Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Aθανάσης Αθανασίου, Αρ. Υπόθεσης: 3133/12, 30/4/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B78 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3133/12 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Κατηγορούσας Αρχής v. Aθανάσης Αθανασίου Κατηγορουμένου ----------------------- Ημερομηνία: 30/04/
- Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χρύσω Περγαντή. Για τον Κατηγορούμενο : κ. Μουχταρούδης. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, την κατηγορία της Απειλής κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα (κατηγορία 2). Η 1η κατηγορία που αντιμετώπιζε και αφορούσε την Αποστολή δια δημόσιου δικτύου επικοινωνιών μήνυμα ή οτιδήποτε άλλο το οποίο είναι κατάφωρα απειλητικού χαρακτήρα, διακόπηκε και ο αυτός απαλλάγηκε από αυτήν. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος την 11ην Ιανουαρίου του 2012 στην Πάφο, προκάλεσε τρόμο στον Υπ/μο Ανδρέα Βασιλείου της ΑΔΕ Πάφου απειλώντας τον ότι θα επαγάγει βλάβη στο πρόσωπο του με την φράση «Πες αυτού του κυρίου που σας διατάσσει να προσέχει και ο Θανάσης έχει δικούς του ανθρώπους και θα τον δείτε από την άλλη πλευρά. Στους μαστόρους σας έχουν και αυτοί σπίτια και να προσέχουν. Και εσύ κύριε Βασιλείου μην έρθεις ξανά στην Λεμεσό γιατί έχω τους ανθρώπους μου και εγώ. Και του άλλου πες του όπως σου λέω, για να πάρει την προαγωγή έγλειψε κώλους για να είναι κύριος σήμερα.» Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε την πιο πάνω κατηγορία και η υπόθεση προχώρησε σε ακροαματική διαδικασία. Η κατηγορούσα αρχή για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της κάλεσε τέσσερις μάρτυρες κατηγορίας, τον Υπ/μο Ανδρέα Βασιλείου (Μ.Κ.1), τον κ. Χαράλαμπο Φιλίππου (Μ.Κ.2), τον Αστυνόμο Β΄ Νίκο Σοφοκλέους (Μ.Κ.3) και τον Υπ/μο Κόκο Κλεάνθους (Μ.Κ.4). Επίσης, δηλώθηκε και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο ως παραδεκτό γεγονός η κατάθεση της Γ/Ε.Α. 5161 Βασιλικής Χαραλάμπους (τεκμήριο Α) η οποία έχει ως ακολούθως: «Υπηρετώ στην ΑΔΕ Πάφου και είμαι τοποθετημένη στο ΚΕΜ Πάφου ως τηλεφωνήτρια. Την 11/01/2012 ανέλαβα καθήκον στο ΚΕΜ Πάφου από 1830 μέχρι η ώρα 0700 της 12/01/
- Την 11/01/2012 και περί ώρα 2300 τηλεφώνησε στο ΚΕΜ ο ΑΣΤ.2714 Θανάσης Αθανασίου από τον αρ. τηλ.99022421 και ζήτησε να μιλήσει με τον Υπ/μο Α. Βασιλείου. Εγώ του ανέφερα ότι ο κύριος Βασιλείου είναι εκτός επαρχίας συγκεκριμένα στη Λεμεσό και εξετάζει πειθαρχική υπόθεση και δεν μπορώ να τον ενοχλήσω. Εκείνος μου είπε ότι εξετάσει την δική του υπόθεση και έπρεπε να του μιλήσει επείγον. Ως εκ τούτου τον εσύνδεσα με τον Υπ/μο Βασιλείου.» Τα μόλις πιο πάνω αναφερόμενα στην κατάθεση της εν λόγου Αστυνομικού αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου. Από την πιο πάνω προσκομισθείσα μαρτυρία, ήταν η θέση της κατηγορούσας αρχής ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο διερευνάτο εναντίον του κατηγορούμενου - Αστ. 2714, που υπηρετούσε στα Αστυνομικά Κρατητήρια της ΑΔΕ Πάφου, καταγγελία ότι στις 30/12/2011 και ενώ αυτός εκτελούσε καθήκοντα φρουρού στην είσοδο του Κεντρικού Σταθμού Πάφου του παραδόθηκε από συγκεκριμένο πολίτη ένα πορτοφόλι το οποίο περιείχε το ποσό των €370, ένα δελτίο ταυτότητας ενός αλλοδαπού προσώπου και διάφορες κάρτες του, το οποίο δεν καταχώρησε ως όφειλε στο Μητρώο Ευρεθείσας Περιουσίας του Σταθμού και οικειοποιήθηκε το πιο πάνω ποσό. Ως εκ τούτου, ήταν η θέση της κατηγορούσας αρχής ότι διατάχθηκε εναντίον του Ποινική και Πειθαρχική Έρευνα. Ερευνών αξιωματικός διορίστηκε ο Υπ/μος Ανδρέας Βασιλείου (Μ.Κ.1) και εφόσον ο κατηγορούμενος δεν ανταποκρινόταν στις τηλεφωνικές κλήσεις του για να έρθει να παραλάβει κλήση - ειδοποίηση της καταγγελίας, αναγκάστηκε να επισκεφτεί την οικία του στη Λεμεσό για να του την επιδώσει, κάτι το οποίο έγινε το βράδυ της 11ης/01/
- Ενώ ο Μ.Κ.1 επέστρεφε προς την Πάφο, του τηλεφώνησε ο κατηγορούμενος και του εκστόμισε αυτά που αναφέρονται στις λεπτομέρειες του αδικήματος. Την επομένη μέρα το πρωί ανέφερε το όλο συμβάν στους ανώτερους του στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου και ενημέρωσε προς τούτο και τον Αρχηγό Αστυνομίας. Ο κατηγορούμενος, όπως έχει προκύψει από την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας και από την ανώμοτη δήλωση στην οποία προέβηκε μετά από που αυτός κρίθηκε ένοχος εκ πρώτης όψεως, δεν αμφισβήτησε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο τηλεφώνησε προς τον Μ.Κ.1, αλλά το περιεχόμενο της συνομιλίας τους. Ήταν η θέση του, ότι ο Μ.Κ.1 τον επισκέφθηκε σε ακατάλληλη ώρα για να του επιδώσει την κλήση και τον αναστάτωσε οικογενειακά γι αυτό όταν έφυγε ήθελε να του εκφράσει το παράπονο του και τον πήρε προς τούτο τηλέφωνο. Επίσης, ήταν η θέση του, η οποία διαφάνηκε από την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας, ότι έστω και αν ανέφερε αυτά που του καταλογίζουν δεν μπορεί να θεωρηθούν ως απειλή και ότι δεν είχε τη δυνατότητα να τα υλοποιήσει. Επομένως, επιβάλλεται να προβώ στην αξιολόγηση της ενώπιον μου τεθείσας μαρτυρίας με σκοπό να καταλήξω σε συγκεκριμένα ευρήματα γεγονότων. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Συγκεκριμένα, έχω παρακολουθήσει με πολλή προσοχή και τους τέσσερις μάρτυρες κατηγορίας που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και έχω λάβει σοβαρά υπόψη μου το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους και θεωρώ ότι αυτοί ανέφεραν στο Δικαστήριο την αλήθεια και όλα τα πραγματικά γεγονότα τα οποία έλαβαν χώρα. Παρά το ότι έχω διαπιστώσει από τη μαρτυρία τους ότι υπήρχαν προβλήματα με τον κατηγορούμενο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, εντούτοις δεν έχω διακρίνει ούτε έχει φανεί ότι η εν λόγω υπόθεση εναντίον του έγινε εκδικητικά ή ότι είναι κατασκευασμένη. Προτού προχωρήσω περαιτέρω στην αξιολόγηση των εν λόγω μαρτύρων, στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι όπως είναι συνταγμένο το κατηγορητήριο, η υπόθεση αφορά μόνο τον Μ.Κ.1 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας είναι ότι ο κατηγορούμενος προκάλεσε τρόμο στον Μ.Κ.1 απειλώντας τον με τις φράσεις που αναφέρονται εκεί. Η πιο πάνω διευκρίνιση καθίσταται αναγκαία για να καθορίσει και τα πλαίσια στα οποία θα πρέπει να κινηθεί η αξιολόγηση της μαρτυρίας καθότι όπως έχει προκύψει, πέραν του Μ.Κ.4 που κατέθεσε ως ο εξεταστής της υπόθεσης, οι Μ.Κ.2 και 3 κατέθεσαν επίσης ως παραπονούμενοι και ότι τα όσα ο κατηγορούμενος ανέφερε στον Μ.Κ.1 τους αφορούσαν και αυτούς. Παρόλα αυτά, δεν υπάρχουν ξεχωριστές κατηγορίες που να σχετίζονται με τα όσα ανέφεραν στο Δικαστήριο και ούτε καλύπτονται ή θα μπορούσαν να καλυφθούν από τις λεπτομέρειες της 2ης κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Άλλωστε, ούτε η κατηγορούσα αρχή ζήτησε από το Δικαστήριο να πράξει κάτι τέτοιο, ασχέτως αν αυτό ενδεχομένως να μην ήταν και εφικτό στο στάδιο αυτό αφού τυχόν προσθήκη άλλων κατηγοριών πιθανόν να έφερνε τον κατηγορούμενο σε δυσμενή θέση. Δεδομένης της πιο πάνω διευκρίνισης, η ουσιώδης και σημαντική μαρτυρία είναι αυτή του Μ.Κ.1 ο οποίος δέχθηκε το τηλεφώνημα από τον κατηγορούμενο και ανέφερε στο Δικαστήριο τα όσα ο τελευταίος του είπε. Το γεγονός ότι ο μάρτυρας αυτός διορίστηκε ως Ποινικός Ανακριτής για να εξετάσει την εναντίον του κατηγορούμενου καταγγελία δεν έτυχε αμφισβήτησης. Το ίδιο και το γεγονός ότι ο μάρτυρας αυτός επισκέφθηκε την οικία του κατηγορούμενου το συγκεκριμένο βράδυ καθώς επίσης και το γεγονός ότι κατά την επιστροφή του προς Πάφο δέχθηκε τηλεφώνημα από τον κατηγορούμενο. Άλλωστε το γεγονός αυτό ενισχύεται και από το παραδεκτό γεγονός στο τεκμήριο Α. Αναφορικά με το περιεχόμενο της συνομιλίας του μάρτυρα με τον κατηγορούμενο, κρίνω ότι μπορώ να αποδεχθώ την εκδοχή του καθότι πέραν του ότι αυτός μου έκανε καλή εντύπωση όπως έχει αναφερθεί και ανωτέρω και ότι είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια, η εκδοχή του ήταν σταθερή και συνάδει με τα όσα ευθύς εξ' αρχής ανέφερε στην κατάθεση του. Επίσης, δεν έχω διαπιστώσει ότι ο μάρτυρας αυτός είχε οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο ή ότι σκοπός του ήταν να ενοχοποιήσει τον κατηγορούμενο παραποιώντας το περιεχόμενο της συνομιλίας τους. Η θέση του κατηγορούμενου ότι αυτό που είπε στον μάρτυρα ήταν ότι έχετε και εσείς σπίτια και γνωρίζετε τι σημαίνει να πηγαίνετε στο σπίτι του άλλου τόσο αργά απορρίφθηκε από τον μάρτυρα δίνοντας και προς τούτο εξήγηση. Ουσιαστικά υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι ο κατηγορούμενος του ανέφερε τα πιο πάνω καθότι ενοχλήθηκε που πήγε τόσο αργά στο σπίτι του. Ο μάρτυρας είπε ότι κατά την επίσκεψη του δεν του είχε αναφέρει οτιδήποτε περί τούτου ο κατηγορούμενος ούτε έδειξε να είναι ενοχλημένος για την ώρα της επίσκεψης, πέραν της αντίδρασης και συμπεριφοράς του όπως την περιέγραψε ο μάρτυρας που όπως φαίνεται σχετιζόταν με την επίδοση της ειδοποίηση καταγγελίας. Επίσης, ο μάρτυρας ανέφερε ότι ούτε καν είχαν εισέλθει εντός της οικίας του κατηγορούμενου έτσι ώστε να προκαλέσουν ενόχληση. Περαιτέρω, δεν θεωρώ ότι είναι και λογικό μετά την αναχώρηση του μάρτυρα και αφού στη οικία του δεν ανέφερε οτιδήποτε, ο κατηγορούμενος να του τηλεφωνήσει για να διαμαρτυρηθεί για την ώρα που τον επισκέφθηκε. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας αυτός πουθενά στην μαρτυρία δεν ανέφερε ότι τα όσα ο κατηγορούμενος του ανέφερε του προκάλεσαν τρόμο ή φόβο, ούτε οι αντίδραση και συμπεριφορά του μετά το τηλεφώνημα υποδηλώνουν ή υποστηρίζουν κάτι τέτοιο. Ακόμη όμως και να υπήρχε τέτοια φραστική αναφορά αυτή δεν ήταν ξεκάθαρη και σαφής και εν πάση περιπτώσει δεν θεωρώ ότι είναι αρκετή για να καταδείξει το γεγονός αυτό, στον απαιτούμενο μάλιστα βαθμό, ανεξαρτήτως των ενεργειών και αντιδράσεων του που να στοιχειοθετούν τα λεχθέντα του. Συγκεκριμένα, επί του σημείου τούτου παρατηρώ ότι στην γραπτή του κατάθεση ο μάρτυρας αυτός ουδεμία αναφορά κάνει σχετικά με το κατά πόσο τρομοκρατήθηκε ή φοβήθηκε από τα λεχθέντα του κατηγορούμενου. Ακόμα και στην κυρίως εξέταση του στο Δικαστήριο, όταν ρωτήθηκε να πει πώς εισέπραξε αυτά που άκουσε απάντησε ως εξής: «Αυτά που άκουσα και όταν τον είδα τον κατηγορούμενο με τι αγριότητα με κοίταξε όταν του επέδωσα, τα θεώρησα σοβαρά τα λόγια του ως απειλή εναντίον μου και επειδή έγινε μέσω του ΚΕΜ το τηλεφώνημα και με ένωσε ο επί καθήκοντι Αστυνομικός, γνώριζα ότι η συνομιλία μας ηχογραφείτο και θεώρησα σωστό όπως ενημερώσω τον Αστυνομικό Διευθυντή και τον Βοηθό Αστυνομικό Διευθυντή για τις απειλές που εκτόξευσε εναντίον εμένα και αυτούς.» Με τα πιο πάνω δεν δίνεται μια ξεκάθαρη και σαφή εικόνα σχετικά με το κατά πόσο τρομοκρατήθηκε και φοβήθηκε από αυτά που του είπε ο κατηγορούμενος. Εκείνο που προκύπτει από τα πιο πάνω είναι ότι θεώρησε απειλή τα λόγια του κατηγορούμενου και επειδή έγινε μέσω του ΚΕΜ, γι αυτό το λόγο τα ανέφερε στους ανωτέρους του, τα οποία επίσης τους αφορούσαν. Πιο κάτω στη μαρτυρία του και κατά την αντεξέταση του ερωτούμενος να πει τι ακριβώς του είπε ο κατηγορούμενος, ο μάρτυρας επανέλαβε τα όσα ανέφερε στην κατάθεση του αλλά σε κάποιο μέρος της μαρτυρίας του είπε ότι στο μυαλό του από αυτά που του είπε έμεινε η αναφορά του κατηγορούμενου ότι «ο άλλος έγλειψε κώλους για να προαχθεί και να είναι εκεί που είναι σήμερα». Δηλαδή, προκύπτει ότι δεν έμεινε στο μυαλό του όπως είπε, η φράση που του είπε να μην ξαναπάει στη Λεμεσό γιατί έχει τους ανθρώπους του αλλά τα πιο πάνω κάτι το οποίο είναι σχετικό με το πώς ο ίδιος εξέλαβε τα όσα λέχθηκαν από τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω, αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι αμέσως μετά τη κλήση που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο, ουδεμία άλλη ενέργεια πράττει. Συγκεκριμένα, δεν αναφέρει οτιδήποτε στον οδηγό του οχήματος που τον μετέφερε στην Πάφο ούτε φαίνεται να υπήρχε οποιαδήποτε αντίδραση ή αλλαγή στη συμπεριφορά του. Ο ίδιος είπε ότι δεν είπε οτιδήποτε προς τον οδηγό καθότι δεν ήθελε να τον αναστατώσει και να τον φέρει σε δύσκολη θέση και τον άφησε προσηλωμένο στο οδήγημα του. Επίσης, ουδεμία άλλη ενέργεια πράττει ούτε ειδοποιεί τους ανωτέρους του παρά μόνο επιστρέφει κανονικά στον Αστυνομικό Σταθμό Πάφου και συνεχίζει τα καθήκοντα του. Το ίδιο πράττει και το πρωί της επομένης όταν αναφέρει στους ανωτέρους του τι έγινε το βράδυ και μεταξύ αυτών και το τηλεφώνημα που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο. Συγκεκριμένα, είπε ότι με την ενημέρωση το πρωί των ανωτέρων του για τα συμβάντα της νύκτας, θεώρησε σωστό να ενημερωθούν και για τα λόγια που άκουσε διότι οι απειλές που εκτοξεύτηκαν αφορούσαν και αυτούς. Πέραν των πιο πάνω, στην κατάθεση του ο μάρτυρας ανέφερε ότι μετά τα όσα του ανέφερε ο κατηγορούμενος, αυτός του είπε να σταματήσει να εκτοξεύει απειλές και να ασχοληθεί με την υπόθεση την οποία αντιμετώπιζε. Η αντίδραση αυτή και τα λεχθέντα αυτά δεν καταδεικνύουν στον απαιτούμενο βαθμό ότι τα όσα ο μάρτυρας άκουσε τον τρομοκράτησαν και τον φόβισαν αν ληφθεί υπόψη και η πιο πάνω συμπεριφορά και ενέργειες του που ακολούθησαν το τηλεφώνημα. Θεωρώ ότι δεν υπάρχει σαφή και ξεκάθαρη θέση περί τρομοκρατίας και φόβου του μάρτυρα από τα όσα έκανε αλλά και να υπήρχε δεν συνάδει και ούτε στοιχειοθετείται κάτι τέτοιο από την μετέπειτα συμπεριφορά του μάρτυρα, τουλάχιστον στον απαιτούμενο βαθμό. Επομένως, παρόλο που κρίνω ότι ο μάρτυρας είπε την αλήθεια και αποδέχομαι το περιεχόμενο της μαρτυρίας του, εντούτοις δεν μπορεί να εξαχθεί το ασφαλές συμπέρασμα από τα λεγόμενα του ότι τα όσα άκουσε από τον κατηγορούμενο του προκάλεσαν φόβο ή τρόμο. Αποδέχομαι λοιπόν τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού με την πιο πάνω διευκρίνιση σχετικά με το πιο πάνω μέρος της μαρτυρίας του. Ο Μ.Κ.2 κατέθεσε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου και ότι στις 12/01/2012 ενημερώθηκε προφορικά από τον Μ.Κ.1 για τα όσα ο κατηγορούμενος του ανέφερε και θεώρησε ότι η φράση «οι μαστόροι σας έχουν και αυτοί σπίτια και να προσέχουν» τον περιλάμβανε και αυτόν. Πέραν του ότι ο μάρτυρας αυτός θεωρώ ότι είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και κρίνω ότι μπορώ να αποδεκτώ τη μαρτυρία του, εκείνο το οποίο έχει σημασία από αυτή είναι το γεγονός ότι ενημερώθηκε για το συμβάν την επομένη το πρωί από τον Μ.Κ.1 κάτι που επιβεβαιώνει τις ενέργειες που ανέφερε ο Μ.Κ.1 ότι έκανε. Πέραν τούτου, η υπόλοιπη του μαρτυρία αφορούσε ζητήματα ως να ήταν ο ίδιος ο μάρτυρας παραπονούμενος που όπως διευκρινίστηκε ανωτέρω δεν υπάρχει σχετική κατηγορία εναντίον του κατηγορούμενου. Ανεξάρτητα από αυτό, η θέση του ήταν ότι ο ίδιος δεν φοβήθηκε από τα όσα ο Μ.Κ.1 του ανέφερε αλλά ανησύχησε και εκ των υστέρων διαφάνηκε ότι δεν υλοποιήθηκαν τα όσα ανέφερε ο κατηγορούμενος. Θα πρέπει να αναφερθεί όμως, ότι ο μάρτυρας αυτός εκλαμβάνει τα λεχθέντα προς τον Μ.Κ.1 από τον κατηγορούμενο ότι τον αφορούν λόγω της θέσεως του την περίοδο εκείνη. Να σημειωθεί όμως, ότι εναντίον του κατηγορουμένου την περίοδο εκείνη διεξαγόταν πειθαρχική έρευνα και σύμφωνα με τα λεγόμενα του Μ.Κ.1 αυτός ορίστηκε κατόπιν οδηγιών του Βοηθού Αρχηγού Αστυνομίας. Επίσης, ο ίδιος ο Μ.Κ.1 ενημέρωσε περί τούτου και τον Αρχηγό της Αστυνομίας. Προκύπτει ότι πέραν από τον ΑΔΕ Πάφου και τον Β/ΑΔΕ (Δ)&(Ε) ο Μ.Κ.1 έχει και άλλους «μαστόρους» δηλαδή ανώτερους του και μάλιστα οδηγίες για την πειθαρχική έρευνα έλαβε και από τον Βοηθό Αρχηγό. Γιατί να εκληφθούν τα λεχθέντα του κατηγορουμένου ότι αφορούσαν τον μάρτυρα αυτό επειδή αναφέρθηκε η φράση «μαστόροι» χωρίς οποιοδήποτε άλλο συσχετισμό τη στιγμή μάλιστα που πέραν της σχέσης, όπως ο ίδιος είπε, Αστυνομικού για τον κατηγορούμενο και Αστυνομικού Διευθυντή του για τον μάρτυρα, δεν υπήρχαν οποιεσδήποτε άλλες προστριβές; Γιατί να μην μπορεί να θεωρηθούν τα λεχθέντα ότι αφορούσαν και τον Βοηθό Αρχηγό της Αστυνομίας, ο οποίος ήταν αυτός που έδωσε οδηγίες για την πειθαρχική έρευνα; Το σημαντικό όμως, είναι ότι δεν υπάρχει σχετική κατηγορία εναντίον του κατηγορούμενου που να αφορά απειλή εναντίον του μάρτυρα αυτού και το σημαντικό που θα πρέπει να ληφθεί υπόψη από τη μαρτυρία του για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, είναι το γεγονός ότι ο Μ.Κ.1 ανέφερε το όλο συμβάν προς το μάρτυρα αυτό. Στο ίδιο μήκος κύματος θα πρέπει να κινηθεί και η αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ.3 ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε ως Β/ΑΔΕ (Δ)&(Ε) Πάφου. Δεν υπάρχει σχετική κατηγορία με παραπονούμενο τον ίδιο. Ο ίδιος στη μαρτυρία του ουσιαστικά επιβεβαιώνει ότι στις 12/01/2012 ενημερώθηκε από τον Μ.Κ.1 για τα όσα το προηγούμενο βράδυ του ανέφερε ο κατηγορούμενος τηλεφωνικώς. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, θα μπορούσε να λεχθεί ότι ο μάρτυρας αυτός έδωσε περαιτέρω εξηγήσεις και δικαιολόγησε τη θέση του γιατί τα λεχθέντα του κατηγορούμενου να μπορούσαν να τον αφορούν αφού όπως είπε σε πολύ σύντομο χρόνο προηγουμένως ο ίδιος προάχθηκε και επίσης είχε εμπλοκή στη διερεύνηση της ποινικής υπόθεσης εναντίον του. Επίσης, οι σχέσεις του με τον κατηγορούμενο δεν ήταν οι άριστες. Θα μπορούσε να λεχθεί ότι τα λεχθέντα από τον κατηγορούμενο προς τον Μ.Κ.1 αφορούσαν και τον μάρτυρα αυτό. Πέραν τούτου όμως, ο ίδιος ανέφερε ότι δεν φοβήθηκε από τα λεχθέντα του κατηγορούμενου διότι στην καριέρα του δέχθηκε διάφορες απειλές από πολλούς και διάφορους χωρίς να προκύψει οτιδήποτε διότι είχε ήσυχη τη συνείδηση του αφού κάνει τη δουλειά του στα πλαίσια των εξουσιών και αρμοδιοτήτων που του παρέχει η νομοθεσία. Παρά ταύτα συνέχισε, εργάζονται σε ένα σώμα πειθαρχημένο και όταν ο υφιστάμενος τολμά και απειλή τον προϊστάμενο αυτό είναι σοβαρό και τραγικό. Δεν έχει διαφανεί οποιοσδήποτε λόγος γιατί να μην αποδεκτώ τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού και την αποδέχομαι στην ολότητα της, με την πιο πάνω διευκρίνιση σε σχέση με το ουσιώδες, για την υπόθεση, μέρος. Ο Μ.Κ.4 ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης και ανέφερε τις ενέργειες που έκανε κατά τη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης. Κατέθεσε επίσης στο Δικαστήριο την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από τον κατηγορούμενο (τεκμήριο 4) καθώς επίσης και τη γραπτή του κατηγορία (τεκμήριο 6). Αποδέχομαι τις ενέργειες στις οποίες προέβηκε ο μάρτυρας αυτό και την μαρτυρία στην ολότητα της. Από την αντίπερα όχθη, ο κατηγορούμενος μετά που κρίθηκε ένοχος εκ πρώτης όψεως με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου και κλήθηκε σε απολογία, επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση ως ακολούθως: «Μετά τα όσα είχαν συμβεί με τη Πειθαρχική μου υπόθεση, δεν είχα οποιοδήποτε πρόβλημα να δεχθώ επίσκεψη από τον Αξ/κο τον κ. Βασιλείου. Το ακατάλληλο της ώρας όμως που ήρθε στην οικία μας με αναστάτωσε οικογενειακά και ένοιωθα μέσα μου ένα παράπονο το οποίο ήθελα να το εκφράσω. Έπιασα τηλέφωνο τον κ. Βασιλείου και το μόνο που λέχθηκε ήταν για το ακατάλληλο της ώρας και σε καμία περίπτωση δεν του είπα τα όσα κατηγορήθηκα. Αν ήθελα να εκφραστώ με τους πιο πάνω τρόπους θα μπορούσα να το κάνω σε οποιοδήποτε άλλο μέρος με οποιοδήποτε άλλο αριθμό άγνωστο τηλεφώνου όμως δεν είναι του χαρακτήρα μου ως επίσης πήρα τηλέφωνο μέσω του ΚΕΜ που γνωρίζω μέχρι σήμερα ότι η κλήση μας ηχογραφείται.» Η πιο πάνω ανώμοτη δήλωση στην οποία προέβηκε ο Κατηγορούμενος λαμβάνεται υπόψη ως αναφέρεται και σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Δημοσθένους ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Στέλιος Σοφοκλέους ν. Ανδριανής Μ. Καλογήρου
(1997)1 Α.Α.Δ. 369). Εάν και δεν αξιολογείται, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει καμία αποδεικτική αξία. Λαμβάνεται υπόψη ώστε να δώσει μία άλλη υφή στα γεγονότα εάν και εφ' όσον αυτό επιτρέπεται από την δοθείσα μαρτυρία. Από την επιλογή αυτή του Κατηγορουμένου δεν πρέπει να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (Themistocleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200). Να σημειωθεί επίσης, ότι η ανώμοτη δήλωση δεν υπέχει θέση ένορκης μαρτυρίας και δεν μπορεί να αντικρούσει άλλη μαρτυρία η οποία δόθηκε ενόρκως και κρίθηκε αξιόπιστη. Γενικά, η ανώμοτη δήλωση κατηγορουμένου έχει πειστική παρά αποδεικτική σημασία ή αξία. Περαιτέρω, ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει και η ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου. Όσον αφορά τη γραπτή κατάθεση του κατηγορουμένου, υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να αποδώσει σ' αυτήν. Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με την μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο, ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση. Περαιτέρω, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί μέρος της κατάθεσης του κατηγορουμένου και να απορρίψει άλλο ασχέτως αν αυτό αποτελεί άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Είναι φυσικό να αποδίδεται μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Είναι όμως, ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψεως εγκληματικές πράξεις. (Βλ. Vrakas α.ο. v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195), Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Findlay Duncan 73 Crim. App. R. 359). Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, από την ανώμοτη δήλωση και γραπτή κατάθεση του κατηγορουμένου μπορώ να λάβω υπόψη μου τη θέση του ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο τηλεφώνησε από το κινητό του τηλέφωνο προς τον Μ.Κ.1 μέσω του ΚΕΜ της Αστυνομικής Διεύθυνσης Πάφου. Πέραν των πιο πάνω, δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στις υπόλοιπες αναφορές του τόσο στην ανώμοτη δήλωση όσο και στην γραπτή του κατάθεση καθότι αποτελούν εξηγήσεις για εκ πρώτης όψεως εγκληματική δραστηριότητα, δεν δόθηκαν ενόρκως και δεν συνάδουν με άλλη αποδεκτή μαρτυρία έτσι ώστε να μπορεί να ελεχθεί η ορθότητα τους. Αντιθέτως, συγκρούονται με αυτή. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, τα παραδεκτά γεγονότα και την μαρτυρία η οποία αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων και/ή παρέμεινε αναντίλεκτη, τα πιο κάτω αποτελούν τα ευρήματα πραγματικών γεγονότων της παρούσας υπόθεσης: Ο κατηγορούμενος στις 11/01/2012 και περί ώρα 23:20 διενέργησε τηλεφώνημα από το προσωπικό του τηλέφωνο με αρ. κλήσης 99022421 μέσω του ΚΕΜ της Αστυνομικής Διεύθυνσης Πάφου προς το κινητό τηλέφωνο του Μ.Κ.1 και με άγριο ύφος και μεγαλοφώνως του είπε τα ακόλουθα: «Πες αυτού του κυρίου που σας διατάζει να προσέχει και ο Θανάσης έχει δικούς του ανθρώπους και θα τον δείτε από την άλλη πλευρά. Στους μαστόρους σας έχουν και αυτοί σπίτια και να προσέχουν. Και εσύ κύριες Βασιλείου μην έρθεις ξανά στην Λεμεσό γιατί έχω τους ανθρώπους μου και εγώ. Και του άλλου πες του όπως σου λέω, για να πάρει την προαγωγή έγλειψε κώλους για να είναι κύριος σήμερα.» Το τηλεφώνημα αυτό έγινε ενόσω ο Μ.Κ.1 βρισκόταν συνοδηγός σε αυτοκίνητο και επέστρεφε στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου από την Λεμεσό. Προηγουμένως, προηγήθηκε επίσκεψη στην οικία του κατηγορούμενου και του επιδόθηκε σχετική κλήση - ειδοποίηση καταγγελίας η οποία διερευνάτο εναντίον του. Συγκεκριμένα, υπήρχε καταγγελία εναντίον του από συγκεκριμένο πολίτη ότι στις 30/12/2011 ενώ ο κατηγορούμενος εκτελούσε καθήκοντα φρουρού στην είσοδο του Κεντρικού Σταθμού Πάφου, του παραδόθηκε ένα πορτοφόλι το οποίο περιείχε το χρηματικό ποσό των 370 ευρώ, ένα Δελτίο ταυτότητας ενός αλλοδαπού προσώπου και διάφορες κάρτες του εν λόγω προσώπου και αντί να το καταχωρήσει ως όφειλε στο Μητρώο Ευρεθείσας Περιουσίας του Σταθμού, το οικειοποιήθηκε. Ως εκ τούτου διατάχθηκε εναντίον του Ποινική και Πειθαρχική Έρευνα. Μετά το τηλεφώνημα ο Μ.Κ.1 δεν ανέφερε οτιδήποτε στον οδηγό του οχήματος και συνέχισαν την πορεία τους προς την Πάφο. Την επομένη μέρα το πρωί και στα πλαίσια της ενημέρωσης προς τον ΑΔΕ Πάφου και τον Β/ΑΔΕ (Δ)&(Ε) των συμβάντων της νύκτας, τους ανέφερε και για το τηλεφώνημα που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο και το περιεχόμενο αυτού καθότι το θεώρησε σοβαρό και επειδή αυτό διενεργήθηκε και μέσω του ΚΕΜ και γνώριζε ότι η συνομιλία τους καταγραφόταν. Επίσης, ενημέρωσε και τον Αρχηγό Αστυνομίας περί τούτου. Επίσης, να αναφερθεί ότι κατά την ώρα που ο κατηγορούμενος του ανέφερε τα πιο πάνω αναφερόμενα, ο Μ.Κ.1 του είπε να σταματήσει να εκτοξεύει απειλές και να ασχοληθεί με την υπόθεση του. O τότε ΑΔΕ Πάφου (Μ.Κ.2) δεν φοβήθηκε από τα όσα του είπε ο Μ.Κ.1 ότι εκστόμισε ο κατηγορούμενος αλλά ανησύχησε. Ο δε ΒΔΕ (Δ)&(Ε) (Μ.Κ.3) δεν φοβήθηκε αλλά ένοιωθε ότι η συμπεριφορά αυτή από ένα Αστυνομικό προς τους Ανώτερους του δεν ήταν η αρμόζουσα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Η νομική βάση της κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι το άρθρο 91Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, το οποίο εισήχθηκε στον εν λόγω Κώδικα με τον τροποποιητικό Νόμο 56(Ι)/2011 και συγκεκριμένα με το άρθρο 2 του εν λόγω Νόμου και στον πλαγιότιτλο αναφέρεται ως «Απειλή». Το εν λόγω άρθρο έχει ως ακολούθως: «91Α. Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη.» Όπως προκύπτει από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, για να αποδειχθεί το εν λόγω αδίκημα θα πρέπει να υπάρχει απειλή για βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη και η οποία να προκαλεί στον άλλον τρόμο ή ανησυχία. Στην Ντζιαν Νετζιήπ v. Της Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 1 η οποία αφορούσε συναφές αδίκημα, αυτό της απειλής βιαιοπραγίας κατά παράβαση του άρθρου 91(γ) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, λέχθηκε ότι η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ' αντικειμένου τη δυνατότητα εκφοβισμού προς τον σκοπό αποφυγής εκτέλεσης καθήκοντος. Κενή απειλή, δηλαδή απειλή η οποία λόγω του εξωπραγματικού χαρακτήρα της ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες διατυπώθηκε δεν στοιχειοθετεί πρόθεση εκφοβισμού. Στην εν λόγω απόφαση επίσης, αναφέρθηκε ότι το κριτήριο δεν είναι υποκειμενικό. Δεν απαιτείται δηλαδή να προκληθεί στην πραγματικότητα φόβος στον παραπονούμενο ότι οι απειλές θα πραγματοποιηθούν. Αρκεί η απειλή να δημιουργεί εξ' αντικειμένου δυνατότητα εκφοβισμού του θύματος. (βλ. επίσης Χρίστου Βοσκού v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 510 και Kallenos v. Police
(1969)2 C.L.R. 210). Οι πιο πάνω αποφάσεις αφορούσαν το άρθρο 91(γ) του Ποινικού Κώδικα και συγκεκριμένα, όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω, το αδίκημα της Απειλής Βιαιοπραγίας, το λεκτικό του οποίου είναι διαφορετικό από το λεκτικό του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα. Το εν λόγω άρθρο έχει ως ακολούθως: «
- Όποιος- ................................................................................ γ) με σκοπό υποκίνησης οποιουδήποτε προσώπου για να διενεργήσει πράξη την οποία αυτό δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει ή για να παραλείψει πράξη την οποία έχει νομικό δικαίωμα να διενεργήσει, απειλή άλλον ότι δυνατόν να προξενήσει βλάβη στο πρόσωπο, την υπόληψη, ή την περιουσία του ή στο πρόσωπο ή την υπόληψη οποιουδήποτε για τον οποίο ενδιαφέρεται εναντίον του οποίου γίνονται οι απειλές, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.» Με βάση το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου εκείνο το οποίο απαιτείται να αποδειχθεί είναι, πέραν της απειλής η οποία δεν πρέπει να είναι κενή περιεχομένου, και ο σκοπός για τον οποίον γίνεται. Ουσιαστικά, αναζητείται η πρόθεση του κατηγορούμενου που εκτοξεύει μια τέτοια απειλή και το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Το λεκτικό του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα όμως, είναι διαφορετικό. Εκτός από την απόδειξη της απειλής για βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, η οποία απειλή θα πρέπει να εξετάζεται αντικειμενικά, απαιτείται και η πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στον άλλο. Το ερώτημα είναι κατά πόσο το τεστ και σε αυτήν την περίπτωση θα πρέπει να είναι αντικειμενικό ή εδώ θα πρέπει να είναι υποκειμενικό ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Όπως είναι συνταγμένο το εν λόγω άρθρο, δεν αφήνει περιθώριο για άλλη ερμηνεία από το ότι το τέστ κατά πόσο προκαλείται τρόμος ή ανησυχία στον άλλο θα πρέπει να είναι υποκειμενικό και να εξαρτάται από τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Τυχόν εφαρμογή αντικειμενικού κριτηρίου θα προϋπόθετε στην πρόσθεση λέξεων στο άρθρο κάτι το οποίο είναι ανεπίτρεπτο. Αν ο νομοθέτης ήθελε να ποινικοποιήσει την απειλή με βάση την πρόθεση που είχε κάθε κατηγορούμενος όταν την εκτόξευε και συγκεκριμένα την πρόθεση του να προκαλέσει φόβο ή τρόμο στον άλλο, θα το έλεγε ξεκάθαρα. Σε αυτή την περίπτωση θεωρώ ότι το τεστ θα ήταν αντικειμενικό και θα εξεταζόταν η πρόθεση που είχε ο κάθε κατηγορούμενος ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα και κατά πόσο εν τέλει προκλήθηκε τέτοιος τρόμος ή φόβος στο θύμα. Στην Αγγλία, όπου διάφορα νομοθετήματα δημιουργούν ξεχωριστά αδικήματα τα οποία έχουν ως συστατικό στοιχείο την απειλή για άσκηση βίας ή την απειλή για πρόκληση θανάτου ή ζημιάς σε περιουσία ή πρόκληση ενόχλησης το λεκτικό τους είναι ξεκάθαρο και εκείνο που αναζητείται είναι η πρόθεση του κατηγορούμενου να επιφέρει κάποιο αποτέλεσμα και όχι το αποτέλεσμα στο θύμα αυτό καθεαυτό. (βλ. ΑRCHBOLD, Criminal Pleading, Evidence & Practice, 2009, para. 29-68, p. 2718, para. 19-129, p. 2718 και p. 2229-2230, στις παραγράφου 23-32 - 23-35a). Mε βάση το λεκτικό του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα όμως, θεωρώ ότι εκείνο το οποίο αναζητείται είναι το αποτέλεσμα της απειλής το οποίο θα πρέπει να είναι η πρόκληση στον άλλο τρόμου ή ανησυχίας και αυτό θα πρέπει να εξαρτάται από τις περιστάσεις και τα γεγονότα της κάθε περίπτωσης και το πώς αντιδρά και εκλαμβάνει μια τέτοια απειλή το θύμα. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω νομικές αρχές αλλά και τα ευρήματα πραγματικών γεγονότων, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την υπόθεση της πέραν πάσας λογικής αμφιβολίας. Αρχικά θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο το περιεχόμενο του τηλεφωνήματος ήταν απειλητικού χαρακτήρα. Είναι γεγονός ότι τα όσα ο κατηγορούμενος ανέφερε στο Μ.Κ.1 εμπεριέχουν απειλές, πέραν του ότι κάποιες από τις αναφορές του μπορεί να θεωρηθούν υβριστικές. Συγκεκριμένα, οι απειλές αυτές στρέφονταν εναντίον του Μ.Κ.1 και των «μαστόρων» του, όπως αναφέρεται. Μπορεί το λεκτικό τους να μην περιέχει απειλή για σαφή και συγκεκριμένη βία ή άλλη παράνομη πράξη άλλα από αυτό, προκύπτει κάτι τέτοιο και έτσι θα μπορούσε να εκληφθεί, αντικειμενικά αντικρίζοντας και ερμηνεύοντας το. Η φράση για παράδειγμα «πες αυτού του κυρίου που σας διατάζει να προσέχει και ο Θανάσης έχει δικούς του ανθρώπους και θα τον δείτε από την άλλη πλευρά.» ή «Και εσύ κύριε Βασιλείου μην έρθεις ξανά στη Λεμεσό γιατί έχω τους ανθρώπους μου και εγώ.» δεν μπορεί παρά να υπονοούν και να παραπέμπουν στην άσκηση, τουλάχιστον βίας εναντίον των προσώπων που αναφερόταν και του Μ.Κ.
- Περαιτέρω, η φράση «Στους μαστόρους σας έχουν και αυτοί σπίτια και να προσέχουν.» σε συνέχεια και σε συνδυασμό με όλα τα ανωτέρω, υπονοεί και παραπέμπει στην πρόκληση ζημιάς ή άλλης κακόβουλης ενέργειας στην περιουσία των εν λόγω προσώπων. Επομένως, κρίνω ότι τα πιο πάνω συνιστούν απειλές και ότι δεν ήταν λόγια κενού περιεχομένου, αν ληφθούν υπόψη και όλες οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες έγιναν από τον κατηγορούμενο. Πέραν τούτου, θα πρέπει να εξεταστεί και κατά πόσο οι πιο πάνω απειλές από τον κατηγορούμενο ήταν ικανές να προκαλέσουν τον τρόμο προς τον Μ.Κ.1, όπως προσδιορίζεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος ως ο τρόπος που κατ' ισχυρισμό διαπράχθηκε το αδίκημα.. Για το σκοπό αυτό θα πρέπει να ληφθούν υπόψη όλες οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες εκστομίστηκαν οι πιο πάνω απειλές από τον κατηγορούμενο αλλά ιδιαίτερα η αντίδραση και ο τρόπος που προκύπτει ότι τις εξέλαβε ο παραπονούμενος. Είναι γεγονός ότι οι εν λόγω απειλές έγιναν προς τον Μ.Κ.1 σε σύντομο χρονικό διάστημα, μετά που αυτός επίδωσε στον κατηγορούμενο τη συγκεκριμένη κλήση - καταγγελία. Επίσης, είναι δεδομένος ο τρόπος με τον οποίο αυτές εκτοξεύτηκαν και συγκεκριμένα μέσω τηλεφώνου με άγριο ύφος και μεγαλοφώνως. Πέραν τούτων όμως, θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη η αντίδραση του μάρτυρα κατά και μετά το τηλεφώνημα όπως καταγράφηκε ανωτέρω στα ευρήματα του Δικαστηρίου αλλά φαίνεται και στην αξιολόγηση της μαρτυρίας επί του σημείου αυτού. Αυτός δεν έπραξε οτιδήποτε που να δείχνει ότι φοβήθηκε ή τρομοκρατήθηκε από τα όσα άκουσε. Αντιθέτως, κάλεσε τον κατηγορούμενο να σταματήσει να εκτοξεύει απειλές και να ασχοληθεί με την υπόθεση του. Ακολούθως, όταν έκλεισε το τηλέφωνο, ο ίδιος δεν ανάφερε οτιδήποτε στο οδηγό του οχήματος ούτε προέκυψε από την ενώπιον μου μαρτυρία οποιαδήποτε άλλη αντίδραση που να συνηγορεί προς την κατεύθυνση ότι ένοιωσε τρόμο εκείνη τη στιγμή ή φόβο. Αντιθέτως, συνεχίζουν κανονικά την πορεία τους προς την Πάφο και παρά το ότι ο ίδιος θεώρησε σοβαρά τα όσα ο κατηγορούμενος του είπε και αφορούσαν και άλλα πρόσωπα, εντούτοις δεν ενημερώνει οποιονδήποτε από αυτά παρά μόνο την επομένη το πρωί στα πλαίσια πάντα, όπως είπε, της ενημέρωσης για τα συμβάντα της νύκτας και λόγω του ότι, όπως μπορεί να ερμηνευτεί, το συμβάν δεν θα μπορούσε να μην αναφερθεί αφού έγινε μέσω του ΚΕΜ και η συνομιλία ηχογραφείτο. Με όλα τα πιο πάνω δεδομένα, δεν μπορεί το Δικαστήριο να καταλήξει, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι οι απειλές του κατηγορούμενου προκάλεσαν τρόμο προς τον Μ.Κ.
- Δεν μπορεί να παραγνωριστεί επίσης και η ιδιότητα του παραπονούμενου και συγκεκριμένα ότι αυτός είναι Αστυνομικός. Δεν μπορεί να αποκλειστεί η πρόκληση τρόμου σε ένα τέτοιο πρόσωπο αλλά σε αυτήν την περίπτωση θα πρέπει να εξεταστούν όλες οι περιστάσεις, η ιδιοσυγκρασία και ευαισθησία εκάστου τέτοιου προσώπου, ο χρόνος, τρόπος και τόπος που έγινε μια τέτοια απειλή, το περιεχόμενο αυτής και κατά πόσο είναι συνηθισμένος σε τέτοιους είδους συμπεριφορές στα πλαίσια εκτέλεσης των καθηκόντων του ή όχι (βλ. Director of Public Prosecutions v. Orum, 88 Cr. App. R. 261). Εκείνο το οποίο μπορεί να προκύψει με πάσα βεβαιότητα, είναι ότι τα όσα ο κατηγορούμενος εκστόμισε μέσω του τηλεφώνου του προς τον παραπονούμενο ήταν απαράδεκτα και δεν αρμόζουν σε ένα Αστυνομικό ούτε είναι αυτός τρόπος συμπεριφοράς προς τους ανωτέρους του. Και αυτό εκλαμβάνω ότι εννοούσε ο Μ.Κ.1 ότι τα όσα του είπε ο κατηγορούμενος τα θεώρησε ως σοβαρά και τα ανέφερε στους προϊστάμενους του. Πέραν τούτου όμως, δεν θεωρώ ότι όλες οι περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης μπορούν να οδηγήσουν και στην απόδειξη της κατηγορίας της απειλής πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Θεωρώ ότι η παρούσα περίπτωση ενδεχομένως να είναι τέτοια που να χρήζει πειθαρχικής έρευνας και εξέτασης αλλά τα γεγονότα αυτής, όπως έχουν αναφερθεί ανωτέρω και έχουν προκύψει ενώπιον μου, δεν είναι τέτοια που θα μπορούσαν να τεκμηριώσουν την ποινική καταδίκη του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Εν όψει των πιο πάνω, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της στον απαιτούμενο βαθμό και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την 2ην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.)........... Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο