Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΣΑΒΒΑΣ ΣΠΥΡΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 10395/2010, 15/4/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B69 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10395/2010 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΣΑΒΒΑΣ ΣΠΥΡΟΥ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 15.04.14 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Σ. Συμεού Για Κατηγορούμενο: κα Μ. Κωνσταντινίδου Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι μεταξύ των ημερομηνιών 31.10.08 και του μηνός Μαΐου του έτους 2009 στην Πάφο με πρόθεση δόλου και κατόπιν ψευδών παραστάσεων απέσπασε από τον Ανδρέα Τσιακαριά από την Πάφο το χρηματικό ποσό των €4.400,00 έτσι ώστε ο τελευταίος να χειρίζεται τεμάχιο γης που βρίσκεται δίπλα από την φρουταρία 'ΚΗΠΟΣ ΤΗΣ ΕΔΕΜ' της οποίας αναφέρει ότι είναι ιδιοκτήτης αφού κατ' ισχυρισμό ο κατηγορούμενος παρουσιάστηκε ως ο ιδιοκτήτης του εν λόγω τεμαχίου γης ενώ στην πραγματικότητα ιδιοκτήτης του είναι η Κυπριακή Δημοκρατία. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε 3 μάρτυρες και συγκεκριμένα τον παραπονούμενο Ανδρέα Τσιακαριά (ΜΚ1), τον φίλο και συνεργάτη του παραπονούμενου Σάββα Τομάζο (ΜΚ2) και τον εξεταστή της υπόθεσης αρχιαστυφύλακα 2495 Ανδρόνικο Τσιαππή (ΜΚ3). Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον τoυ κατηγορουμένου στην κατηγορία που αντιμετωπίζει και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ο κατηγορούμενος επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής χωρίς να καλέσει οποιοδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. Παράλληλα, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατατέθηκαν 8 τεκμήρια. Επιπροσθέτως, τα μέρη κατέθεσαν από κοινού το εξής παραδεχτό γεγονός: Κατά τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή μεταξύ των ημερομηνιών 31.10.08 και του μηνός Μαΐου του έτους 2009, η ιδιοκτησία του επίδικου τεμαχίου και συγκεκριμένα αυτού με αριθμό 140, Φύλλο/Σχέδιο 45/59 που βρίσκεται στο χωριό Έμπα της επαρχίας Πάφου και μέχρι και το έτος 1989 ανήκε στη σύζυγο του κατηγορουμένου, Χριστοθέα Χ"Οικονόμου, μετά από απαλλοτρίωση περιήλθε στην Κυπριακή Δημοκρατία. Το πιο πάνω παραδεχτό γεγονός εγκρίθηκε από το Δικαστήριο και αποτελεί αυτόματα μέρος των ευρημάτων του. Ο ΜΚ1, Ανδρέας Τσιακαριάν, είναι ο παραπονούμενος στην παρούσα υπόθεση. Ως μέρος της κυρίως εξέτασης του κατάθεσε σαν Τεκμήρια 1 και 2 δύο γραπτές καταθέσεις του ημερομηνίας 24.11.09 και 11.05.10 αντίστοιχα το περιεχόμενο των οποίων υιοθέτησε. Μέσα από την αρχική κατάθεση του (Τεκμήριο 1) αναφέρει ότι είναι ο ιδιοκτήτης της φρουταρίας 'ΚΗΠΟΣ ΤΗΣ ΕΔΕΜ' που βρίσκεται στην λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου αρ.6 στην Έμπα της επαρχίας Πάφου και τα τελευταία 10 χρόνια στεγάζεται σε ενοικιαζόμενο κτίριο. Όπως το έγγραφο αυτό αναφέρει, στις 31.10.08 ο κατηγορούμενος τοποθέτησε μπροστά από την φρουταρία του 2 οχήματα φράζοντας την είσοδο της φρουταρίας σε πελάτες. Ο ίδιος ζήτησε εξηγήσεις από τον κατηγορούμενο, ο οποίος του ανάφερε ότι τόσο ο δρόμος που βρίσκεται μπροστά από τη φρουταρία όσο και ο χώρος μπροστά από την επιχείρηση του είναι δικής του ιδιοκτησίας. Τότε με τη βοήθεια ενός συνεργάτη και φίλου του που γώριζε τον κατηγορούμενο, του Σάββα Τομάζου (ΜΚ2), που τυχαία βρισκόταν εκείνη τη στιγμή στην φρουταρία, συμφωνήθηκε να πληρώσει στον κατηγορούμενο το ποσό των €1.500,00 για να μπορεί να χρησιμοποιεί το χώρο στην πρόσοψη του κτιρίου και το δρόμο μπροστά από την φρουταρία μέχρι τον Μάρτιο του έτους 2009 οπότε και η επιχείρηση του παραπονούμενου θα μεταφερόταν σε άλλο μέρος. Ο κατηγορούμενος τότε μετακίνησε τα οχήματα. Το βράδυ της ίδιας ημέρας παραπονούμενος και Τομάζος μετέβησαν στην οικία του κατηγορουμένου. Εκεί ο παραπονούμενος έδωσε τα χρήματα στον Τομάζο σε μετρητά, ο οποίος αφού τα μέτρησε τα έδωσε στον κατηγορούμενο στην παρουσία της συζύγου του, παρά το ότι αρχικά ο κατηγορούμενος ζήτησε να δοθούν τα χρήματα απευθείας στην σύζυγο του επειδή αυτή ήταν η ιδιοκτήτρια του επιδίκου τεμαχίου. Η συμφωνία ήταν προφορική και δεν δόθηκε οποιαδήποτε απόδειξη για την είσπραξη των χρημάτων. Περί τις αρχές Μαΐου 2009 και αφού στο μεταξύ ο παραπονούμενος δεν κατάφερε να μεταφέρει την επιχείρηση του σε άλλο μέρος, ο κατηγορούμενος έφραξε εκ νέου την είσοδο της φρουταρίας σταθμεύοντας 4 οχήματα στο δρόμο και μπροστά από αυτή. Με τη βοήθεια πάλι του Τομάζου συμφωνήθηκε μετά από 3 ημέρες να δοθεί στον κατηγορούμενο το ποσό των €3.000,00 και ως αντάλλαγμα αυτής της καταβολής ο παραπονούμενος μπορούσε να χρησιμοποιήσει τον δρόμο και το χώρο στην πρόσοψη της φρουταρίας για περίοδο ενός έτους. Επρόκειτο για μια νέα προφορική συμφωνία. Παρόλο ότι ο παραπονούμενος ζήτησε να του δοθεί απόδειξη πληρωμής ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να το πράξει. Ο κατηγορούμενος εισέπραξε τα χρήματα σε φάκελο από τον αποβιώσαντα υπάλληλο της φρουταρίας Προκόπη που του τον έδωσε ο παραπονούμενος στην παρουσία άλλων ατόμων, πλην όμως σ' αυτό υπήρχαν μόνο €2.900,00 σε μετρητά καθότι ο παραπονούμενος αφαίρεσε από αυτό €100,00 όταν εξαργύρωσε μια επιταγή ενός πελάτη του χωρίς να συμπληρώσει το ποσό αυτό. Ακολούθως όταν πρόσεξε ότι ο δρόμος έξω από την φρουταρία του θα ασφαλτοστρωνόταν από την κυπριακή κυβέρνηση και κατόπιν πληροφόρησης που έτυχε από το Κοινοτικό Συμβούλιο Έμπας ενημερώθηκε ότι το εν λόγω τεμάχιο απαλλοτριώθηκε και ανήκε στην Κυπριακή Δημοκρατία κατόπιν δικαστικής απόφασης. Στη συμπληρωματική κατάθεση του (Τεκμήριο 2) ο ΜΚ1 δηλώνει ότι δεν θυμάται ο αποβιώσαντας υπάλληλος του, Προκόπης Σημαδιακός να του είχε αναφέρει αυτό που γνώριζε και συγκεκριμένα ότι ο χώρος πλησίον της φρουταρίας του ήταν απαλλοτριωμένος. Επίσης, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του, ο παραπονούμενος κατάθεσε ως Τεκμήριο 3 φωτοαντίγραφο χειρόγραφης σημείωσης, που όπως φαίνεται είναι απόκομμα από βιβλίο-ημερολόγιο του έτους 2008, μέσα από την οποία καταγράφονται οι ημερομηνίες 31.10.08 και 05.05.09, ο αριθμός 1.500,00, το ποσό €3.000,00, το όνομα του κατηγορουμένου και οι φράσεις 'έδωσε Τσιακκαριά', 'για χωράφι parking' και 'για ένα χρόνο'. Αντεξεταζόμενος ο παραπονούμενος, ανάμεσα σ' άλλα, αποκάλυψε ότι την ημέρα του πρώτου περιστατικού με τα οχήματα ο ίδιος απουσίαζε από την φρουταρία καθότι βρισκόταν από την προηγούμενη στην Λευκωσία όπου και διανυχτέρευσε ένεκα του γάμου του υιού του και έτσι πληροφορήθηκε τηλεφωνικώς το γεγονός αυτό υπαλλήλους της φρουταρίας. Ακολούθως, ο παραπονούμενος παραδέχτηκε ότι η επιχείρηση της φρουταρίας διαχειρίζεται από την εταιρεία 'Ανδρέας Τσιακκαριάν & Υιοί Λίμιτεδ' από την οποία έπαυσε να είναι διευθυντής 1-2 χρόνια πριν από την προφορική κατάθεση του στο Δικαστήριο ενώ πλέον διευθυντής αυτής είναι ο υιός του. Στη συνέχεια, αφού του υποδείχτηκε φωτοαντίγραφο εγγράφου υπό τον τίτλο 'Ενοικιαστήριο έγγραφο' ημερομηνίας 26.03.09 στο οποίο φαίνεται να έγινε ενοικίαση του υποστατικού που στεγάζεται η φρουταρία μεταξύ του υιού του παραπονούμενου και κάποιου Γεώργιου Ταπακούδη για την περίοδο από 01.04.09 μέχρι 31.04.11 και έγγραφο που φαίνεται να είναι συμπληρωματική συμφωνία ημερομηνίας 23.01.10 με αντικατάσταση του αρχικού ιδιοκτήτη ως συμβαλλόμενου μέρους λόγω θανάτου του από τους νέους εγγεγραμμένους ιδιοκτήτες του, έγγραφα τα οποία κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 4 και 5, ο παραπονούμενος ερωτήθηκε για ποιο λόγο εμφανίζεται ο υιός του ως ενοικιαστής του υποστατικού και όχι ο ίδιος ή η εταιρεία και απάντησε ότι το ίδιο είναι αφού η επιχείρηση είναι οικογενειακή ενώ ο ίδιος δεν διατηρούσε καλές σχέσεις με τον αποβιώσαντα αρχικό εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη του υποστατικού. Ωστόσο ο παραπονούμενος παραδέχτηκε ότι είχε κηρυχτεί σε πτώχευση εδώ και πολλά χρόνια και ότι τελικά δεν ήταν διευθυντής αλλά υπεύθυνος της εταιρείας, την οποία συμβούλευε και αντιπροσώπευε. Σύμφωνα με τον παραπονούμενο ενώ ο κατηγορούμενος του είχε ενοικιάσει το χώρο τον χάλασε με αποτέλεσμα να υποχρεωθεί να διαμορφώσει εκ νέου το χώρο στάθμευσης προβαίνοντας ο ίδιος σε ενέργειες. Όπως ο κατηγορούμενος είπε, ο ίδιος γνώριζε ότι όταν Υπουργός Δικαιοσύνης ήταν ο κύριος Αβέρωφ Νεοφύτου είχε δώσει οδηγίες να δοθεί ένα κονδύλι για την ασφάλτωση του επιδίκου δρόμου. Εν πάσει περιπτώσει, ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι την άσφαλτο του επιδίκου χώρου που ο κατηγορούμενος κατάστρεψε τον Ιούνιο του έτους 2009 την είχε τοποθετήσει η κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ερχόμενος στο πρώτο περιστατικό, ο παραπονούμενος ανάφερε ότι το ποσό των €1.500,00 που ο Τομάζος πρότεινε στον κατηγορούμενο τον οποίο και γνώριζε, συμφωνήθηκε έξω από την φρουταρία. Ο ίδιος δεν γνωρίζει πως η θυγατέρα του που είναι ταμίας στην εταιρεία που διαχειρίζεται την φρουταρία δικαιολόγησε τα χρήματα που έδωσε στον κατηγορούμενο. Ερχόμενος στο δεύτερο περιστατικό, ο παραπονούμνος δήλωσε πως έδωσε ένα φάκελο στον Προκόπη Σημαδιακό που περιείχε €2.900,00 που προηγουμένως είχε μετρήσει κάποιος Μέλιος για το λόγο που αναφέρει στο Τεκμήριο 1, ο οποίος και τον έδωσε στον κατηγορούμενο στην παρουσία διαφόρων φίλων και συνεργατών του παραπονούμενου, ένας εκ των οποίων ήταν και ο Τομάζος. Σε ερώτηση της συνηγόρου υπεράσπισης για ποιο λόγο δεν κατάγγειλε τον κατηγορούμενο στην αστυνομία και προτίμησε να του δώσει χρήματα, ο παραπονούμενος απάντησε ήλθαν μέλη της αστυνομίας και του είπαν ότι ήταν θέμα που έπρεπε να διευθετηθεί μεταξύ τους λόγω ενός εγγράφου που ο κατηγορούμενος κατείχε. Ο ίδιος είδε το έγγραφο που ο κατηγορούμενος κρατούσε αλλά δεν γνώριζε το περιεχόμενο του. ΜΚ2 ήταν ο Σάββας Τομάζος, συνεργάτης και φίλος του παραπονούμενου. Ως μέρος της κυρίως εξέτασης του προσκομίστηκε ως Τεκμήριο 6 η γραπτή κατάθεση του στην αστυνομία ημερομηνίας 24.11.09, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε. Μέσα από αυτή ο ΜΚ2 αναφέρει ότι περί τα τέλη Οκτωβρίου 2008 μετέβηκε στη φρουταρία για να λάβει παραγγελίες όταν πρόσεξε τον παραπονούμενο να συζητεί με ένα πρόσωπο που του ήταν άγνωστο με αντικείμενο την ενέργεια του αγνώστου ανδρός να τοποθετήσει κάποια αυτοκίνητα μπροστά από την είσοδο της φρουταρίας εμποδίζοντας έτσι σε πελάτες την είσοδο τους στην φρουταρία αλλά και στον κύριο δρόμο. Όπως ο μάρτυρας αυτός εξήγησε, ο ίδιος προσπάθησε να του λύσει το πρόβλημα και μετά από κάποιο χρονικό διάστημα πήγε μαζί με τον παραπονούμενο στην οικία του κατηγορουμένου όπου εκεί ο παραπονούμενος συμφώνησε προφορικά με τον κατηγορούμενο όπως ο πρώτος πληρώσει τον δεύτερο το ποσό των €1.500,00 με αντάλλαγμα να μετακινήσει τα οχήματα και να αφήσει κάποιο χώρο για να μπορούν οι πελάτες της φρουταρίας να σταθμεύουν τα οχήματα τους. Σύμφωνα με τον ΜΚ2, η συμφωνία αυτή ίσχυε μέχρι τον Μάρτιο 2009 και μέχρι τότε ο παραπονούμενος θα έβρισκε νέο χώρο για να μεταφέρει την επιχείρηση της φρουταρίας. Ο κατηγορούμενος τους είπε ότι επειδή το επίδικο τεμάχιο ανήκει στη σύζυγο του το πιο πάνω ποσό θα έπρεπε να δοθεί σ' αυτήν. Ωστόσο ο εν λόγω μάρτυρας αφού μέτρησε τα χρήματα τα έδωσε στον κατηγορούμενο. Αρχές Μαΐου 2009 ο εν λόγω μάρτυρας μετέβηκε στην φρουταρία όπου εκεί συνάντησε τον παραπονούμενο, ο οποίος του είπε ότι επειδή δεν κατάφερε να βρει νέο μέρος για την φρουταρία ο κατηγορούμενος τοποθέτησε εκ νέου οχήματα που εμπόδιζε σε πελάτες της φρουταρίας να εισέλθουν σ' αυτή χωρίς εκ των προτέρων προειδοποίηση. Τη στιγμή εκείνη στο μέρος βρισκόταν και ο κατηγορούμενος, ο οποίος σύμφωνα με τον ΜΚ2, πρότεινε να του πληρωθεί το ποσό των €3.000,00 για περίοδο ενός έτους, πρόταση η οποία έγινε αποδεκτή από τον παραπονούμενο. Χωρίς να συνομολογηθεί γραπτή συμφωνία ο παραπονούμενος υποσχέθηκε στον κατηγορούμενο ότι θα του έδινε αργότερα το προαναφερόμενο ποσό. Μετά πάροδο κάποιου χρονικού διαστήματος δέχτηκε τηλεφωνική πρόσκληση από τον παραπονούμενο για να μεταβεί για καφέ στην φρουταρία με ευκαιρία τον ερχομό του κατηγορουμένου για να εισπράξει το πιο πάνω συμφωνημένο ποσό, πράγμα που αποδέχτηκε. Όταν ο ΜΚ2 μετέβηκε εκεί είδε τον Προκόπη να δίνει στην παρουσία και άλλων προσώπων ένα φάκελο στον κατηγορούμενο, χωρίς όμως να γνωρίζει τι αυτός περιείχε. Ακολούθως ο κατηγορούμενος όταν μετακίνησε τα αυτοκίνητα από την είσοδο της φρουταρίας περίφραξε τον δρόμο αφήνοντας μόνο ένα μεγάλο μέρος του για να εξυπηρετούνται οι πελάτες της φρουταρίας με την στάθμευση των οχημάτων τους. Περαιτέρω στη κυρίως εξέταση του ο ΜΚ2 αναγνώρισε και υπέδειξε τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που συμφώνησε με τον παραπονούμενο στα πιο πάνω δύο περιστατικά. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2, ανάμεσα σ' άλλα, προσδιόρισε πως ο επίδικος χώρος είναι ο δρόμος που εφάπτεται του κυρίως δρόμου από Πάφο προς Χλώρακα και είναι παραπλεύρως προς τα δεξιά σε σχέση με τη θέση της φρουταρίας. Όπως ο ίδιος δήλωσε δεν γνωρίζει ποιος κατασκεύασε τον δρόμο και ποιος τον ασφαλτόστρωσε. Στρεφόμενος στο πρώτο περιστατικό, ο ΜΚ2 ανάφερε ότι πήγε μαζί με τον παραπονούμενο στην οικία του κατηγορουμένου βράδυ της επόμενης ημέρας που ο τελευταίος έφραξε την είσοδο της φρουταρίας. Εκεί ο παραπονούμενος συμφώνησε με τον κατηγορούμενο να πληρωθεί από τον πρώτο στον δεύτερο το ποσό των €1.500,00. Σύμφωνα με τον ΜΚ2, ο ίδιος έδωσε τα χρήματα στην σύζυγο του κατηγορουμένου. Σύμφωνα ακόμη με τον εν λόγω μάρτυρα, εκείνη τη νύχτα που συμφωνήθηκε και πληρώθηκε το ποσό δημιουργήθηκε χώρος για να διευκολύνεται η πρόσβαση των πελατών της φρουταρίας σ' αυτή. Περαιτέρω, ο ΜΚ2 δήλωσε πως δεν γνωρίζει αν το θέμα της απαλλοτρίωσης συζητήθηκε σε οποιαδήποτε από τις συγκεντρώσεις που συμμετείχε στην φρουταρία. Επίσης, ο μάρτυρας αυτός δεν γνωρίζει αν τελικά δόθηκαν στον κατηγορούμενο χρήματα επιπλέον των €1.500,00 αναφορικά με το δεύτερο επίδικο περιστατικό. Ο αρχιαστυφύλακας 2495 Ανδρόνικος Τσιαππής (ΜΚ3) ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης. Στην κυρίως εξέταση του, μεταξύ άλλων, παρουσίασε τη γραπτή κατάθεση του ημερομηνίας 28.09.10, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε σαν μέρος της κυρίως εξέτασης του. Μέσα από το έγγραφο αυτό που κατατέθηκε στην διαδικασία αυτή ως Τεκμήριο 7, αναφέρει ότι στις 21.01.10 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, ο οποίος απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν πως ότι έχει να πει θα το πει στο Δικαστήριο. Η εν λόγω ανακριτική κατάθεση τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο 8. Επίσης, μέσα από το περιεχόμενο της ο ΜΚ3 αναφέρει ότι ακολούθως την ίδια ημέρα κατηγόρησε τον κατηγορούμενο με την κατηγορία του κατηγορητηρίου, ο οποίος, μετά που του επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο, απάντησε ότι 'Δεν έχει να πει οτιδήποτε.' Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ3 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως, ως εξεταστής της παρούσας υπόθεσης, έλαβε συμπληρωματική κατάθεση από τον παραπονούμενο, ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, καταθέσεις από άτομα που έγινε αναφορά σ' αυτά και κατέληξε στο να κατηγορήσει τον κατηγορούμενο. Σε ερώτηση της συνηγόρου υπεράσπισης ποιος ο λόγος της λήψης συμπληρωματικής κατάθεσης από τον παραπονούμενο, ο ΜΚ3 δήλωσε πως αυτό κρίθηκε απαραίτητο επειδή ο Προκόπης Σημαδιακός ανάφερε στην κατάθεση του ότι ο ίδιος γνώριζε πως ο επίδικος χώρος ήταν απαλλοτριωμένος και ότι το είχε πει στον παραπονούμενο. Τελικές Αγορεύσεις: Στην τελική αγόρευση του ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι έχει αποδειχτεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η ενοχή του κατηγορουμένου στην κατηγορία του κατηγορητηρίου και ως εκ τούτου το Δικαστήριο θα πρέπει να τον καταδικάσει. Είναι η θέση του κυρίου Συμεού ότι μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία την οποία ευσεβάστως εισηγείται να γίνει αποδεκτή καθώς και από την συμπεριφορά και ενέργειες του κατηγορουμένου αποδεικνύεται η ενοχή του στον απαιτούμενο βαθμό. Αντίθετη ήταν η θέση της ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης, η οποία εστίασε την νομική επιχειρηματολογία του στην μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής ευσεβάστως εισηγούμενη πως και οι δύο βασικοί μάρτυρες της, δηλαδή οι ΜΚ1 και ΜΚ2, θα πρέπει να κριθούν αναξιόπιστοι. Σύμφωνα με την κυρία Κωνσταντινίδου, η μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ2 ήταν ελλιπής ενώ παράλληλα περιείχε ασάφειες, μεταξύ τους αντιφάσεις και αναλήθειες δημιουργώντας έτσι ερωτήματα που κλονίζουν την αξιοπιστία τους. Όπως περαιτέρω η εν λόγω συνήγορος ευσεβάστως εισηγήθηκε, η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής είναι τέτοια που δεν οδηγεί σε απόδειξη κανένα συστατικό στοιχείο του κατ' ισχυρισμό αδικήματος. Με βάση αυτά η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να αθωώσει και να απαλλάξει τον κατηγορούμενο από την κατηγορία του κατηγορητηρίου. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Αντίθετα, όταν οι αντιφάσεις είναι ουσιαστικής μορφής πλήττουν καίρια την αξιοπιστία μάρτυρα αφού φανερώνουν διάθεσή του να αποκρύψει την αλήθεια. Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Επίσης, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί την μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητα της είτε μέρος της, η οποία ασκείται στη βάση των αρχών που το Εφετείο επισήμανε στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερ. 29.11.13. Η προσέγγιση που το Δικαστήριο υιοθετεί στο θέμα αποδοχής ή όχι μιας μαρτυρίας υπόκειται στον περιορισμό της αιτιολόγησης (Λαζάρου v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Το ακόλουθο απόσπασμα από την Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 εξηγεί με σαφήνεια τα πιο πάνω: "... ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με την άποψη την οποία έχει σχηματίσει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο, είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. (Γεωργιάδης v. Αστυνομίας
(1985)1 Α.Α.Δ. 56). Στις περιπτώσεις όμως όπου ένας μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος για καλό λόγο, σίγουρα δεν υπάρχει διαθέσιμη μια τέτοια επιλογή μερών μαρτυρίας. (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168). " Με γνώμονα τα πιο πάνω το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του. Ο παραπονούμενος (ΜΚ1) δεν έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Η όλη στάση και συμπεριφορά του από το εδώλιο του μάρτυρα έδειξε ένα άτομο που δεν ήλθε με μοναδικό σκοπό να πει την αλήθεια. Δεν ήταν σαφής αλλά ούτε και σταθερός στις τοποθετήσεις του. Η μαρτυρία του δημιούργησε μια συγκεχυμένη εικόνα γύρω από τα περιστατικά που πραγματικά διαδραματίστηκαν. Οι συνεχείς και ουσιώδεις διαφοροποιήσεις του κατά την διάρκεια της δια ζώσης μαρτυρίας του φωτογραφίζουν ένα άτομο που δεν ενδιαφερόταν να καταθέσει την αλήθεια στο Δικαστήριο αλλά να παρουσιάσει ένα σκηνικό ευνοϊκό για την εκδοχή του. Ταυτόχρονα δείχνει ένα πρόσωπο που το Δικαστήριο κάθε άλλο μπορεί να βασιστεί στην μαρτυρία του και να καταλήξει σε ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα. Μέσα από την αντεξέταση του παραπονούμενου αποκαλύφτηκαν πράγματα που προηγουμένως παρουσιάστηκαν διαφορετικά, γεγονός που αφήνει σκιές ως προς τη γνησιότητα της μαρτυρίας του. Σ' αυτό συνηγορεί και το γεγονός ότι μέρος της μαρτυρίας του παραπονούμενου έρχεται σε αντίθεση με μαρτυρία που κατάθεσε στο Δικαστήριο ο άλλος βασικός μάρτυρας κατηγορίας (ΜΚ2). Συγκεκριμένα:
(1)Ενώ στη γραπτή κατάθεση του στην αστυνομία (Τεκμήριο 1) ο παραπονούμενος αναφέρει ότι στις 31.10.08 ο κατηγορούμενος τοποθέτησε 2 οχήματα μπροστά από την φρουταρία εμποδίζοντας την είσοδο σ' αυτή σε πελάτες της με αποτέλεσμα ο ίδιος να εξέλθει από αυτή και να ζητήσει εξηγήσεις από τον κατηγορούμενο με τον οποίο συζήτησαν το θέμα στην παρουσία του Σάββα Τομάζου, φίλου και συνεργάτη του παραπονούμενου ο οποίος, όπως είπε, προσπάθησε να τους βρει λύση στο πρόβλημα, στην αντεξέταση του ο παραπονούμενος διαφοροποιήθηκε πλήρως δηλώνοντας πως την συγκεκριμένη ημέρα δεν ήταν καν στην επαρχία Πάφου και κατ' επέκταση δεν ήταν παρών στο επίδικο περιστατικό αφού βρισκόταν στην Λευκωσία από την προηγούμενη ημέρα λόγω της τέλεσης του γάμου του υιού του.
(2)Ενώ ο παραπονούμενος δήλωσε τόσο μέσα από το Τεκμήριο 1 όσο και στην αρχή της αντεξέτασης του ότι είναι ο ιδιοκτήτης της φρουταρίας, στην συνέχεια της αντεξέτασης του ανασκεύασε λέγοντας πως ήταν διευθυντής της εταιρείας 'Ανδρέα Τσιακκαριάν & Υιοί Λίμιτεδ' η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο του κατηγορητηρίου ήταν η ιδιοκτήτρια και συνάμα διαχειρίστρια της φρουταρίας από την οποία, όπως είπε, αποχώρησε πριν από 1-2 χρόνια. Στη συνέχεια όμως διαφοροποιήθηκε εκ νέου αποκαλύπτοντας ότι εδώ και πολλά χρόνια είχε κηρυχτεί σε πτώχευση. Οι ελιγμοί του όμως είχαν και συνέχεια αφού ο ίδιος ανάφερε ότι τελικά δεν ήταν διευθυντής της πιο πάνω εταιρείας αλλά απλά υπεύθυνος του νομικού αυτού προσώπου τον οποίο, όπως είπε, αντιπροσώπευε. Τα Τεκμήρια 4 και 5 τα οποία είναι συμφωνητικά έγγραφα και σχετίζονται με την ενοικίαση του υποστατικού στο οποίο στεγάζεται η συγκεκριμένη φρουταρία για την περίοδο 01.04.09 μέχρι 31.04.11 και εμφανίζουν τον υιό του παραπονούμενου ως το ένα από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη, ενισχύουν την τοποθέτηση ότι ο παραπονούμενος την επίδικη περίοδο του κατηγορητηρίου τελούσε υπό πτώχευση, θέση με την οποία συμφωνεί και ο ίδιος ο παραπονούμενος. Εφόσον το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 4 και 5 παρέμεινε μέσα από την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης αναντίλεκτο, το Δικαστήριο, κατόπιν αξιολόγησης του, το αποδέχεται ως αληθές και αξιόπιστο αναφορικά με το ζήτημα αυτό.
(3)Ενώ ο παραπονούμενος αναφέρει στο Τεκμήριο 1 ότι ο φίλος και συνεργάτης του Σάββας Τομάζος (ΜΚ2) γνωριζόταν την επίδικη περίοδο με τον κατηγορούμενο, ο ΜΚ2 τον διαψεύδει δηλώνοντας πως την περίοδο εκείνη ο κατηγορούμενος του ήταν άγνωστος.
(4)Ενώ μέσα από το Τεκμήριο 1 αλλά και κατά την αντεξέταση του ο παραπονούμενος δήλωσε πως ο Τομάζος ήταν το πρόσωπο που πρότεινε το ποσό των €1.500,00 και το άτομο που διευθέτησε το πρόβλημα εκ μέρους του παραπονούμενου στις 31.10.08 έξω από την φρουταρία και το ίδιο βράδυ μαζί του μετέβηκε στην οικία του κατηγορουμένου όπου απλά του πλήρωσε το εν λόγω ποσό, ο ΜΚ2 στο Τεκμήριο 6 αλλά και αντεξεταζόμενος ανάφερε ότι αυτός που πρότεινε, συμφώνησε και κατέληξε στο προαναφερόμενο ποσό ήταν ο παραπονούμενος και όχι ο ίδιος καθώς επίσης η συμφωνία επιτεύχθηκε όχι έξω από την φρουταρία στις 31.10.08 όπως ο ΜΚ1 ισχυρίστηκε αλλά σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα και συγκεκριμένα το βράδυ της επόμενης ημέρας στην οικία του κατηγορουμένου, δίδοντας έτσι μαρτυρία που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με αυτή του παραπονούμενου στο θέμα αυτό. Περαιτέρω ο παραπονούμενος, ως υπεύθυνος της εταιρείας 'Ανδρέα Τσιακκαριάν & Υιοί Λίμιτεδ' που επικαλέστηκε ότι ήταν, δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσει λογιστικές καταστάσεις, εξελεγμένους λογαριασμούς και/ή άλλα επίσημα έγγραφα της εταιρείας που να δικαιολογούν την κατ' ισχυρισμό πληρωμή των ποσών €1.500 και €2.900,00 προς τον κατηγορούμενο σε σχέση με τα δύο υπ' αναφορά περιστατικά που άπτονται του επιδίκου τεμαχίου γης. Ο παραπονούμενος παρέλειψε να προσκομίσει τέτοια αποδεικτικά στοιχεία την στιγμή που ήταν κατηγορηματικός ότι και στις δύο περιπτώσεις ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να του δώσει αποδείξεις είσπραξης των προαναφερόμενων ποσών. Όταν δε αντεξεταζόμενος ερωτήθηκε πως ήταν εις γνώση της εταιρείας ότι δόθηκαν αυτά τα χρήματα και κατ' επέκταση πως παρουσιάζονται αυτές οι πληρωμές στα επίσημα έγγραφα της εν λόγω εταιρείας, αυτός το προσπέρασε δίδοντας μια ασαφή και θα έλεγα περίεργη απάντηση λέγοντας ότι η θυγατέρα του είναι ο ταμίας της εταιρείας και ο ίδιος δεν γνωρίζει πως αυτή τα δικαιολόγησε, προκαλώντας έτσι σκιές ως προς την γνησιότητα των θέσεων του στο θέμα αυτό. Η χειρόγραφη σημείωση που αυτός κατάθεσε ως Τεκμήριο 3 δεν ενισχύει καθ' οιονδήποτε τρόπο τον ισχυρισμό του. Το ασαφές και αόριστο χειρόγραφο περιεχόμενο του είναι τέτοιο που δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να του αποδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα και ως εκ τούτου δεν του προσδίδω οποιαδήποτε αποδεικτική αξία. Στρεφόμενος στην ουσία της καταγγελίας του ο παραπονούμενος ισχυρίζεται ότι ο κατηγορούμενος έλαβε από αυτόν με δόλο το συνολικό ποσό των €4.400,00 αφού, όπως ισχυρίζεται, του απέσπασε το εν λόγω ποσό λέγοντας του ότι το επίδικο τεμάχιο γης του ανήκε ενώ στην πραγματικότητα ιδιοκτήτης του είναι η Κυπριακή Δημοκρατία. Επανέλαβε δε τους ισχυρισμούς του αυτούς μέσα από την κυρίως εξέταση του. Ωστόσο οι ισχυρισμοί του ότι ο κατηγορούμενος τον ξεγέλασε δεν φαίνονται να επαληθεύονται μέσα από την αντεξέταση του όπου: (α) Ο παραπονούμενος εμφανίζεται να γνώριζε κατά τον ουσιώδη χρόνο του κατηγορητηρίου ότι η ασφαλτόστρωση του συγκεκριμένου χώρου έγινε με την πληρωμή ή έστω συνεισφορά κυβερνητικού κονδυλίου. (β) Ο παραπονούμενος παραδέχτηκε ότι γνώριζε πως ο δρόμος είχε ασφαλτοστρωθεί από τις κυβερνητικές υπηρεσίες. (γ) Σε ερώτηση που του υπεβλήθηκε γιατί ενώ γνώριζε ότι ο επίδικος χώρος ήταν απαλλοτριωμένος προχώρησε στην πληρωμή χρημάτων στον κατηγορούμενο και δεν κατάγγειλε το γεγονός στο Κοινοτικό Συμβούλιο Έμπας, ο παραπονούμενος, χωρίς πλέον να αρνηθεί ότι δεν γνώριζε ότι το επίδικο τεμάχιο ήταν απαλλοτριωμένο, αποκάλυψε ότι ο κατηγορούμενος παρουσίασε ένα χαρτί που ουσιαστικά εγκλώβιζε και κατ' επέκταση αναχαίτιζε οποιεσδήποτε περαιτέρω ενέργειες της αστυνομίας αλλά και του Κοινοτικού Συμβουλίου Έμπας. (δ) Στην γραπτή συμπληρωματική κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία (Τεκμήριο 2) ο παραπονούμενος αναφέρει απλά ότι δεν θυμάται ο αποβιώσαντας υπάλληλος του Προκόπης Σημαδιακός να τον είχε πληροφορήσει ότι το επίδικο τεμάχιο γης ήταν απαλλοτριωμένο και όχι ότι δεν του το είπε. Αυτό σημαίνει ότι ο ίδιος ο παραπονούμενος δεν απέκλεισε ένα τέτοιο γεγονός, δηλαδή μπορεί ο Προκόπης Σημαδιακός να του το είπε και αυτός απλώς να μην το θυμάται. Ο συνδυασμός των πιο πάνω γεγονότων αποδεικνύει ότι ο παραπονούμενος γνώριζε κατά τον ουσιώδη χρόνο του κατηγορητηρίου ποιο ήταν το πραγματικό ιδιοκτησιακό καθεστώς του επιδίκου τεμαχίου γης. Εν πάσει περιπτώσει στη βάση των προαναφερομένων, ο παραπονούμενος δεν είχε κανένα ουσιαστικό λόγο να θεωρεί τον κατηγορούμενο ιδιοκτήτη του τεμαχίου απλά και μόνο από τα λεγόμενα του τελευταίου, ιδιαίτερα όταν αυτός, όπως ο παραπονούμενος ισχυρίζεται, ενώ αρχικά του είπε ότι ο ίδιος ήταν ιδιοκτήτης του επιδίκου τεμαχίου γης κατά την διάρκεια της κατ' ισχυρισμό συνάντησης τους στην οικία του κατηγορουμένου το βράδυ της 31.10.08 του ανάφερε ότι ιδιοκτήτης του εν λόγω χώρου ήταν η σύζυγος του. Κατ' επέκταση, ο παραπονούμενος είχε κάθε λόγο να μην θεωρήσει ως δεδομένο αυτά που ισχυρίζεται ότι του ανάφερε ο κατηγορούμενος σε σχέση με την ιδιοκτησία του χώρου. Παρόλα αυτά δεν αποκλείω ο παραπονούμενος να ήλθε σε κάποιου είδους συναλλαγή με τον κατηγορούμενο υπό την προσωπική του ιδιότητα, έστω και αν βρισκόταν σε κατάσταση πτώχευσης, μέσα από την οποία να έδωσε κάποια χρήματα, ενδεχομένως €4.400,00. Δεν έχω όμως ενώπιον μου αξιόπιστη μαρτυρία που να αποδεικνύει πληρωμή των κατ' ισχυρισμό ποσών για τους λόγους που ο παραπονούμενος ισχυρίζεται και κάτω από τα γεγονότα και τις συνθήκες που επικαλέστηκε. Επιπλέον, η θέση του παραπονούμενου ότι ο ίδιος προέβηκε στη διαμόρφωση του χώρου στάθμευσης μετά που ο παραπονούμενος προέβηκε στην καταστροφή του κατά την διάρκεια της κατ' ισχυρισμό προφορικής συμφωνίας τους, πέραν του ότι δεν αντέχει την βάσανο της λογικής καθότι δεν υπήρχε λόγος, αν τα πράγματα ήταν όντως έτσι, ο κατηγορούμενος να καταστρέψει μία συμφωνία από την οποία θα είχε κέρδος και ταυτόχρονα να προκαλέσει την αντίδραση του παραπονούμενου για διεκδίκηση επιστροφής χρημάτων, προβλήθηκε για πρώτη φορά στην αντεξέταση του. Ουδεμία τέτοια αναφορά έγινε είτε στην δια ζώσης μαρτυρία του στην κυρίως εξέταση είτε σε οποιοδήποτε από τα Τεκμήρια 1 και 2. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο την αγνοεί. Παράλληλα, δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου η γραπτή τοποθέτηση του παραπονούμενου, όπως αυτή καταγράφεται μέσα από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1, με την οποία επιθυμεί την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου εκτός αν αυτός του επιστρέψει το συνολικό ποσό των €4.400,00. Αυτό φανερώνει το πραγματικό κίνητρο του παραπονούμενου που είναι η απόκτηση χρημάτων από τον κατηγορούμενο χρησιμοποιώντας την ποινική δίωξη του δια της παρούσας υπόθεσης ως μοχλό πίεσης προς επίτευξη του στόχου του. Με βάση όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, καταλήγω ότι δημιουργούνται αρκετές αμφιβολίες αναφορικά με την αξιοπιστία του παραπονούμενου και έτσι αδυνατώ να αποδεχθώ και στηριχθώ στη μαρτυρία του. Αυτό συμπαρασύρει και τις δύο γραπτές καταθέσεις του που είναι τα Τεκμήρια 1 και 2, τις οποίες ούτε αυτές αποδέχομαι (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168, Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ., 266 και Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερομηνίας 29.11.13). Οι πιο πάνω διάφορες παλινδρομήσεις επί ουσιωδών θεμάτων έπληξαν ανεπανόρθωτα την αξιοπιστία της μαρτυρίας του. Μοιραία και δίχως άλλη επιλογή το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί πάνω σ' αυτή. Ο ΜΚ2 με τη σειρά του δεν δημιούργησε ούτε αυτός καλή εντύπωση προς το Δικαστήριο και γενικά δεν έπεισε για την αλήθεια των όσο έλεγε στα κρίσιμα ζητήματα της υπόθεσης. Μέσα από τη μαρτυρία του υπέπεσε σε ουσιώδεις ολισθήματα πράγμα που την καθιστούν τρωτή σε πειστικότητα. Επίσης, μέρος της μαρτυρίας του αντιφάσκει με αυτή του παραπονούμενου επί ιδίων θεμάτων. Μέσα από την όλη στάση και συμπεριφορά του έδωσε την εντύπωση ότι ήλθε στο Δικαστήριο ως φίλος και επαγγελματικός συνεργάτης του παραπονούμενου με σκοπό να βοηθήσει την εκδοχή του, έχοντας μέσα από την επαγγελματική συνεργασία τους έκδηλα συμφέρον να μην τον δυσαρεστήσει. Μέσα από το Τεκμήριο 6 ο εν λόγω μάρτυρας αναφέρει ότι την ημέρα του πρώτου επιδίκου περιστατικού μετέβηκε στην επίδικη φρουταρία και πρόσεξε τον παραπονούμενο να συζητεί με τον κατηγορούμενο, τον οποίο τότε παρεμπιπτόντως δεν τον γνώριζε ούτε εξ' όψεως, σε αντίθεση βέβαια με το τι δήλωσε ο παραπονούμενος στη δική του μαρτυρία. Ο ίδιος μάλιστα παρενέβη και προσπάθησε να τους βρει λύση. Πως μπορεί όμως αυτό να γίνει πιστευτό και ταυτόχρονα ο εν λόγω μάρτυρας να θεωρείται αξιόπιστος όταν ο ίδιος ο παραπονούμενος δηλώνει πως εκείνη την ημέρα βρισκόταν στην Λευκωσία; Όσον αφορά το μέρος της μαρτυρίας του που έρχεται σε αντίθεση με αυτή του παραπονούμενου σε βαθμό που να αλληλοαναιρούνται, απλά παραπέμπω πιο πάνω χωρίς να χρειάζεται περαιτέρω σχολιασμός. Επίσης, ενώ στο Τεκμήριο 6 ο μάρτυρας αυτός δηλώνει πως αναφορικά με το δεύτερο επίδικο περιστατικό συμφωνήθηκε το ποσό των €3.000,00, στην αντεξέταση του ανάφερε ότι δεν γνωρίζει εάν συμφωνήθηκαν χρήματα και πόσα. Δεν διέλαθε ακόμη της προσοχής του Δικαστηρίου η επιλεκτική μνήμη που έδειξε ότι είχε. Ενώ έντεχνα απέφυγε να απαντήσει σε ερώτηση της συνηγόρου υπεράσπισης κατά πόσο το θέμα της απαλλοτρίωσης του επιδίκου τεμαχίου γης συζητήθηκε στις διάφορες μεταξύ τους συγκεντρώσεις στη φρουταρία προφασιζόμενος ότι δεν θυμόταν καθώς επίσης δεν θυμόταν οτιδήποτε αφορούσε το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επιδίκου χώρου, εντούτοις θυμόταν και ανάφερε το αντικείμενο συζήτησης που είχαν θαμώνες στην συγκέντρωση της νύχτας τους δεύτερου περιστατικού. Στη βάση αυτών, δεν ικανοποιούμαι ότι ο ΜΚ2 είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και επομένως η μαρτυρία του δεν μπορεί να κριθεί αξιόπιστη. Αυτό συμπαρασύρει και τη γραπτή κατάθεση του που είναι το Τεκμήριο 6, την οποία ούτε αυτή αποδέχομαι. Η μαρτυρία του αρχιαστυφύλακα 2495 Ανδρόνικου Τσιαππή (ΜΚ3), ήταν τυπικής φύσεως αφού εστιάζεται στη λήψη συμπληρωματικής κατάθεσης από τον παραπονούμενο, στη λήψη ανακριτικής κατάθεσης από τον κατηγορούμενο καθώς και στο γεγονός ότι κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο. Οι ενέργειες του αυτές δεν αμφισβητήθηκαν από τον κατηγορούμενο. Εξ' ου και ο μάρτυρας αυτός ουσιαστικά δεν αντεξετάστηκε από την συνήγορο υπεράσπισης επί των θεμάτων αυτών. Κάτω από αυτά τα δεδομένα αποδέχομαι ως αληθή και αξιόπιστη την μαρτυρία του ΜΚ3 υπό την ιδιότητα του αστυνομικού εξεταστή της υπόθεσης που περιστρέφεται γύρω από τις αναντίλεκτες ενέργειες που αυτός έκαμε στα πλαίσια διερεύνησης αυτής της υπόθεσης περιλαμβανομένου της γραπτής κατάθεσης του που είναι το Τεκμήριο 7. Από την άλλη, κατόπιν αξιολόγησης του, το περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορουμένου που είναι το Τεκμήριο 8 οδηγεί μονοδρομικά στο να του αποδώσω μηδενική βαρύτητα. Ευρήματα: Σύμφωνα με την πιο πάνω αξιολόγηση του συνόλου της μαρτυρίας που προσάχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και έχοντας απορρίψει τη μαρτυρία των δύο βασικών μαρτύρων της κατηγορούσας αρχής που κατέθεσαν για τα επίδικα γεγονότα της υπόθεσης αυτής σε συνδυασμό με το δικαίωμα της σιωπής που ο κατηγορούμενος άσκησε, αδυνατώ να καταλήξω σε οποιαδήποτε ευρήματα αναφορικά με τα δύο επίδικα περιστατικά. Παρόλα αυτά λαμβάνοντας υπόψη μου τα παραδεκτά γεγονότα καθώς και τα γεγονότα που τελικά δεν αμφισβητήθηκαν, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Κατά τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή μεταξύ των ημερομηνιών 31.10.08 και του μηνός Μαΐου του έτους 2009, η ιδιοκτησία του επίδικου τεμαχίου και συγκεκριμένα αυτού με αριθμό 140, Φύλλο/Σχέδιο 45/59 που βρίσκεται στο χωριό Έμπα της επαρχίας Πάφου και μέχρι και το έτος 1989 ανήκε στη σύζυγο του κατηγορουμένου, Χριστοθέα Χ"Οικονόμου, μετά από απαλλοτρίωση περιήλθε στην Κυπριακή Δημοκρατία. Στα πλαίσια καταγγελίας που ο παραπονούμενος υπέβαλε στην αστυνομία εναντίον του κατηγορουμένου, ο αστυνομικός εξεταστής της υπόθεσης (ΜΚ3) έλαβε συμπληρωματική κατάθεση από τον παραπονούμενο στις 11.05.10 ενώ προγενέστερα και συγκεκριμένα στις 24.11.09 συνάδελφος του είχε λάβει αρχική κατάθεση από το ίδιο πρόσωπο. Στις 21.01.10 ο αστυνομικός εξεταστής έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο ενώ αργότερα της ίδιας ημέρας το ίδιο άτομο κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για το αδίκημα της κατηγορίας του κατηγορητηρίου με τον τελευταίο να απαντά ότι δεν έχει να πει οτιδήποτε. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα: Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (βλέπε Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (βλέπε Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε πιο πάνω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω εάν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, που είναι το αντικείμενο της πρώτης κατηγορίας, εδράζεται στα άρθρα 297 και 298 του Κεφ.
- Το άρθρα αυτά προνοούν τ' ακόλουθα: "
- Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.
- Όποιος με ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης πέντε χρόνων." Από το λεκτικό λοιπόν των εν λόγω άρθρων συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού είναι:
- Η ψευδής παράστασης, δηλαδή παράσταση γεγονότος που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία να είναι ψευδής στην πραγματικότητα.
- Εκείνος που προβαίνει στην παράσταση αυτή να γνωρίζει ότι η παράσταση είναι ψευδής ή να μην πιστεύει ότι είναι αληθινή.
- Η ψευδής παράσταση να γίνεται με σκοπό καταδολίευσης.
- Με τη ψευδή παράσταση, δηλαδή ως αποτέλεσμα αυτής, ο κατηγορούμενος να εξασφαλίζει ή να αποκτά από άλλο πρόσωπο οτιδήποτε μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, όπως για παράδειγμα χρήματα. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Κεφ.154 που είναι το ερμηνευτικό πλαίσιο του Κυπριακού Ποινικού Κώδικα, ο όρος "χρήματα" περιλαμβάνει μετρητά σε χαρτονομίσματα, όπως είναι η δική μας περίπτωση που σαφώς δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Όσον αφορά την πρόθεση ή τον σκοπό της καταδολίευσης το στοιχείο αυτό δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου. Μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλέπε Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Στην υπόθεση R. v. Williams
(1836)7 C. AND P. σελ. 354, έχει λεχθεί ότι όπου ο κατήγορος αποδεικνύει την ψευδή παράσταση και τη γνώση του κατηγορούμενου περί του ψευδούς, αυτό αποτελεί εκ πρώτης όψης μαρτυρία της πρόθεσης καταδολίευσης, αλλά δεν είναι αρκετό αν τα γεγονότα δείχνουν ότι δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση. Αν όμως η ψευδής παράσταση έγινε με ειλικρινή πεποίθηση ότι ήταν αληθινή, τότε αυτό δείχνει την έλλειψη της ύπαρξης πρόθεσης καταδολίευσης (βλέπε Police v. Petrou alias Yiatros
(1971)12 J.S.C. 1524). Στην υπόθεση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.861 σε σχέση με το συστατικό στοιχείο της ψευδούς παράστασης και της πρόθεσης καταδολίευσης λέχθηκαν τα ακόλουθα: "Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington ν Fitzmaurice
(1885)29 Ch.D. 459, 483), "The state of a man´s mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη." Επίσης, στην υπόθεση Ιωάννου v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ.130/2012 και 131/2012, ημερομηνίας 03.07.12 έγινε αναφορά στην πιο πάνω υπόθεση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.861 και λέχθηκαν τα ακόλουθα: ".... η παράλειψη τήρησης συμβατικών υποσχέσεων, και δη που έχουν κάποια έκταση σε αριθμό και χρόνο, συχνά συνοδευόμενη και από παράλληλες διαβεβαιώσεις εκπλήρωσης, αφ' εαυτής δεν μπορεί να παρέχει στίγμα σε ποινική ευθύνη αφού η υπόσχεση δεν συνιστά «παρόν» γεγονός που μόνο μπορεί να αποτελέσει «παράσταση». Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington v. Fitzmaurice
(1885)29 Ch. D. 459, 483), "The state of a man's mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη." Ερχόμενος στην παρούσα υπόθεση, διαπιστώνω ότι δεν υπάρχει ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι έγινε οποιαδήποτε ψευδής παράσταση από τον κατηγορούμενο που ως αποτέλεσμα αυτής ο κατηγορούμενος εξασφάλισε ή απέκτησε από τον παραπονούμενο οτιδήποτε μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής και συγκεκριμένα το συνολικό ποσό των €4.400,00. Η αποτυχία απόδειξης του συστατικού στοιχείου της ύπαρξης ψευδούς παράστασης αυτόματα συμπαρασύρει σε αποτυχία την στοιχειοθέτηση και των υπολοίπων συστατικών στοιχείων του αδικήματος. Εφόσον η κατηγορούσα αρχή φέρει το βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, καταλήγω ότι αυτή απέτυχε να το πράξει. Η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει σωρευτικά όλα τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος. Το κενό που παρατηρείται στα γεγονότα δεν μπορεί να συμπληρωθεί μέσω εικασιών και υποθέσεων όσο εύλογες και αν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Στις υποθέσεις Τούμπας ν. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R.110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος ν. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 υποδείχθηκε πως εάν στο τέλος της εκδίκασης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας που αντιμετωπίζει. Όπως έχει ήδη λεχθεί, στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο διατηρεί τέτοιες αμφιβολίες αναφορικά με την αξιοπιστία των δύο βασικών μαρτύρων έτσι ώστε, σε συνδυασμό με τη σιωπή του κατηγορουμένου, να αδυνατεί να προβεί σε τελικά ευρήματα με ασφάλεια και βεβαιότητα για τα ουσιώδη γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Ως εκ τούτου, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Έξοδα €240,00 να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: General/Criminal/Final Judgment Αναφορά: Ποινικό/Απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις/Άρθρα 297 και 298 Κεφ.154/Τελική Απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο