθηκαν για τη σωματική τους ακεραιότητα εξαιτίας της κατ' ισχυρισμό επιθετικής συμπεριφοράς του παραπονούμενου. Ούτε όμως ο κατηγορούμενος ξεκαθαρίζει για ποιο λόγο δεν ειδοποίησε αμέσως την αστυνομία τουλάχιστο από το κινητό τηλέφωνο της συζύγου του ενώ το όχημα του βρισκόταν σε κίνηση και καταδιωκόταν από το όχημα του παραπονούμενου. Επιπλέον, ενώ στην γραπτή κατάθεση του ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι ο παραπονούμενος του τηλεφώνησε όταν αυτός βρισκόταν σε γάμο στη Λεμεσό καθώς επίσης άλλες 6 φορές κατά την επιστροφή του στην Πάφο, στην αντεξέταση του διαφοροποιήθηκε λέγοντας πως ο παραπονούμενος είχε τηλεφωνήσει στην σύζυγο του αλλά ήταν αυτός που σε όλες τις φορές απάντησε το τηλέφωνο της. Παράλληλα, διαζύγιο με τη λογική λαμβάνει η θέση του κατηγορουμένου ότι κατά την διάρκεια των τηλεφωνικών επικοινωνιών τους ο παραπονούμενος τον εξύβρισε και τον απείλησε. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι ο παραπονούμενος ήταν μεθυσμένος ουδόλως δικαιολογεί μια τέτοια παρανοϊκή στάση τη στιγμή που η συμπεριφορά του κατηγορουμένου εμφανίζεται να είναι ευγενική. Εκτός αν υπάρχει κάτι άλλο ή συνέβηκε κάποιο γεγονός που δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, ενώ ο κατηγορούμενος στη γραπτή κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία (Τεκμήριο 5) αναφέρει ότι το όχημα του παραπονούμενου πάτησε το αριστερό πόδι του, στη δια ζώσης μαρτυρία του ελίχθηκε λέγοντας πως το εν λόγω όχημα απλά πάτησε την άκρη του παπουτσιού του. Είναι πρόδηλο ότι η διαφοροποίηση αυτή έγινε προκειμένου να αποφευχθεί πιθανό πρόβλημα πειστικότητας ένεκα της ανυπαρξίας ιατρικής φροντίδας. Εν πάσει όμως περιπτώσει, το ζήτημα αυτό δεν επιβεβαιώθηκε από την σύζυγο του κατηγορουμένου (ΜΥ1), η οποία είπε ότι ήταν παρούσα και είδε πως εκτυλίχτηκε το περιστατικό μετά που ο σύζυγος της στάθμευσε το όχημα της. Επιπροσθέτως, ενώ ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι από το επίδικο επεισόδιο το όχημα του κτυπήθηκε μόνο στο πλευρό, στο Τεκμήριο 1Β
(6)δείχνει επίσης επαφή του οχήματος με αυτό του παραπονούμενου σε δεξιό σημείο του προφυλακτήρα προς την πλευρά του οδηγού, διαψεύδοντας έτσι την εν λόγω τοποθέτηση του. Ωστόσο ο ίδιος προσπάθησε ανεπιτυχώς να διασώσει το ζήτημα αυτό λέγοντας πως θεωρούσε γδάρσιμο το σημείο επαφής πάνω από τον προφυλακτήρα θέλοντας έτσι να υποβαθμίσει τη διαφορά αυτή. Παραμένει όμως ως αξιοσημείωτο γεγονός η παραδοχή του κατηγορουμένου ότι το έντονο σημάδι που παρατηρείται πάνω από τον προφυλακτήρα του οχήματος του κατηγορουμένου δημιουργήθηκε μέσα από το επίδικο επεισόδιο. Τα πιο πάνω φανερώνουν ένα άτομο που δεν επιθυμούσε να αποκαλύψει όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο αλλά ήλθε με μοναδικό σκοπό να επιρρίψει ευθύνες στον παραπονούμενο. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν έχει ικανοποιηθεί ότι ο κατηγορούμενος είπε την αλήθεια. Το Δικαστήριο αισθάνεται πως ούτε στην μαρτυρία του κατηγορουμένου μπορεί να στηριχτεί για να καταλήξει σε ασφαλή ευρήματα ως προς τα γεγονότα που πραγματικά διαδραματίστηκαν. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται ως αληθή και αξιόπιστη τόσο τη δια ζώσης μαρτυρία του κατηγορουμένου όσο και τη γραπτή κατάθεση του στην αστυνομία, δηλαδή τα Τεκμήρια 5 και 7 που όπως έχει λεχθεί πρόκειται για το ίδιο έγγραφο αφού το περιεχόμενο τους είναι ακριβώς το ίδιο. Σε σχέση με την ΜΥ1 είναι προφανές ότι ήλθε να υπερασπίσει την εκδοχή του συζύγου της. Οι διάφορες απαντήσεις της αποσκοπούσαν στο να ενισχύσουν τις θέσεις του κατηγορουμένου και ταυτόχρονα να αποφύγουν στο να προκαλέσουν ζημιά στην υπόθεση του συζύγου της, δίδοντας έτσι την εντύπωση ότι το περιεχόμενο τους ήταν προσχεδιασμένο. Ειδικότερα δείχνει σίγουρη να αντιλήφθηκε ότι ο παραπονούμενος εξύβρισε τον σύζυγο της χωρίς όμως να αποκαλύπτει από που το κατάλαβε. Δεν δείχνει όμως να αντιλήφθηκε για τις απειλές που ο σύζυγος της ισχυρίζεται ότι ο παραπονούμενος εκστόμισε εναντίον του. Δεν διαφεύγει ακόμη της προσοχής του Δικαστηρίου ότι ενώ η ΜΥ1 κατά την αντεξέταση της δήλωσε πως έτυχε ενημέρωσης για την μαρτυρία δόθηκε στο Δικαστήριο, στη συνέχεια ελίχθηκε λέγοντας ότι δεν γνωρίζει λεπτομέρειες, προφανώς για να μην δώσει την εντύπωση στο Δικαστήριο ότι οι απαντήσεις που είχε προηγουμένως δώσει ήταν προμελετημένες στη βάση της πληροφόρησης που είχε. Με βάση τα πιο δεδομένα δεν παρέχεται περιθώριο στο να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στα λεγόμενα της εν λόγω μάρτυρας και ως εκ τούτου αποδίδω μηδενική βαρύτητα στην μαρτυρία της. Όπως προκύπτει από την αξιολόγηση του συνόλου της προσαχθείσας μαρτυρίας μέσα από την οποία το Δικαστήριο δεν έχει δεχτεί την μαρτυρία τόσο του παραπονούμενου όσο και του κατηγορουμένου αλλά και της συζύγου του τελευταίου, δεν είναι δυνατή η κατάληξη σε ευρήματα αναφορικά με την ουσία του επιδίκου επεισοδίου. Μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία αλλά και από την όλη συμπεριφορά των προαναφερομένων μαρτύρων στο εδώλιο καθώς και με τον τρόπο που αυτοί κατέθεσαν ενώπιον του, το Δικαστήριο αισθάνθηκε ότι τα εν λόγω εμπλεκόμενα στο περιστατικό άτομα γνώριζαν περισσότερα από όσα αποκάλυψαν αναφορικά με την υπόθεση αυτή. Παράλληλα, το Δικαστήριο αποκόμισε την εντύπωση ότι ουδείς αποκάλυψε την αλήθεια στο Δικαστήριο προκειμένου να εξυπηρετηθούν και βοηθηθούν οι εκατέρωθεν θέσεις και εκδοχές. Από όσα έχουν λεχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου καθίσταται αντιληπτό ότι οι σχέσεις του παραπονούμενου με του κατηγορουμένου και της συζύγου του δεν είναι οι ιδανικότερες, παρόλο ότι ουδείς παραδέχτηκε ευθέως κάτι τέτοιο. Ευρήματα: Παρά την μη κατάληξη στις συνθήκες κάτω από τις οποίες συνέβηκε το επίδικο περιστατικό, εντούτοις λαμβάνοντας υπόψη τα παραδεκτά γεγονότα, καταλήγω στα ακόλουθα γενικότερα ευρήματα: · Στις 15.02.09 και περί ώρα 22:30 ενώ ο αστυφύλακας 3486 Ανδρέα Μαλεκκίδης (ΜΚ2) βρισκόταν στα γραφεία του Τμήματος Μικροπαραβάσεων παρουσιάστηκε ο παραπονούμενος και ανάφερε ότι κτυπήθηκε στο πρόσωπο από τον κατηγορούμενο αφού προηγουμένως ο τελευταίος με το όχημα του κτύπησε εσκεμμένα το δικό του όχημα. Παράλληλα, ο παραπονούμενος του υπέδειξε τη ζημιά που το αυτοκίνητο του υπέστηκε στο αριστερό μπροστινό μέρος. · Αμέσως ο ΜΚ2 έδωσε στον παραπονούμενο ιατρικό έντυπο και τον παρέπεμψε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου για να τύχει των πρώτων βοηθειών, πράγμα που ο παραπονούμενος έπραξε. · Στις 15.02.09 και ώρα 22:38 ο Δρ. Χρυσάνθου του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου εξέτασε τον παραπονούμενο μετά από αναφερόμενο ξυλοδαρμό και κτύπημα στο κεφάλι διαπιστώνοντας μώλωπες δεξιά και αριστερά του θώρακος και μικροεκδορές σε όλο το πρόσωπο. Έγιναν οι απαραίτητες ιατρικές εξετάσεις και συνεστήθη στον παραπονούμενο η εισαγωγή του για παρακολούθηση αλλά αυτός υπέγραψε και αποχώρησε από το νοσοκομείο με δική του ευθύνη (Τεκμήριο 3). · Την ίδια ημέρα και στα πλαίσια αντίστοιχης δικής του καταγγελίας ο κατηγορούμενος έδωσε γραπτή κατάθεση. · Στις 16.02.09 και ώρα 09:30 ο αστυφύλακας 2588 Α. Παπακλεοβούλου έλαβε 7 φωτογραφίες που δείχνει την κατάσταση των εμπλεκομένων στο επίδικο επεισόδιο οχημάτων [Τεκμήρια 1Α και 1Β
(1)μέχρι 1Β
(7)]. Το όχημα του κατηγορουμένου με αριθμούς εγγραφής HTH 772 μάρκας Mazda Familia λευκού χρώματος παρουσιάζει ζημιές πάνω από το δεξιό τροχό στην πλευρά του οδηγού και συγκεκριμένα βούλωμα της λαμαρίνας καθώς και στο δεξιό μέρος του προφυλακτήρα του, ενώ το όχημα του παραπονούμενου με αριθμούς εγγραφής BBB 21, μάρκας Mercedes S320 μαύρου χρώματος εμφανίζει ζημιές πάνω από τον αριστερό τροχό στην πλευρά του συνοδηγού και συγκεκριμένα βούλωμα της λαμαρίνας του. · Την 01.06.09 ο ΜΚ2 υπό την ιδιότητα του αστυνομικού εξεταστή της υπόθεσης αυτής έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο στην οποία δεν ανάφερε οτιδήποτε. · Ακολούθως την ίδια ημέρα ο ΜΚ2 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για τα κατ' ισχυρισμό αδικήματα του κατηγορητηρίου και αφού του επέστησε γραπτώς την προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε "Δεν παραδέχομαι καμία κατηγορία." Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα: Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (βλέπε Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (βλέπε Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε πιο πάνω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω εάν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Όπως έχει προαναφερθεί ο κατηγορούμενος κατηγορείται για τη διάπραξη του αδικήματος της επίθεσης η οποία προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη στον παραπονούμενο. Το εν λόγω αδίκημα διέπεται από το άρθρο 243 του Κεφ.154, το οποίο ρητά προνοεί κατά λέξη τα εξής: " Όποιος διαπράττει επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων." Μελέτη των προνοιών του πιο πάνω άρθρου καθιστά σαφές ότι τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) Ο κατηγορούμενος να επιτεθεί στον παραπονούμενο και (β) να του προκαλέσει πραγματική σωματική βλάβη. Επίθεση αποτελεί οιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή ακόμη και απερίσκεπτα ή αδιάφορα (recklessly) και δημιουργεί στον άλλο την αντίληψη ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλέπε R v. Venna [1975] 3 All E.R 788). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας από κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς την συγκατάθεση του. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το θύμα (βλέπε R. v. Rolphe [1953] 36 Cr. App. R. 4, Fagon v. Metropolitan Police Commissioner [1988] 3 All E.R. 445 και Archbold Pleading and Practice 39η έκδοση, παρ. 2634, σελ. 1071-1072), ούτε βέβαια και απαιτείται η πρόκληση οποιουδήποτε τραύματος για να συντελεστεί το αδίκημα. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί ακόμη και με ένα απλό άγγιγμα. Επομένως, το πεδίο εμβέλειας της επίθεσης καλύπτει τις αγγλικές νομικές έννοιες 'assault', που είναι η σκόπιμη ή απερίσκεπτη ή αδιάφορη πρόκληση αντίληψης στο θύμα για άσκηση άμεσης και παράνομης βίας εναντίον του και 'battery', που είναι η φυσική επαφή. Η δε πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης συντελείται με τη δημιουργία οποιουδήποτε τραύματος εξωτερικό ή εσωτερικό (συμπεριλαμβανομένης και υστερικής νευρικής κατάστασης) που επέρχεται ως αποτέλεσμα της επίθεσης. Στην υπόθεση Georghiades v. Police
(1985)2 C.L.R. 56 επιφανειακή εκδορά στο πρόσωπο με ερέθισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου 243 (βλέπε επίσης R. v. Miller
(1954)2 All E.R. 529 και Αστυνομία v. Ιωάννου
(1989)2 Α.Α.Δ. 61). Δεν χρειάζεται το τραύμα να είναι σοβαρό ή μόνιμου χαρακτήρα (βλέπε αγγλικό νομικό σύγγραμμα Archbold, 36η έκδοση, παρ. 2634). Στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει μαρτυρία που αποδεικνύει ότι ο παραπονούμενος είχε υποστεί πραγματική σωματική βλάβη. Συγκεκριμένα, ο εντοπισμός διαφόρων μικροεκδορών στο πρόσωπο καθώς επίσης η ύπαρξη μωλώπων δεξιά και αριστερά του θώρακος αποδεικνύει το συστατικό στοιχείο της πραγματικής σωματικής βλάβης. Ωστόσο δεν υπάρχει ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία που να αποδεικνύει το συστατικό στοιχείο ότι ο κατηγορούμενος επιτέθηκε στον παραπονούμενο και του προκάλεσε την πιο πάνω πραγματική σωματική βλάβη. Ο κατηγορούμενος περαιτέρω αντιμετωπίζει την κατηγορία πρόκλησης κακόβουλης βλάβης δυνάμει του άρθρου 324
(1)του Κεφ.154. Το άρθρο αυτό προνοεί τα εξής: "Όποιος εσκεμμένα και παράνομα καταστρέφει ή προξενεί ζημιά σε περιουσία, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος, το οποίο εκτός αν προνοείται διαφορετικά είναι πλημμέλημα, αυτός αν δεν προβλέπεται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές: Νοείται ότι οι διατάξεις του άρθρου 8 του παρόντος Νόμου εφαρμόζονται σε ποινική δίωξη που ασκείται δυνάμει του άρθρου αυτού, νοουμένου ότι ο κατηγορούμενος αποδείξει με τέτοιο τρόπο που να ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι η ισχυριζόμενη άσκηση ειλικρινούς αξίωσης δικαιώματος ήταν και εύλογη υπό τις περιστάσεις." Από το περιεχόμενο του πιο πάνω άρθρου προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού είναι: (α) Ο κατηγορούμενος καταστρέφει ή προκαλεί ζημιά σε περιουσία και (β) η ενέργεια του κατηγορουμένου είναι εσκεμμένη και παράνομη. Το άρθρο 2 που είναι το ερμηνευτικό πλαίσιο του Κεφ.154 ορίζει ως 'περιουσία' κάθε έμψυχο ή άψυχο που μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο κυριότητας. Το ύψος της ζημιάς δεν είναι συστατικό στοιχείο του εν λόγω αδικήματος. Ούτε η ιδιοκτησία της περιουσίας που καταστρέφεται ή ζημιώνεται αποτελεί μέρος των συστατικών στοιχείων του αδικήματος της κακόβουλης βλάβης (Θωμά v. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 255). Θα πρέπει όμως να αποδειχτεί ότι η περιουσία στην οποία προκλήθηκε ζημιά δεν ανήκε στον κατηγορούμενο (Δρουσιώτης v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 189). Η έννοια του όρου 'εσκεμμένη' εξηγείται στο αγγλικό νομικό σύγγραμμα Archbold έκδοσης 2000 όπου στην παράγραφο 17-47 σημειώνονται πως σημαίνει το να πράττεις κάτι οικειοθελώς γνωρίζοντας ότι υπάρχει κάποιος κίνδυνος να προκληθεί ζημιά ή το να πράττεις κάτι οικειοθελώς χωρίς να σε νοιάζει αν θα επέλθει ζημιά ή όχι. Ακόμη απαιτείται απόδειξη ότι η πρόκληση έγινε χωρίς νόμιμη αιτία (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168). Στα πλαίσια διαπίστωσης κατά πόσο στοιχειοθετείται το αδίκημα αυτό δεν πρέπει να λησμονείται και η εξέταση του αν υπάρχει επιτυχής επίκληση της νομοθετικής υπεράσπισης που περιλαμβάνεται μέσα από τη συνδυασμένη μελέτη του άρθρου 8 και της επιφύλαξης του άρθρου 324
(1)του Κεφ.
- Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση κρίνω ότι το αυτοκίνητο του παραπονούμενου με αριθμούς εγγραφής BBB 21, μάρκας Mercedes S320 μαύρου χρώματος σαφώς εμπίπτει στην έννοια της περιουσίας που το άρθρο 2 του Κεφ.154 αποδίδει. Περαιτέρω, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι το όχημα του παραπονούμενου παρουσίαζε αμέσως μετά το περιστατικό ζημιές πάνω από τον αριστερό τροχό στην πλευρά του συνοδηγού και συγκεκριμένα βούλωμα της λαμαρίνας του. Ωστόσο δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία που να με οδηγεί στο ασφαλές συμπέρασμα ότι οι εν λόγω ζημιές προκλήθηκαν από εσκεμμένη και παράνομη ενέργεια του κατηγορουμένου. Επίσης, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι οδηγούσε αλόγιστα ή επικίνδυνα κατά παράβαση του άρθρου 7 του Ν.86/
- Με βάση το άρθρο αυτό: "Πάς όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού αλογίστως, απερισκέπτως ή επικινδύνως διά το κοινόν, λαμβανομένων υπ' όψιν πασών των περιστάσεων, ιδία δε της φύσεως, της καταστάσεως και της χρήσεως της οδού, ως και του όγκου της τροχαίας, ήτις πραγματικώς υπάρχει κατά τον δεδομένον χρόνον ή ήτις ευλόγως θα ανεμένετο να υπάρχη κατά τον εν λόγω χρόνον επί της οδού ταύτης, είναι ένοχος αδικήματος..." Οι διατάξεις του προαναφερόμενου άρθρου παραπέμπουν στα πιο κάτω συστατικά στοιχεία, η σωρευτική στοιχειοθέτηση των οποίων οδηγεί στη διάπραξη του εν λόγω αδικήματος: (α) Ο κατηγορούμενος οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα, (β) σε οδό, (γ) αλόγιστα, απερίσκεπτα ή επικίνδυνα για το κοινό, Για αν τελικά κάποιος οδηγεί αλόγιστα, απερίσκεπτα ή επικίνδυνα για το κοινό λαμβάνονται υπόψη όλες οι περιστάσεις περιλαμβανομένου η φύση και η κατάσταση της οδού και ο όγκος της τροχαίας που παρουσιάζεται να υπάρχει στην οδό κατά το δεδομένο χρόνο του επεισοδίου ή εύλογα αναμενόταν να υπάρχει κατά το χρόνο εκείνο στην εν λόγω οδό. Το τι συνιστά επικίνδυνη οδήγηση έχει αποτελέσει αντικείμενο νομολογίας. Έχει νομολογηθεί ότι η επικίνδυνη οδήγηση δεν εξομοιώνεται προς την οδήγηση χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και φροντίδα (Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 115). Συγκεκριμένα, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση αυτή, στη μία περίπτωση αναζητείται κατά πόσο το επίπεδο της προσοχής και φροντίδας που επιδείχθηκε υπολείπεται εκείνου που αναμένεται από τον μέσο συνετό οδηγό, ενώ στην άλλη περίπτωση κατά πόσο η συγκεκριμένη πράξη ή συμπεριφορά είναι επικίνδυνη. Η δε απόδειξη μιας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Χρειάζεται επιπρόσθετα απόδειξη ότι την προκάλεσε κάποιο σφάλμα. Όπως αναφέρθηκε στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Σαζός
(2001)2 Α.Α.Δ. 18, απαιτείται τουλάχιστον απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους εκ μέρους του οδηγού, ο οποίος έστω και στιγμιαία πέφτει κάτω από το επίπεδο του μέσου συνετού οδηγού (R. v. Gosney [1971] 55 Crim. App. R. 502, Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 223). Το στοιχείο αυτό είναι το ελάσσον που πρέπει να αποδειχθεί και συνυπολογίζεται πάντα με τις υπόλοιπες συνθήκες και την οδική συμπεριφορά που οδήγησε στη σύγκρουση. Η δε λέξη «επικίνδυνος» στη συνήθη της γραμματική έννοια σημαίνει αυτόν που εμπεριέχει κίνδυνο, φόβο ή απειλή για τους άλλους. Σε σχέση με την απερίσκεπτη πράξη, σχετική είναι η υπόθεση R. v. Lawrence [1981] 1 All E.R.
- Στην απόφαση αυτή, αποφασίστηκε ότι η ένοχη σκέψη (mens rea), υπάρχει όταν ένας οδηγός πριν αρχίσει να οδηγεί με τρόπο που περιέχει σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς, παραλείπει να λάβει υπ' όψιν τέτοια πιθανότητα ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει, οδηγώντας με αυτό τον τρόπο. Επανερχόμενος στην προκειμένη περίπτωση το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου με αριθμούς εγγραφής HTH 772 μάρκας Mazda Familia λευκού χρώματος αποτελεί μηχανοκίνητο όχημα υπό την έννοια που αποδίδεται από τον Ν.76/
- Ωστόσο δεν υπάρχει καμία αποδεκτή μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε το εν λόγω όχημα σε οδό κατά τρόπο αλόγιστο, απερίσκεπτο ή επικίνδυνο για το κοινό. Εν κατακλείδι δεν υπάρχει ενώπιον μου οποιαδήποτε αποδεκτή μαρτυρία σε σχέση με την οδική συμπεριφορά του κατηγορουμένου κατά τον επίδικο χρόνο και τόπο για τα οποία γίνεται αναφορά στο κατηγορητήριο. Εφόσον η κατηγορούσα αρχή φέρει το βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, καταλήγω ότι αυτή απέτυχε να το πράξει. Η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει σωρευτικά όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων του κατηγορητηρίου. Το κενό που παρατηρείται στα γεγονότα δεν μπορεί να συμπληρωθεί μέσω εικασιών και υποθέσεων όσο εύλογες και αν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Στις υποθέσεις Τούμπας ν. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R.110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος ν. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 υποδείχθηκε πως εάν στο τέλος της εκδίκασης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας που αντιμετωπίζει. Στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο διατηρεί τέτοιες αμφιβολίες αναφορικά με την αξιοπιστία του παραπονούμενου έτσι ώστε να αδυνατεί να προβεί με ασφάλεια και βεβαιότητα σε τελικά ευρήματα αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα που πραγματικά διαδραματίστηκαν στην παρούσα υπόθεση. Ως εκ τούτου, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Έξοδα €45 να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: General/Criminal/Final Judgment Αναφορά: Ποινικό/Επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη-Πρόκληση κακόβουλης βλάβης- Αλόγιστη οδήγηση μηχανοκινήτου οχήματος/Άρθρα 243 και 324
(1)Κεφ.154και άρθρο 7 Ν.86/72/Τελική Απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο