Athinodorou Beton Ltd ν. P. Pefkaros Constructions Limited (HE 78498) κ.α., Αρ.Υπόθεσης: 6503/12, 11/4/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B66 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης: 6503/12 Μεταξύ Athinodorou Beton Ltd -ν-
- P. Pefkaros Constructions Limited (HE 78498)
- Gerald M. Mclntosh
- Πανίκου Πεύκαρου Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 11 Απριλίου, 2014 Για Παραπονούμενους: κ. Μάντης Για Κατηγορούμενο 3: κ. Ανδρέου Κατηγορούμενος 3: παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Το κατηγορητήριο στρέφεται εναντίον των τριών Κατηγορουμένων, ωστόσο η υπόθεση εκκρεμεί μόνο σε σχέση με τον Κατηγορούμενο υπ' αριθμό 3, καθώς εναντίον των Κατηγορουμένων 1 και 2 η υπόθεση αποσύρθηκε και απορρίφθηκε στις 27.11.12 λόγω μη επίδοσης και κατά συνέπεια οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 απαλλάχθηκαν από τις κατηγορίες που αντιμετώπιζαν. Ο Κατηγορούμενος 3, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ως αυτό έχει τροποποιηθεί, αντιμετωπίζει 12 συνολικά κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση των άρθρων 20(β) και 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών με αρ. 3,6,9,12,15,18,21,24,27,30,33 και 36 ο Κατηγορούμενος 3 κατηγορείται ότι υπό την ιδιότητα του ως εκδότης και/ή εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος και/ή συνεργάτης και/ή υπογραφέας παρείχε συνδρομή και/ή παρακίνησε την Κατηγορούμενη 1 στην διάπραξη των αδικημάτων της έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος και συγκεκριμένα των πιο κάτω επιταγών (στο εξής οι «επίδικες επιταγές»): Ημερ. Αρ. Επιταγής Ποσό Κατηγ. (α) ΣΠΕ ΣΤΡΟΥΜΠΙΟΥ 30.05.2011 24624612 €387 3η (β) ΣΠΕ ΣΤΡΟΥΜΠΙΟΥ 30.05.2011 24624611 €2000 6η (γ) ΣΠΕ ΣΤΡΟΥΜΠΙΟΥ 30.06.2011 24624614 €1387 9η (δ) ΣΠΕ ΣΤΡΟΥΜΠΙΟΥ 30.06.2011 24624613 €1000 12η (ε) ΣΠΕ ΣΤΡΟΥΜΠΙΟΥ 30.07.2011 24624615 €2387 15η (στ) ΣΠΕ ΣΤΡΟΥΜΠΙΟΥ 30.08.2011 24624616 €2387 18η (ζ) ΣΠΕ ΣΤΡΟΥΜΠΙΟΥ 30.10.2011 24624618 €2387 21η (η) ΣΠΕ ΣΤΡΟΥΜΠΙΟΥ 30.11.2011 24624619 €2387 24η (θ) ΣΠΕ ΣΤΡΟΥΜΠΙΟΥ 30.12.2011 24624620 €2387 27η (ι) ΣΠΕ ΣΤΡΟΥΜΠΙΟΥ 30.01.2012 24624621 €2387 30η (κ) ΣΠΕ ΣΤΡΟΥΜΠΙΟΥ 28.02.2012 24624622 €2387 33η (λ) ΣΠΕ ΣΤΡΟΥΜΠΙΟΥ 30.03.2011 24624623 €2387 36η Μετά το πέρας της υπόθεσης των Παραπονουμένων, o ευπαίδευτoς συνήγορος του Κατηγορούμενου 3 εισηγήθηκε, δυνάμει του άρθρου 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του πελάτη του έτσι ώστε αυτός να κληθεί σε απολογία. Αντίθετη υπήρξε η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Παραπονουμένων, ο οποίος εισηγήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος 3 θα πρέπει να κληθεί σε απολογία. Οι Παραπονούμενοι προς απόδειξη της υπόθεσης τους κάλεσαν δύο μάρτυρες, ήτοι τον Παύλο Ποτονίδη (ΜΚ1) και την Γεωργία Κούσουλου (ΜΚ2). Στην συνέχεια θα αναφερθώ στα κύρια σημεία της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα, τα οποία είναι απαραίτητα για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης, έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Ο ΜΚ1 κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση (Τεκμήριο 1) δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ. 9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Στην μαρτυρία του ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι είναι υπάλληλος των Παραπονουμένων και ότι οι Παραπονούμενοι διατηρούσαν συνεργασία με την πρώην Κατηγορούμενη
- Αρχές του 2011 έλαβε χώρα συνάντηση μεταξύ του Ανδρέα Αθηνοδώρου, υπαλλήλου των Παραπονουμένων, και του αντιπροσώπου της πρώην Κατηγορούμενης 1, Κατηγορούμενου 3, στην οποία συμφωνήθηκε η έκδοση μεταχρονολογημένων επιταγών προς το σκοπό εξόφλησης του ποσού των €24.422,94 το οποίο η πρώην Κατηγορούμενη 1 όφειλε στους Παραπονούμενους. Η πρώην Κατηγορούμενη 1, δια του αντιπροσώπου της Κατηγορούμενου 3, παρέδωσε στον υπάλληλο των Παραπονουμένων Πανίκο Σιήκκη, σε συνάντηση που είχαν, τις επίδικες επιταγές, τις οποίες ο ΜΚ1 κατέθεσε ως Τεκμήρια 2-
- Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος 3 καθ' όλο το διάστημα της συνεργασίας μεταξύ των Παραπονουμένων και της πρώην Κατηγορούμενης 1 ενεργούσε ως ο μόνος αντιπρόσωπος της και είχε παρουσιαστεί στους Παραπονούμενους ως Διευθυντής της πρώην Κατηγορούμενης
- Ακολούθως όμως, μετά από έρευνα που διενήργησαν οι δικηγόροι των Παραπονουμένων στην ιστοσελίδα του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη, διαπίστωσαν ότι Διευθυντής της πρώην Κατηγορούμενης 1 ήταν ο πρώην Κατηγορούμενος
- Αντίγραφο της σχετικής έρευνα κατατέθηκε από τον ΜΚ1 ως Τεκμήριο
- Οι επίδικες επιταγές (Τεκμήρια 2-13) παρουσιάστηκαν από τους Παραπονούμενους προς εξαργύρωση και δεν εξοφλήθηκαν είτε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων είτε λόγω του ότι ο λογαριασμός παγοποιήθηκε και η πρώην Κατηγορούμενη 1 καταχωρήθηκε στο Κ.Α.Π. Οι επίδικες επιταγές παραμένουν απλήρωτες μέχρι και σήμερα και έναντι τους έχει καταβληθεί μόνο το ποσό των €1.
- Περαιτέρω, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος 3 είχε υπό τον πλήρη έλεγχο του την πρώην Κατηγορούμενη 1 και είναι το μοναδικό άτομο που είναι εξουσιοδοτημένο να χειρίζεται και να υπογράφει για τον λογαριασμό της πρώην Κατηγορούμενης
- Επίσης, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος 3, σύμφωνα με πληροφόρηση που έλαβε από υπάλληλο του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Πάφου είχε γνώση των διαθεσίμων κεφαλαίων της πρώην Κατηγορούμενης
- Ο ΜΚ1 υποστήριξε ότι ο Κατηγορούμενος 3 είχε γνώση των ενεργειών στις οποίες προέβηκε και παρείχε συνδρομή στη διάπραξη του αδικήματος της έκδοσης επιταγών άνευ αντικρίσματος. Τέλος ο ΜΚ1 κατέθεσε ως Τεκμήριο 14 κατάσταση λογαριασμού στην οποία παρουσιάζεται το χρεωστικό υπόλοιπο της πρώην Κατηγορούμενης 1 κατά τον Δεκέμβριο του 2013 και ως Τεκμήριο 16 αντίγραφο πιστοποιητικού του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη ημερομηνίας 29.01.03 σε σχέση με τους Διευθυντές και Γραμματέα της πρώην Κατηγορούμενης
- Κατά την αντεξέταση του ο ΜΚ1 ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι γνωρίζει τον Κατηγορούμενο
- Σε ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορούμενου 3, κατά πόσο ήταν παρών στη συνάντηση που έγινε αρχές του 2011 ο ΜΚ1 απάντησε καταφατικά. Επίσης, ο ΜΚ1 είπε ότι στην εν λόγω συνάντηση λέχθηκε πως υπήρχε δυσκολία από μέρους της πρώην Κατηγορούμενης 1 για άμεση εξόφληση των οφειλομένων ποσών και έγινε πρόταση εκ μέρους των Παραπονουμένων για έκδοση μεταχρονολογημένων επιταγών. Σε ερώτηση του κ. Ανδρέου κατά πόσο ήταν παρών όταν εκδόθηκαν και παραδόθηκαν οι επίδικες επιταγές, ο ΜΚ1 απάντησε πως δεν ήταν παρών και ότι δεν γνωρίζει πότε ακριβώς εκδόθηκαν και παραδόθηκαν οι επίδικες επιταγές, πρόσθεσε όμως ότι ήταν αρχές του
- Τέλος, ο ΜΚ1 συμφώνησε με την υποβολή του κ. Ανδρέου ότι ο Κατηγορούμενος 3 κατά τον χρόνο υπογραφής και έκδοσης των επίδικων επιταγών δεν είχε πρόθεση όπως αυτές δεν εξαργυρωθούν. Ως ΜΚ2 κατέθεσε η Γεωργία Κούσουλου, η οποία, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ. 9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, κατέθεσε γραπτή δήλωση (Τεκμήριο 17) ως μέρος της κυρίως εξέτασης της. Η ΜΚ2 ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι είναι υπάλληλος στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου (στο εξής η «Τράπεζα») και ότι πριν την συγχώνευση των συνεργατικών ιδρυμάτων της Επαρχίας Πάφου εργαζόταν στη Σ.Π.Ε Στρουμπιού. Η ΜΚ2 ανέφερε επίσης ότι έχει προσωπική γνώση του λογαριασμού με αρ 40382-40-00311-4 τον οποίο διατηρεί η πρώην Κατηγορούμενη
- Οι επίδικες επιταγές παρουσιάστηκαν στη Συνεργατική για πληρωμή, αλλά δεν τιμήθηκαν για τους λόγους που φαίνονται στις σφραγίδες που τοποθετήθηκαν στις επίδικες επιταγές, δηλαδή είτε διότι δεν υπήρχαν τα διαθέσιμα κεφάλαια, είτε διότι ο λογαριασμός της πρώην Κατηγορούμενης 1 παγοποιήθηκε λόγω της καταχώρησης της στο Κ.Α.Π. Η ΜΚ2 κατέθεσε ως Τεκμήριο 18 αντίγραφο έρευνας που διενήργησε στην ιστοσελίδα της Κεντρικής Τράπεζας στο οποίο φαίνεται ότι η πρώην Κατηγορούμενη 1 είναι καταχωρημένη στο Κ.Α.Π. Τέλος, ανέφερε ότι οι επίδικες επιταγές φέρουν την υπογραφή του Κατηγορούμενου 3 ο οποίος ήταν το πρόσωπο που είχε τον έλεγχο του λογαριασμού της πρώην Κατηγορούμενης
- Αντεξεταζόμενη και σε ερώτηση του κ. Ανδρέου αν γνωρίζει πότε εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές, η ΜΚ2 απάντησε ότι γνωρίζει την ημερομηνία που αναγράφεται πάνω στις επιταγές. Τέλος, σε σχετική ερώτηση συμφώνησε ότι η πρώην Κατηγορούμενη 1 καταχωρήθηκε στο Κ.Α.Π στις 24.02.
- Στην υπόθεση Azinas v. The Republic
(1981)2 C.L.R 9 υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 (All E.R.) 448) η οποία καθορίζει τα κριτήρια για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η απαλλαγή κατηγορούμενου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με τη νομολογία, δικαιολογείται μόνο όταν: (α) δεν στοιχειοθείται εξ' αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει την καταδίκη του κατηγορούμενου σε αυτή (Βλέπε Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of The Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England Issued in 1962 -
(1962)1 All E.R. 448). Η κλήση κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως η κλήση του σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Σε αυτό το στάδιο, το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962, η οποία υιοθετήθηκε στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Azinas and Another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται επί του θέματος. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό αφού το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης, αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου (βλ. Azinas and another v. Police (πιο πάνω). Στην υπόθεση The Police v. Kallenos
(1980)1 JSC 145 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: « . η νομοθετική διάταξη που περιέχεται στο άρθρο 74
(1)(β) του Κεφ. 155 . δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να αποτελεί απλά αναφορά στα συμπεράσματα που βγαίνουν από τη μαρτυρία, όπως επιφανειακά φαίνεται, αλλά κατά τρόπο που να επεκτείνεται και να απαιτεί μαρτυρία που να θεωρείται αρκετά αξιόπιστη από το Δικαστήριο των γεγονότων, ώστε να είναι δυνατό να εγείρει τεκμήριο ενοχής. Η έννοια «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» δεν αναφέρεται μόνο στην ποσότητα της μαρτυρίας και στα αντικειμενικά και επιφανειακά συμπεράσματα από αυτήν, αλλά και στην εσωτερική ποιότητα της επάρκειάς της να οδηγήσει σε συμπεράσματα ενοχής. Το Δικαστήριο οφείλει, ακόμα και στο στάδιο τούτο, να οδηγήσει το μυαλό του, αν και μόνο προκαταρκτικά, στο κατά πόσο το Δικαστήριο θα μπορεί να στηριχθεί στη μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί. Για παράδειγμα, έχουν οι μάρτυρες γίνει πιστευτοί; Και έτσι και αλλιώς, θα ήταν το Δικαστήριο διατεθειμένο να βασισθεί στη μαρτυρία τους; Εκείνο που το άρθρο 74
(1)(β) διαλαμβάνει είναι ότι στο κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορίας πρέπει να υπάρχει τέτοια αξιόπιστη μαρτυρία μπροστά στο Δικαστήριο, που να είναι αρκετή για να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής, που αν αφεθεί αμάχητο, θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορουμένου. Με λίγα λόγια, ένας κατηγορούμενος τότε μόνο πρέπει να καλείται σε απολογία, όταν η κατηγορία έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρά στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από τον κατηγορούμενο μια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα καλείται, όχι για να υπερασπίζει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώνει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορία». Το άρθρο 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 , ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, (στο εξής ο «Νόμος») διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «305Α.-
(1)Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.» Από το λεκτικό του άρθρου 305Α
(1)του Νόμου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
- Η έκδοση επιταγής.
- Η παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε.
- Η παρουσίαση αυτή να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή καθίσταται πληρωτέα.
- Η μη εξόφληση της επιταγής, η οποία να οφείλεται, είτε στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της, είτε στο ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής, και
- Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Περαιτέρω, το άρθρο 20 του Νόμου έχει ως ακολούθως: «
- Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α) .................................. (β) εκείνος που διαπράττει ή παραλείπει να διαπράξει κάτι με σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος από άλλο ή να παρέχει βοήθεια για τη διάπραξη τέτοιου αδικήματος από άλλον» Έχει νομολογηθεί πως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, περιλαμβανομένων και των συνεργών σε αυτό, μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός, δυνάμει του άρθρου 20 του Νόμου. (βλ. Επίσημος Παραλήπτης και Εκκαθαριστής της Εταιρείας C.H. Zakakiotis (Disco) Ltd v. Kalavas & Associates Ltd κ.ά.
(1999)2 Α.Α.Δ. 523). Η ευθύνη με βάση το άρθρο 305Α του Νόμου βαρύνει τον εκδότη και σε περιπτώσεις επιταγών εταιρείας, εκδότης είναι η ίδια η εταιρεία και όχι ο διευθυντής ή σύμβουλος που υπογράφει την επιταγή, που γενικά θεωρείται ως αντιπρόσωπος της εταιρείας. Στην υπόθεση Bondina Ltd v. Rollaway Shower Blinds Ltd [1986] 1 W.L.R. 517, υποδείχθηκε ότι οι διευθυντές εταιρείας που υπογράφουν επιταγές της δεν έχουν προσωπική ευθύνη, αλλά η ευθύνη βαρύνει την εταιρεία, η οποία και παραμένει ο εκδότης της επιταγής. Στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2000 στη σελίδα 70, παράγραφος Α. 5.2, αναφέρεται πως η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό εμπεριέχει δύο έννοιες, α) παροχή βοήθειας ή παρακίνηση β) σε αδίκημα, και η ένοχη διάνοια (mens rea) αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό στοιχείο που πρέπει να αποδεικνύεται για συνεργό, όπως έχει νομολογηθεί, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Στην υπόθεση Αθανάσιος Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 ΑΑΔ 261 αναφέρθηκε ότι έστω και αν μπορούσε να θεωρηθεί πως το αδίκημα του άρθρου 305Α του Νόμου είναι αδίκημα απόλυτης ευθύνης, όσον αφορά συνεργό θα πρέπει να αποδεικνύεται ένοχη διάνοια και επίσης παρατηρήθηκε ότι η συνέργεια επιτελείται κατά τον χρόνο της υπογραφής της επιταγής. Τα όσα διατυπώθηκαν στην υπόθεση Παυλόπουλος (πιο πάνω) υιοθετήθηκαν και στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 15.10.2012 στην Ποινική Έφεση αρ. 150/2009, Militos Trading Limited v. Αθηνάς Μαλέκου, στην οποία αναφέρθηκαν σχετικά τα ακόλουθα (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Στην περίπτωση έκδοσης επιταγής από εταιρεία, εκδότης είναι η εταιρεία και όχι ο διευθυντής ή ο σύμβουλος ο οποίος την υπογράφει και ο οποίος ενεργεί υπό την αντιπροσωπευτική του ιδιότητα. Είναι δυνατόν σύμβουλος που υπογράφει την επιταγή να υπέχει ποινική ευθύνη ως συνεργός, νοουμένου ότι αποδεικνύεται η πρόθεσή του σε σχέση με τη συνέργεια και τις περιστάσεις του αδικήματος. Όπως σωστά επισημαίνει και το πρωτόδικο δικαστήριο, η αποδιδόμενη στην εφεσίβλητη συνέργεια στην έκδοση ακάλυπτης επιταγής συνίσταται στο γεγονός ότι αυτή υπέγραψε την επιταγή. Η συνέργεια επιτελείται κατά το χρόνο της υπογραφής της επιταγής (Παυλόπουλος ν.Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261). Δεν είναι ορθή η θέση των εφεσειόντων ότι η ημερομηνία υπογραφής των επιταγών είναι η 23.11.2006. Αυτή είναι η ημερομηνία η οποία εμφαίνεται στις επιταγές και αντιπροσωπεύει την ημερομηνία κατά την οποία ήταν πληρωτέες, μια και ο ίδιος ο Μ.Κ.1 κατέθεσε ότι η εφεσίβλητη του εξέδωσε νέες μεταχρονολογημένες επιταγές. Ελλείψει μαρτυρίας για το χρόνο υπογραφής των επιταγών, δεν αποδεικνύεται και η πρόθεση της εφεσίβλητης.» Σύμφωνα επομένως με την προαναφερθείσα νομολογία, για να υπέχει ποινική ευθύνη ως συνεργός το πρόσωπο που υπογράφει μία επιταγή θα πρέπει να υπάρχει μαρτυρία για τον χρόνο κατά τον οποίο έλαβε χώρα η υπογραφή της κάθε επιταγής. Εν προκειμένω, δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας σε σχέση με την ημερομηνία που υπογράφησαν οι επίδικες επιταγές. Ο ΜΚ1 το μόνο που ανέφερε είναι ότι οι επίδικες επιταγές υπογράφηκαν αρχές του 2011, χωρίς να προσδιορίσει τον ακριβή χρόνο της υπογραφής τους. Η αναφορά σε «αρχές του 2011» μπορεί να σημαίνει οποιαδήποτε ημερομηνία του Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου ή ακόμα και του Μαρτίου 2011, ανάλογα με το πώς ο καθένας αντιλαμβάνεται και ερμηνεύει την φράση «αρχές του 2011». Η εν λόγω μαρτυρία σε καμία περίπτωση μπορεί να στοιχειοθετήσει την υποκειμενική υπόσταση (mens rea) του αδικήματος, αφού για να αποδειχθεί η υποκειμενική υπόσταση θα πρέπει να καταδειχθεί ότι ο Κατηγορούμενος 3 κατά τον χρόνο υπογραφής της κάθε επιταγής γνώριζε ότι δεν θα υπήρχαν στο λογαριασμό της πρώην Κατηγορούμενης 1 διαθέσιμα κεφάλαια για την πληρωμή τους, ή ότι είχε πρόθεση όπως οι εν λόγω επιταγές μην πληρωθούν. Ελλείπει επαναλαμβάνω μαρτυρία που να καταδεικνύει τον ακριβή χρόνο υπογραφής και έκδοσης των επίδικων επιταγών και κατά συνέπεια ελλείπει το αναγκαίο υπόβαθρο στο οποίο το Δικαστήριο θα στηριχθεί για να εξετάσει κατά πόσο κατά τον συγκεκριμένο χρόνο υπήρχε γνώση ή πρόθεση εκ μέρους του Κατηγορούμενου 3 για την διάπραξη αδικημάτων. Η δε ημερομηνία που αναγράφεται στο σώμα των επίδικων επιταγών δεν είναι σχετική, αφού όπως ο ίδιος ο ΜΚ1 ανέφερε οι επιταγές ήταν μεταχρονολογημένες (βλ. παράγραφος 2 της γραπτής δήλωση του -Τεκμήριο 1). Επομένως, η ημερομηνία που αναγράφεται σε αυτές δεν είναι η ημερομηνία έκδοσης τους αλλά αντιπροσωπεύει την ημερομηνία κατά την οποία οι επίδικες επιταγές ήταν πληρωτέες. Έχοντας υπόψη την πιο πάνω αναφερόμενη νομολογία και την προσκομισθείσα από τους Παραπονούμενους μαρτυρία, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου 3 έτσι ώστε να δικαιολογείται η κλήση του σε απολογία. Οποιαδήποτε άλλη κατάληξη, θεωρώ ότι απλώς θα έδιδε το δικαίωμα στην πλευρά των Παραπονουμένων να διορθώσει τις ατέλειες της δικής της μαρτυρίας, πράγμα ανεπίτρεπτο στο ποινικό μας σύστημα. Το Δικαστήριο κατά την εξέταση θεμελιακών ζητημάτων για την ευθύνη του Κατηγορούμενου μπορεί, όταν οι συνθήκες το επιτρέπουν, να απαλλάξει τον Κατηγορούμενο από το στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Παραπέμπω σχετικά στην απόφαση του Έντιμου Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Ναθαναήλ στις Ποινικές Εφέσεις αρ. 5/12, 6/12, 7/12, 8/12 και 9/12 Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Δράκου κ.α. ημερομηνίας 11.12.12 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά «Τόσο θεμελιώδες είναι το εκ πρώτης όψεως στάδιο που το ίδιο το Δικαστήριο, ακόμη και αν δεν θέσει ζήτημα ο κατηγορούμενος, είναι υποχρεωμένο να σταματήσει την υπόθεση εάν συντρέχουν τα προαναφερθέντα. Αυτό, διότι η κατηγορούσα αρχή δεν μπορεί να είναι βεβαίως σε καλύτερη μοίρα από απόψεως στοιχειοθέτησης της υπόθεσης ή αποτίμησης της μαρτυρίας, εάν ο κατηγορούμενος καταθέσει προς υπεράσπιση του και παρουσιάσει μαρτυρία. Άλλωστε, το εκ πρώτης όψεως βάρος που έχει να υπερπηδήσει η κατηγορούσα αρχή, μετατρέπεται στο αποδεικτικό βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Και συμβαίνει, ενίοτε, κληθείς ο κατηγορούμενος να υπερασπιστεί τον εαυτό του, να αθωωθεί και να απαλλαγεί χωρίς καν να προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία, με μόνη την εναπόθεση αυτού του μεγαλύτερου βάρους απόδειξης στην κατηγορούσα αρχή με την ολοκλήρωση της υπόθεσης. Δεν υπάρχει λοιπόν εγγενώς οποιοδήποτε νομικό πρόβλημα ή εμπόδιο για ένα Δικαστήριο να απαλλάξει τον κατηγορούμενο από το εκ πρώτης όψεως στάδιο, εφόσον καθοδηγείται ορθά από τις νομολογιακές παραμέτρους. Αντίθετα επιβάλλεται, όταν οι συνθήκες της υπόθεσης το απαιτούν.» Για τους λόγους που προσπάθησα πιο πάνω να εξηγήσω, ο Κατηγορούμενος 3 αθωώνεται και απαλλάσσεται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του Κατηγορούμενου 3 και εναντίον των Παραπονουμένων, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο