← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΛΙΟΥΠΟΜΙΡ ΜΑΡΓΑΡΙΤΟΒ, Αρ. Υπόθεσης: 5661/2011, 8/5/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΛΙΟΥΠΟΜΙΡ ΜΑΡΓΑΡΙΤΟΒ, Αρ. Υπόθεσης: 5661/2011, 8/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B85 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5661/2011 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΛΙΟΥΠΟΜΙΡ ΜΑΡΓΑΡΙΤΟΒ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 08.05.14 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Για Κατηγορούμενο: κος Σ. Σάββα Κατηγορούμενος: παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία της κλοπής υλικού που διαβιβάζεται ταχυδρομικώς κατά παράβαση των άρθρων 255 και 264 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων (πρώτη κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι μεταξύ των ημερομηνιών 21.07.09 και 30.10.09 στην Πάφο έκλεψε την κυβερνητική επιταγή υπ' αριθμό 12-210356 για το ποσό των €887,04, η οποία αποστάληκε ταχυδρομικώς στην Bibiana Brhelova στη λεωφόρο Τάφοι των Βασιλέων 102 στην Πάφο. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία πλαστογραφίας, κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 331, 334(δ)(i), 334, 339, 297 και 298 του Κεφ.154 (δεύτερη, τρίτη και τέταρτη κατηγορία). Με βάση τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι μεταξύ των ημερομηνιών 21.07.09 και 30.10.09 στην Πάφο αφού πλαστογράφησε την προαναφερόμενη επιταγή θέτοντας την υπογραφή της δικαιούχου Bibiana Brhelova στην επιταγή χωρίς την εξουσιοδότηση της, εν γνώσει του και δολίως στις 30.10.09 την έθεσε σε κυκλοφορία και την παρουσίασε στον Ευδόκιμο Ευδοκίου, υπάλληλο στο υποκατάστημα της Ελληνικής Τράπεζας που βρίσκεται στην οδό Νεόφυτου Νικολαΐδη στην Πάφο και εκεί με πρόθεση δόλου την παρουσίασε ως γνήσια αποσπώντας έτσι δια ψευδών παραστάσεων το ποσό των €887,

  1. Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής ακούστηκε μαρτυρία από 5 μάρτυρες και συγκεκριμένα από τoν αστυνομικό εξεταστή της υπόθεσης, αρχιαστυφύλακα 4554 Μάξιμο Χριστοδούλου (ΜΚ1), την πρώην προϊστάμενη του Κλάδου Επιθεωρήσεων του Επαρχιακού Γραφείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων Πάφου, Πόπη Αϊφωτίτη (ΜΚ2), τον λειτουργό της Ελληνικής Τράπεζας Ευδόκιο Ευδοκίου (ΜΚ3), την υπάλληλο του Επαρχιακού Ταχυδρομείου Πάφου Αγγελική Σιάμπη (ΜΚ4) και τον ταχυδρομικό διανομέα του Επαρχιακού Ταχυδρομείου Πάφου Χρίστο Χριστοδουλίδη (ΜΚ5). Παράλληλα, παρουσιάστηκαν 17 τεκμήρια από τα οποία το Τεκμήριο 17 που είναι η γραπτή κατάθεση ημερομηνίας 28.04.10 του Ανδρέα Πολυδώρου, υπαλλήλου του Επαρχιακού Ταχυδρομείου Πάφου στον τομέα συστημένης αλληλογραφίας, κατόπιν έγκρισης του Δικαστηρίου, κατατέθηκε από κοινού με τα μέρη να αποδέχονται το περιεχόμενο του ως αληθές. Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, όπως προκύπτει από την μαρτυρία των προαναφερθέντων μαρτύρων, συνοψίζεται ως εξής: Ο ΜΚ1 κατά την διάρκεια της κυρίως εξέτασης του κατάθεσε 11 τεκμήρια, εκ των οποίων την γραπτή κατάθεση του ως Τεκμήριο 1, την επίδικη επιταγή ως Τεκμήριο 4, το απόκομμα αυτής ως Τεκμήριο 6, 10 δείγματα γραφής-υπογραφής της δικαιούχου ως Τεκμήριο 2, 10 δείγματα γραφής-υπογραφής της δικαιούχου ως Τεκμήριο
  2. Στην γραπτή κατάθεση ημερομηνίας 24.02.09 αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι στην κατάθεση της η παραπονούμενη (δικαιούχο της επίδικης επιταγής) είπε πως δεν παρέλαβε και ούτε εξαργύρωσε την επίδικη επιταγή αλλά και ούτε άλλο πρόσωπο με την συγκατάθεση της. Στις 08.04.10 έλαβε κατάθεση από τον τραπεζικό υπάλληλο (ΜΚ3) καθώς επίσης και έγγραφα που δείχνουν ότι η επίδικη επιταγή κατατέθηκε στον λογαριασμό υπ' αριθμό 511-01-434302-01 που ανήκει στον κατηγορούμενο. Ακολούθως και συγκεκριμένα στις 12.04.10 και 14.04.10 έλαβε ανακριτικές καταθέσεις από τον κατηγορούμενο που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 9 και 10, μέσα από τις οποίες έδωσε την δική του εκδοχή. Στις 14.04.10 διεξήχθη έρευνα στο όχημα με αριθμούς εγγραφής EZH 133 που μόνο αυτός οδηγούσε και εντός αυτού εντοπίστηκε, ανάμεσα σ' άλλα, το απόκομμα της επίδικης επιταγής. Επίσης, στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης αυτής, έλαβε τόσο από την παραπονούμενη όσο και από τον κατηγορούμενο 10 δείγματα γραφής-υπογραφής τους τα οποία και απέστειλε για γραφολογικές εξετάσεις. Στη συνέχεια ο εν λόγω μάρτυρας κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για τα κατ' ισχυρισμό αδικήματα του κατηγορητηρίου, ο οποίος και αρνήθηκε τη διάπραξη τους. Το αστυνομικό έντυπο κατηγορίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  3. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1, ανάμεσα σ' άλλα, κατάθεσε την έκθεση του εργαστηρίου γραφολογίας ως Τεκμήριο 12 και δήλωσε πως με βάση αυτή ούτε ο κατηγορούμενος αλλά ούτε και η δικαιούχος συνδέονται με τα γραφόμενα της επίδικης επιταγής. Ο εν λόγω μάρτυρας είπε ακόμη ότι ο κατηγορούμενος κατάθεσε την επίδικη επιταγή για πληρωμή στις 30.10.09 σε λογαριασμό για τον οποίο, όπως του είπε ο αρμόδιος τραπεζικός υπάλληλος, δικαίωμα υπογραφής έχει μόνο ο ίδιος. Περαιτέρω, ο ΜΚ1 δήλωσε πως η παραπονούμενη διέμενε δίπλα από την μπυραρία S300 και τα γράμματα που αποστέλλονταν τοποθετούνταν, όπως του είπε ο ταχυδρόμος, έξω από την πόρτα του εν λόγω κέντρου αναψυχής. Η ΜΚ2 στη γραπτή κατάθεση της στην αστυνομία, η οποία κατατέθηκε στην παρούσα διαδικασία ως Τεκμήριο 13 σαν μέρος της κυρίως εξέτασης της αναφέρει ότι στις 24.09.09 η δικαιούχος της επίδικης επιταγής υπέβαλε δήλωση στο τμήμα της με την οποία σημειώνει ότι δεν την παρέλαβε. Η εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ακόμη ότι μετά από εσωτερικό έλεγχο που διεξήχθη διαπιστώθηκε ότι η εν λόγω επιταγή, η οποία εκδόθηκε στα πλαίσια πληρωμής άδειας απολαβών με ημερομηνία πληρωμής 21.07.09 και δικαιούχο την Bibiana Brhelova για το ποσό των €887,04 και αποστάληκε στη διεύθυνση της δικαιούχου, είχε εξαργυρωθεί. Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας αυτή δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως η επίδικη επιταγή εξαργυρώθηκε στις 27.10.09 στο υποκατάστημα του Ελληνικού Συνεργατικού Ταμιευτηρίου που βρίσκεται στη λεωφόρο Ελλάδος στην Πάφο. Είναι η θέση της μάρτυρος ότι μαζί με την επίδικη επιταγή θα πρέπει να είχε αποσταλεί και το απόκομμα της στη διεύθυνση της δικαιούχου. Ακολούθως, η εν λόγω μάρτυρας είπε ότι πληροφορήθηκε ότι στις 22.06.10 εκδόθηκε και ακολούθως αποστάληκε στη δικαιούχο νέα επιταγή υπ' αριθμό 15235817 για το ποσό των €887,04 εις αντικατάσταση της επίδικης και ότι προτού η νέα αυτή επιταγή αποσταλεί ο κατηγορούμενος στις 20.05.10 επέστρεψε το ποσό των €887,
  4. Ο ΜΚ3 στη γραπτή κατάθεση του στην αστυνομία, η οποία κατατέθηκε στην παρούσα διαδικασία ως Τεκμήριο 14 σαν μέρος της κυρίως εξέτασης του βεβαιώνει ότι η επίδικη επιταγή κατατέθηκε στο λογαριασμό του κατηγορουμένου υπ' αριθμό 511-01-434302-
  5. Ο ίδιος δεν θυμάται αν ήταν ο κατηγορούμενος ή κάποιο άλλο άτομο που στις 30.10.09 κατάθεσε την επίδικη επιταγή στον πιο πάνω λογαριασμό. Στη δια ζώσης μαρτυρία του της κυρίως εξέτασης αναγνώρισε το Τεκμήριο 4 ως την επίδικη επιταγή που κατατέθηκε στο λογαριασμό του κατηγορουμένου, ο οποίος ήταν πελάτης στο υποκατάστημα της Ελληνικής Τράπεζας στο οποίο εργαζόταν. Αναγνώρισε ακόμη πάνω στην επίδικη επιταγή τη σφραγίδα του υποκαταστήματος που φέρει ημερομηνία 30.10.
  6. Σε ερώτηση της εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής αν τον προβλημάτισε το γεγονός ότι ενώ ο λογαριασμός στον οποίο προοριζόταν για κατάθεση η επίδικη επιταγή ήταν του κατηγορουμένου αλλά η επίδικη επιταγή είχε εκδοθεί στο όνομα της παραπονούμενης, ο εν λόγω μάρτυρας απάντησε αρνητικά επειδή, όπως είπε, από τη στιγμή που παρουσίαζε την επιταγή ήταν πελάτης της τράπεζας τότε με βάση τις τραπεζικές διαδικασίες μπορούσε ο ίδιος να προχωρήσει στην κατάθεση της. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ3 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως γνωρίζει τον κατηγορούμενο από το έτος
  7. Επίσης ο εν λόγω μάρτυρας είπε ότι παρόλο ότι δεν θυμάται αν στη συγκεκριμένη περίπτωση είχε ερωτήσει για τα αμφιλεγόμενα στοιχεία που βρίσκονται στο πίσω μέρος της επίδικης επιταγής, εντούτοις συνήθως ερωτά για τα στοιχεία του δικαιούχου. Η ΜΚ4 στη γραπτή κατάθεση της στην αστυνομία, η οποία κατατέθηκε στην παρούσα διαδικασία ως Τεκμήριο 15 σαν μέρος της κυρίως εξέτασης της αναφέρει ότι σύμφωνα με την διεύθυνση που φέρει η επιστολή της επίδικης επιταγής δεν υπάρχουν ταχυδρομικά κιβώτια στο συγκρότημα κατοικιών προς το οποίο απευθύνεται και έτσι όλα τα γράμματα που αποστέλλονταν εκεί τοποθετούνταν όλα δεμένα με λαστιχάκι πάνω σε τραπέζι μπροστά από το κέντρο αναψυχής S
  8. Στην πίσω μεριά του εν λόγω κέντρου αναψυχής υπάρχουν μεζονέτες που δεν επικοινωνούν με τα άλλα διαμερίσματα αλλά αυτές διαθέτουν ταχυδρομικά κιβώτια και έτσι τα γράμματα που αποστέλλονταν εκεί τοποθετούνταν στα ταχυδρομικά τους κιβώτια. Σε μία από τις μεζονέτες αυτές διαμένει και ο κατηγορούμενος και όσα γράμματα είχαν άγνωστο για τον ταχυδρόμο παραλήπτη ή απουσίαζαν της είχε πει ότι μπορούσαν να τοποθετηθούν στο δικό του ταχυδρομικό κουτί για να τους τα δώσει ο ίδιος. Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας αυτή δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως ο κατηγορούμενος διαμένει στη μεζονέτα αρ.13 του Izabella Complex. Η ίδια όμως είναι σίγουρη ότι δεν είναι αυτή που πήρε την επιστολή της επίδικης επιταγής επειδή είχε ανεπαρκής διεύθυνση αφού δεν ξεκαθάριζε ποιο Isabella Complex αφορούσε, δηλαδή αυτό στο οποί ο κατηγορούμενος διέμενε ή το απέναντι με τα διαμερίσματα που δεν είχαν ταχυδρομικό κιβώτιο. Περαιτέρω, η εν λόγω μάρτυρας επανέλαβε ότι ο κατηγορούμενος της είχε πει ότι όσες επιστολές δεν μπορούσαν να εντοπίσουν τον παραλήπτη του μπορούσαν να του τις δώσουν του ιδίου και αναλάμβανε αυτός που τους γνώριζε να τους τις παραδώσει, πράγμα που αυτή έκανε χωρίς οποιοδήποτε πρόβλημα από μέρους του κατηγορουμένου. Επίσης η ΜΚ4 δήλωσε πως το μικρό μέγεθος του φακέλου της επίδικης επιταγής σε συνδυασμό με το όνομα του αποστολέα καθώς και τη δυνατότητα κάποιος να διαβάσει το περιεχόμενο της επιστολής καθιστά αντιληπτό ότι πρόκειται για επιταγή που είχε αποσταλεί. Ο ΜΚ5 στη γραπτή κατάθεση του στην αστυνομία, η οποία κατατέθηκε στην παρούσα διαδικασία ως Τεκμήριο 16 σαν μέρος της κυρίως εξέτασης του επιβεβαιώνει την ΜΚ4 στο ζήτημα της τοποθέτησης των γραμμάτων των διαμερισμάτων που δεν είχαν ταχυδρομικό κιβώτιο σε τραπέζι δίπλα από το κέντρο αναψυχής S
  9. Μεταγενέστερα όμως τα τοποθετούσε στα σκαλιά της εισόδου της πολυκατοικίας. Ο εν λόγω μάρτυρας γνωρίζει τον κατηγορούμενο επειδή όταν έκανε τη διανομή γραμμάτων στον τομέα αυτό του είχε πει όσους παραλήπτες τέτοιων γραμμάτων δεν τους γνώριζε να τα τοποθετούσε στο ταχυδρομικό κιβώτιο του και αναλάμβανε να τους τα παραδώσει αφού γνώριζε όλους τους ενοίκους του συγκροτήματος των μεζονέτων. Ο ΜΚ5 το έπραξε αυτό 2-3 φορές όμως στη συνέχεια τοποθετούσε τα γράμματα στα κιβώτια των παραληπτών. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ5 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως μετά που έπαυσε να τοποθετούνται τα γράμματα των διαμερισμάτων στο τραπέζι δίπλα από το κέντρο αναψυχής ο ίδιος ανέβαινε τα σκαλιά της πολυκατοικίας του συγκροτήματος και τα τοποθετούσε πάνω στην είσοδο. Η δε γραπτή κατάθεση του Ανδρέα Πολυδώρου, η οποία κατατέθηκε από κοινού ως Τεκμήριο 17 με τα μέρη να αποδέχονται το περιεχόμενο της ως αληθές, σημειώνει, μεταξύ άλλων, ότι το πρόσωπο αυτό, δηλαδή ο Πολυδώρου, εξέδωσε στις 04.06.09 τα ειδοποιητήρια άφιξης συστημένων ή ασφαλισμένων αντικειμένων με αριθμούς RA 164133634 CY και RA 164133648 CY (Τεκμήρια 7 και 8) τα οποία και αποστάληκαν στους δικαιούχους τους σύμφωνα με το όνομα και τη διεύθυνση που αναφέρονται σ' αυτά. Επειδή μετά πάροδο 15 ημερών ουδείς προσήλθε να τα παραλάβει, αποστάληκαν υπενθυμίσεις ημερομηνίας 18.06.09 και αφού ούτε μετά πάροδο ενός μηνός είχαν παραληφθεί οι επιστολές επιστράφηκαν στον αποστολέα. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως εισηγήθηκε, με βάση το άρθρο 74

(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και ότι το Δικαστήριο πρέπει να τον αθωώσει σε αυτό το στάδιο. Είναι η θέση του εν λόγω συνηγόρου ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχει τεθεί μαρτυρία που να συνδέει τον κατηγορούμενο με ενδεχόμενο θέμα κλοπής ή με τις συνθήκες κλοπής της επίδικης επιταγής, υπό το φως και της μη εμφάνισης της παραπονούμενης ως μάρτυρα. Περαιτέρω, είναι η θέση του κυρίου Σάββα ότι δεν υπάρχει μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι ο πελάτης του γνώριζε ότι η υπογραφή στο όνομα του εκδότη ήταν πλαστογραφημένη και έγινε εν αγνοία και χωρίς την εξουσιοδότηση του φερόμενου ως δικαιούχου της επιταγής. Επίσης, όπως ο εν λόγω συνήγορος είπε, ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε που να δείχνει ότι ο κατηγορούμενος προέβηκε σε ψευδείς παραστάσεις. Από την άλλη η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι μέσα από τη μαρτυρία που προσκομίστηκε έχουν αποδειχτεί όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων της πρώτης, τρίτης και τέταρτης κατηγορίας του κατηγορητηρίου και γι' αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να καλέσει τον κατηγορούμενο σε απολογία στις εν λόγω κατηγορίες. Μέσα από τη δική της νομική επιχειρηματολογία η κυρία Παπαλαζάρου ευσεβάστως επισήμανε ότι υπάρχει μαρτυρία που σφαιρικά αντικριζόμενη δείχνει τέτοια συμπεριφορά από μέρους του κατηγορουμένου που δικαιολογεί την κλήση του σε απολογία για τις προαναφερόμενες κατηγορίες. Σύμφωνα με την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, παρουσιάστηκε μαρτυρία που φανερώνει ότι ο κατηγορούμενος πήρε μια επιταγή που είτε γνώριζε σε ποιον ανήκε ή όχι, είτε γνώριζε ποιος ήταν ο εκδότης της επιταγής ή όχι, ποιος υπέγραψε την επιταγή και ποιος ήταν ο δικαιούχος αυτής, την κυκλοφόρησε εξασφαλίζοντας χρήματα και βάζοντας τα σε λογαριασμό του. Αντίθετα, η κυρία Παπαλαζάρου ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι δεν υπάρχει μαρτυρία που να συνδέει τον κατηγορούμενο στον απαιτούμενο του σταδίου αυτό βαθμό αναφορικά με την δεύτερη κατηγορία και ως εκ τούτου δεν θα πρέπει να κληθεί σε απολογία στην κατηγορία αυτή. Πλήρης έκταση των όσο ανέφεραν για υποστήριξη των θέσεων τους αμφότεροι οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους έχουν καταγραφεί στα πρακτικά και αποτελούν μέρος του φακέλου της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους από το Δικαστήριο και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί στην παρούσα απόφαση επειδή κάτι τέτοιο δεν εξυπηρετεί κανένα πρακτικό σκοπό. Αναφορικά με την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν το θέμα έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 C.L.R 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή υποκειμενική αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του αλλά περιορίζεται σε αντικειμενική και προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και να έχει ως αντικειμενικό έρεισμα ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα, χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που έχει δοθεί με την συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. (βλέπε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας και άλλος
(2000)2 Α.Α.Δ. 191, Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 και Γενικός Εισαγγελέας v. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Χαρακτηριστικό ακόμη είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείνει η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας". Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως" υποδηλώνει, η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως δηλαδή μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας." Ως προς τον βαθμό απόδειξης που πρέπει να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: "Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. ............................. Στην υπόθεση R ν. Hipson
(1969)Cr. L.R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η κατηγορούσα αρχή." Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Δράκου κ.α., Ποινικές Εφέσεις 5-9/2012 ημερομηνίας 11.12.12 (απόφαση πλειοψηφίας) έγινε ανασκόπηση της νομολογίας αναφορικά με το εκ πρώτης όψεως στάδιο. Μία από τις υποθέσεις στην οποία γίνεται αναφορά είναι η αγγλική υπόθεση R v. Galbraith
(1981)2 All E.R. 1060 στην οποία με το πιο κάτω απόσπασμα καταγράφεται η προσέγγιση που καλείται το Δικαστήριο να υιοθετήσει στο στάδιο ολοκλήρωσης της παρουσίασης της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής: "How then should be judge approach a submission of ´no case´?
(1)If there is no evidence that the crime alleged has been committed by the defendant, there is no difficulty. The judge will of course stop the case.
(2)The difficulty arises where there is some evidence but it is of a tenuous character, for example because of inherent weakness or vagueness or because it is inconsistent with other evidence. (
  1. a)Where the judge comes to the conclusion that the prosecution evidence, taken at its highest, is such that a jury properly directed could not properly convict upon it, it is his duty, upon a submission being made, to stop the case. (
  2. b)Where however the prosecution evidence is such that its strength or weakness depends on the view to be taken of a witness´s reliability, or other matters which are generally speaking within the province of the jury and where on one possible view of the facts there is evidence upon which a jury could properly come to the conclusion that the defendant is guilty, then the judge should allow the matter to be tried by the jury." Η υιοθέτηση της πιο πάνω αγγλικής υπόθεσης στην κυπριακή νομολογία (Azinas et al v. Police
(1981)2 CLR 9, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191) την κατέστησε καθοδηγητική αυθεντία. Ειδικότερα στην υπόθεση Παναγιώτου ν. Αστυνομίας και άλλος
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, που δεν είναι η θέση των εφεσειόντων επί του προκειμένου, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί." Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, θα εξετάσω κατά πόσο ο κατηγορούμενος θα πρέπει να κληθεί σε απολογία για τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει στη βάση της προσκομισθείσας από την κατηγορούσα αρχή μαρτυρίας αντικειμενικά ιδωμένη, χωρίς να υπεισέρχομαι σε κρίση επί της αξιοπιστίας αυτής και δίχως να καταλήγω σε οποιαδήποτε ευρήματα και συμπεράσματα. Το αδίκημα της πλαστογραφίας που είναι η δεύτερη κατηγορία που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει διέπεται από τα άρθρο 331, 333 και 334 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Συγκεκριμένα, του αποδίδεται η ενέργεια ότι έθεσε την υπογραφή της δικαιούχου Bibiana Brhelova στην επιταγή χωρίς την εξουσιοδότηση της. Ο ορισμός της πλαστογραφίας παρέχεται μέσα από το άρθρο
  1. Σύμφωνα με το άρθρο αυτό, πλαστογραφία είναι ο καταρτισμός πλαστού εγγράφου με σκοπό καταδολίευσης. Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) Ο κατηγορούμενος καταρτίζει πλαστό έγγραφο και (β) με σκοπό να καταδολιεύσει. Το πότε καταρτίζεται πλαστό έγγραφο εντοπίζεται στις διατάξεις του άρθρου 333 του Κεφ.
  2. Ειδικότερα, το εδάφιο (δ)(i) του άρθρου αυτού σημειώνει ότι καταρτίζει πλαστό έγγραφο όποιος υπογράφει έγγραφο με το όνομα άλλου χωρίς την εξουσιοδότηση του, ανεξάρτητα αν το όνομα αυτό είναι το ίδιο με εκείνο που υπογράφει αυτός ή όχι. Όσον αφορά την πρόθεση καταδολίευσης αυτή, με βάση το περιεχόμενο του άρθρου 334 του Κεφ.154, τεκμαίρεται, αν φαίνεται ότι κατά το χρόνο όταν καταρτίστηκε το πλαστό έγγραφο υπήρχε συγκεκριμένο πρόσωπο, εξακριβωμένο ή όχι, που δύναται να καταδολιευθεί με το έγγραφο. Το τεκμήριο αυτό δεν ανατρέπεται με την απόδειξη ότι ο υπαίτιος έλαβε ή προτίθετο να λάβει μέτρα για να αποτρέψει την καταδολίευση στην πράξη τέτοιου προσώπου ή για το γεγονός ότι ο υπαίτιος είχε ή νόμιζε ότι είχε δικαίωμα στο πράγμα που θα αποκτιόταν με το πλαστό έγγραφο. Στο αγγλικό νομικό σύγγραμμα Archbold 35η έκδοση σελ. 775, η έννοια αυτή, όπως έχει δοθεί στα πλαίσια του αγγλικού Forgery Act 1913 στην υπόθεση Welham v. D.P.P. [1960] 44 Cr. App.R. 12 έχει ως εξής: "intend to defraud' means an intend to practice a fraud on someone and would therefore include an intend to deprive another person of a right, or to cause him to act in any way to his detriment or prejudice, or contrary to what would otherwise be his duty, notwithstanding that there was no intention to cause pecuniary or economic loss." Αναφορικά με το πότε ένα έγγραφο θεωρείται πλαστό κατατοπιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Arcbold 2002 par. 22-8, σε σχέση με την ιστορία του αδικήματος της πλαστογραφίας στο κοινοδίκαιο: «The concept of forgery and the rationale of the offence were summarised in paragraphs 41 to 43 of the Law Commission report: "By the middle of the nineteenth century it was established that for the purpose of the law of forgery the fact that determined whether a document was false was not that it contained lies, but that it told a lie about itself. It was in R. v. Windsor
(1865)10 Cox 118, 123 that Blackburn J. said: 'Forgery is the false making of an instrument purporting to be that which it is not, it is not the making of an instrument which purports to be what it really is, but which contains false statements. Telling a lie does not become a forgery because it is reduced into writing.' This test was applied in the Court of Appeal in R. v. Dodge and Harris [1972] 1 Q.B. 416. ... As we have said ... the primary reason for retaining a law of forgery is to penalise the making of documents which, because of the spurious air of authenticity given to them are likely to lead to their acceptance as true statements of the facts related in them. We do not think that there is any need for the extension of forgery to cover falsehoods that are reduced to writing. ... The essential feature of a false instrument in relation to forgery is that it is an instrument which `tells a lie about itself' in the sense that it purports to be made by a person who did not make it (or altered by a person who did not alter it) or otherwise purports to be made or altered in circumstances in which it was not made or altered."» Πρέπει δε να λεχθεί ότι η ίδια ερμηνεία σε σχέση με το θέμα αυτό δίδεται και από τη δική μας νομολογία. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Georghiou v. The Republic
(1984)2 CLR 65 σελ. 91: «No forgery is committed unless the document tells a lie about itself. This proposition is generally sound in law and is reflected in the definition of "forgery" in R. v. Ritson [1869] L.R. 1 C.L.R. 200, defining the crime as the fraudulent making of an instrument which purports to be that which it is not». Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι το καθοριστικό στοιχείο για να θεωρείται ένα έγγραφο πλαστό δεν είναι το γεγονός ότι περιέχει ψέματα αλλά ότι λέει ψέματα για τον εαυτό του. Με γνώμονα τα προαναφερόμενα, η μοναδική μαρτυρία που η κατηγορούσα αρχή προσκόμισε και ασχολείται με το θέμα της κατ' ισχυρισμό πλαστογραφίας της επίδικης επιταγής προέρχεται από την έκθεση της πραγματογνώμονα Γ/Αστυφύλακα 580 Παναγιώτα Κουττούκη ημερομηνίας 31.08.10 του εργαστηρίου γραφολογίας της υπηρεσίας εγκληματολογικών ερευνών της αστυνομίας. Μέσα από αντικειμενική θεώρηση του περιεχομένου της εξόφθαλμα παρατηρώ ότι η εμπειρογνώμονας δεν είναι σε θέση να εκφράσει γνώμη ως προς τον καθορισμό του προσώπου που προέβηκε στην αμφισβητούμενη υπογραφή (γραφή) δικαιούχου στο πίσω μέρος της επίδικης επιταγής. Σύμφωνα με την εμπειρογνώμονα, η αμφισβητούμενη υπογραφή σε σύγκριση με τα δείγματα γραφής που αποδίδονται στην παραπονούμενη και τον κατηγορούμενο παρουσιάζουν διαφορές μεταξύ τους ως προς τη μορφή και τον τρόπο σχηματισμού τους. Σύμφωνα ακόμη με την εμπειρογνώμονα, το οποίο και καταγράφεται ρητά στην έκθεση, άλλα αμφισβητούμενα γραφόμενα που βρίσκονται επίσης στο πίσω μέρος της επίδικης επιταγής σε σύγκριση με τα αντίστοιχα δείγματα γραφής που αποδίδονται στην παραπονούμενη και στον κατηγορούμενο παρουσιάζουν διαφορές μεταξύ τους και συνεπώς ουδείς από τα δύο αυτά άτομα μπορεί να συνδεθεί. Τα πιο πάνω καταδεικνύουν εξόφθαλμα ότι ο κατηγορούμενος δεν συνδέεται με την επιστημονική μαρτυρία που η κατηγορούσα αρχή προσκόμισε στο Δικαστήριο. Προκαταρκτική θεώρηση της μαρτυρίας στο θέμα αυτό φανερώνει ότι εξ' αντικειμένου δεν στοιχειοθετούνται και τα δύο συστατικά στοιχεία του αδικήματος της πλαστογραφίας (Rodney v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 476). Το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου που επίσης ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μέσω της τρίτης κατηγορίας, πραγματεύεται το άρθρο 339 του Κεφ.
  1. Το εν λόγω άρθρο προνοεί ρητά τα εξής: "Όποιος γνωρίζει και θέτει με δόλιο τρόπο σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή ωσάν είχε πλαστογραφήσει το πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος." Μελέτη των διατάξεων του πιο πάνω άρθρου καθιστά σαφές ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού είναι: (α) Ο κατηγορούμενος γνωρίζει και (β) με δόλιο τρόπο (γ) θέτει σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο. Μέσα από αντικειμενική θεώρηση της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής παρατηρώ ότι δεν υπάρχει οτιδήποτε που εκ πρώτης όψεως φανερώνει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι όταν η επίδικη επιταγή η οποία παρουσιάστηκε στο χρηματοπιστωτικό οργανισμό και κατατέθηκε με σκοπό την εξαργύρωση της, ήταν πλαστογραφημένη. Για σκοπούς του σταδίου αυτού και δίχως το Δικαστήριο να αξιολογεί καθ' οιονδήποτε τρόπο την ενώπιον του μαρτυρία και να καταλήγει σε οποιαδήποτε ευρήματα και συμπεράσματα, η καταγγελία της παραπονούμενης, όπως αυτή καταγράφεται μέσα από τη γραπτή κατάθεση του ΜΚ1, με την οποία αναφέρει ότι δεν παρέλαβε και ούτε εξαργύρωσε την επίδικη επιταγή αλλά ούτε και άλλο πρόσωπο με την συγκατάθεση της, καθώς και η δήλωση που υπέβαλε στο Επαρχιακό Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων Πάφου, όπως αυτή καταγράφεται μέσα από τη γραπτή κατάθεση της ΜΚ2, αλλά και η ρητή αναφορά της εμπειρογνώμονα στην έκθεση της τόσο ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή στο πίσω μέρος της και στο χώρο που είναι για οπισθογράφηση σε σύγκριση με τα δείγματα γραφής που αποδίδονται στην παραπονούμενη και τον κατηγορούμενο παρουσιάζουν διαφορές μεταξύ τους ως προς τη μορφή και τον τρόπο σχηματισμού τους όσο και το ότι άλλα αμφισβητούμενα γραφόμενα που βρίσκονται επίσης στο πίσω μέρος της επίδικης επιταγής σε σύγκριση με τα αντίστοιχα δείγματα γραφής που αποδίδονται στην παραπονούμενη και στον κατηγορούμενο παρουσιάζουν διαφορές μεταξύ τους και συνεπώς ουδείς από τα δύο αυτά άτομα μπορεί να συνδεθεί, είναι στοιχεία που εξ' αντικειμένου φανερώνουν αλλοίωση της επίδικης επιταγής καθιστώντας την έτσι ένα πλαστό έγγραφο καθότι παρουσιάζεται κάτω από ένα καθεστώς και παρουσιάζει μια εικόνα που φαίνεται να μην ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ωστόσο δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που τείνει να καταδείξει ότι ο κατηγορούμενος ήταν ενήμερος για οτιδήποτε από τα πιο πάνω και ότι στη βάση τέτοιας γνώσεως ενέργησε κατά τρόπο δόλιο. Κατά συνέπεια, τα δύο πρώτα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού δεν στοιχειοθετούνται εξ' αντικειμένου. Το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, που είναι το αντικείμενο της τέταρτης κατηγορίας, εδράζεται στα άρθρα 297 και 298 του Κεφ.
  2. Το άρθρα αυτά προνοούν τ' ακόλουθα: "
  3. Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.
  4. Όποιος με ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης πέντε χρόνων." Από το λεκτικό λοιπόν των εν λόγω άρθρων συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού είναι:
  5. Η ψευδής παράστασης, δηλαδή παράσταση γεγονότος που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία να είναι ψευδής στην πραγματικότητα.
  6. Εκείνος που προβαίνει στην παράσταση αυτή να γνωρίζει ότι η παράσταση είναι ψευδής ή να μην πιστεύει ότι είναι αληθινή.
  7. Η ψευδής παράσταση να γίνεται με σκοπό καταδολίευσης.
  8. Με τη ψευδή παράσταση, δηλαδή ως αποτέλεσμα αυτής, ο κατηγορούμενος να εξασφαλίζει ή να αποκτά από άλλο πρόσωπο οτιδήποτε μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, όπως για παράδειγμα χρήματα. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Κεφ.154 που είναι το ερμηνευτικό πλαίσιο του Κυπριακού Ποινικού Κώδικα, ο όρος "χρήματα" που εμπίπτει στην κατηγορία αγαθών περιλαμβάνει τραπεζική επιταγή, όπως είναι η δική μας περίπτωση που σαφώς δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Όσον αφορά την πρόθεση ή τον σκοπό της καταδολίευσης το στοιχείο αυτό δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου. Μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλέπε Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Στην υπόθεση R. v. Williams
(1836)7 C. AND P. σελ. 354, έχει λεχθεί ότι όπου ο κατήγορος αποδεικνύει την ψευδή παράσταση και τη γνώση του κατηγορούμενου περί του ψευδούς, αυτό αποτελεί εκ πρώτης όψης μαρτυρία της πρόθεσης καταδολίευσης, αλλά δεν είναι αρκετό αν τα γεγονότα δείχνουν ότι δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση. Αν όμως η ψευδής παράσταση έγινε με ειλικρινή πεποίθηση ότι ήταν αληθινή, τότε αυτό δείχνει την έλλειψη της ύπαρξης πρόθεσης καταδολίευσης (βλέπε Police v. Petrou alias Yiatros
(1971)12 J.S.C. 1524). Στην υπόθεση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.861 σε σχέση με το συστατικό στοιχείο της ψευδούς παράστασης και της πρόθεσης καταδολίευσης λέχθηκαν τα ακόλουθα: "Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington ν Fitzmaurice
(1885)29 Ch.D. 459, 483), "The state of a man´s mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη." Επίσης, στην υπόθεση Ιωάννου v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ.130/2012 και 131/2012, ημερομηνίας 03.07.12 έγινε αναφορά στην πιο πάνω υπόθεση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.861 και λέχθηκαν τα ακόλουθα: ".... η παράλειψη τήρησης συμβατικών υποσχέσεων, και δη που έχουν κάποια έκταση σε αριθμό και χρόνο, συχνά συνοδευόμενη και από παράλληλες διαβεβαιώσεις εκπλήρωσης, αφ' εαυτής δεν μπορεί να παρέχει στίγμα σε ποινική ευθύνη αφού η υπόσχεση δεν συνιστά «παρόν» γεγονός που μόνο μπορεί να αποτελέσει «παράσταση». Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington v. Fitzmaurice
(1885)29 Ch. D. 459, 483), "The state of a man's mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη." Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση παρατηρώ μέσα από τις λεπτομέρειες της τέταρτης κατηγορίας ότι αποδίδονται στον κατηγορούμενο συμπεριφορά ψευδών παραστάσεων επί το ότι αυτός παρουσίασε στον ΜΚ3 την επίδικη πλαστογραφημένη επιταγή ως γνήσια αποσπώντας το ποσό των €887,
  1. Όπως έχει όμως λεχθεί προηγουμένως, δεν υπάρχει μαρτυρία που να δείχνει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε κατά τον επίδικο χρόνο του κατηγορητηρίου ότι η επιταγή ήταν όντως πλαστογραφημένη. Συνεπώς, ελλείψει παντελούς προσκόμισης μαρτυρίας επί του θέματος αυτού, δεν μπορεί να εκληφθεί αλλά και ούτε και έχει αποδειχτεί στον απαιτούμενο, για σκοπούς του σταδίου αυτού, βαθμό ότι όταν η επίδικη επιταγή παρουσιαζόταν στην τράπεζα και κατατίθετο για εξαργύρωση ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι ήταν πλαστό έγγραφο και ενέργησε έτσι με πρόθεση καταδολίευσης. Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής στο ζήτημα αυτό είναι εντελώς απογυμνωμένη από το μαρτυρικό υλικό εκείνο που αντικειμενικά εξεταζόμενο θα οδηγούσε σε στοιχειοθέτηση της εν λόγω κατηγορίας, αφήνοντας έτσι εκτεθειμένα σε αποτυχία απόδειξης το δεύτερο και τρίτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος αυτού. Το δε αδίκημα της κλοπής υλικού που διαβιβάζεται ταχυδρομικώς που είναι η πρώτη κατηγορία που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, πραγματεύεται το άρθρο 264 του Κεφ.
  2. Το εν λόγω άρθρο προνοεί τα εξής: "Αν αυτό που κλάπηκε είναι υλικό που διαβιβάζεται ταχυδρομικώς ή οποιοδήποτε κινητό, χρήματα ή αξιόγραφο, που περιέχονται σε τέτοιο υλικό, ο υπαίτιος υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων." Το αδίκημα αυτό εντάσσεται στην μεγάλη κατηγορία της κλοπής και κατ' επέκταση διέπεται από το άρθρο 255 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Το εν λόγω άρθρο αναφέρει τα εξής: "
(1)Όποιος κλέβει, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει οτιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό: Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόμιμα, αν είναι θεματοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, με δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη.
(2)(α) Ο όρος "αποκτά κατοχή" περιλαμβάνει και το να αποκτά κατοχή— (
  1. i)με τέχνασμα· (
  2. ii)με εκφοβισμό· (iii) με συνέπεια πλάνης του ιδιοκτήτη που είναι σε γνώση του αποκτώντα ότι κατοχή του αποκτώμενου αποκτήθηκε με τέτοιο τρόπο· (
  3. iv)με ανεύρεση, εφόσον κατά το χρόνο της ανεύρεσης αυτός που το βρήκε πιστεύει ότι ο ιδιοκτήτης μπορεί να ανακαλυφθεί με εύλογα διαβήματα· (β) ο όρος "αποκομίζει" περιλαμβάνει κάθε μετακίνηση οποιουδήποτε πράγματος από το χώρο τον οποίο αυτό κατέχει, προκειμένου όμως για πράγμα προσαρτημένο, μόνο αν αυτό αποσπάστηκε εντελώς· (γ) ο όρος "ιδιοκτήτης" περιλαμβάνει και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγματος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείμενο κλοπής.
(3)Δύναται να είναι αντικείμενο κλοπής κάθε πράγμα που έχει αξία και που ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο, προκειμένου όμως για πράγμα προσκολλημένο σε ακίνητο μετά το διαχωρισμό του από τέτοιο ακίνητο." Συνδυασμένη μελέτη των άρθρων 255 και 262 του Κεφ.154 καθιστά αντιληπτό ότι τα συστατικά στοιχεία του υπό εκδίκαση αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) ο κατηγορούμενος απέκτησε κατοχή και αποκόμισε περιουσία της παραπονούμενης που διαβιβάστηκε μέσω υλικού ταχυδρομικώς και (β) η περιουσία είναι τέτοια που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής και (γ) ότι αυτό έγινε χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη και (δ) ότι ο κατηγορούμενος ενέργησε με δόλιο τρόπο ή (ε) αν ο κατηγορούμενος κατέχει την περιουσία της παραπονούμενης νόμιμα με δόλιο τρόπο σφετερίζεται τη χρήση της για λογαριασμό του ιδίου ή άλλου προσώπου εκτός από την παραπονούμενη και (στ) ότι κατά τον χρόνο απόκτησης κατοχής ο κατηγορούμενος είχε σκοπό να αποστερήσει την περιουσία από την παραπονούμενη. Η 'απόκτηση κατοχής περιουσίας' με βάση το άρθρο 255
(2)του Κεφ.154 περιλαμβάνει τις ακόλουθες περιπτώσεις: (
  1. i)με τέχνασμα, (
  2. ii)με εκφοβισμό, (iii) με συνέπεια πλάνης του ιδιοκτήτη που είναι σε γνώση του αποκτώντα ότι κατοχή του αποκτώμενου αποκτήθηκε με τέτοιο τρόπο· (
  3. iv)με ανεύρεση, εφόσον κατά το χρόνο της ανεύρεσης αυτός που το βρήκε πιστεύει ότι ο ιδιοκτήτης μπορεί να ανακαλυφθεί με εύλογα διαβήματα· Ο όρος "αποκομίζει" περιλαμβάνει κάθε μετακίνηση οποιουδήποτε πράγματος από το χώρο τον οποίο αυτό κατέχει, προκειμένου όμως για πράγμα προσαρτημένο, μόνο αν αυτό αποσπάστηκε εντελώς. Ο δε όρος "ιδιοκτήτης" περιλαμβάνει και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγματος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείμενο κλοπής. Αντικείμενο δε κλοπής μπορεί να αποτελέσει οτιδήποτε έχει αξία και ανήκει σε κάποιο πρόσωπο όπως για παράδειγμα στην παραπονούμενη [άρθρο 255
(3)Κεφ.154]. Στην υπόθεση Κόκκινος v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 628 τονίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι η ένοχη γνώση και πρόθεση του κατηγορουμένου συνάγεται από το σύνολο της μαρτυρίας καθώς και από τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου και τα γεγονότα της υπόθεσης που συνήθως έχουν τον χαρακτήρα περιστατικής μαρτυρίας. Έχει ακόμη εδώ λεχθεί ότι η περιστατική μαρτυρία, η οποία παρεμπιπτόντως με βάση την νομολογία δεν είναι υποδεέστερη σημασίας ή ισχύος από την άμεση μαρτυρία, δυνατό να οδηγήσει σε στοιχειοθέτηση των συστατικών στοιχείων του αδικήματος. Βέβαια στο στάδιο αυτό επαναλαμβάνω ότι ουδεμία αξιολόγηση μαρτυρίας γίνεται και σε κανένα εύρημα ή συμπέρασμα καταλήγω. Ερχόμενος στην παρούσα υπόθεση παρατηρώ ότι ενώπιον του Δικαστηρίου τέθηκε από την κατηγορούσα αρχή μαρτυρία που μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι: 1) Το Επαρχιακό Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων Πάφου εξέδωσε την επίδικη επιταγή με δικαιούχο την παραπονούμενη για το ποσό των €887,04, την οποία και φέρεται να της την απέστειλε ταχυδρομικώς. 2) Η παραπονούμενη με καταγγελία της στην αστυνομία αλλά και σχετική δήλωση της στο Επαρχιακό Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων Πάφου ανάφερε ότι δεν έχει παραλάβει και ούτε εξαργύρωσε την επίδικη επιταγή αλλά και ούτε άλλο πρόσωπο με την συγκατάθεση της. 3) Η επίδικη επιταγή φαίνεται να κατατέθηκε και να εξαργυρώθηκε για ολόκληρο το ποσό σε λογαριασμό του κατηγορουμένου, οποίος φαίνεται να είναι το μοναδικό πρόσωπο που δικαιούται να υπογράφει και να τον χειρίζεται. 4) Το απόκομμα της επίδικης επιταγής φαίνεται να εντοπίστηκε σε όχημα που μόνο ο κατηγορούμενος φέρεται να το οδηγεί. 5) Δύο ειδοποιητήρια άφιξης συστημένων ή ασφαλισμένων αντικειμένων που είχαν σταλεί στους δικαιούχους τους αλλά αυτοί δεν προσήλθαν να τα παραλάβουν από το Επαρχιακό Ταχυδρομείο Πάφου παρά την αποστολή σχετικών αποστολών και υπενθυμίσεων εντοπίστηκαν στο ίδιο όχημα στο οποίο βρέθηκε η επίδικη επιταγή και που οδηγείται μόνο από τον κατηγορούμενο. Με μια αντικειμενική θεώρηση του συνόλου της μαρτυρίας που προσάχθηκε για την κατηγορούσα αρχή περιλαμβανομένων των πιο πάνω σημείων της και χωρίς το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε υποκειμενική αξιολόγηση αυτής ή να καταλήγει σε οποιαδήποτε συμπεράσματα ή ευρήματα, εξόφθαλμα παρατηρώ ότι στοιχειοθετούνται εξ' αντικειμένου όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού. Συγκεκριμένα, τα Τεκμήρια 1, 4, 5Α, 5Β, 6, 7, 8 και 17 καθώς και οι μαρτυρίες των ΜΚ1, ΜΚ3 και ΜΚ5 και όχι μόνο δημιουργούν εκ πρώτης όψεως υπόθεση σε σχέση με την πρώτη κατηγορία του κατηγορητηρίου. Όσον αφορά τη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι η μη εμφάνιση της παραπονούμενης στο Δικαστήριο ως μάρτυρα κατηγορίας είναι καταλυτικής σημασίας για τη δημιουργία ενοχής στον κατηγορούμενο, αυτό είναι θέμα που θα αξιολογηθεί μαζί με όλη την προσαχθείσα μαρτυρία στο στάδιο που η μαρτυρία αξιολογείται και συγκεκριμένα με την ολοκλήρωση της εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης. Παράλληλα, το Δικαστήριο δεν θεωρεί πως η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, εξ' όψεως και αντικειμενικά εξεταζόμενη, στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή. Υπό το φως των πιο πάνω δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου στην δεύτερη, τρίτη και τέταρτη κατηγορία και ως εκ τούτου αθωώνεται και απαλλάσσεται σ' αυτές. Αντίθετα, όσον αφορά την πρώτη κατηγορία, κρίνω ότι από τη μέχρι τώρα δοθείσα μαρτυρία έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου και συνεπώς καλώ αυτόν σε απολογία στην εν λόγω κατηγορία. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Interim Αναφορά: Ποινικό/Ενδιάμεση Απόφαση/Εκ πρώτης όψεως υπόθεση/Κλοπή υλικού που διαβιβάζεται ταχυδρομικώς-Πλαστογραφία-Κυκλοφορία πλαστού εγγράφου-Απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις/Άρθρα 255, 264, 331, 333, 334 και 339 του Κεφ.154 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.