Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 767/2014, 21/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B94 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 767/2014 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v.
- ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ
- ΣΤΕΛΙΟΣ ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 21.05.14 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Σ. Συμεού Για Κατηγορουμένους 1 και 2: κος Λιώτης Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος 1 βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, στις κατηγορίες της μεταφοράς πυροβόλου όπλου κατηγορίας 'Δ' εντός της Δημοκρατίας κατά τη διάρκεια κλειστής περιόδου κατά παράβαση του άρθρου 28
(2)του Ν.113(Ι)/2004 μετά των συναφών τροποποιήσεων (πρώτη κατηγορία), μεταφοράς εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών κατά παράβαση του άρθρου 4
(4)(δ) του Κεφ.54 μετά των συναφών τροποποιήσεων (δεύτερη κατηγορία) και της καταδίωξης θηράματος μέσα σε απαγορευμένη περιοχή για το κυνήγι κατά παράβαση του άρθρου 52 του Ν.152(Ι)/2003 μετά των συναφών τροποποιήσεων(τρίτη κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, ο κατηγορούμενος 1 στις 15.09.11 στην τοποθεσία 'Σαλαμιώτισσα' στο χωριό Σαλαμιού της επαρχίας Πάφου μετέφερε το πυροβόλο όπλο κατηγορίας Δ με αριθμό εγγραφής 135676 και αριθμό κατασκευής 12018914 καθώς επίσης μετέφερε 2 πλήρη φυσίγγια κυνηγετικού όπλου χωρίς άδεια του επιθεωρητή εκρηκτικών υλών κατά τη διάρκεια κλειστής περιόδου για το κυνήγι χωρίς να έχει εξασφαλίσει ειδική άδεια ή να είναι εξουσιοδοτημένος για κάτι τέτοιο όπου με το εν λόγω πυροβόλο καταδίωξε θήραμα μέσα σε απαγορευμένη για το κυνήγι περιοχή. Ο δε κατηγορούμενος 2 βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, στις κατηγορίες της μεταφοράς πυροβόλου όπλου κατηγορίας 'Δ' εντός της Δημοκρατίας κατά τη διάρκεια κλειστής περιόδου κατά παράβαση του άρθρου 28
(2)του Ν.113(Ι)/2004 μετά των συναφών τροποποιήσεων (πέμπτη κατηγορία), μεταφοράς εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών κατά παράβαση του άρθρου 4
(4)(δ) του Κεφ.54 μετά των συναφών τροποποιήσεων (έκτη κατηγορία), της καταδίωξης θηράματος μέσα σε απαγορευμένη περιοχή για το κυνήγι κατά παράβαση του άρθρου 52 του Ν.152(Ι)/2003 (έβδομη κατηγορία) και της κατοχής προστατευμένων αγρίων πτηνών κατά παράβαση των άρθρων 8
(2)(ε) και 8
(3)του Ν.152(Ι)/2003 (ένατη κατηγορία). Με βάση τις λεπτομέρειες αδικημάτων, ο κατηγορούμενος 2 κατά την προαναφερόμενη ημερομηνία και στην ίδια με πιο πάνω τοποθεσία μετέφερε το πυροβόλο όπλο κατηγορίας Δ με αριθμό εγγραφής LL29468 και αριθμό κατασκευής HJ283928 καθώς επίσης μετέφερε 57 πλήρη φυσίγγια κυνηγετικού όπλου χωρίς άδεια του επιθεωρητή εκρηκτικών υλών κατά τη διάρκεια κλειστής περιόδου για το κυνήγι χωρίς να έχει εξασφαλίσει ειδική άδεια ή να είναι εξουσιοδοτημένος για κάτι τέτοιο όπου με το εν λόγω πυροβόλο όπλο καταδίωξε θήραμα μέσα σε απαγορευμένη για το κυνήγι περιοχή με αποτέλεσμα να έχει στην κατοχή του 6 φονευμένα αμπελοπούλλια των οποίων η θήρα και η σύλληψη απαγορεύεται. Σε σχέση με τις κατηγορίες 4 και 8 η κατηγορούσα αρχή προέβηκε στη διακοπή τους και ως εκ τούτου ο μεν κατηγορούμενος 1 απαλλάχτηκε στην τέταρτη κατηγορία ενώ ο δε κατηγορούμενος 2 στην όγδοη κατηγορία. Εκθέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής παρέπεμψε στις λεπτομέρειες των αδικημάτων, στο περιεχόμενο των οποίων έχει ήδη γίνει αναφορά πιο πάνω. Συμπληρωματικά ο κύριος Συμεού ανάφερε ότι όταν οι δύο κατηγορούμενοι συνελήφθηκαν παραδέχτηκαν στα μέλη της υπηρεσίας θύρας ενοχή. Συνεργάστηκαν δε πλήρως με τις αρμόδιες αρχές προς τις οποίες οι κατηγορούμενοι παρέδωσαν τα δύο πυροβόλα όπλα τύπου ΔΟΚΟ καθώς επίσης και το παράνομο θήραμα. Επαρχιακός λειτουργός ειδικός στην αναγνώριση ειδών πτηνών άγριας πανίδας αναγνώρισε ότι τα εν λόγω πτηνά ήταν αμπελοπούλλια. Καταλήγοντας ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι και οι δύο κατηγορούμενοι είναι λευκού ποινικού μητρώου ενώ παράλληλα δήλωσε πως δεν έχουν δημιουργηθεί οποιαδήποτε έξοδα αναφορικά με την υπόθεση αυτή. Επιπλέον, ο κύριος Συμεού ζήτησε όπως τα δύο πυροβόλα όπλα καθώς και ένα σακίδιο επιστραφούν στο νόμιμο δικαιούχο τους ενώ τα 59 πλήρη φυσίγγια καθώς και τα 6 φονευμένα αμπελοπούλλια να κατασχεθούν και να καταστραφούν. Χωρίς να αμφισβητήσει επί της ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθηκαν από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης, αφού ανάφερε ότι οι πελάτες του απολογούνται για την αξιόποινη συμπεριφορά τους, κάλεσε το Δικαστήριο να εκλάβει την παρούσα υπόθεση ως αποτέλεσμα αψυχολόγητης και απερίσκεπτης ενέργειας των κατηγορουμένων μέσα από ένα μεμονωμένο περιστατικό υπό το φως και του λευκού ποινικού μητρώου τους. Περαιτέρω, ο εν λόγω συνήγορος κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του το νεαρό της ηλικίας των κατηγορουμένων, την άμεση παραδοχή τους αλλά και τη συνεργασία τους με τις αστυνομικές αρχές. Όπως ο εν λόγω συνήγορος είπε, οι κατηγορούμενοι έχουν μεταμελήσει και ως νομοταγείς πολίτες ζητούν μια δεύτερη ευκαιρία. Επίσης, ο συνήγορος υπεράσπισης επισήμανε ότι ένας άλλος μετριαστικός παράγοντας είναι το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την διάπραξη των αδικημάτων, για το οποίο, όπως είπε δεν ευθύνονται οι κατηγορούμενοι αλλά οι αρμόδιες αρχές. Ερχόμενος στις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις των πελατών του, ο εν λόγω συνήγορος ανάφερε ότι και οι δύο κατηγορούμενοι είναι άγαμοι και εργάζονται με έκαστο να έχει μηνιαίο μισθό €850,00. Τέλος ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο προσανατολίζεται να επιβάλει στους κατηγορουμένους ποινή στερητικής της ελευθερίας τους να ανασταλεί καθότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο. Αναμφίβολα όλα τα αδικήματα που και οι δύο κατηγορούμενοι παραδέχτηκαν ότι διέπραξαν είναι πολύ σοβαρά. Ενδεικτική δε της σοβαρότητας τους είναι η προβλεπόμενη στο νόμο ποινή. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 632, Παπαγεωργίου (Γιάγκος) v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 646 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Συγκεκριμένα, το αδίκημα της μεταφοράς πυροβόλου όπλου κατηγορίας 'Δ' εντός της Δημοκρατίας κατά τη διάρκεια κλειστής περιόδου για το κυνήγι χωρίς να έχει εξασφαλιστεί ειδική άδεια ή να υπάρχει εξουσιοδότηση για κάτι τέτοιο τιμωρείται με βάση το άρθρο 51 του Ν.113(Ι)/2004 με ποινή φυλάκισης μέχρι 15 έτη ή με χρηματική ποινή μέχρι €42.715,04 ή και με τις δύο αυτές ποινές. Το δε αδίκημα της μεταφοράς εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια του επιθεωρητή εκρηκτικών υλών επισύρει, σύμφωνα με το άρθρο 4
(4)(δ) του Κεφ.54, ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δέκα έτη ή πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τα €2.562,90 ή και τις δύο αυτές ποινές. Παράλληλα, πρόσωπο που κρίνεται ένοχο στη διάπραξη του αδικήματος της καταδίωξης θηράματος μέσα σε απαγορευμένη για το κυνήγι περιοχή υπόκειται δυνάμει του άρθρου 88 του Ν.152(Ι)/2003 σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα 3 χρόνια ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €17.086,01 ή και στις δύο αυτές ποινές. Ακόμη όποιος διαπράττει το αδίκημα της κατοχής προστατευμένων αγρίων πτηνών των οποίων απαγορεύεται η θήρα και σύλληψη τιμωρείται με βάση το άρθρο 88 του Ν.152(Ι)/2003 σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα 3 χρόνια ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €17.086,01 ή και στις δύο αυτές ποινές. Η σοβαρότητα των αδικημάτων που αφορούν την παράνομη μεταφορά και χρήση όπλων και εκρηκτικών υλών έγκειται επίσης στο γεγονός ότι η διάπραξη τους όταν η χρήση τους συνοδεύεται με παράνομη πράξη υπονομεύει την έννομη τάξη, οδηγεί στην αναρχία, καταρρακώνει την προσωπικότητα ατόμων, δημιουργεί αισθήματα φόβου και ανασφάλειας στους νομιμόφρονες πολίτες και γενικότερα διασαλεύει την ειρηνική διαβίωση πολιτών, στοιχεία που δεν έχουν θέση σε μια δημοκρατική κοινωνία. Οι οδυνηρές συνέπειες αυτών των αδικημάτων είναι γνωστές και πρέπει να αρχίσει μια γενική επαγρύπνηση και εκτός αν εξαπολυθεί ένας ανελέητος πόλεμος εναντίον όσων εμπλέκονται σε αυτού του είδους αδικήματα, η προστασία των φιλήσυχων και νομοταγών πολιτών και οι δημοκρατικές διαδικασίες σε αυτή την πολιτεία θα βρίσκονται σε συνεχή κίνδυνο (Παπαγεωργίου (Γιάγκος) v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 646 και Θεοδούλου v. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 206). Το Δικαστήριο αντιμετωπίζει τέτοιας φύσεως αδικήματα με αυστηρότητα επιβάλλοντας ποινές αποτρεπτικής φύσεως για προστασία των νομοταγών πολιτών. Θεώρηση της νομολογίας καταδεικνύει ότι για τέτοιου είδους αδικήματα συνήθως επιβάλλεται ποινή φυλάκισης. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει ακόμη στις υποθέσεις Θεοδούλου v. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 206, Γενικός Εισαγγελέας v. Λεωνίδου
(1997)2 Α.Α.Δ. 300, Παπαγεωργίου (Γιάγκος) v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 646, Γρηγορίου v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 158, Ψωμάς v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α. Δ. 312, Καύκαρος κ.ά. v. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 51, Πέγκερος v. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 143, Σούτζιης v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 224, Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ.582 και Κλεάνθους v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 281, οι οποίες βέβαια διαχωρίζονται από την παρούσα υπόθεση καθότι εδώ το πυροβόλο όπλο και τα φυσίγγια που εντοπίστηκαν να είχαν μεταφερθεί αλλά και χρησιμοποιηθεί για το κυνήγι και θανάτωση αγρίων πτηνών δεν χρησιμοποιήθηκαν αλλά ούτε και έγινε απόπειρα χρήσης τους για τραυματισμό ατόμου ή εκφοβισμό προσώπου ή κακόβουλης ζημιάς ή καταστροφής περιουσίας. Αναφορικά με αδικήματα που εμπίπτουν στον Περί Προστασίας και Διαχείρισης Άγριων Πτηνών και Θηραμάτων Νόμο του 2003 (Ν.152(Ι)/2003)η διάπραξη τους είναι για διαφορετικό λόγο εξίσου σοβαρά επειδή επηρεάζουν την πανίδα και κατ' επέκταση το φυσικό περιβάλλον του νησιού και γενικότερα αντιστρατεύονται τους σκοπούς για τους οποίους ο Ν.152(Ι)/2003θεσπίστηκε. Με την ψήφιση του πιο πάνω Νόμου ο νομοθέτης επιδίωξε την εισαγωγή μηχανισμού ελέγχου και προστασίας του περιβάλλοντος, γι' αυτό η αυστηρή προσήλωση στους Νόμους και Κανονισμούς και γενικότερα η προσεκτική επιχείρηση κυνηγίου θηράματος στα επιτρεπόμενα είδη πτηνών, στις επιτρεπόμενες μόνο περιοχές και βεβαίως τα χρονικά διαστήματα που υποδεικνύονται από την αρμόδια αρχή είναι κάτι το επιβεβλημένο. Όπως το άρθρο 3 ρητά επισημαίνει, σκοπός της κείμενης νομοθεσίας είναι: (α) Η προστασία, διατήρηση διαχείριση και εκμετάλλευση όλων των ειδών αγρίων πτηνών, (β) η προστασία, η διατήρηση ή προσαρμογή του πληθυσμού όλων των ειδών άγριων πτηνών σε ένα επίπεδο που να ανταποκρίνεται στις οικολογικές, επιστημονικές και μορφωτικές απαιτήσεις, λαμβάνοντας ωστόσο υπόψη τις οικονομικές και ψυχαγωγικές απαιτήσεις, (γ) η προστασία της άγριας πανίδας, (δ) η διασφάλιση της διατήρησης ή αποκατάστασης σε ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης των ειδών κοινοτικού ενδιαφέροντος, (ε) η προστασία της βιοποικιλότητας και η ανάσχεση της απώλειας της βιοποικιλότητας, των οικοσυστημάτων, της άγριας χλωρίδας και πανίδας της Κύπρου, καθώς και η πρόληψη μετάδοσης ασθενειών στην άγρια πανίδα. Το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Παναγιώτου v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 354, όπου το Ανώτατο επικρότησε την προσέγγιση του πρωτόδικου δικαστηρίου, πραγματεύεται κατά τρόπο χαρακτηριστικό το στοιχείο της σοβαρότητας που τέτοια αδικήματα ενέχουν καθώς και τη συχνότητα διάπραξης τους αλλά και την αυστηρότητα με την οποία αυτά πρέπει να αντιμετωπίζονται: "Ο σκοπός του νόμου αυτού είναι η προστασία της πανίδας της Κυπριακής Δημοκρατίας και ειδικά στη συγκεκριμένη περίπτωση των αγρίων πτηνών που είναι προστατευόμενα. Πράξεις όπως των κατηγορουμένων πλήττουν καίρια και ουσιαστικά τους σκοπούς του νόμου εφόσον δια της χρήσεως δικτύων όπως ήταν η προκειμένη περίπτωση, γίνεται μαζική αφαίρεση άγριων πτηνών από την άγρια ζωή της Κυπριακής Δημοκρατίας στην οποία ανήκουν. Η συχνότητα δε διάπραξης τέτοιων αδικημάτων, για το οποίο γεγονός μπορώ να λάβω δικαστική γνώση ως εκ της ιδιότητας μου, ενισχύει την νομολογιακή σημασία ότι τα πρωτόδικα δικαστήρια θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα αυστηρά στην προσέγγιση τέτοιου είδους αδικημάτων με σκοπό την αποτρεπτικότητα (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Σε διάφορες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σε σχέση με υποθέσεις παρόμοιων αδικημάτων, έχει τονισθεί η αυστηρή προσέγγιση των πρωτόδικων δικαστηρίων σε συνάρτηση με την ανάγκη προστασίας της άγριας ζωής του νησιού η οποία, όπως διαπιστώθηκε, κινδυνεύει με αφανισμό (βλ. Αρχιμήδης Αντρέα ν. Αστυνομίας
(1966)2 Α.Α.Δ. 71, Prakki v. The Police
(1985)2 C.L.R. 142 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 Α.Α.Δ. 5)." Στην ίδια υπόθεση το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε τα εξής: "Η άγρια ζωή αποτελεί κοινό εθνικό πλούτο. Πρέπει να τύχει προστασίας με όλα τα μέσα που διαθέτει ο Νόμος. Επιεικής αντιμετώπιση των παραβατών θα δώσει λανθασμένα μηνύματα. Πρόσθετα η συχνότητα διάπραξης του επίδικου αδικήματος, για την οποία ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο είχε δικαστική γνώση, υπαγορεύει την επιβολή αποτρεπτικών ποινών (βλ. Παλάοντας ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ." Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, η απευθείας υπονόμευση των σκοπών του σχετικού νόμου καθώς και η ανησυχητική έξαρση στη διάπραξη τέτοιων αδικημάτων, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις ενώπιον μου υποθέσεις, είναι παράγοντες που, ανάμεσα σ' άλλα, καθιστούν τα αδικήματα σοβαρά, τα οποία χρήζουν αναχαίτισης με την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Στην πιο πάνω υπόθεση ποινή φυλάκισης 45 ημερών που το πρωτόδικο δικαστήριο επέβαλε σε άτομο που διέπραξε τα αδικήματα της καταδίωξης άγριων πτηνών μέσα σε απαγορευμένη για το κυνήγι περιοχή και της σύλληψης 60 σγαρτιλιών που είναι προστατευόμενα άγρια πτηνά και λήφθηκαν υπόψη άλλες 4 ποινικές υποθέσεις, επικυρώθηκε κατ' έφεση. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση η σοβαρότητα των αδικημάτων, όπως αυτή προσδιορίστηκε μέσα από τους πιο πάνω παράγοντες είναι ένα στοιχείο επιβαρυντικό που λαμβάνεται υπόψη. Η υπόθεση αυτή όμως κρίνεται σοβαρή και από τα γεγονότα καθώς και τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων. Ειδικότερα λαμβάνω υπόψη μου ότι η αξιόποινη συμπεριφορά των κατηγορουμένων δεν περιορίστηκε απλά στην παράνομη μεταφορά πυροβόλου όπλου αλλά επεκτάθηκε στη διάπραξη και άλλων σοβαρών αδικημάτων όπως της παράνομης μεταφοράς φυσιγγίων, στην καταδίωξη θηράματος μέσα σε απαγορευμένη για το κυνήγι περιοχή και της κατοχής προστατευμένων αγρίων πτηνών, δείχνοντας έτσι μια σύνθετη παράνομη στάση από μέρους τους. Σαφώς η χρήση του πυροβόλου όπλου για τη διάπραξη άλλων σοβαρών αδικημάτων είναι ένας παράγοντας που επιβαρύνει τη θέση των κατηγορουμένων. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι η ποικιλόμορφη αξιόποινη συμπεριφορά των κατηγορουμένων οδήγησε στην καταπάτηση και περιφρόνηση διαφόρων νομοθεσιών, κάτι το οποίο δεν μπορεί να αγνοηθεί. Ενδεικτικό των όσο αναφέρω είναι η ενέργεια και των δύο κατηγορουμένων να κυνηγήσουν προστατευμένα άγρια πτηνά σε απαγορευμένη για το κυνήγι περιοχή και κατά τη διάρκεια κλειστής περιόδου κυνηγίου χρησιμοποιώντας παράνομα πυροβόλο όπλο και φυσίγγια. Η δε μεταφορά 59 συνολικά πλήρη φυσίγγια και από τους δύο κατηγορουμένους δείχνει την έκταση της παράνομης θήρας που θα διεξαγόταν, η οποία όμως τελικά περιορίστηκε με την παρέμβαση των αστυνομικών αρχών και των μελών της υπηρεσίας θήρας. Ο αριθμός των 6 αμπελοπουλλιών που συνελήφθηκαν και θανατώθηκαν σε απαγορευμένη περιοχή κυνηγιού και κατά τη διάρκεια κλειστής περιόδου για το κυνήγι είναι ένα άλλος επιβαρυντικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη. Από την άλλη, προς όφελος των κατηγορουμένων 1 και 2 για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Την άμεση παραδοχή τους στην αστυνομία με την οποία συνεργάστηκαν για τη διερεύνηση και την πλήρη εξιχνίαση της υπόθεσης αυτής. (β) Την άμεση παραδοχή τους στο Δικαστήριο. (γ) Το λευκό ποινικό μητρώο τους. (δ) Την απολογία τους όπως αυτή εκφράστηκε από το συνήγορο υπεράσπισης. (ε) Το λευκό ποινικό μητρώο των κατηγορουμένων σε συνδυασμό με την άμεση παραδοχή τους στην αστυνομία και στο Δικαστήριο αλλά και τη συνεργασία τους με τις ανακριτικές αρχές στην διερεύνηση και εξιχνίαση της υπόθεσης αυτής, φανερώνει ότι πρόκειται για ένα μεμονωμένο περιστατικό προερχόμενο από μία απερίσκεπτη, πλην όμως καταδικαστέα, ενέργεια των κατηγορουμένων και για το οποίο επέδειξαν έμπρακτη μεταμέλεια. (στ) Αναφορικά με τις συνθήκες διάπραξης των γεγονότων, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι η παράνομη και χωρίς εξουσιοδότηση μεταφορά πυροβόλου όπλου τύπου ΔΟΚΟ και φυσιγγίων δεν χρησιμοποιήθηκαν για τον τραυματισμό ατόμου ή εκφοβισμό προσώπου ή κακόβουλης ζημιάς ή καταστροφής περιουσίας, χωρίς βέβαια να υποβαθμίζεται σε καμία περίπτωση η σοβαρότητα της υπόθεσης αυτής. (ζ) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις των κατηγορουμένων 1 και 2, όπως αυτές εκτέθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο υπεράσπισης και ειδικότερα: · Είναι άγαμοι. · Αμφότεροι εργάζονται με έκαστο από αυτούς να λαμβάνει μηνιαίο μισθό €850,00. Δεν διαφεύγει ακόμη της προσοχής του Δικαστηρίου το νεαρό της ηλικίας των κατηγορουμένων κατά το χρόνο διάπραξης τους. Ειδικότερα τότε ο κατηγορούμενος 1 ήταν 23 ετών και ο κατηγορούμενος 2 ήταν 21 ετών, ηλικίες που τους καθιστούσαν επιρρεπής στη διάπραξη απερίσκεπτων και ανώριμων πράξεων. Οι εν λόγω κατηγορούμενοι, όντως όπως έδειξαν ευάλωτοι στη νεανική επιπολαιότητα, προέβηκαν σε αψυχολόγητες ενέργειες, των οποίων δεν εκτίμησαν τις συνέπειες που μπορούσαν να επιφέρουν, με αποτέλεσμα να βρίσκονται σήμερα υπόλογοι αυτών των συνεπειών των πράξεων τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Ένας άλλος παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη είναι ο χρόνος που διέρρευσε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή. Ειδικότερα παρατηρώ ότι ενώ όλα τα αδικήματα διαπράχτηκαν στις 15.11.11 και οι δύο κατηγορούμενοι είχαν ευθύς συνεργαστεί με τις ανακριτικές αρχές και παραδεχτεί σε όλα τα αδικήματα, η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο στις 07.02.14, δηλαδή μετά από 2 χρόνια και 3 μήνες περίπου, χωρίς η κατηγορούσα αρχή να δίδει οποιαδήποτε εξήγηση γι' αυτήν την καθυστέρηση. Εν πάσει περιπτώσει, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη προς όφελος των κατηγορουμένων το χρονικό διάστημα των 2,5 ετών περίπου που διέρρευσε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή (Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδης
(1993)2 Α.Α.Δ. 358 και Μυροφόρα ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 84). Σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι η αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί και στους δύο κατηγορουμένους είναι ο συνδυασμός προστίμου και υπογραφής προσωπικής εγγύησης, το ύψος των οποίων θα αντανακλά όλα τα πιο πάνω περιλαμβανομένου των ελαφρυντικών παραγόντων. Θεωρώ ότι στην προκειμένη περίπτωση ο συνδυασμός χρηματικής ποινής και υπογραφής προσωπικής εγγύησης εξυπηρετεί τον σκοπό της αποτροπής ενώ παράλληλα δίδεται μία δεύτερη ευκαιρία στους κατηγορουμένους. Καταληκτικά επιβάλλονται στους κατηγορουμένους 1 και 2 οι ακόλουθες ποινές: Κατηγορούμενος 1: Πρώτη κατηγορία - χρηματική ποινή ύψους €300,00 και επιπλέον να υπογράψει προσωπική εγγύηση ύψους €1.000,00 για να επιδεικνύει καλή διαγωγή και να τηρεί την τάξη, τους νόμους και κανονισμούς της Κυπριακής Δημοκρατίας για περίοδο 2 ετών Κατηγορούμενος 1: Δεύτερη κατηγορία - χρηματική ποινή ύψους €200,00 και επιπλέον να υπογράψει προσωπική εγγύηση ύψους €1.000,00 για να επιδεικνύει καλή διαγωγή και να τηρεί την τάξη, τους νόμους και κανονισμούς της Κυπριακής Δημοκρατίας για περίοδο 2 ετών Κατηγορούμενος 1: Τρίτη κατηγορία - χρηματική ποινή ύψους €400,00 και επιπλέον να υπογράψει προσωπική εγγύηση ύψους €1.000,00 για να επιδεικνύει καλή διαγωγή και να τηρεί την τάξη, τους νόμους και κανονισμούς της Κυπριακής Δημοκρατίας για περίοδο 2 ετών Κατηγορούμενος 2: Πέμπτη κατηγορία - χρηματική ποινή ύψους €300,00 και επιπλέον να υπογράψει προσωπική εγγύηση ύψους €1.000,00 για να επιδεικνύει καλή διαγωγή και να τηρεί την τάξη, τους νόμους και κανονισμούς της Κυπριακής Δημοκρατίας για περίοδο 2 ετών Κατηγορούμενος 2: Έκτη κατηγορία - χρηματική ποινή ύψους €300,00 και επιπλέον να υπογράψει προσωπική εγγύηση ύψους €1.000,00 για να επιδεικνύει καλή διαγωγή και να τηρεί την τάξη, τους νόμους και κανονισμούς της Κυπριακής Δημοκρατίας για περίοδο 2 ετών Κατηγορούμενος 2: Έβδομη κατηγορία - χρηματική ποινή ύψους €400,00 και επιπλέον να υπογράψει προσωπική εγγύηση ύψους €1.000,00 για να επιδεικνύει καλή διαγωγή και να τηρεί την τάξη, τους νόμους και κανονισμούς της Κυπριακής Δημοκρατίας για περίοδο 2 ετών Κατηγορούμενος 2: Ένατη κατηγορία - χρηματική ποινή ύψους €500,00 και επιπλέον να υπογράψει προσωπική εγγύηση ύψους €1.000,00 για να επιδεικνύει καλή διαγωγή και να τηρεί την τάξη, τους νόμους και κανονισμούς της Κυπριακής Δημοκρατίας για περίοδο 2 ετών Οι χρηματικές ποινές που επιβλήθηκαν στους κατηγορουμένους και αφορούν το αδίκημα της μεταφοράς εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών διαφέρουν μεταξύ τους επειδή ο κατηγορούμενος 1 μετέφερε παράνομα μόνο 2 πλήρη φυσίγγια ενώ ο κατηγορούμενος 2 μετέφερε παράνομα 57 πλήρη φυσίγγια. Περαιτέρω, τα 59 πλήρη φυσίγγια καθώς και τα 6 φονευμένα αμπελοπούλλια να κατασχεθούν και να καταστραφούν ενώ το πυροβόλο όπλο κατηγορίας Δ τύπου ΔΟΚΟ με αριθμό εγγραφής 135676 και αριθμό κατασκευής 12018914, το πυροβόλο όπλο κατηγορίας Δ τύπου ΔΟΚΟ με αριθμό εγγραφής LL29468 και αριθμό κατασκευής HJ283928 καθώς και ένα σακίδιο να επιστραφούν στους νόμιμους δικαιούχους τους. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence Αναφορά: Ποινικό/ Μεταφορά πυροβόλου όπλου κατά τη διάρκεια κλειστής περιόδου-Μεταφορά εκρηκτικών υλικών χωρίς άδεια του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών- Καταδίωξη θηράματος μέσα σε απαγορευμένη περιοχή για το κυνήγι-Κατοχή προστατευμένων αγρίων πτηνών /Ποινή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο