Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου ν. ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΛΑΜΠΗ κ.α., Αρ. υπόθεσης: 16660/11, 23/4/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B72 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. υπόθεσης: 16660/11 Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου εναντίον
- ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΛΑΜΠΗ
- ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΑΜΠΗ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 23.4.2014 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σ. Π' Λαζάρου Για κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Μ. Μυτίδης Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες Απόφαση (Ex- Tempore) Ο κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν δυο κατηγορίες, κατηγορίες επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματικής βλάβη στους Γιώργο Παναγή και Κωνσταντίνο Χριστοφή, παραπονούμενοι στην παρούσα υπόθεση, κατά παράβαση των άρθρων 243 και 20 του Κεφ. 154 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων οι κατηγορούμενοι 1 και 2 κατηγορούνται ότι στις 12 Μαΐου του 2010 στα Κονιά της επαρχίας Πάφου, επιτέθηκαν εναντίον του Γιώργου Παναγή και Κωνσταντίνου Χριστοφή από την Γεροσκήπου προκαλώντας τους πραγματική σωματική βλάβη. Κατόπιν έγκρισης του Δικαστηρίου, αμφότεροι συνήγοροι από κοινού κατάθεσαν 3 τεκμήρια με το περιεχόμενο του τεκμηρίου 1 που είναι η κατάθεση του Αστ. 3486 Α. Μαλεκκίδη να είναι κοινά παραδεκτό ως αληθές, ενώ τα τεκμήρια 2 και 3, τα οποία είναι αστυνομικά έντυπά κατηγοριών των κατηγορούμενων 1 και 2 κατατέθηκαν μόνο ως προς την ύπαρξη τους, χωρίς έτσι να γίνεται παραδεκτό η αλήθεια του περιεχομένου τους. Περαιτέρω αμφότεροι οι συνήγοροι κατέθεσαν από κοινού τα πιο κάτω παραδεκτά γεγονότα: 1) Ο Αστ. 711 Θ. Παπαδόπουλος έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 1 στις 12/5/2010 και 2) Ο Αστ. 4857 Μ. Μπαρρής έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 2 στις 12/5/
- Τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Μετά από απόρριψη σχετικού αιτήματος αναβολής που υπέβαλε σήμερα η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής για τους λόγους που σημειώνονται στο πρακτικό του Δικαστηρίου, η κατηγορούσα αρχή ενημέρωσε το Δικαστήριο ότι έχει κλείσει την υπόθεση της. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων 1 και 2 ευσεβάστως εισηγήθηκε με βάση το άρθρο 74.1 (β) του Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ότι από την προσκομισθείσα μαρτυρία δεν έχει αποδειχτεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων αναφορικά με όλες τις κατηγορίες του κατηγορητηρίου και ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να τους αθωώσει σε αυτό το στάδιο. Η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής από την άλλη απλά ενημέρωσε το Δικαστήριο ότι όσα στοιχεία ήταν διαθέσιμα από μέρους της κατηγορούσας αρχής έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Πλήρης έκταση των όσο ανέφεραν για υποστήριξη των θέσεων τους αμφότεροι οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους έχουν καταγραφεί στα πρακτικά και αποτελούν μέρος του φακέλου της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους από το Δικαστήριο και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί στην παρούσα απόφαση επειδή κάτι τέτοιο δεν εξυπηρετεί κανένα πρακτικό σκοπό. Αναφορικά με την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν το θέμα έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 C.L.R 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
- Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
- Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
- Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή υποκειμενική αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του αλλά περιορίζεται σε αντικειμενική και προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και να έχει ως αντικειμενικό έρεισμα ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα, χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που έχει δοθεί με την συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. (βλέπε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας και άλλος
(2000)2 Α.Α.Δ. 191, Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 και Γενικός Εισαγγελέας v. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Χαρακτηριστικό ακόμη είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείνει η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας". Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως" υποδηλώνει, η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως δηλαδή μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας." Ως προς τον βαθμό απόδειξης που πρέπει να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: "Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. ............................. Στην υπόθεση R ν. Hipson
(1969)Cr. L.R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η κατηγορούσα αρχή." Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Δράκου κ.α., Ποινικές Εφέσεις 5-9/2012 ημερομηνίας 11.12.12 (απόφαση πλειοψηφίας) έγινε ανασκόπηση της νομολογίας αναφορικά με το εκ πρώτης όψεως στάδιο. Μία από τις υποθέσεις στην οποία γίνεται αναφορά είναι η αγγλική υπόθεση R v. Galbraith
(1981)2 All E.R. 1060 στην οποία με το πιο κάτω απόσπασμα καταγράφεται η προσέγγιση που καλείται το Δικαστήριο να υιοθετήσει στο στάδιο ολοκλήρωσης της παρουσίασης της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής: "How then should be judge approach a submission of ´no case´?
(1)If there is no evidence that the crime alleged has been committed by the defendant, there is no difficulty. The judge will of course stop the case.
(2)The difficulty arises where there is some evidence but it is of a tenuous character, for example because of inherent weakness or vagueness or because it is inconsistent with other evidence. (
- a)Where the judge comes to the conclusion that the prosecution evidence, taken at its highest, is such that a jury properly directed could not properly convict upon it, it is his duty, upon a submission being made, to stop the case. (
- b)Where however the prosecution evidence is such that its strength or weakness depends on the view to be taken of a witness´s reliability, or other matters which are generally speaking within the province of the jury and where on one possible view of the facts there is evidence upon which a jury could properly come to the conclusion that the defendant is guilty, then the judge should allow the matter to be tried by the jury." Η υιοθέτηση της πιο πάνω αγγλικής υπόθεσης στην κυπριακή νομολογία (Azinas et al v. Police
(1981)2 CLR 9, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191) την κατέστησε καθοδηγητική αυθεντία. Ειδικότερα στην υπόθεση Παναγιώτου ν. Αστυνομίας και άλλος
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, που δεν είναι η θέση των εφεσειόντων επί του προκειμένου, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί." Στην παρούσα υπόθεση θα εξετάσω κατά πόσο με βάση την ενώπιον μου δοθείσα μαρτυρία οι κατηγορούμενοι 1 και 2 θα πρέπει να κληθούν σε απολογία για τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας από την κατηγορούσα αρχή αντικειμενικά ιδωμένη χωρίς να υπεισέρχομαι σε αξιολόγηση επί της αξιοπιστίας αυτών και δίχως να καταλήξω σε ευρήματα και συμπεράσματα. Αυτό που εξόφθαλμα παρατηρώ μέσα από το τεκμήριο 1 που είναι η κατάθεση του Αστ. 3486 Μαλεκκίδη το οποίο περιεχόμενο είναι κοινό παραδεκτό, αλλά και από τα τεκμήρια 2 και 3 που είναι το αστυνομικό έντυπο κατηγορίας των κατηγορουμένων 1 και 2 καθώς επίσης και τα παραδεκτά γεγονότα τα οποία έχουν εγκριθεί από το Δικαστήριο, είναι ότι η μαρτυρία αυτή από μόνη της δεν είναι ικανή στο να δικαιολογήσει την κλήση των κατηγορουμένων 1 και 2 σε απολογία. Η προσκομισθείσα μαρτυρία είναι τέτοια που κανένα συστατικό στοιχείο των κατηγοριών που οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν στοιχειοθετούν εξ' αντικειμένου την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής. Δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που τείνει να καταδείξει σύνδεση των κατηγορούμενων 1 και 2 με την αξιόποινη συμπεριφορά που τους αποδίδεται. Συνεπώς η μαρτυρία που η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε στο Δικαστήριο, αντικειμενικά ιδωμένη στο σύνολο της και στην όψη της και μόνο, δεν περιέχει το απαραίτητο πραγματικό υπόβαθρο που θα στοιχειοθετούσε εκ πρώτης όψεως υπόθεση των κατ' ισχυρισμών αδικημάτων και των συστατικών στοιχείων αυτών. Συνεπώς η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, εξ' ολοκλήρου και αντικειμενικά κρινόμενη, είναι τέτοια που δεν πληρεί τα κριτήρια για να δικαιολογηθεί η κλήση οποιουδήποτε κατηγορούμενου σε απολογία. Στην βάση των πιο πάνω η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίων των κατηγορούμενων 1 και 2. Ως εκ τούτου, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αθωώνονται και απαλλάσσονται σε όλες τις κατηγορίες του κατηγορητηρίου. (Υπ.) .......... Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής .../Κ.Α. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο