← Κύπρος

A&P (ANDREOU & PARASKEVAIDES) ENTERPRISES PUBLIC COMPANY LIMITED ν. Δημήτριου Μπέκου, Αρ.Υπόθεσης: 19164/12, 25/4/2014

A&P (ANDREOU & PARASKEVAIDES) ENTERPRISES PUBLIC COMPANY LIMITED ν. Δημήτριου Μπέκου, Αρ.Υπόθεσης: 19164/12, 25/4/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B73 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης: 19164/12 Μεταξύ A&P (ANDREOU & PARASKEVAIDES) ENTERPRISES PUBLIC COMPANY LIMITED -ν- Δημήτριου Μπέκου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 25 Απριλίου, 2014 Για Παραπονούμενη: κ. Νικολάου Για Κατηγορούμενο: κ. Ζανούππας Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τρεις συνολικά κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση των άρθρων 305Α

(1), 20 και 29 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών με αρ. 1,2 και 3 αντίστοιχα, ο Κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 18.9.12, 26.9.12 και 6.10.12 εξέδωσε στην Παραπονούμενη τις επιταγές με αρ. 04253480, 04253490 και 04619702 της Τράπεζας Κύπρου για τα ποσά των €254,00, €178,85 και €90,68 αντίστοιχα, οι οποίες επιταγές κατά την εμφάνιση τους εντός εύλογου χρόνου από την ημερομηνία που έκαστη εξ αυτών κατέστη πληρωτέα, δεν εξοφλήθηκαν λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων και επιστράφηκαν με την ένδειξη ανεπαρκή υπόλοιπα και ο Κατηγορούμενος παρέλειψε να τις εξοφλήσει μέσα σε 15 ημέρες από την παρουσίαση τους. Η Παραπονούμενη προς απόδειξη της υπόθεσης της κάλεσε τρεις μάρτυρες, ήτοι την Αδούλα Πογιατζή (ΜΚ1), την Ελένη Αριστοτέλους (ΜΚ2) και τον Ανδρέα Ηρακλέους (ΜΚ3). Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του Κατηγορούμενου και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ο Κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία από την Υπεράσπιση. Μαρτυρία - Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( Ζαβρού v.Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ 447, και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ σε εκείνα τα μέρη της μαρτυρίας τα οποία σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και είναι απαραίτητα για την αξιολόγηση της και την εξαγωγή των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Η ΜΚ1 ανέφερε, μεταξύ άλλων, στην κυρίως εξέταση της ότι εργάζεται στην Παραπονούμενη για 15 χρόνια και εκτελεί καθήκοντα γραφέα και ταμία. Συγκεκριμένα, η ΜΚ1 δήλωσε ότι είναι υπεύθυνη για την παραλαβή των χρημάτων και επιταγών που της παραδίδουν οι οδηγοί και πωλητές της Παραπονούμενης. Σύμφωνα με τη ΜΚ1 η Παραπονούμενη ασχολείται με την πώληση και διανομή ποτών και στα πλαίσια των εργασιών της συνεργάστηκε με τον Κατηγορούμενο ο οποίος διατηρούσε ψητοπωλείο και η Παραπονούμενη τον προμήθευε με ποτά. Σε σχετική ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Παραπονούμενης, η ΜΚ1 απάντησε ότι ο Κατηγορούμενους πλήρωνε την Παραπονούμενη με επιταγές και κατέθεσε ως Τεκμήρια 1-3 τις επίδικες επιταγές ως ακολούθως: (α) Επιταγή Τράπεζας Κύπρου με αρ. 04253480 ημερ. 18.9.12 για το ποσό των €254,00 (1η κατηγορία) (β) Επιταγή Τράπεζας Κύπρου με αρ. 04253490 ημερ. 26.9.12 για το ποσό των €178,85 (2η κατηγορία) και (γ) Επιταγή Τράπεζας Κύπρου με αρ. 04619702 ημερ. 6.10.12 για το ποσό των €90,68 (3η κατηγορία) Ερωτηθείσα σχετικά με την επίδικη επιταγή- Τεκμήριο 1, η ΜΚ1 ανέφερε ότι την εν λόγω επιταγή της την παρέδωσε ο προμηθευτής που πώλησε στον Κατηγορούμενο τα αναψυκτικά. Η εν λόγω επιταγή κατατέθηκε προς πληρωμή την ημερομηνία που ήταν πληρωτέα ή στην περίπτωση που η συγκεκριμένη ημέρα ήταν Σαββατοκύριακο η κατάθεση της θα έγινε 2-3 μέρες αργότερα. Περαιτέρω, ανέφερε ότι μετά την κατάθεση η επιταγή -Τεκμήριο 1 επιστράφηκε απλήρωτη και στην συνέχεια κατατέθηκε εκ νέου. Σε ερώτηση του κ. Νικολάου αναφορικά με τον λόγο για τον οποίο επιστράφηκε απλήρωτη, η ΜΚ1 απάντησε ότι δεν υπήρχαν επαρκή υπόλοιπα. Η ΜΚ1 ανέφερε ότι η ίδια διαδικασία, όπως πιο πάνω αναφέρεται, ακολουθήθηκε και για τις άλλες δύο επίδικες επιταγές (Τεκμήρια 2 και 3 αντίστοιχα) με τα ίδια αποτελέσματα. Τέλος, η ΜΚ1 είπε ότι οι επίδικες επιταγές μέχρι και σήμερα δεν έχουν πληρωθεί. Κατά την αντεξέταση της, ερωτηθείσα σχετικά απάντησε ότι οι επίδικες επιταγές περιήλθαν στην κατοχή της μέσω των προμηθευτών οι οποίοι της τις παρέδωσαν. Σε ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορούμενου, κατά πόσο θυμάται τα ονόματα των προμηθευτών που της παρέδωσαν τις επίδικες επιταγές η ΜΚ1 είπε ότι δεν θυμόταν. Περαιτέρω, η ΜΚ1 απάντησε ότι η ίδια δεν είναι παρούσα κατά την παράδοση εμπορευμάτων σε πελάτες και στην ερώτηση του κ. Ζαννούπα αν γνωρίζει κατά πόσο υπήρξαν επιστροφές εμπορευμάτων από τον Κατηγορούμενο στην Παραπονούμενη, η ΜΚ1 απάντησε πως δεν γνωρίζει. Η εντύπωση που αποκόμισα από την ΜΚ1 ήταν θετική. Η ΜΚ1 απαντούσε με ευθύτητα και με πηγαίο τρόπο στις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν, ενώ δεν διέκρινα οποιαδήποτε προσπάθεια εκ μέρους της για να αποκρύψει την αλήθεια. Κατά την αντεξέταση της, παρέμεινε σταθερή, ενώ όταν ερωτήθηκε για θέματα τα οποία εκφεύγαν της γνώσης της, με ευθύτητα απάντησε πως δεν γνωρίζει. Ενόψει των πιο πάνω, αποδέχομαι στο σύνολο της την μαρτυρία της ΜΚ1. Ως ΜΚ2 κατέθεσε η Ελένη Αριστοτέλους, η οποία εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου (στο εξής η «Τράπεζα») και συγκεκριμένα ασκεί καθήκοντα συμβούλου πελατών και χειρίζεται δάνεια και τρεχούμενους λογαριασμούς. Η ΜΚ2 κατά την κυρίως εξέταση της ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι κάτοχος του λογαριασμού που αναγράφεται στις επίδικες επιταγές (δηλ. του λογαριασμού με αρ. 357005548085) είναι ο Κατηγορούμενος. Σε ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Παραπονουμένων κατά πόσο οι επίδικες επιταγές παρουσιάστηκαν στην Τράπεζα, η ΜΚ2 απάντησε ότι οι επίδικες επιταγές (Τεκμήρια 1-3) παρουσιάστηκαν στην Τράπεζα προς εξαργύρωση στις 21.9.12, 27.9.12 και 9.10.12 αντίστοιχα και επιστράφηκαν απλήρωτες λόγω μη επαρκών υπολοίπων. Στην ερώτηση του κ. Νικολάου αν γνωρίζει από ποιόν έχουν υπογραφεί οι επίδικες επιταγές, η ΜΚ2 απάντησε ότι αναγνωρίζει την υπογραφή που υπάρχει στις επίδικες επιταγές και είπε ότι αυτή ανήκει στον Κατηγορούμενο. Τέλος, η ΜΚ2 ανέφερε ότι είναι σε θέση να αναγνωρίσει την υπογραφή του Κατηγορούμενου από το δείγμα της υπογραφής του που τηρείται στην Τράπεζα. Κατή την αντεξέταση της και σε σχετικές ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορούμενου αναφορικά με το θέμα της υπογραφής των επίδικων επιταγών, η ΜΚ2 απάντησε ότι οποτεδήποτε παρουσιάζεται επιταγή προς εξαργύρωση πάντοτε ελέγχεται η υπογραφή η οποία και αντιπαραβάλλεται από τους υπαλλήλους της Τράπεζας με την υπογραφή που έχει στην κατοχή της η Τράπεζα. Η ΜΚ2 ανέφερε επίσης ότι στην πιο πάνω ενέργεια προχώρησε και η ίδια σε σχέση με τις επίδικες επιταγές, δηλαδή αντιπαρέβαλε την υπογραφή που υπήρχε σε αυτές με την υπογραφή του Κατηγορούμενου που είχε στην κατοχή της. Στις ερωτήσεις του κ. Ζαννούπα κατά πόσο η ίδια είδε τον Κατηγορούμενο να υπογράφει τις επίδικες επιταγές και αν διαθέτει γνώσεις γραφολογίας, ΜΚ2 απάντησε αρνητικά. Περαιτέρω, ο κ. Ζαννούπας υπέβαλε στην ΜΚ2 ότι είναι αυθαίρετο το συμπέρασμα της ότι ο Κατηγορούμενος έθεσε την υπογραφή του στις επίδικες επιταγές για να λάβει από την ΜΚ2 την απάντηση ότι δεν είναι αυθαίρετο το συμπέρασμα της και ότι η Τράπεζα ενημέρωσε τον Κατηγορούμενο για τις επίδικες επιταγές και για το γεγονός ότι αυτές επιστράφηκαν απλήρωτες. Ερωτηθείσα επί του τελευταίου τούτου σημείου, η ΜΚ2 ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος ενημερώθηκε για το εν λόγω γεγονός τις ημερομηνίες που παρουσιάστηκαν οι επιταγές προς πληρωμή και επιπρόσθετα ανέφερε ότι αποτελεί πάγια τακτική της Τράπεζας όπως ενημερώνονται οι πελάτες οι λογαριασμοί των οποίων παρουσιάζουν πρόβλημα. Σε ερώτηση του κ. Ζαννούπα αν τηρείται στην Τράπεζα αρχείο στο οποίο να καταγράφονται οι τηλεφωνικές επικοινωνίες με πελάτες της Τράπεζας, η ΜΚ2 απάντησε αρνητικά. Τέλος, της υποβλήθηκε η θέση ότι δεν τηλεφώνησε στον Κατηγορούμενο και η ΜΚ2 απάντησε ότι του τηλεφώνησε. Η ΜΚ2 μου προξένησε θετική εντύπωση. Από την όλη συμπεριφορά της στο εδώλιο του μάρτυρα σχημάτισα την εντύπωση ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει την αλήθεια. Κατά την αντεξέταση της δεν κλονίστηκε με οποιοδήποτε τρόπο η αξιοπιστία της και δεν διέκρινα ότι η ΜΚ2 είχε οποιοδήποτε κίνητρό ή λόγο για να βοηθήσει την πλευρά της Παραπονούμενης ή για να βλάψει τον Κατηγορούμενο. Ωστόσο αναφορικά με το ζήτημα της υπογραφής του Κατηγορούμενου επί των επίδικων επιταγών, θεωρώ ότι δεν μπορώ να βασιστώ στην μαρτυρία της ΜΚ2 για τον λόγο που θα εξηγήσω αμέσως πιο κάτω. Το γεγονός ότι έγγραφο υπογράφεται από συγκεκριμένο πρόσωπο δύναται να αποδειχθεί είτε δια της μαρτυρίας του υπογράφοντος, είτε δια της μαρτυρίας προσώπου το οποίο υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας της υπογραφής, είτε δια της μαρτυρίας γραφολόγου είτε τέλος, δια της μαρτυρίας προσώπου εξοικειωμένου με την υπό αμφισβήτηση υπογραφή (Cross on Evidence, 5th edition, Butterworths, σελ. 603 επ.). Εν προκειμένω, η ΜΚ2 ανέφερε ότι είχε στην κατοχή της δείγμα της υπογραφής του Κατηγορούμενου, το οποίο αντιπαρέβαλε με την υπογραφή επί των επίδικων επιταγών. Περαιτέρω, ανέφερε ότι σε αυτήν την ενέργεια προέβαινε κάθε φορά που παρουσιαζόταν επιταγή προς εξαργύρωση. Επομένως, όπως προκύπτει από την μαρτυρία της ΜΚ2, η θέση της ότι οι υπογραφές επί των επίδικων επιταγών ανήκουν στον Κατηγορούμενο πηγάζει αποκλειστικά από το δείγμα της υπογραφής του Κατηγορούμενου που διατηρείται στην Τράπεζα. Η ΜΚ2 δεν ήταν ούτε αυτόπτης μάρτυρας των υπογραφών που τέθηκαν στις επίδικες επιταγές, ούτε και διαθέτει γνώσεις γραφολογίας. Επίσης, κατά την κρίση μου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι πρόσωπο εξοικειωμένο με την υπογραφή του Κατηγορούμενου. Αυτό διότι, η ΜΚ2 δεν δήλωσε στην μαρτυρία της ότι η υπογραφή του Κατηγορούμενου επί του δείγματος που διατηρείται στην Τράπεζα και την οποία χρησιμοποίησε για να την αντιπαραβάλει με τις υπογραφές επί των επίδικων επιταγών, τέθηκε στην παρουσία της. Επίσης, η ΜΚ2 δεν ανέφερε ότι ήρθε σε επαφή με άλλα έγγραφα τα οποία είναι παραδεκτό ότι φέρουν την υπογραφή του Κατηγορούμενου. Κατά συνέπεια, δεν μπορώ να θεωρήσω ότι η ΜΚ2 ήταν πρόσωπο εξοικειωμένο με την υπογραφή του Κατηγορούμενου και ως εκ τούτου η μαρτυρία της επί του συγκεκριμένου σημείου δεν μπορεί να γίνει δεκτή, καθώς συνιστά ουσιαστικά μαρτυρία γνώμης, η οποία ως τέτοια είναι νομικά απαράδεκτη. Ενόψει των πιο πάνω και με εξαίρεση το σκέλος της μαρτυρίας που αφορά τις υπογραφές του Κατηγορούμενου επί των επίδικων επιταγών, η μαρτυρία της ΜΚ2 γίνεται δεκτή. Όπως έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος μόνο της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και άλλο μέρος της να το απορρίψει (βλ. Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Ο ΜΚ3 κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι εργάζεται στην Παραπονούμενη και στα καθήκοντα του περιλαμβάνεται η πώληση αναψυκτικών και οι εισπράξεις από τους πελάτες της Παραπονούμενης τους οποίους προμηθεύει με προϊόντα της Παραπονούμενης. Ο ΜΚ3 ανέφερε ότι ο ίδιος, για λογαριασμό της Παραπονούμενης προμήθευε με αναψυκτικά τον Κατηγορούμενο. Περαιτέρω, και μετά από σχετικές ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου της Παραπονούμενης, ο ΜΚ3 απάντησε ότι τις επίδικες επιταγές (Τεκμήρια 1-3) τις υπέγραψε στην παρουσία του και τις παρέδωσε στον ίδιο ο Κατηγορούμενος. Δήλωσε επίσης, ότι οι εν λόγω επιταγές παραδόθηκαν προς εξόφληση τιμολογίων που η Παραπονούμενη εξέδωσε προς τον Κατηγορούμενο για παράδοση προϊόντων. Ο ΜΚ3 διευκρίνισε ότι οι επίδικες επιταγές δεν παραδόθηκαν την ίδια ημερομηνία και ανέφερε ότι μετά που παρέλαβε τις πιο πάνω επιταγές, τις παρέδωσε στο ταμείο της Παραπονούμενης και συγκεκριμένα στην κα. Αδούλα Πογιατζή (ΜΚ1). Κατά την αντεξέταση του και σε σχετικές ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορουμένου αναφορικά με το τιμολόγιο σε σχέση με το οποίο εκδόθηκε η επίδικη επιταγή-Τεκμήριο 1, ο ΜΚ3 απάντησε ότι δεν θυμόταν τον αριθμό του τιμολογίου και την ημερομηνία έκδοσης του, θυμόταν όμως ότι αφορούσε αναψυκτικά, νερά και χυμούς. Σε υποβολή του κ. Ζαννούπα ότι δεν παρέλαβε ο ίδιος την επιταγή-Τεκμήριο 1, ο ΜΚ3 ανέφερε ότι αυτός ήταν που έβαζε παραγγελίες, παρέδιδε τα τιμολόγια και πληρωνόταν. Στην ερώτηση του κ. Ζαννούπα, κατά πόσο εκτός από τον ίδιο προμήθευσαν και άλλοι υπάλληλοι της Παραπονούμενης τον Κατηγορούμενο με προϊόντα, ο ΜΚ3 απάντησε αρνητικά αναφέροντας ότι μόνο αυτός ήταν υπεύθυνος για την περιοχή στην οποία διατηρούσε το κατάστημα του ο Κατηγορούμενος. Ο ΜΚ3 αρνήθηκε ότι επιστραφήκαν από τον Κατηγορούμενο οποιαδήποτε προϊόντα, αναφέροντας επιπρόσθετα ότι σε περίπτωση που υπήρχαν επιστροφές θα εκδιδόταν πιστωτική σημείωση. Ερωτηθείς σε σχέση με τις επίδικες επιταγές και συγκεκριμένα ότι στις επιταγές, Τεκμήρια 1 και 3, αναγράφεται το όνομα της Παραπονούμενης με διαφορετικό μελάνι σε σύγκριση με εκείνο με το οποίο αναγράφηκε το ποσό, καθώς και ότι στην επιταγή Τεκμήριο 2 υπάρχει σφραγίδα με την επωνυμία της Παραπονούμενης, ο ΜΚ3 απάντησε ότι ο ίδιος συμπλήρωσε το όνομα της Παραπονούμενης στις επιταγές Τεκμήρια 1 και
  1. Πιο συγκεκριμένα, ο ΜΚ3 ανέφερε ότι όταν παραλαμβάνει επιταγές από πελάτες και είναι ασυμπλήρωτες ως προς τον δικαιούχο, τότε, πριν τις παραδώσει στην ταμία της Παραπονούμενης συμπληρώνει ο ίδιος το όνομα της Παραπονούμενης μπροστά στον πελάτη. Σε περίπτωση όμως, κατά την οποία του διαφύγει, τότε συμπληρώνει το όνομα η ταμίας. Τέλος, ο ΜΚ3 αρνήθηκε τις υποβολές του κ. Ζαννούπα ότι επιστράφηκαν στον ίδιο προϊόντα αξίας €500,00 τα οποία παρέλαβε και καταχράστηκε. Ο ΜΚ3 μού άφησε θετική εντύπωση ως μάρτυρας αλήθειας. Οι απαντήσεις του ήταν άμεσες, πηγαίες και χαρακτηρίζονταν από ευθύτητα. Κατά την αντεξέταση του δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση, ούτε διέκρινα προσπάθεια υπεκφυγής στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν. Το γεγονός ότι ο ΜΚ3 δεν θυμόταν τον αριθμό και την ημερομηνία του τιμολογίου που εκδόθηκε σε σχέση με την επιταγή-Τεκμήριο 1, δεν θεωρώ ότι πλήττει με οποιοδήποτε τρόπο την αξιοπιστία του. Αντιθέτως, θα έλεγα ότι είναι ενδεικτικό της ειλικρίνειας με την οποία κατέθεσε ο ΜΚ3 στο Δικαστήριο. Ενόψει των πιο πάνω αποδέχομαι το περιεχόμενο της μαρτυρίας του ΜΚ
  2. Ο Κατηγορούμενος, κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι κατά τον Σεπτέμβριο του 2012 διατηρούσε ψητοπωλείο. Ο Κατηγορούμενος υποστήριξε ότι ουδεμία σχέση είχε με την Παραπονούμενη, αφού αναψυκτικά και ποτά προμηθευόταν από την Pepsi, φορτηγό της οποίας ερχόταν στο κατάστημα του και του παρέδιδε τα προϊόντα. Χαρακτηριστικά, ανέφερε ο Κατηγορούμενος ότι ο οδηγός του φορτηγού ήταν μάλλον Ρωσοπόντιος στην καταγωγή, δεν θυμόταν όμως το όνομα του, και στον ίδιο παρέδιδε τις επιταγές. Στην ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του για το ποιος ανέγραψε ως δικαιούχο την A&P στις επιταγές -Τεκμήρια 1 και 3 και ποιος έθεσε την σφραγίδα με την επωνυμία της Παραπονούμενης στην επιταγή-Τεκμήριο 2, ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε επίσης ότι δεν παρέδωσε τις επίδικες επιταγές (Τεκμήρια 1-3) στον ΜΚ3, ο οποίος άλλωστε δεν του εξέδωσε οποιαδήποτε τιμολόγια σε αντίθεση με το Ρωσοπόντιο οδηγό της Pepsi ο οποίος του εξέδιδε τιμολόγια. Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι τον ΜΚ3 τον γνώρισε περί τα τέλη Σεπτεμβρίου όταν τον επισκέφθηκε στο κατάστημα του λέγοντας του ότι είναι της εταιρείας Pepsi και ότι λόγω του ότι υπήρχε πρόβλημα με την εξαργύρωση των επιταγών ήλθε να παραλάβει τα προϊόντα. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι ο ΜΚ3 παρέλαβε τα προϊόντα αξίας €500,00 και θα του επέστρεφε πίσω τις επίδικες επιταγές. Περαιτέρω, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει την ΜΚ2 και δεν του τηλεφώνησαν από την Τράπεζα για να του αναφέρουν ότι υπάρχει πρόβλημα με τις επίδικες επιταγές-Τεκμήρια 1-
  3. Σε σχετική ερώτηση του κ. Ζαννούπα, ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι τα προϊόντα τα παρέλαβε ο ΜΚ3 περί τα τέλη Σεπτεμβρίου. Τέλος, ανέφερε ότι δεν θυμάται αν υπέγραψε τις επίδικες επιταγές-Τεκμήρια 1-
  4. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι το ψητοπωλείο λειτούργησε για 4-5 μήνες και σε υποβολή του ευπαίδευτου συνηγόρου της Παραπονούμενης ότι ψεύδεται όταν ισχυρίζεται ότι δεν προμηθεύτηκε προϊόντα από την Παραπονούμενη, ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι τα τιμολόγια έγραφαν Pepsi. Σε ερώτηση αν οι υπογραφές επί των Τεκμηρίων 1-3 είναι δικές του, ο Κατηγορούμενος απάντησε καταφατικά και ανέφερε ότι οι επιταγές εκδόθηκαν για να εξοφληθούν εμπορεύματα που αγόρασε. Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι έδωσε τρεις φορές παραγγελία στη Pepsi και συμφώνησε με τον κ. Νικολάου ότι η αξία των παραγγελιών αντιστοιχεί στα ποσά των επίδικων επιταγών-Τεκμήρια 1-
  5. Ο Κατηγορούμενος ερωτήθηκε αν η κατανάλωση των εμπορευμάτων που προμηθεύτηκε για τους 4 μήνες που λειτούργησε το ψητοπωλείο ήταν μόνο €23,00, εφόσον το άθροισμα των επίδικων επιταγών (Τεκμήρια 1-3) είναι €523,00 και επέστρεψε προϊόντα αξίας €500,00, και απάντησε ότι οι επιστροφές έγιναν σε μικρό χρονικό διάστημα 10-15 ημερών και το υπόλοιπο διάστημα προμηθευόταν ποτά από άλλο προμηθευτή. Τέλος, σε ερώτηση του κ. Νικολάου για ποιο λόγο δεν προχώρησε σε ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών, ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι δεν γνώριζε την διαδικασία και ότι είχαν ήδη κατατεθεί οι επιταγές στην Τράπεζα, γεγονός για το οποίο ενημερώθηκε από τον ΜΚ
  6. Ο Κατηγορούμενος δεν μου προξένησε θετική εντύπωση. Από την όλη του συμπεριφορά στο εδώλιο του μάρτυρα και από το περιεχόμενο των απαντήσεων του σχημάτισα την εντύπωση ότι δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια, αλλά τα όσα ανέφερε αποτελούν προϊόν εκ των υστέρων σκέψεων του σε μία προσπάθεια αποφυγής των ευθυνών του. Όπως προκύπτει από την μαρτυρία του, τα κύρια σημεία της οποίας έχω παραθέσει πιο πάνω, υπάρχουν ουσιώδεις αντιφάσεις. Σημειώνω χαρακτηριστικά τις πιο κάτω: (α) Ο Κατηγορούμενος ενώ κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι δεν θυμάται αν υπέγραψε τις επίδικες επιταγές (Τεκμήρια 1-3), στην αντεξέταση του διαφοροποιήθηκε και απάντησε ότι τις υπέγραψε. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται και από την τελική αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατά την οποία ανέφερε ότι δεν αμφισβητείται η υπογραφή των επίδικων επιταγών από τον πελάτη του. (β) Ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι τα εμπορεύματα επιστράφηκαν περί τα τέλη Σεπτεμβρίου και τα παρέλαβε ο ΜΚ3, ο οποίος και θα του επέστρεφε τις επίδικες επιταγές. Επίσης, ανέφερε ότι το γεγονός ότι οι επίδικες επιταγές είχαν παρουσιαστεί στην Τράπεζα και υπήρχε πρόβλημα με την πληρωμή τους, το πληροφορήθηκε από τον ΜΚ
  7. Η θέση του αυτή όμως έρχεται σε αντίθεση με την επίδικη επιταγή -Τεκμήριο
  8. Όπως προκύπτει από την εν λόγω επιταγή, αυτή ήταν πληρωτέα στις 6.10.12 και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στην Τράπεζα για πληρωμή την 9.10.
  9. Πώς είναι επομένως δυνατόν να πληροφόρησε ο ΜΚ3 τον Κατηγορούμενο περί τα τέλη του Σεπτέμβρη ότι υπήρχε πρόβλημα με τις επίδικες επιταγές και να παρέλαβε μάλιστα τα εμπορεύματα αξίας €500,00, όταν η επιταγή Τεκμήριο 3 ήταν πληρωτέα στις 06.10.12; Επίσης, δεν ήταν καθόλου πειστική η θέση του Κατηγορούμενου ότι ουδέποτε παρέλαβε οποιοδήποτε τιμολόγιο από τον ΜΚ3 και κατ' επέκταση από την Παραπονούμενη, διότι όπως ισχυρίστηκε τα εμπορεύματα και τα τιμολόγια τα παρελάμβανε από την Pepsi. Ο εν λόγω ισχυρισμός του Κατηγορούμενου παρέμεινε μετέωρος, καθώς ο τελευταίος δεν παρουσίασε οποιοδήποτε τιμολόγιο που, σύμφωνα με τους δικούς του ισχυρισμούς, τού παρέδιδε εκ μέρους της Pepsi ο Ρωσοπόντιος οδηγός. Σημειώνω επίσης ότι ο Κατηγορούμενος δεν ήταν σε θέση να αναφέρει το όνομα του εν λόγω οδηγού, πράγμα το οποίο επίσης συνιστά ρήγμα στην μαρτυρία του αφού θα αναμενόταν να θυμάται τουλάχιστον το όνομα του προσώπου με το οποίο συνεργαζόταν και στο οποίο παρέδιδε τις επιταγές του. Δεν γίνεται επίσης πιστευτός ο ισχυρισμός του Κατηγορούμενου ότι επέστρεψε τα εμπορεύματα στον ΜΚ
  10. Θεωρώ ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν αντέχει την βάσανο της κοινής λογικής. Δεν μπορεί δηλαδή ο Κατηγορούμενος, να ισχυρίζεται και να αναμένει να γίνει πιστευτός ότι παρέδωσε στον ΜΚ3, τον οποίο προηγουμένως δεν γνώριζε, τα εμπορεύματα χωρίς μάλιστα ο ΜΚ3 να του παραδώσει τις επίδικες επιταγές οι οποίες είχαν εκδοθεί προς πληρωμή των εν λόγω εμπορευμάτων. Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος δεν ανέφερε ότι προέβη σε οποιεσδήποτε ενέργειες προκειμένου να του επιστραφούν οι επίδικες επιταγές μετά που παρέλαβε τα εμπορεύματα ο ΜΚ3 και δεν του επέστρεψε τις εν λόγω επιταγές. Τα πιο πάνω αναφερόμενα καταδεικνύουν ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα στην μαρτυρία του Κατηγορούμενου, η οποία ουσιαστικά βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με την μαρτυρία των ΜΚ.1, 2 και 3 η οποία κρίθηκε ως αποδεκτή και αξιόπιστη. Από την μαρτυρία του Κατηγορούμενου αποδέχομαι μόνο το γεγονός ότι υπέγραψε τις επίδικες επιταγές καθώς και ότι δεν συμπλήρωσε το όνομα του δικαιούχου (βλ. Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Ευρήματα Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Ο Κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο διατηρούσε ψητοπωλείο και προμηθευόταν από την Παραπονούμενη αναψυκτικά, χυμούς και νερά. Προς τον σκοπό εξόφλησης τιμολογίων που εξέδωσε η Παραπονούμενη και αφορούσαν πωλήσεις των πιο πάνω αναφερόμενων προϊόντων προς τον Κατηγορούμενο, ο τελευταίος υπέγραψε και εξέδωσε προς όφελος της Παραπονούμενης τις επιταγές με αρ. 04253480 ημερομηνίας 18.9.12 για το ποσό των €254,00 (Τεκμήριο 1), με αρ. 04253490 ημερομηνίας 26.9.12 για το ποσό των €178.85 (Τεκμήριο 2) και με αρ. 04619702 ημερομηνίας 6.10.12 για το ποσό των €90.68 (Τεκμήριο 3). Ο Κατηγορούμενος παρέδωσε τις εν λόγω επιταγές στον ΜΚ3 χωρίς να συμπληρώσει το όνομα του δικαιούχου, το οποίο σε σχέση με την πρώτη και τρίτη επιταγή (Τεκμήρια 1 και 3 αντίστοιχα) συμπληρώθηκε από τον ΜΚ3 και σε σχέση με την δεύτερη επιταγή (Τεκμήριο 2) τοποθετήθηκε η σφραγίδα με την επωνυμία της Παραπονούμενης. Οι επίδικες επιταγές παρουσιάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου για εξαργύρωση, αλλά δεν τιμήθηκαν λόγω του ότι δεν υπήρχαν επαρκή υπόλοιπα στο λογαριασμό του Κατηγορούμενου. Οι επίδικες επιταγές εξακολουθούν μέχρι και σήμερα να παραμένουν απλήρωτες. Νομική Πτυχή Το άρθρο 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 , ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «305Α.-
(1)Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.» Από το λεκτικό του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
  1. Η έκδοση επιταγής.
  2. Η παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε.
  3. Η παρουσίαση αυτή να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή καθίσταται πληρωτέα.
  4. Η μη εξόφληση της επιταγής, η οποία να οφείλεται, είτε στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της, είτε στο ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής, και
  5. Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Βάρος απόδειξης Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι ( Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε πιο πάνω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Συμπεράσματα Προτού παραθέσω τα συμπεράσματα μου, κρίνω σκόπιμο να ασχοληθώ με την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορουμένου, ότι δεν έχει αποδειχθεί το αντάλλαγμα για τις επίδικες επιταγές καθώς με την προσκομισθείσα μαρτυρία δεν έχει αποδειχθεί η σύνδεση ή η σχέση της Pepsi με την Παραπονούμενη. Εισηγήθηκε περαιτέρω ο κ. Ζαννούπας ότι δεν τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής το μαχητό τεκμήριο αντιπαροχής που δημιουργείται από το άρθρο 30
(1)του περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ. 262 (στο εξής ο «Νόμος»). Προς επίρρωση των θέσεων του ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου με παρέπεμψε στην Ποινική Έφεση 129/11 ημερομηνίας 18.12.12 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί) Παναγιώτου v. Φουρνίδου. Κεντρικός άξονας της επιχειρηματολογίας του κ. Ζαννούπα είναι ο ισχυρισμός ότι δεν υπήρξε αντάλλαγμα από την Παραπονούμενη για την έκδοση των εν λόγω επιταγών καθώς και το ότι δεν συνδέθηκε η Pepsi με την Παραπονούμενη. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Ποινική Έφεση 153/11 Δημοσθένους v. Τύχωνος (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί) αποφασίστηκε ότι αυτό το οποίο πρέπει να καταδειχθεί είναι η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος εναντίον του εκδότη κατά την έκδοση της επιταγής και δεν είναι αναγκαίο να καταδειχθεί αγώγιμο δικαίωμα του κομιστή σε σχέση με την αρχική συναλλαγή που οδήγησε στην έκδοση της επιταγής. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα της πιο πάνω απόφασης (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): « Στην Ttofinis δεν χρειάστηκε να λεχθεί οτιδήποτε περί αγώγιμου δικαιώματος, πέραν της αναφοράς στον άμεσο επηρεασμό. Ήταν το άρθρο 305Α, όπως ίσχυε στην αρχική του μορφή το 1986, που προέβλεπε ρητά διά του εδαφίου
(3)ότι το άρθρο «δεν εφαρμόζεται για οποιαδήποτε επιταγή από την οποία δεν προκύπτει αγώγιμο δικαίωμα κατά του εκδότη της». Το αρχικό εδάφιο
(3)(αργότερα αναριθμημένο ως
(6)), ίσχυσε μέχρι το 2003, που καταργήθηκε με τον τροποποιητικό Νόμο 25(Ι)/2003. Όμως η συγκεκριμένη πρόνοια, είναι αυτή που δημιούργησε σύγχυση, τόσο πριν, όσο και μετά την κατάργησή της. Το Εφετείο στην Τομάζου ν. Σαββίδη, ανωτέρω, στηρίχθηκε στις υποθέσεις Νεοφύτου ν. Κυριακίδη (Αρ. 1)
(1999)2 ΑΑΔ 102, Λούτσιου ν. Αστυνομίας (Αρ. 2)
(2003)2 ΑΑΔ 343και Τρικωμίτης ν. Ανδρέου (Αρ. 2)
(2003)2 ΑΑΔ 597, ως υποστηρίζουσες την αρχή ότι «το πρόσωπο που έχει δικαίωμα να υποβάλει παράπονο για έκδοση επιταγής χωρίς αντίκρισμα, κατά παράβαση των άρθρων 305Α
(1)και
(2)του Ποινικού Κώδικα είναι ο νομιμοποιημένος κομιστής της επιταγής μέσα στην έννοια του νόμου, δηλαδή το πρόσωπο που έχει αγώγιμο δικαίωμα να εγείρει αγωγή με βάση τη συναλλαγή που οδήγησε στην έκδοση της επιταγής» (βλ. σελίδα 631 της απόφασης Τομάζου). Όμως η πιο πάνω αρχή, όχι μόνο δεν υποστηρίζεται από τις πιο πάνω υποθέσεις, αλλά ούτε και από τη νομολογία που αφορά στο νομιμοποιημένο κομιστή. Οι τρεις αυθεντίες, στις οποίες στηρίχθηκε η Τομάζου, όντως βασίστηκαν στην πρόνοια για ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος (η οποία συνδεόταν πρωτίστως με την παροχή αντιπαροχής). Όμως αυτό οφειλόταν κατά κύριο λόγο στο ότι στις συγκεκριμένες τρεις υποθέσεις, οι κατηγορούμενοι είχαν εγείρει ειδικά την υπεράσπιση της ανυπαρξίας «αγώγιμου δικαιώματος», η οποία ήταν διαθέσιμη σε κατηγορούμενα πρόσωπα, εφόσον τότε ίσχυαν ακόμη οι πρόνοιες του εδαφίου
(3)(αργότερα
(6)), το οποίο προέβλεπε για τη μη εφαρμογή του άρθρου 305Α «για οποιαδήποτε επιταγή από την οποία δεν προκύπτει αγώγιμο δικαίωμα κατά του εκδότη της». Να σημειώσουμε ότι στην Τρικωμίτη το θέμα δεν εξετάστηκε ουσιαστικά, αφού έλειπε το αναγκαίο υπόβαθρο γεγονότων, ενώ στη Λούτσιουακολουθήθησαν τα αποφασισθέντα στη Νεοφύτου. Στην υπόθεση Νεοφύτου το Εφετείο, ανατρέποντας την πρωτόδικη κρίση, έκρινε ότι η υπεράσπιση της έλλειψης αγώγιμου δικαιώματος δεν μπορούσε υπό τις περιστάσεις, να ευσταθήσει και ως εκ τούτου παραμέρισε την αθωωτική απόφαση και έκρινε τον κατηγορούμενο ένοχο. Σχετικές είναι επίσης και οι υποθέσεις Λοΐζου ν. Δημοκρατίας
(1994)2 ΑΑΔ 108 και Βασιλείου ν. Μαρκίδη
(2000)2 ΑΑΔ 133 οι οποίες επίσης στηρίχθηκαν στο εδάφιο
(3)του άρθρου 305Α, προτού αυτό καταργηθεί. Όμως η υπόθεση Τομάζου αφορούσε σε υπόθεση η οποία καταχωρίστηκε το 2005 και επομένως δεν ετίθετο καν θέμα εξέτασης των όσων προέκυπταν από τις πρόνοιες του εδαφίου
(3), το οποίο είχε καταργηθεί. Ανεξάρτητα τούτου, η κατάργηση της συγκεκριμένης πρόνοιας του εδαφίου
(3)(για την ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος κατά την έκδοση της επιταγής) δεν επηρέαζε ουσιωδώς τα πράγματα, αφού δεν αναιρούσε τα δικαιώματα του νομιμοποιημένου κομιστή κατά την έκδοση της επιταγής. Στην υπόθεση Νεοφύτου ν. Κυριακίδη, ανωτέρω, διευκρινίστηκε η έννοια του «αγώγιμου δικαιώματος» για σκοπούς του εδαφίου
(3)του άρθρου 305Α:- «Η ορθή ερμηνεία του εδαφίου 3 είναι, κατά τη γνώμη μας, η ακόλουθη: Η επιταγή, αντικείμενο της κατηγορίας, πρέπει: (α) να έχει τα αναγκαία χαρακτηριστικά γνωρίσματα επιταγής, όπως γίνεται σ' αυτά αναφορά στον περί Συναλλαγματικών Νόμο Κεφ. 262 και, (β) ο υποβάλλων το παράπονο να είναι νομιμοποιημένος κομιστής της επιταγής, πάλιν μέσα στην έννοια του πιο πάνω νόμου. Σ' αυτά τα στοιχεία περιορίζεται η φράση "αγώγιμο δικαίωμα", που απαντά στο εδάφιο 3. Το αγώγιμο δικαίωμα δεν πρέπει να συγχέεται με την πιθανή αιτία αγωγής, που μπορεί να εγερθεί με βάση τη συναλλαγή που οδήγησε στην έκδοση της επιταγής.» Στη Νεοφύτου έγινε επίσης αναφορά στην υπόθεση Λοΐζου ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω, στην οποία αναφέρθηκε ότι:- «Η φύση της επιταγής δεν επιτρέπει άλλη ερμηνεία. Είναι χρεόγραφο μεταβιβάσιμο και, σύμφωνα με το άρθρο 30
(1)του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, ο κομιστής θεωρείται, εκ πρώτης όψεως, πως έδωσε αξιόλογη αντιπαροχή για τη λήψη της. Ο κομιστής, όπου δεν είναι το πρόσωπο επ' ονόματι του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, δεν γνωρίζει τις συνθήκες που εκδόθηκε. Κατά συνέπεια ο πιθανός παραπονούμενος, σε περίπτωση που αυτή δεν εξαργυρώνεται, δεν γνωρίζει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκε και που είναι μόνο γνωστές στον εκδότη.» Τα πιο πάνω αντικατοπτρίζουν τις ορθές αρχές της νομολογίας. Η αναφορά σε αγώγιμο δικαίωμα είναι σε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εκδότη κατά την έκδοση της επιταγής, ώστε να πληρούται η προϋπόθεση για να καταστεί ο οποιοσδήποτε επόμενος κάτοχος της επιταγής, νομιμοποιημένος κομιστής. Εφόσον τούτο ικανοποιηθεί, δεν είναι αναγκαίο να καταδειχθεί αγώγιμο δικαίωμα του εν λόγω κομιστή ως προς την αρχική συναλλαγή που οδήγησε στην έκδοση της επιταγής. Είναι για τούτο που η ύπαρξη του εδαφίου
(3)δεν πρόσθεσε οτιδήποτε ουσιαστικό στην ήδη υφιστάμενη αναγκαιότητα, δυνάμει του δικαίου των συναλλαγματικών, να καταδειχθεί τέτοιο αγώγιμο δικαίωμα αναγόμενο στην αρχική αντιπαροχή, αλλά και η κατάργηση του εδαφίου
(3)δεν αφαίρεσε οτιδήποτε από το δικαίωμα του νομιμοποιημένου κατόχου επιταγής. Η ίδια η ιδιότητα του, ως νομιμοποιημένου κατόχου επιταγής για την οποία υπήρξε αντιπαροχή, δηλώνει τον άμεσο επηρεασμό του από τη μη εξόφληση της.» Σύμφωνα επομένως με την πιο πάνω νομολογία, ακόμα και αν κρινόταν αξιόπιστο το σκέλος της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου επί του οποίου βασίστηκε η επιχειρηματολογία του κ. Ζαννούπα, δηλαδή ότι οι επιταγές εκδόθηκαν προς τη Pepsi προς εξόφληση των εμπορευμάτων που πωλήθηκαν και παραδόθηκαν στον Κατηγορούμενο από τη Pepsi, και πάλι η Παραπονούμενη θα θεωρείτο ως νομιμοποιημένος κομιστής των επιταγών. Αυτό διότι, σύμφωνα με τον ισχυρισμό που προέβαλε ο Κατηγορούμενος, οι επίδικες επιταγές, ασυμπλήρωτες ως προς το όνομα του δικαιούχου, παραδόθηκαν στη Pepsi προς εξόφληση των εμπορευμάτων που του πώλησε. Ως εκ τούτου, στη βάση της δικής του μαρτυρίας έχει αποδειχθεί η ύπαρξη ανταλλάγματος και κατ' επέκταση η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος εναντίον του κατά την έκδοση των επίδικων επιταγών. Επομένως, από την στιγμή που υφίσταται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του Κατηγορούμενου το οποίο ανάγεται στην αρχική αντιπαροχή, η Παραπονούμενη ως κάτοχος των επίδικων επιταγών (γεγονός που δεν αμφισβήτησε η Υπεράσπιση) και υπό το φως του δεδομένου ότι οι επιταγές είναι μεταβιβάσιμα χρεόγραφα κατέστη νομιμοποιημένος κομιστής τους σύμφωνα και με το άρθρο 30
(1)του Νόμου. Η αρχή ότι η επιταγή είναι μεταβιβάσιμο χρεόγραφο του οποίου ο κομιστής θεωρείται ότι έδωσε καλή και αξιόλογη αντιπαροχή για την λήψη της επιβεβαιώθηκε στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Ποινική Έφεση Αρ. 18/12 NIKIFOROS TECHNOLOGIES LTD v. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Γ. ΧΡΗΣΤΟΥ (δεν έχει δημοσιευθεί) ημερομηνίας 16.4.14. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: «Τα πιο πάνω πάντοτε υπό το φως του δεδομένου ότι μια επιταγή από τη φύση της είναι χρεόγραφο μεταβιβάσιμο, ο κομιστής του οποίου στη βάση του άρθρου 30
(1)των περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, θεωρείται, εκ πρώτης όψεως, ότι έδωσε αξιόλογη και καλή αντιπαροχή για τη λήψη της, (Λοΐζου ν. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 108). ............................... Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αντιμετώπισε την ενώπιον του υπόθεση στην ορθή της διάσταση. Θεώρησε κατ΄ αρχάς ότι οι κατηγορίες δεν στοιχειοθετήθηκαν επειδή οι εφεσείοντες απέτυχαν να αποδείξουν με αξιόπιστη μαρτυρία το νόμιμο αντάλλαγμα των επιδίκων επιταγών. Τέτοια υποχρέωση δεν είχαν βεβαίως οι εφεσείοντες και το Δικαστήριο διέπραξε λάθος αρχής. Η ίδια η έκδοση των επιταγών συνεπάγεται την ύπαρξη νομίμου ανταλλάγματος.» Επανερχόμενος τώρα στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, σημειώνω ότι η μαρτυρία του Κατηγορούμενου δεν έχει γίνει δεκτή σε αντίθεση με την μαρτυρία των ΜΚ1 και 3 η οποία κρίθηκε ως αξιόπιστη και σύμφωνα με την οποία οι επίδικες επιταγές παραδόθηκαν από τον Κατηγορούμενο στον ΜΚ3 για λογαριασμό της Παραπονούμενης η οποία πώλησε στον Κατηγορούμενο τα εμπορεύματα που αποτελούν το αντάλλαγμα των επιταγών. Σημειώνω επίσης, ότι η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε ότι η Παραπονούμενη είναι κάτοχος των επίδικων επιταγών εν τη εννοία του Νόμου. Ο κ. Ζαννούπας στην τελική αγόρευση του ανέφερε ότι η υπόθεση της Παραπονούμενης δεν προωθήθηκε στην βάση του άρθρου 30
(1)του Νόμου και ότι στην μαρτυρία που παρουσιάστηκε από την Παραπονούμενη δεν υπήρξε διασύνδεση της Παραπονούμενης με την Pepsi με την οποία, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του Κατηγορούμενου, συναλλασσόταν ο Κατηγορούμενος. Ο κ. Ζαννούπας, όπως ανέφερα και πιο πάνω, επικαλέστηκε την υπόθεση Παναγιώτου (βλ. πιο πάνω), ως σχετική με την θέση που προέβαλε. Με κάθε σεβασμό προς την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορουμένου, θεωρώ ότι η Παναγιώτου δεν μπορεί να εφαρμοστεί στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Καταρχάς, η Παναγιώτου αφορούσε περίπτωση στην οποία υπήρξε αμφισβήτηση της ιδιότητας του εκεί Παραπονούμενου ως κατόχου της επίδικης επιταγής. Εν προκειμένω, όπως έχω αναφέρει και πιο πάνω, δεν αμφισβητήθηκε ότι η Παραπονούμενη είναι κάτοχος των επίδικων επιταγών εν τη εννοία του Νόμου. Αυτό που αμφισβητήθηκε είναι ότι ο Κατηγορούμενος συναλλασσόταν με την Παραπονούμενη. Εν πάση περιπτώσει, όπως ανέφερα και πιο πάνω, ακόμα και αν ευσταθούσε ο εν λόγω ισχυρισμός του Κατηγορούμενου, δεν αλλάζει την ιδιότητα της Παραπονούμενης ως κατόχου των επίδικων επιταγών. Επίσης, η παρούσα υπόθεση διαφοροποιείται από την Παναγιώτου και στο ότι η μαρτυρία που δόθηκε για την Παραπονούμενη κρίθηκε εν προκειμένω ως αξιόπιστη σε αντίθεση με την μαρτυρία του Κατηγορούμενου, ενώ στην Παναγιώτου το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την μαρτυρία και των δύο πλευρών και συνεπώς δεν δημιουργήθηκε το μαχητό τεκμήριο αντιπαροχής που καθιερώνει το άρθρο 30
(1)του Νόμου, εφόσον ο Εφεσείων δεν απέδειξε ότι ήταν κάτοχος της επίδικης επιταγής. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα της εν λόγω απόφασης: «Στην περίπτωση του άρθρου 30
(1)του Νόμου, Κεφ. 262, το μαχητό τεκμήριο της αντιπαροχής, το οποίο όντως δημιουργείται από τις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου, δεν ενεργοποιείται παρά μόνο αν αποδειχθεί, εκτός βέβαια και αν αυτό δεν αμφισβητείται, ότι ο παραπονούμενος είναι κάτοχος της επιταγής εν τη εννοία του άρθρου 2 του Νόμου, Κεφ. 262. Σύμφωνα με τις εν λόγω πρόνοιες, ««Κάτοχος» σημαίνει το δικαιούχο ή το πρόσωπο υπέρ του οποίου γίνεται η οπισθογράφηση συναλλαγματικής ή γραμματίου το οποίο έχει αυτά στην κατοχή του ή τον κομιστή αυτών». ««Κομιστής»», σύμφωνα με το ίδιο άρθρο «σημαίνει το πρόσωπο που έχει στην κατοχή του συναλλαγματική ή γραμμάτιο το οποίο είναι πληρωτέο στον κομιστή». Στην παρούσα υπόθεση το κατά πόσο ο εφεσείων ήταν κάτοχος της επιταγής εν τη εννοία του άρθρου 2 του Νόμου, αποτέλεσε ένα από τα σημεία αντιπαράθεσης κατά την πρωτόδικη διαδικασία. Στο πρωτόδικο δικαστήριο δημιουργήθηκαν σοβαρές αμφιβολίες ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες η επιταγή περιήλθε στην κατοχή του εφεσείοντα, όπως και ως προς το αντάλλαγμα της. Υπενθυμίζουμε ότι τόσο η μαρτυρία του εφεσείοντα, όσο και η μαρτυρία της εφεσίβλητης και του μάρτυρα της, απορρίφθηκαν ως αναξιόπιστες. Συνεπώς, το τεκμήριο της αντιπαροχής δεν δημιουργήθηκε εφόσον ο εφεσείων, ο οποίος έφερε και το βάρος απόδειξης, απέτυχε να αποδείξει ότι ήταν «κάτοχος» της επίδικης επιταγής.» Με βάση τα πιο πάνω, θεωρώ ότι τα όσα λέχθηκαν στην Παναγιώτου δεν μπορούν να εφαρμοσθούν στην παρούσα. Επομένως, ενεργοποιείται και το μαχητό τεκμήριο που δημιουργεί το άρθρο 30
(1)του Νόμου, το οποίο δεν ανατράπηκε από την Υπεράσπιση (βλ. NIKIFOROS TECHNOLOGIES LTD πιο πάνω). Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, δηλαδή την μαρτυρία που έχω κρίνει ως αποδεκτή, την νομική πτυχή, το βάρος απόδειξης και τα ευρήματα, καταλήγω ότι η Παραπονούμενη έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα Συγκεκριμένα, ο Κατηγορούμενος έκδωσε και υπέγραψε τις επίδικες επιταγές, γεγονός το οποίο προκύπτει τόσο από την μαρτυρία του ΜΚ3 ο οποίος ήταν αυτόπτης μάρτυρας της υπογραφής των επίδικων επιταγών από τον Κατηγορούμενο (βλ. πιο πάνω Cross on Evidence) όσο και από την παραδοχή του Κατηγορούμενου κατά την αντεξέταση του. Δικαιούχος των επιταγών και νομιμοποιημένος κομιστής αυτών είναι η Παραπονούμενη, καθώς οι επιταγές εκδόθηκαν προς εξόφληση εμπορευμάτων που η τελευταία πώλησε στον Κατηγορούμενο. Το γεγονός δε ότι στις επιταγές (Τεκμήρια 1 και 3) αναγράφεται ως δικαιούχος η A&P LTD και όχι η πλήρης επωνυμία της Παραπονούμενης δεν θεωρώ ότι συνιστά οποιοδήποτε κώλυμα. Σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία του ΜΚ3, ο ίδιος ανέγραψε το όνομα του δικαιούχου στις εν λόγω επιταγές τις οποίες παρέλαβε για λογαριασμό της Παραπονούμενης και παρέδωσε στη συνέχεια στην ταμία της Παραπονούμενης (ΜΚ1) για να παρουσιαστούν για πληρωμή. Εν πάση περιπτώσει στο οπίσθιο μέρος των εν λόγω επιταγών έχει τοποθετηθεί η σφραγίδα της Παραπονούμενης όπου και αναγράφεται πλήρως το όνομα της. Όσον αφορά το δικαίωμα για συμπλήρωση των επιταγών με την αναγραφή του ονόματος της Παραπονούμενης, παραπέμπω στην απόφαση Τσιακλίδης v. Σιάνου
(2008)1Α Α.Α.Δ 296, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Από τη στιγμή που δόθηκε αξία στην επιταγή και αυτή περιήλθε νομίμως στην κατοχή του εφεσίβλητου από τον Ευαγγέλου, ο εφεσίβλητος κατέστη κάτοχος της επιταγής για αξία (holder for value) με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 27 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262 και υπό αυτή την ιδιότητα, είχε εκ του νόμου εξουσία να συμπληρώσει την επιταγή διά της αναγραφής του ονόματός του ως δικαιούχου (payee) και να την παρουσιάσει για πληρωμή. Η σχετική εξουσία συμπλήρωσης της επιταγής, κάτω από ανάλογες περιστάσεις, παρέχεται στον κάτοχο της επιταγής δυνάμει του Άρθρου 20 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ.
  1. Βλ. επίσης Halsbury´s Laws of England, 3η έκδ., τόμος 3, παρ. 245.» Οι επίδικες επιταγές, σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία των ΜΚ 1 και 2, παρουσιάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου επί της οποίας εκδόθηκαν. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα Τεκμήρια 1-3 οι επίδικες επιταγές παρουσιάστηκαν μετά την ημερομηνία που έκαστη από αυτές κατέστη πληρωτέα και συγκεκριμένα η επιταγή- Τεκμήριο 1 παρουσιάστηκε για πρώτη φορά για πληρωμή στις 21.9.12, η επιταγή- Τεκμήριο 2 στις 27.9.12 και η επιταγή- Τεκμήριο 3 στις 9.10.
  2. Οι επίδικες επιταγές σύμφωνα τόσο με την μαρτυρία των ΜΚ1,2 και 3 όσο και με τα Τεκμήρια 1-3, δεν εξοφλήθηκαν λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του Κατηγορούμενου ή λόγω μη επαρκών υπολοίπων όπως αναγράφεται στις σφραγίδες που τοποθετήθηκαν επί των επιταγών από την Τράπεζα. Τέλος, οι επίδικες επιταγές δεν εξοφλήθηκαν στην περίοδο των 15 ημερών που ακολούθησαν από την ημερομηνία παρουσίασης της κάθε επιταγής στην Τράπεζα και εξακολουθούσαν, τουλάχιστον μέχρι την ημερομηνία ολοκλήρωσης της ακρόασης της υπόθεσης, να παραμένουν απλήρωτες. Υπό το φως των πιο πάνω θεωρώ ότι η Παραπονούμενη απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, ο οποίος και κρίνεται ένοχος. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Παραπονούμενης και εναντίον του Κατηγορούμενου, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.