← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. DIMITRIOS MASMANIDIS, Αρ. Υπόθεσης: 16698/2011, 30/4/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. DIMITRIOS MASMANIDIS, Αρ. Υπόθεσης: 16698/2011, 30/4/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B77 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 16698/2011 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. DIMITRIOS MASMANIDIS Κατηγορομένου Ημερομηνία: 30.04.14 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Σ. Συμεού Για Κατηγορούμενο: κος Π. Φιλίππου( η κα. Χαραλαμπίδου για ν' ακούσει ποινή) Κατηγορούμενος: παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, στην κατηγορία της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού κατά παράβαση του άρθρου 14Β του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ.105 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, στις 16.06.10 ο κατηγορούμενος εργοδοτούσε παράνομα τον Alam Alam από το Μπαγκλαντές σε κατοικία που βρίσκεται στην οδό Χρίστου Κκέλη 7 στην Χλώρακα της επαρχίας Πάφου χωρίς άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως έχουν εκτεθεί από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, είναι τα ακόλουθα: Ο αλλοδαπός εισήλθε νόμιμα στης Κυπριακή Δημοκρατία εξασφαλίζοντας άδεια φοίτησης στο κολλέγιο CDA College στη Λευκωσία μέχρι το 2004. Έκτοτε όμως ο αλλοδαπός διέμενε παράνομα στην Κύπρο. Στις 16.06.10 ο πιο πάνω αλλοδαπός προσέγγισε τον κατηγορούμενο για εργασία, ο οποίος αποφάσισε να τον δοκιμάσει σε εργασία για χρονικό διάστημα 10 λεπτών. Ο αλλοδαπός εντοπίστηκε να κρατεί ένα χαρτοκόπτη και να κόβει γυψοσανίδες στη βεράντα τη πιο πάνω οικίας. Ο κατηγορούμενος ανάφερε σε μέλη της αστυνομίας ότι ο αλλοδαπός του είχε δείξει ένα έγγραφο ότι ήταν φοιτητής χωρίς εκ παραδρομής να προσέξει την ημερομηνία λήξης της άδειας του. Καταλήγοντας, ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου ενώ παράλληλα δήλωσε ότι έχουν δημιουργηθεί έξοδα ύψους €30,00 σε σχέση με την υπόθεση αυτή. Χωρίς να αμφισβητήσει επί της ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθηκαν από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου, αφού επισήμανε ότι ο πελάτης του είναι λευκού ποινικού μητρώου, ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος είναι νυμφευμένος, πατέρας δύο ανήλικων τέκνων ηλικίας 3 και 7 ετών αντίστοιχα ενώ σήμερα είναι άνεργος. Στρεφόμενος στις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, ο εν λόγω συνήγορος ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος ήταν τότε υπάλληλος στην εταιρεία NSM Οικοτεχνική Λίμιτεδ, η οποία είχε αναλάβει κάποια εργασία για την τοποθέτηση γυψοσανίδων στη Χλώρακα. Όπως ο κύριος Φιλίππου εξήγησε, ο κατηγορούμενος απλά δοκίμασε τον αλλοδαπό για να διαπιστώσει κατά πόσο αυτός είναι κατάλληλος για την εργασία έτσι ώστε να προσληφθεί από το διευθυντή της εταιρίας. Σύμφωνα με τον εν λόγω συνήγορο ο κατηγορούμενος δεν είχε εξουσία να προσλαμβάνει. Παράλληλα, ο κύριος Φιλίππου σημείωσε ότι ο κατηγορούμενος δεν προσπορίστηκε οποιοδήποτε όφελος και ούτε ζημίωσε οποιονδήποτε. Ακολούθως, ο συνήγορος υπεράσπισης επισήμανε το χρόνο που διέρρευσε από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι σήμερα, κατά τη διάρκεια του οποίου σημειώθηκε μεταβολή των προσωπικών συνθηκών του αφού έκτοτε οδηγήθηκε στην ανεργία καθώς επίσης απέκτησε ακόμη ένα παιδί. Αναμφίβολα το αδίκημα που ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι διέπραξε είναι σοβαρό. Ενδεικτική δε της σοβαρότητας τους είναι, κατ' αρχήν, η προβλεπόμενη από το νόμο ποινή. Η σοβαρότητα του εν λόγω αδικήματος αντανακλάται, κατ' αρχήν, μέσα από την προβλεπόμενη από το νόμο ποινή. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας

(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Συγκεκριμένα, το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας επισύρει, με βάση το άρθρο 14Β του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ.105 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ποινή φυλάκισης για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα 3 έτη ή πρόστιμο μέχρι €8.543,01 (ισότιμο σε Λ.Κ.£5.000,00) ή και τις δύο αυτές ποινές. Επιπλέον η σοβαρότητα του αδικήματος της παράνομης εργοδότησης έγκειται στις αλυσιδωτές επιπτώσεις που η διάπραξη του προκαλεί στην κυπριακή οικονομία και γενικότερα στην κοινωνία της Κύπρου, σε συνδυασμό με την ιδιαίτερα ανησυχητική έξαρση που το αδίκημα αυτής της μορφής παρουσιάζει στον τόπο μας, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. Είναι γι' αυτό το λόγο που τα Δικαστήρια αντιμετωπίζουν τέτοιου είδους υποθέσεις με την ανάλογη και δέουσα αυστηρότητα επιβάλλοντας ποινές αποτρεπτικής φύσεως. Θεώρηση της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου επιβεβαιώνει μια σταθερή προσέγγιση σε υποθέσεις παράνομης εργοδότησης αλλοδαπών οι οποίοι βρίσκονται παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία κατά τον χρόνο εργοδότησης τους, είτε αυτοί εισήλθαν παράνομα στο έδαφος της Δημοκρατίας είτε νόμιμα και ακολούθως κατέστησαν παράνομοι, με την επιβολή συνήθως ποινών φυλάκισης. Ενδεικτικά παραπέμπω στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Στέφανου Μιχαήλ
(2001)2 Α.Α.Δ. 74, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Άριστου Ευαγόρου
(2001)2 Α.Α.Δ. 283, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Στέφανου Αθανασίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 311, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Γιώργου Γραμματικού
(2001)2 Α.Α.Δ. 467, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ζαννέττου
(2001)2 Α.Α.Δ. 438, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μονιάτη
(2000)2 Α.Α.Δ. 553, Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 243, Tabrizi v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 421, Ali Riza Mohamet v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 295, Nazari ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 231, Mohamed El Feky και άλλοι ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 166 και Al Jibouri κ.ά v. Αστυνομίας
(1992)2 A.A.Δ. 143. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Άριστου Ευαγόρου (αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 285 χρηματική ποινή που το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε στον κατηγορούμενο για το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού παραμερίστηκε από το Εφετείο και αντικαταστάθηκε με ποινή άμεσης φυλάκισης 2 μηνών. Αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων τα πιο κάτω στην σελίδα 297: « Η ανησυχητική έξαρση στη διάπραξη του αδικήματος με όλες τις σοβαρές συνέπειες τις οποίες συνεπάγεται στην αγορά εργασίας και στην οικονομική και κοινωνική ζωή του τόπου υπαγορεύει την αυστηρή αντιμετώπιση του. Προβάλλει λοιπόν επιτακτική η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Η μαζική παράνομη κάθοδος αλλοδαπών στην Κύπρο πρέπει να οφείλεται και στην προσδοκία εργοδότησης τους. Αυτή η προσδοκία βέβαια καλλιεργείται από εργοδότες όπως τον εφεσίβλητο. Η απροθυμία των Κυπρίων εργοδοτών να εργοδοτήσουν παράνομα αλλοδαπούς θα αποτελούσε παράγοντα ανασταλτικό της παράνομης καθόδου τους στην Κύπρο. Θα προσθέταμε ότι σε τέτοιες περιπτώσεις είναι προφανής ο οικονομικός στόχος και πρέπει όλοι να έχουν υπόψη ότι δεν είναι ανεκτός ο προσπορισμός οικονομικού οφέλους δια της παρανομίας. Χρηματική ποινή όχι μόνο δεν ενεργεί ως αποτρεπτική, όχι μόνο δεν αποτελεί επαρκή τιμωρία, αλλά και στέλλει και λανθασμένα μηνύματα στους επίδοξους παραβάτες.» Επίσης, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γιώργου Γραμματικού
(2001)2 Α.Α.Δ. 467 γίνεται εκτενής αναφορά στην νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπών. Τονίζεται επίσης ότι η επιβολή ποινής φυλάκισης για τον εργοδοτούμενο θα πρέπει να συνοδεύεται κατά κανόνα με ανάλογη ποινή για τον εργοδότη, έχοντας υπόψη ότι η προβλεπόμενη ποινή για τον εργοδότη είναι πιο αυστηρή από εκείνη που προβλέπεται για τον εργοδοτούμενο. Περαιτέρω, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρύσανθου Μονιάτη
(2000)2 ΑΑΔ 553 το ακόλουθο χαρακτηριστικό απόσπασμα ομιλεί από μόνο του: «Η πρόβλεψη για την περίπτωση των εργοδοτών ποινής αισθητά αυστηρότερης σε σύγκριση με ανάλογα αδικήματα των αλλοδαπών εργοδοτουμένων, είναι εξ αρχής προσδιοριστική της εντονότερης αποδοκιμασίας της δικής τους συμμετοχής στην ανησυχητική κατάσταση που δημιουργεί η μεγάλη συχνότητα με την οποία εμφανίζονται αυτά τα κρούσματα. Δικαίως, θα λέγαμε, αν συνυπολογίσουμε πως δεν έχουμε να κάμουμε στην περίπτωση αυτή με τον κατά τεκμήριο οικονομικά αδύνατο που αναζητά πόρους για επιβίωση. Αυτό το πλήγμα, η μαζική, όπως διαπιστώθηκε, παράνομη είσοδος αλλοδαπών, για την οποία κατ' επανάληψη κρίθηκε αναγκαία η επιβολή αποτρεπτικών ποινών, δεν μπορεί παρά να συνδεθεί με την προσδοκία που τέτοια στάση των εργοδοτών δικαιολογεί, για εξασφάλιση, κάτω από συνθήκες δύσκολα εξακριβώσιμες, κρυφής απασχόλησης. Χρειάζεται, λοιπόν, για πρόσθετους λόγους αποτρεπτική ποινή για αδίκημα αυτής της φύσης και πράγματι, κάτω από τέτοιες συνθήκες, δεν ήταν ορθή η πρόσδοση τόσο αποφασιστικής σημασίας στο γεγονός ότι ο εφεσίβλητος δεν βαρυνόταν με προηγούμενες καταδίκες.» Στην δε υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Μιχαήλ
(2001)2 Α.Α.Δ. 74 το πρωτόδικο δικαστήριο για το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης επέβαλε σε κατηγορούμενο εστιάτορα, που παραδέχθηκε ενοχή και είχε λευκό ποινικό μητρώο, ποινή προστίμου Λ.Κ.£350,00. Στην έφεση που ασκήθηκε, το πρόστιμο παραμερίστηκε και η φυλάκιση κρίθηκε αναπόφευκτη. Επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δύο μηνών. Το ίδιο συνέβη και στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Νικόλα Πάγκαλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 304 όπου σε κάτοχο μπυραρίας, ο οποίος ήταν πατέρας ενός ανήλικου παιδιού, είχε παραδεχθεί ενοχή, ήταν λευκού ποινικού μητρώου, χρηματική ποινή Λ.Κ.£400,00 που επιβλήθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο, παραμερίστηκε και αντικαταστάθηκε με ποινή φυλάκισης δύο μηνών. Επιπλέον, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανος Αθανασίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 311 χρηματική ποινή ύψους Λ.Κ.£500,00 που επιβλήθηκε πρωτόδικα σε κατηγορούμενο που εργοδότησε αλλοδαπό και παραδέχθηκε ενοχή με καθαρό ποινικό μητρώο, αντικαταστάθηκε με ποινή φυλάκισης δύο μηνών. Στην εν λόγω υπόθεση έγινε αναφορά ως χρήσιμης, στην ακόλουθη περιγραφή της κατάστασης που δημιουργείται από τη συχνότητα διάπραξης αδικημάτων αυτής της φύσης, ως έγινε από το πρωτόδικο Δικαστήριο: "Η εργοδότηση αλλοδαπών οι οποίοι είτε εισήλθαν νόμιμα είτε παράνομα χωρίς να κατέχουν τις απαιτούμενες άδειες από τις αρμόδιες αρχές είναι ένα αδίκημα σοβαρό που η σοβαρότητά του επιτείνεται ακόμα περισσότερο ένεκα της έξαρσης που παρουσιάζει. Καθημερινά πάρα πολλές υπηρεσίες του κράτους ασχολούνται με την πάταξη αυτού του είδους αδικήματος που όπως έχει χαρακτηριστεί και από αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει καταντήσει μάστιγα με αρνητικές επιπτώσεις τόσο κοινωνικές όσο και οικονομικές. Και οι επιπτώσεις αυτές οι δυσάρεστες, έχουν ήδη αρχίσει να εκδηλώνονται. Είναι γνωστό ότι κατά κύματα αλλοδαποί εισέρχονται ή προσπαθούν να εισέλθουν στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας με σκοπό, χωρίς να είναι και ο αποκλειστικός σκοπός αυτός, η εξεύρεση εργασίας. Εάν και οι εργοδότες εδώ τηρούσαν το νόμο και τους κανονισμούς και λειτουργούσαν τις επιχειρήσεις τους σύμφωνα με την κειμένη νομοθεσία αυτό το φαινόμενο δεν θα είχε την έξαρση που παρουσιάζει σήμερα. Είναι με τη συμμετοχή και συνενοχή όλων των εργοδοτών που οδηγήθηκε αυτό το φαινόμενο στα επίπεδα που είναι σήμερα. Το μέγεθος της δημόσιας βλάβης που προκαλείται είναι τέτοιο που επιβάλλεται αυστηρή αντιμετώπιση από την οποία να εκπέμπεται το καθαρό μήνυμα πως κάθε ένας πρέπει να έχει στο μυαλό του πρώτα τον Νόμο και πως η αντίληψη ότι ενδεχομένως ένας μπορεί να δει πρώτα το συμφέρον της δουλειάς του, δεν είναι δυνατό να γίνει ανεκτή." Παρόμοια προσέγγιση υιοθετήθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ζαννέττου
(2001)2 Α.Α.Δ. 438 όπου χρηματική ποινή Λ.Κ.£400,00 αντικαταστάθηκε με ποινή φυλάκισης δύο μηνών. Να αναφερθεί εδώ ότι στην υπόθεση αυτή το Ανώτατο Δικαστήριο ήταν ιδιαίτερα επικριτικό κατά της πρωτόδικης απόφασης χαρακτηρίζοντας την πρωτόδικη ποινή ανεξήγητη και αντινομική και ότι ήταν μεγάλο σφάλμα αρχής. Η δικαιολογία δε που είχε αναφέρει το πρωτόδικο Δικαστήριο όταν επέβαλλε χρηματική ποινή Λ.Κ.£400,00 ότι ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή, είχε καθαρό ποινικό μητρώο και ήταν πατέρας τριών παιδιών, χαρακτηρίστηκε ως ισχνή. Σημαντικό είναι να λεχθεί ότι στην υπόθεση αυτή, ο κατηγορούμενος πρόβαλε και ισχυρισμό ότι έπασχε από διαβήτη. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γιώργου Γραμματικού
(2001)2 Α.Α.Δ. 467 χρηματική ποινή ύψους Λ.Κ.£500,00 που επιβλήθηκε σε εργολάβο που παραδέχθηκε ενοχή και ήταν χωρίς εγκληματικό παρελθόν και που είχε εργοδοτήσει μόνο για λίγες μέρες ένα αλλοδαπό και μάλιστα κατόπιν παράκλησης του αλλοδαπού, αντικαταστάθηκε με ποινή φυλάκισης δύο μηνών. Ακόμη στην υπόθεση Gaby Toufic Atallah
(1992)2 Α.Α.Δ. 94 τονίστηκε ότι «οι προσωπικές περιστάσεις των κατηγορούμενων όσο και αν, όπως σε κάθε περίπτωση, είναι παράγοντες σχετικοί με την επιμέτρηση της ποινής, είναι περιορισμένης σημασίας και σίγουρα δεν μπορούν να αφεθούν να οδηγήσουν σε αναποτελεσματική εφαρμογή του νόμου σε υποθέσεις όπως η παρούσα, στις οποίες οι ποινές είναι αναγκαίο να είναι αποτρεπτικές». Είναι πρόδηλο από τις νομικές αρχές που παρατίθενται μέσα από την προαναφερόμενη νομολογία ότι εκείνο που τιμωρείται τόσο στην περίπτωση του εργοδότη όσο και του αλλοδαπού είναι η αξιόποινη συμπεριφορά τους μέσα από την ίδια την πράξη ανεξάρτητα από τη χρονική διάρκεια της εργοδότησης ή των άλλων παραμέτρων αυτής, όπως η αμοιβή, οι ώρες εργασίας, βαθμός και έκταση καθηκόντων, οι όροι και συνθήκες εργοδότησης. Είναι ακόμη άνευ σημασίας το γεγονός ότι στην παρούσα υπόθεση όταν εντοπίστηκε ο αλλοδαπός βρισκόταν υπό το καθεστώς δοκιμασίας χωρίς να είχε επίσημα προσληφθεί από τον διευθυντή της εταιρείας. Αυτό που είναι σημαντικό και παραμένει είναι ότι ο κατηγορούμενος αποδέχτηκε τον αλλοδαπό στο χώρο εργασίας βάζοντας του καθήκοντα, τα οποία αυτός εκτέλεσε. Σημειώνω ακόμη ότι είναι η ανοχή, συνενοχή και η ανευθυνότητα των εργοδοτών και υπευθύνων στο χώρο εργασίας που οδήγησε το φαινόμενο αυτό σε έξαρση. Πιο πρόσφατη νομολογία έδειξε μια διαφοροποίηση στις περιπτώσεις παράνομης εργοδότησης αλλοδαπών οι οποίοι βρίσκονται νόμιμα στην Κύπρο, είτε ως φοιτητές είτε ως αιτητές πολιτικού ασύλου. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση Lin Qinlong κ.ά. v. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 501 αφήνεται να εννοηθεί ότι η περιστασιακή απασχόληση αλλοδαπών φοιτητών στις ελεύθερες ώρες τους δεν θα πρέπει να αντικρίζεται με την ίδια αυστηρότητα που πρέπει να επιδεικνύεται σε άλλες υποθέσεις παράνομης εργοδότησης και απασχόλησης στις οποίες ο αλλοδαπός βρίσκεται παράνομα στην Κύπρο. Περαιτέρω, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Νίκου Νικολάου
(2006)2 Α.Α.Δ. 488 χρηματική ποινή Λ.Κ.£300,00 που επιβλήθηκε σε εργοδότη λευκού ποινικού μητρώου για το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού που βρισκόταν νόμιμα στην Κύπρο ως αιτητής ασύλου, όταν ο Κύπριος εργοδοτούμενος του εγκατέλειψε την εργασία του, επικυρώθηκε κατ' έφεση. Στην ίδια υπόθεση το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε ότι με γνώμονα ότι χορηγείται άδεια εργασίας σε αιτητές ασύλου σε ορισμένους τομείς ακριβώς για να αυτοσυντηρούνται και να μη χρειάζεται παρεμβολή της πολιτείας σε αυτό τον τομέα οι προεκτάσεις της μη ένταξης αιτητών πολιτικού ασύλου στο σύστημα εργασίας, δεν είναι τόσο αποφασιστικής σημασίας έτσι ώστε να δικαιολογείται η αντιμετώπισή τους με την αυστηρότητα που επιδεικνύεται σε άλλες υποθέσεις παράνομης εργοδότησης. Επίσης, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Μαυρικίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 494 επιβλήθηκε χρηματική ποινή ύψους Λ.Κ.£400,00 σε διευθυντή εταιρείας που εργοδότησε χωρίς τη σχετική άδεια αιτητή πολιτικού ασύλου, ο οποίος βρισκόταν νόμιμα στην Κύπρο. Ωστόσο θεωρώ ότι η παρούσα περίπτωση δεν εμπίπτει στη δεύτερη κατηγορία καθότι ο αλλοδαπός που εργοδοτείτο από τον κατηγορούμενο χωρίς άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης διέμενε παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ειδικότερα, η άδεια παραμονής του αλλοδαπού έληξε από το έτος 2004 όταν έληξε η άδεια φοίτησης του σε ιδιωτικό κολλέγιο στην Λευκωσία και έκτοτε διέμενε παράνομα στην Κύπρο. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Εν πάσει περιπτώσει, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι το υπό εκδίκαση αδίκημα είναι σοβαρό δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας των αδικημάτων ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής του κατηγορουμένου στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου τα ακόλουθα που επιβαρύνουν τη θέση του: (α) Τη σοβαρότητα του αδικήματος όπως αυτή διαφαίνεται από τα πιο πάνω καθώς και από τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη του αλλά και από τη συχνότητα και ευκολία με την οποία αυτό διαπράττεται. (β) Το ότι ο κατηγορούμενος προχώρησε στην παράνομη εργοδότηση του αλλοδαπού χωρίς προηγουμένως να ελέγξει με σοβαρότητα και επιμέλεια έγγραφα που αφορούσαν την παραμονή του αλλοδαπού στην Κύπρο. Προς όφελος του κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Την παραδοχή του. (β) Το λευκό ποινικό μητρώο του. (γ) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, όπως αυτές εκτέθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο υπεράσπισης και ειδικότερα ότι: · Είναι νυμφευμένος και πατέρας δύο ανήλικων τέκνων ηλικίας 3 και 7 ετών αντίστοιχα. · Είναι άνεργος. · Η οικογένεια του στηρίζεται οικονομικά από την εργασία της συζύγου του Ένας άλλος παράγοντας που προσμετρείται προς όφελος του κατηγορουμένου είναι το μεγάλο χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή. Η παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι την ημερομηνία επιβολής ποινής, είναι ένας παράγοντας που από μόνος του λαμβάνεται σοβαρά υπόψη στην επιβολή της ποινής, ιδιαίτερα αν η σοβαρότητα του αδικήματος δικαιολογεί την επιβολή ποινής φυλάκισης (Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδης
(1993)2 Α.Α.Δ. 358 και Μυροφόρα ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 84). Από τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που εκτέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου στην παρούσα υπόθεση προκύπτει πως το αδίκημα αυτό διαπράχτηκε στις 16.06.10 και συνεπώς ο χρόνος των 3 ετών και 10 μηνών περίπου που έκτοτε διέρρευσε είναι ένα στοιχείο που λαμβάνεται πολύ σοβαρά από το Δικαστήριο ιδιαίτερα όταν κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής υπήρξε μεταβολή των οικονομικών και οικογενειακών συνθηκών του κατηγορουμένου αφού ο τελευταίος στο μεσοδιάστημα βρέθηκε στον τομέα της ανεργίας ενώ παράλληλα έγινε για δεύτερη φορά πατέρας. Γενικά, λαμβάνω υπόψη μου οτιδήποτε άλλο έχει αναφερθεί ή τεθεί ενώπιον μου και αποτελεί ελαφρυντικό στοιχείο για τον κατηγορούμενο. Καθοδηγούμενος από τη σχετική επί του θέματος νομολογία και συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα του αδικήματος και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα του αδικήματος σε συνδυασμό με την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής λόγω της αυξανόμενης συχνότητας και ευκολίας διάπραξης τους, καθιστά αναπόφευκτη την επιβολή στον κατηγορούμενο ποινή στερητικής της ελευθερίας του. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου λόγω του στοιχείου της σοβαρότητας που το αδίκημα αυτό ενέχει, την ανησυχητικά αυξητική τάση που αυτό παρουσιάζει καθώς και του βαθμού ευκολίας διάπραξης του αδικήματος, όπως τα έχω περιγράψει πιο πάνω αλλά και των περιστατικών της υπόθεσης αυτής, για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσει το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Καταληκτικά επιβάλλεται στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 2 μηνών. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα αυτεπάγγελτα εάν η ποινή που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο θα πρέπει να οδηγήσει στην άμεση φυλάκιση του ή δύναται να ανασταλεί δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72. Εξάλλου αυτό ήταν και αίτημα του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου και έκτοτε δεν απασχόλησε ξανά τη δικαιοσύνη. Σε σχέση με τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, παρατηρώ ότι πρόκειται για μια επιπόλαιη και απερίσκεπτη ενέργεια του κατηγορουμένου, για την οποία δεν είχε κανένα λόγο ή υποχρέωση να προβεί. Επίσης, δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου το χρονικό διάστημα των 3 ετών και 10 μηνών περίπου που διέρρευσε από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή, στο μεσοδιάστημα του οποίου υπήρξε ουσιώδη μεταβολή των προσωπικών συνθηκών του κατηγορουμένου με τον τρόπο που έχω αναφέρει προηγουμένως. Υπό το φως τα πιο πάνω συντρέχουν τέτοιες προϋποθέσεις που συνηγορούν στην αναστολή της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο. Ως εκ τούτου, διατάσσεται όπως η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο ανασταλεί για περίοδο τριών ετών από σήμερα. (Εξηγείται στον κατηγορούμενο η έννοια της αναστολής της ποινής φυλάκισης). Έξοδα €30,00 να καταβληθούν από τον κατηγορούμενο. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence Αναφορά: Ποινικό/Παράνομη εργοδότηση/Ποινή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.