Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Λουίζας Φιλίππου Ιωακείμ, Αρ.Υπόθεσης: 3517/12, 27/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B99 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης: 3517/12 Μεταξύ Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου -ν- Λουίζας Φιλίππου Ιωακείμ Κατηγορούμενης Ημερομηνία: 27 Μαΐου, 2014 Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Μανώλη Για Κατηγορούμενη: κ. Μάντης Κατηγορούμενη: παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, η Κατηγορούμενη την 12.07.11 στη Λεωφόρο Δημοκρατίας στην Πάφο οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής KVM618 χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα και προκάλεσε δυστύχημα. Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης της κάλεσε τρεις μάρτυρες, ήτοι τον Αστ.1169 Α. Αριστοδήμου (ΜΚ1), τον Παραπονούμενο Ν. Χαραλάμπους (ΜΚ2) και τον Ν. Χριστοφή (ΜΚ3). Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον της Κατηγορούμενης και αφού της εξηγήθηκαν τα δικαιώματα της σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, η Κατηγορούμενη επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Επίσης, για λογαριασμό της Υπεράσπισης κλήθηκε και κατέθεσε ο Χ. Καουράνης (ΜΥ1). Μαρτυρία - Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσάχθηκε με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( Ζαβρού v.Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ 447, και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ σε εκείνα τα μέρη της τα οποία σχετίζονται με το επίδικο θέμα και είναι απαραίτητα για την αξιολόγηση της και την εξαγωγή των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Ο ΜΚ1 κατέθεσε ότι είναι ο εξεταστής της υπόθεσης. Ως μέρος της κυρίως εξέτασης του κατέθεσε, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, την κατάθεση του ημερομηνίας 30.10 11 (Τεκμήριο 1). Συνοπτικά στην εν λόγω κατάθεση του ο ΜΚ1 αναφέρει ότι την 12.07.11 επισκέφθηκε την σκηνή του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος μαζί με τον Αστ. 341 Μ. Παναγιωτάκη. Κατά την άφιξη του στη σκηνή του δυστυχήματος, τα δύο ενεχόμενα οχήματα, ήτοι το αυτοκίνητο που οδηγούσε η Κατηγορούμενη με αρ. εγγραφής KVM618 (στο εξής το «όχημα της Κατηγορούμενης») και η μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο Παραπονούμενος με αρ. εγγραφής KUB782 (στο εξής η «μοτοσυκλέτα»), βρίσκονταν στην τελική τους θέση. Ο ΜΚ1 με την βοήθεια του Αστ. 341 Μ. Παναγιωτάκη ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (Τεκμήριο 2). Στις 16.07.11 έλαβε ανακριτική κατάθεση από την Κατηγορούμενη (Τεκμήριο 5), στην οποία εξήγησε το πρόχειρο σχέδιο (Τεκμήριο 2) με το οποίο η Κατηγορούμενη συμφώνησε και το υπέγραψε ως ορθό. Ο ΜΚ1 έλαβε ανακριτική κατάθεση και από τον Παραπονούμενο στις 20.07.11 (Τεκμήριο 7) και του εξήγησε το πρόχειρο σχέδιο με το οποίο ο Παραπονούμενος συμφώνησε και το υπέγραψε ως ορθό. Περαιτέρω, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι την ημέρα του δυστυχήματος και περί ώρα 19.30 τηλεφώνησε στην Τροχαία Πάφου ο Νεοκλής Χριστοφή (ΜΚ3) ο οποίος ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι κατά την ώρα του δυστυχήματος ακολουθούσε το όχημα της Κατηγορούμενης και είδε πως συνέβη το επίδικο δυστύχημα. Ο ΜΚ1 στις 30.07.11 κατηγόρησε γραπτώς την Κατηγορούμενη (Τεκμήριο 6) επί του ότι οδηγούσε χωρίς την δέουσα προσοχή και φροντίδα και προκάλεσε δυστύχημα. Η Κατηγορούμενη αρνήθηκε την κατηγορία. Ως προς τις ζημιές των οχημάτων, το όχημα της Κατηγορούμενης υπέστη ζημιά στον πισινό προφυλακτήρα, ενώ το μοτοποδήλατο στο μπροστινό μέρος (φανάρι, πλαστικά και τιμόνι) και τρίφτηκε στην αριστερή πλευρά. Σε σχέση με τις συνθήκες κατά τον χρόνο του ατυχήματος, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι ο καιρός ήταν αίθριος, το δυστύχημα έγινε κατά την διάρκεια της ημέρας και η άσφαλτος ήταν στεγνή και καθαρή. Η Λεωφόρος Δημοκρατίας, στο σημείο που έγινε το δυστύχημα είναι ευθεία και επίπεδη και η ορατότητα είναι πέραν των 100 μέτρων. Το ανώτατο όριο ταχύτητας είναι 50 ΧΑΩ. Κατά την προφορική του μαρτυρία, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι υπηρετεί στον κλάδο διερεύνησης τροχαίων ατυχημάτων από το 2007 και έτυχε εκπαίδευσης για την σχεδιαγράφηση δυστυχημάτων. Ο ΜΚ1 κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 το συμμετρικό σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος, το οποίο ετοίμασε με βάση το πρόχειρο σχέδιο (Τεκμήριο 2) και ανέφερε ότι το συμμετρικό σχέδιο δεν έγινε επί κλίμακας αλλά με συμμετρία. Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι ο Παραπονούμενος οδηγούσε την μοτοσυκλέτα του στη Λεωφόρο Δημοκρατίας με κατεύθυνση προς Κονιά και κρατούσε την δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία του. Ερωτηθείς σε σχέση με το σημείο Α1 επί του Τεκμηρίου 3 ανέφερε ότι απεικονίζει την πορεία του οχήματος της Κατηγορούμενης, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του Παραπονούμενου, ο οποίος υποστήριξε ότι ενώ αρχικά το όχημα της Κατηγορούμενης κινείτο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας στη συνέχεια άλλαξε λωρίδα και εισήλθε στη δεξιά με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία της μοτοσυκλέτας. Σε σχέση με το σημείο Β1-Β2 επί του Τεκμηρίου 3, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι απεικονίζει τα ίχνη τροχοπέδησης της μοτοσυκλέτας και από αυτά προκύπτει ότι η μοτοσυκλέτα πριν το δυστύχημα βρισκόταν στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Επίσης, το γεγονός ότι ο Παραπονούμενος εφάρμοσε τα φρένα της μοτοσυκλέτας σημαίνει ότι είδε κίνδυνο μπροστά του. Αναφορικά με τα σημεία Β3-Β4 επί του Τεκμηρίου 3, αυτά απεικονίζουν τα ίχνη τριψίματος της μοτοσυκλέτας στην άσφαλτο και προκλήθηκαν από την ανατροπή της μοτοσυκλέτας στην άσφαλτο. Ο ΜΚ1 ερωτήθηκε και σε σχέση με τα σημεία Γ-Γ1 και Γ2-Γ3 επί του Τεκμηρίου 3 και απάντησε ότι απεικονίζουν ίχνη τροχοπέδησης που εντόπισε στην σκηνή του δυστυχήματος. Τα εν λόγω ίχνη τροχοπέδησης, μετά την κατάθεση του Νεοκλή Χριστοφή-ΜΚ3 (Τεκμήριο 4), συνδέθηκαν με το όχημα με αρ. εγγραφής KQA601 το οποίο οδηγούσε ο τελευταίος. Ο ΜΚ1 προσδιόρισε το σημείο Β3 επί του Τεκμηρίου 3 ως το σημείο στο οποίο επεσυνέβη η ανατροπή της μοτοσυκλέτας, διότι από εκείνο το σημείο ξεκινούν τα ίχνη τριψίματος της μοτοσυκλέτας στην άσφαλτο. Σε σχέση με το σημείο Χ επί του Τεκμηρίου 3,ο ΜΚ1 ανέφερε ότι απεικονίζει το σημείο σύγκρουσης της μοτοσυκλέτας με το πεζοδρόμιο και επεξήγησε ότι κατέληξε σε αυτό το αποτέλεσμα από το μαύρισμα στην λίνια του πεζοδρομίου πράγμα που υποδηλώνει ότι η μοτοσυκλέτα κτύπησε σε εκείνο το σημείο στο πεζοδρόμιο. Στη συνέχεια, μετά την σύγκρουση στο πεζοδρόμιο, η μοτοσυκλέτα άλλαξε πορεία, κινήθηκε δεξιότερα και στο σημείο Χ1 επί του Τεκμηρίου 3 συγκρούστηκε με το όχημα της Κατηγορούμενης όπου και πάλι άλλαξε πορεία για να καταλήξει στην τελική της θέση στο σημείο Β
- Ο ΜΚ1 ερωτήθηκε από την ευπαίδευτο συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής κατά πόσο διερεύνησε τον ισχυρισμό που προέβαλε η Κατηγορούμενη στην ανακριτική της κατάθεση (Τεκμήριο 5) ότι δηλαδή δεν άλλαξε λωρίδα κυκλοφορίας και απάντησε ότι ερεύνησε τον εν λόγω ισχυρισμό ο οποίος όμως απορρίπτεται από την μαρτυρία του Παραπονούμενου και του ΜΚ3, αλλά και από τις ενδείξεις στην σκηνή του δυστυχήματος. Τέλος, ερωτήθηκε και σε σχέση με τον ισχυρισμό της Κατηγορούμενης (Τεκμήριο 5) ότι στην σκηνή του δυστυχήματος μετέβη ρυμουλκό όχημα για να παραλάβει την μοτοσυκλέτα και ο ΜΚ1 απάντησε ότι όταν αφίχθηκε δεν παρατήρησε οποιοδήποτε ρυμουλκό. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε διαφορά ανάμεσα στο πρόχειρο σχέδιο (Τεκμήριο 2 ) και το συμμετρικό σχέδιο (Τεκμήριο 3) και διευκρίνισε ότι τα σχέδια ετοιμάζονται βάσει των ευρημάτων που υπάρχουν στην σκηνή του δυστυχήματος. Σε σχέση με το σημείο Α1 επί του Τεκμηρίου 3, ο ΜΚ1 είπε ότι αυτό απεικονίζει την αλλαγή λωρίδας κυκλοφορίας από το όχημα της Κατηγορούμενης και διευκρίνισε ότι δεν σημαίνει ότι η αλλαγή στην λωρίδα κυκλοφορίας έγινε ακριβώς στο σημείο που τοποθετήθηκε η ένδειξη Α
- Ο ΜΚ1 αντεξετάστηκε εκτενώς από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Κατηγορουμένης σε σχέση με την ταχύτητα που κινείτο η μοτοσυκλέτα και συγκεκριμένα του υποβλήθηκε η θέση ότι η μοτοσυκλέτα κινείτο με μεγάλη ταχύτητα. Ο ΜΚ1 απάντησε ότι με βάση τα ευρήματα του δεν μπορούσε να διαπιστωθεί η ταχύτητα με την οποία κινείτο η μοτοσυκλέτα και διευκρίνισε ότι οι ισχυρισμοί της Κατηγορούμενης αλλά και του ΜΚ3 ότι η μοτοσυκλέτα κινείτο με μεγάλη ταχύτητα δεν μπορούν να τεκμηριωθούν. Ερωτηθείς ο ΜΚ1, αν από την έρευνα του διαπίστωσε κατά πόσο ο Παραπονούμενος κινείτο «ζικ-ζακ», απάντησε ότι δεν διαπίστωσε κάτι τέτοιο και πρόσθεσε ότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός προβάλλεται μόνο στην κατάθεση της Κατηγορούμενης (Τεκμήριο 5). Ο ΜΚ1 κατέθεσε κατά την αντεξέταση του ως Τεκμήριο 8 την κατάθεση του Χρυσοβαλάντη Καουράνη (ΜΥ1). Σε σχετικές ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου της Κατηγορουμένης, ο ΜΚ1 απάντησε ότι έλαβε υπόψη του την εν λόγω κατάθεση, όμως δεν άλλαζε τα στοιχεία και την μαρτυρία που είχε ήδη και με την οποία έκρινε ότι μπορούσε να κατηγορήσει την Κατηγορούμενη. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 επί του κατά πόσο έλαβε υπόψη του κατά την διερεύνηση του δυστυχήματος την απόσταση που υπήρχε μεταξύ του οχήματος της Κατηγορούμενης και της μοτοσυκλέτας, ο ΜΚ1 απάντησε ότι δεν μπορούσε να υπολογίσει την ακριβή απόσταση. Στην υποβολή του κ. Μάντη ότι το σημείο σύγκρουσης της μοτοσυκλέτας με το όχημα της Κατηγορούμενης είναι το Β4 επί του Τεκμηρίου 3 και όχι το Χ1, ο ΜΚ1 απάντησε ότι το Χ1 είναι το σημείο σύγκρουσης διότι σε εκείνο το σημείο, σύμφωνα με τα ίχνη τριψίματος στην άσφαλτο, άλλαξε πορεία η μοτοσυκλέτα. Σε περίπτωση που δεν μεσολαβούσε η σύγκρουση στο σημείο Χ1 τότε τα ίχνη τριψίματος της μοτοσυκλέτας θα συνέχιζαν σε ευθεία πορεία. Ο ΜΚ1 μου προξένησε πολύ καλή εντύπωση. Απαντούσε με ευθύτητα και ειλικρίνεια χωρίς σε οποιαδήποτε στιγμή να διακρίνω οποιαδήποτε πρόθεση ή προσπάθεια του να παραποιήσει την αλήθεια. Κατά την αντεξέταση του δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση, ούτε και κλονίστηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο η αξιοπιστία του. Δεν παραγνωρίζω το γεγονός ότι ως προς το θέμα της ταχύτητας της μοτοσυκλέτας και της απόστασης που χώριζε το όχημα της Κατηγορούμενης από την μοτοσυκλέτα, ο ΜΚ1 δεν ήταν σε θέση να δώσει σαφή απάντηση. Εξήγησε όμως ότι από την μαρτυρία που συνέλεξε και τα ευρήματα από την σκηνή του δυστυχήματος δεν μπορούσε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα σε σχέση με τα πιο πάνω ζητήματα. Δεν θεωρώ ότι το γεγονός αυτό δημιουργεί οποιοδήποτε ρήγμα στη μαρτυρία του. Αντιθέτως, θα έλεγα ότι είναι ενδεικτικό του γεγονότος ότι ο ΜΚ1 προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει την αλήθεια. Περαιτέρω, δεν διαπίστωσα ότι ο ΜΚ1 είχε οποιοδήποτε λόγο για να πει ψέματα ή να συμπεριφερθεί εκδικητικά έναντι της Κατηγορούμενης Μέσα από την μαρτυρία του ΜΚ1 δεν διέκρινα οποιαδήποτε αλλότρια κίνητρα στις ενέργειες του. Ως εκ τούτου αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΚ
- Ο Παραπονούμενος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, την ανακριτική του κατάθεση (Τεκμήριο 7). Στην εν λόγω κατάθεση του αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι την 12.07.11 οδηγούσε την μοτοσυκλέτα του περί ώρα 19.10 στην Λεωφόρο Δημοκρατίας με κατεύθυνση από το Παφιακό Στάδιο προς τον κυκλικό κόμβο Κονιών. Ο Παραπονούμενος βρισκόταν στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και καθώς προχωρούσε παρατήρησε ότι στα αριστερά του υπήρχε ένα όχημα τύπου VAN μάρκας Toyota. Όταν πλησίασε το εν λόγω όχημα και βρισκόταν δίπλα του, είδε ότι μπροστά από αυτό στην αριστερή λωρίδα και σε απόσταση περί τα 5-6 μέτρα κινείτο ένα όχημα μάρκας Toyota μοντέλο Auris χρώματος ασημένιου ( ενν. το όχημα της Κατηγορούμενης). Η Κατηγορούμενη έδειξε με το δεξιό σηματοδότη του οχήματος της την πρόθεση της να αλλάξει λωρίδα κυκλοφορίας και να εισέλθει στη δεξιά λωρίδα. Ο Παραπονούμενος όμως υπολόγισε ότι τον είδε και συνέχισε την πορεία του. Ξαφνικά το όχημα της Κατηγορουμένης εισήλθε στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και ο Παραπονούμενος λόγω του ότι βρισκόταν κοντά του, έκανε ελιγμό προς τα αριστερά για να το αποφύγει και εφάρμοσε τα φρένα του. Η μοτοσυκλέτα έπεσε στην άσφαλτο και συρόμενη με τον Παραπονούμενο να εξακολουθεί να επιβαίνει σε αυτήν πέρασε μπροστά από το VAN όχημα, χωρίς να συγκρουστεί μαζί του. Στη συνέχεια η μοτοσυκλέτα κτύπησε στο πεζοδρόμιο και ο Παραπονούμενος εκτινάχθηκε από την μοτοσυκλέτα. Ακολούθως δεν θυμάται τι συνέβη. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι η μοτοσυκλέτα του είναι μάρκας HONDA CVR με ιπποδύναμη 10 αλόγων. Στις επίμονες ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου της Κατηγορούμενης σχετικά με την ταχύτητα της μοτοσυκλέτας, ο Παραπονούμενος απάντησε αρχικά ότι δεν θυμάται με πόση ταχύτητα έτρεχε διότι δεν είδε το μιλίμετρο, στην συνέχεια είπε ότι βρισκόταν εντός του επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητας και αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι έτρεχε υπερβολικά. Στην ερώτηση δε του κ. Μάντη πώς μπορεί να είναι βέβαιος ότι κινείτο με ταχύτητα που ήταν εντός του επιτρεπόμενου ορίου, ο Παραπονούμενος απάντησε ότι μπορούσε να το αντιληφθεί διότι, όπως ανάφερε, «καταλαβαίνει την μηχανή του» και λόγω εμπειρίας. Ο Παραπονούμενος συμφώνησε με τον κ. Μάντη ότι η Κατηγορούμενη έδειξε με τον δεξιό σηματοδότη του οχήματος της την πρόθεση της για να αλλάξει λωρίδα κυκλοφορίας και να μετακινηθεί από την αριστερή στη δεξιά λωρίδα και στην ερώτηση τι έπραξε ο ίδιος όταν είδε τον δεξιό σηματοδότη του οχήματος της Κατηγορούμενης, απάντησε ότι συνέχισε την πορεία του διότι θεώρησε ότι η Κατηγορούμενη τον είχε δει. Περαιτέρω, συμπλήρωσε ότι μόλις άναψε ο σηματοδότης, το όχημα της Κατηγορούμενης εισήλθε αμέσως στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Ο Παραπονούμενος, όταν άναψε ο σηματοδότης του οχήματος της Κατηγορούμενης, βρισκόταν δίπλα από το VAN όχημα και κάλυψε μία απόσταση 5-6 μέτρων μέχρι την στιγμή που εισήλθε το όχημα της Κατηγορούμενης στη δεξιά λωρίδα και ανέκοψε την πορεία του. Ο Παραπονούμενος αρνήθηκε ότι υπήρχε μεγάλη απόσταση μεταξύ του οχήματος της Κατηγορούμενης και της μοτοσυκλέτας του όταν επιχείρησε η Κατηγορούμενη να αλλάξει λωρίδα κυκλοφορίας. Τέλος, αρνήθηκε τις υποβολές του κ. Μάντη ότι το δυστύχημα προκλήθηκε διότι οδηγούσε «ζικ-ζακ» και με μεγάλη ταχύτητα με αποτέλεσμα να απωλέσει τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας. Ο Παραπονούμενος σε γενικές γραμμές μου έκανε καλή εντύπωση. Στις πλείστες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν απάντησε με σαφή και ξεκάθαρο τρόπο. Ειδικότερα, όμως όσον αφορά το θέμα της ταχύτητας με την οποία κινείτο η μοτοσυκλέτα, παρατηρώ ότι ο Παραπονούμενος δεν έδωσε πειστικές απαντήσεις. Το περιεχόμενο και το ύφος των απαντήσεων του επί του εν λόγω ζητήματος, μου δημιούργησαν την εντύπωση ότι ο Παραπονούμενος προσπαθούσε να αποφύγει να τοποθετηθεί με σαφήνεια πάνω στο συγκεκριμένο ζήτημα. Παρά ταύτα, θεωρώ ότι το ζήτημα αυτό από μόνο του δεν είναι ικανό για να ανατρέψει την θετική εντύπωση που, ως ανέφερα πιο πάνω, μου προκάλεσε η γενικότερη παρουσία του Παραπονούμενου στο εδώλιο του μάρτυρα. Κατά συνέπεια αποδέχομαι την μαρτυρία του Παραπονούμενου, με εξαίρεση το σκέλος που αφορά την ταχύτητα της μοτοσυκλέτας. Για το ότι μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα μπορεί να γίνει δεκτό και άλλο μέρος όχι, παραπέμπω στην Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ
- Ο ΜΚ3 επίσης υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία (Τεκμήριο 4). Ο ΜΚ3, μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι στις 12.07.11 και περί ώρα 19.10 οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής KQA601 στη Λεωφόρο Δημοκρατίας κατευθυνόμενος από το Παφιακό Στάδιο στον κυκλικό κόμβο Κονιών και κρατούσε την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Μαζί του στο όχημα, στη θέση του συνοδηγού ήταν ο υπάλληλος του Βαλεντίνος Καουράνης (ΜΥ1). Του οχήματος του ΜΚ3 προπορευόταν ένα όχημα μάρκας TOYOTA χρώματος αργυρού (ενν. το όχημα της Κατηγορούμενης) το οποίο βρισκόταν επίσης στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Πίσω από το όχημα του ΜΚ3 ερχόταν μία μοτοσυκλέτα (ενν. η μοτοσυκλέτα του Παραπονούμενου) με μεγάλη ταχύτητα. Όταν η μοτοσυκλέτα έφθασε σχεδόν δίπλα από το όχημα του ΜΚ3, το όχημα της Κατηγορούμενης άλλαξε λωρίδα κυκλοφορίας, δηλαδή εισήλθε στη δεξιά λωρίδα. Ο Παραπονούμενος έχασε τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας και έπεσε στην άσφαλτο. Ο ΜΚ3 εφάρμοσε τα φρένα του οχήματος του. Η μοτοσυκλέτα, χωρίς να κτυπήσει στο όχημα του, πέρασε από μπροστά του με τον Παραπονούμενο να επιβαίνει σε αυτήν και αφού διέσχισε μερικά μέτρα συγκρούστηκε με το πεζοδρόμιο. Με την σύγκρουση ο Παραπονούμενος έφυγε από την μοτοσυκλέτα και παρέμεινε στο πεζοδρόμιο, ενώ η μοτοσυκλέτα συνέχισε την πορεία της και κτύπησε στο πίσω μέρος του οχήματος της Κατηγορούμενης. Ο ΜΚ3 ειδοποίησε για το επίδικο δυστύχημα την Τροχαία Πάφου και ασθενοφόρο. Ακολούθως, επικοινώνησε εκ νέου τηλεφωνικώς με την Τροχαία Πάφου και έδωσε τα στοιχεία του σε περίπτωση που επιθυμούσε η Τροχαία να του λάβει κατάθεση. Στην προφορική του μαρτυρία και μετά από ερώτηση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, ο ΜΚ3 ανέφερε ότι ο Παραπονούμενος οδήγησε την μοτοσυκλέτα σε σχηματισμό «ζικ-ζακ» μετά που εισήλθε το όχημα της Κατηγορούμενης στη δεξιά λωρίδα. Περαιτέρω, ο ΜΚ3 ανέφερε ότι ο Παραπονούμενος προέβη στον ελιγμό αυτό στην προσπάθεια του να ελέγξει την μοτοσυκλέτα, επειδή εφάρμοσε τα φρένα της και η μοτοσυκλέτα δεν «έστηνε» στο δρόμο όπως χαρακτηριστικά δήλωσε ο ΜΚ
- Τέλος, ο ΜΚ3 ανέφερε ότι μετά που ακινητοποιήθηκε το όχημα της Κατηγορούμενης η τελευταία βρισκόταν στο όχημα της και την συνόδευσε έξω από αυτό ο ΜΥ
- Η Κατηγορούμενη, σύμφωνα με τον ΜΚ3, ήταν πανικοβλημένη καθώς το όλο σκηνικό του ατυχήματος συνέβη πολύ γρήγορα. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ3 και ερωτηθείς σε σχέση με την απόσταση που χώριζε το όχημα του από το όχημα της Κατηγορούμενης, ανέφερε ότι δεν μπορούσε να προσδιορίσει επακριβώς λέγοντας όμως ότι μπορεί να υπήρχε ανάμεσα τους απόσταση 2 με 3 αυτοκίνητα. Ο ΜΚ3 ανάφερε ότι δεν είχε δει προηγουμένως τη μοτοσυκλέτα και η πρώτη φορά ήταν όταν άκουσε το θόρυβο που προκαλούσε η κίνηση της μοτοσυκλέτας και είδε τότε ότι βρισκόταν κοντά του. Σε σχέση με την κίνηση της Κατηγορούμενης να εισέλθει στη δεξιά λωρίδα, ο ΜΚ3 ανάφερε ότι το όχημα της Κατηγορούμενης δεν εισήλθε ολόκληρο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, αλλά καταλάμβανε και ελάχιστο μέρος της αριστερής λωρίδας. Στην υποβολή του ευπαίδευτου συνηγόρου της Κατηγορουμένης ότι το όχημα της Κατηγορούμενης πριν εισέλθει πλήρως στη δεξιά λωρίδα επέστρεψε αμέσως στην αριστερή, ο ΜΚ3 απάντησε ότι εισήλθε στη δεξιά λωρίδα και στη συνέχεια επέστρεψε στην αριστερή. Στην ερώτηση του κ. Μάντη, κατά πόσο το όλο συμβάν έγινε πολύ γρήγορα, ο ΜΚ3 απάντησε καταφατικά και δήλωσε ότι έγινε εντός δευτερολέπτων. Ερωτηθείς ο ΜΚ3 σε σχέση με την απόσταση που διάνυσε η μοτοσυκλέτα από την στιγμή που έπεσε στο έδαφος με τον Παραπονούμενο μέχρι την σύγκρουση με το πεζοδρόμιο και ακολούθως μέχρι την σύγκρουση της μοτοσυκλέτας με το όχημα της Κατηγορούμενης, ο ΜΚ3 απάντησε ότι δεν ήταν σε θέση να εκφέρει άποψη. Η εικόνα που αποκόμισα από τον ΜΚ3 ήταν θετική. Ο ΜΚ3 κατέθεσε με ειλικρίνεια τα γεγονότα όπως τα έζησε στην σκηνή του δυστυχήματος. Κατά την αντεξέταση του παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του και δεν διέκρινα ότι είχε οποιοδήποτε λόγο για να βλάψει την Κατηγορούμενη ή να κινηθεί ευνοϊκά προς τον Παραπονούμενο. Σημειώνω άλλωστε ότι η ακεραιότητα του ΜΚ3 δεν αμφισβητήθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο από την Υπεράσπιση. Ενόψει των πιο πάνω αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΚ3, με εξαίρεση τις αναφορές του ΜΚ3 σε σχέση με την ταχύτητα της μοτοσυκλέτας και την απόσταση που χώριζε το όχημα του από το όχημα της Κατηγορούμενης. Η αναφορά του μάρτυρα στην ταχύτητα της μοτοσυκλέτας καθώς και στην απόσταση που χώριζε το όχημα του από αυτό της Κατηγορούμενης αποτελεί την υποκειμενική του κρίση. Ο ΜΚ3 όπως διεφάνη, κατά την μαρτυρία του, δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει με ακρίβεια είτε την ταχύτητα της μοτοσυκλέτας, είτε την απόσταση. Τα όσα ανέφερε ουσιαστικά αποτελούν την προσωπική του γνώμη, η οποία όμως δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Ως γνωστό ένας μάρτυρας μπορεί να καταθέτει μόνο για τα γεγονότα που περιήλθαν στην αντίληψη του . Η μαρτυρία γνώμης δεν είναι νομικά επιτρεπτή, πλην ορισμένων εξαιρέσεων, οι οποίες εν προκειμένω δεν συντρέχουν. Η Κατηγορούμενη υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, γραπτή δήλωση την οποία και κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Συνοπτικά σε αυτήν αναφέρει ότι την 12.07.11 και περί ώρα 19.10 οδηγούσε το όχημα της στη Λεωφόρο Δημοκρατίας με κατεύθυνση από το Παφιακό Στάδιο προς τον κυκλικό κόμβο Κονιών. Σε κάποιο σημείο του δρόμου έλεγξε την δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και διαπίστωσε ότι υπήρχε μία μοτοσυκλέτα η οποία κινείτο «ζικ-ζακ», δηλαδή άλλαζε συνέχεια λωρίδες και έτρεχε με μεγάλη ταχύτητα. Η Κατηγορούμενη έδειξε με το δεξιό σηματοδότη του οχήματος της την πρόθεση της να αλλάξει λωρίδα και άρχισε να αλλάζει λωρίδα, καθώς η απόσταση από την μοτοσυκλέτα ήταν πολύ μεγάλη περί τα 100 μέτρα. Ενώ το όχημα της Κατηγορούμενης ήταν περίπου το μισό στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και το άλλο μισό στην αριστερή, αντιλήφθηκε ότι ο οδηγός της μοτοσυκλέτας (δηλ. ο Παραπονούμενος) εφάρμοσε απότομα τα φρένα και αντιλαμβανόμενη η Κατηγορούμενη τον κίνδυνο να χάσει ο Παραπονούμενος τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας επέστρεψε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας για να αποφύγει την σύγκρουση. Στη συνέχεια και ενώ προχωρούσε κανονικά στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας στην οποία βρισκόταν αρκετή ώρα ένιωσε μία βίαιη σύγκρουση στο πίσω μέρος του οχήματος της. Μετά την σύγκρουση η Κατηγορούμενη μεταφέρθηκε στο Γ.Ν. Πάφου, όπου και παρέμεινε κλινήρης για ένα βράδυ. Η Κατηγορούμενη ανέφερε ότι ο λόγος για τον οποίο δεν αποκάλυψε στην ανακριτική της κατάθεση (Τεκμήριο 5) το γεγονός ότι άλλαξε λωρίδα κυκλοφορίας ήταν διότι ο ΜΚ1 ήταν εχθρικός μαζί της και την είχε θεωρήσει από την πρώτη στιγμή ως υπεύθυνη για το επίδικο δυστύχημα. Κατά την αντεξέταση της η Κατηγορούμενη ανέφερε ότι η αλήθεια περιλαμβάνεται στην γραπτή δήλωση της (Τεκμήριο 9) και όχι στην ανακριτική κατάθεση της (Τεκμήριο 5). Επανέλαβε δε ότι ο λόγος που απέφυγε να πει στην Αστυνομία ότι άλλαξε λωρίδα ήταν διότι ο ΜΚ1 ήταν εχθρικός και την πίεζε να παραδεχθεί και θεώρησε ότι αν απεκάλυπτε το γεγονός αυτό, τότε θα της «φόρτωνε» όπως χαρακτηριστικά είπε το ατύχημα. Στην ερώτηση της κας. Μανώλη αν γνώριζε προηγουμένως τον ΜΚ1 ή αν είχε οποιεσδήποτε διαφορές μαζί του, η Κατηγορούμενη απάντησε αρνητικά. Στην ερώτηση πότε λέει την αλήθεια, στην κατάθεση της (Τεκμήριο 5) όπου ανέφερε ότι δεν αντιλήφθηκε καθόλου την μοτοσυκλέτα ή στη δήλωση της (Τεκμήριο 9) όπου ανέφερε ότι είδε την μοτοσυκλέτα, η Κατηγορούμενη απάντησε ότι τώρα λέει την αλήθεια και ότι πράγματι είχε δει την μοτοσυκλέτα η οποία ήταν σε μεγάλη απόσταση έτρεχε όμως υπερβολικά. Η Κατηγορούμενη επανέλαβε ότι η απόσταση που χώριζε την μοτοσυκλέτα από το όχημα της ήταν περί τα 100 μέτρα και στην ερώτηση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, πως ήταν σε θέση να δει την μοτοσυκλέτα σε τόση απόσταση αφ' ης στιγμής πίσω από το όχημα της Κατηγορουμένης κινείτο το όχημα του ΜΚ3, η Κατηγορούμενη απάντησε ότι μπορούσε να δει ξεκάθαρα την μοτοσυκλέτα διότι κινείτο «ζικ-ζακ» και έτρεχε με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Η Κατηγορούμενη, μετά από σχετική ερώτηση, ανέφερε ότι από την στιγμή που επέστρεψε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας μέχρι την σύγκρουση της μοτοσυκλέτας με το πίσω μέρος του οχήματος της, παρήλθαν περί τα 5-10 λεπτά. Περαιτέρω, ανέφερε ότι δεν εισήλθε ολόκληρο το όχημα της στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και πρόσθεσε ότι μέσα σε δευτερόλεπτα επέστρεψε στην αριστερή λωρίδα, καθώς αντιλήφθηκε ότι ο Παραπονούμενος εφάρμοσε τα φρένα της μοτοσυκλέτας και έχασε τον έλεγχο της. Στην υποβολή της κας. Μανώλη ότι ο ισχυρισμός περί ιλιγγιώδους ταχύτητας του Παραπονούμενου είναι απλά μία δική της προσωπική εκτίμηση, η Κατηγορούμενη απάντησε ότι είναι γεγονός και όχι απλά εκτίμηση, διότι ο Παραπονούμενος έτρεχε τόσο πολύ που μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα από την στιγμή που τον αντιλήφθηκε σμίκρυνε η απόσταση που χώριζε τα οχήματα τους. Τέλος, η Κατηγορούμενη αρνήθηκε τις υποβολές της κας. Μανώλη ότι ευθύνεται αποκλειστικά για το επίδικο ατύχημα και επανέλαβε ότι υπήρχε μεγάλη απόσταση ανάμεσα στο όχημα της και την μοτοσυκλέτα και ο Παραπονούμενος έχασε τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας λόγω της υπερβολικής ταχύτητας του. Θεωρώ ότι στην μαρτυρία της Κατηγορούμενης δεν μπορεί να προσδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα, καθώς περιέχει ουσιώδεις αντιφάσεις και ανακρίβειες. Δεν θα παραθέσω το σύνολο των αντιφάσεων που παρατηρούνται στην μαρτυρία της Κατηγορούμενης, αλλά θα περιοριστώ στις πιο σημαντικές που καταδεικνύουν ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στην μαρτυρία της Κατηγορούμενης. Καταρχάς, η μαρτυρία της Κατηγορούμενης στα πιο ουσιώδη της σημεία βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με την ανακριτική της κατάθεση (Τεκμήριο 5). Ενδεικτικά αναφέρω το γεγονός ότι ενώ στην ανακριτική κατάθεση της (Τεκμήριο 5) δήλωσε ότι δεν άλλαξε λωρίδα κυκλοφορίας αλλά βρισκόταν διαρκώς στην αριστερή λωρίδα διότι μάλιστα θα κατευθυνόταν στο πρατήριο βενζίνης που βρισκόταν στα αριστερά της σύμφωνα με την πορεία της στην μαρτυρία της ενώπιον του Δικαστηρίου, η Κατηγορούμενη έδωσε μία εντελώς διαφορετική εκδοχή και παραδέχτηκε τελικά ότι άλλαξε λωρίδα και κατευθύνθηκε στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Η εξήγηση που έδωσε για αυτήν την αλλαγή, ότι δηλαδή δεν ανέφερε το γεγονός αυτό στην κατάθεση της διότι ο ΜΚ1 ήταν εχθρικός μαζί της και φοβόταν ότι θα της «φόρτωνε» το επίδικο ατύχημα, κρίνεται ως πολύ φτωχή. Όπως και η ίδια η Κατηγορούμενη ανέφερε τον ΜΚ1 δεν τον γνώριζε πριν το επίδικο ατύχημα, ούτε είχαν οποιεσδήποτε διαφορές. Επίσης, η Κατηγορούμενη περιορίστηκε σε γενικές αναφορές ότι δήθεν ο ΜΚ1 ήταν εχθρικός απέναντι της και την πίεζε να παραδεχθεί. Παρά ταύτα η Κατηγορούμενη δεν προχώρησε σε καταγγελία του ΜΚ1 ή σε οποιεσδήποτε άλλες ενέργειες, όπως π.χ. να ζητήσει να δώσει νέα κατάθεση. Σημειώνω επίσης ότι ο ΜΚ1 δεν αντεξετάστηκε επί του εν λόγω σημείου, ούτε και επιχειρήθηκε σε οποιοδήποτε σημείο της αντεξέτασης του να αμφισβητηθεί η αμεροληψία του. Η αναφορά της Κατηγορούμενης ότι η μοτοσυκλέτα κινείτο «ζικ-ζακ», όχι μόνο δεν επιβεβαιώνεται από το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό αλλά έρχεται σε αντίθεση τόσο με την μαρτυρία του ΜΚ3, όσο και με την μαρτυρία του ΜΥ1, όπως θα φανεί πιο κάτω κατά την παράθεση της μαρτυρίας του. Οι πιο πάνω αναφερόμενοι μάρτυρες δήλωσαν ότι η μοτοσυκλέτα κινήθηκε «ζικ-ζακ» όταν το όχημα της Κατηγορούμενης εισήλθε στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και ο Παραπονούμενος εφαρμόζοντας τα φρένα της μοτοσυκλέτας έχασε τον έλεγχο της. Ο δε ισχυρισμός της Κατηγορούμενης ότι η σύγκρουση της μοτοσυκλέτας στο πίσω μέρος του οχήματος της έγινε αφού βρισκόταν ήδη για αρκετή ώρα στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, έρχεται σε αντίφαση με την ίδια της την μαρτυρία και αντιστρατεύεται την κοινή λογική. Συγκεκριμένα, η Κατηγορούμενη προσδιόρισε στη μαρτυρία της ότι παρήλθαν περίπου 5-10 λεπτά από την στιγμή που επέστρεψε στην αριστερή λωρίδα μέχρι την στιγμή της σύγκρουσης. Αφενός δηλαδή ανέφερε ότι βρισκόταν αρκετή ώρα στην αριστερή λωρίδα (5-10 λεπτά), αφετέρου όμως δήλωσε ότι ο Παραπονούμενος κινείτο με μεγάλη ταχύτητα αφού μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα είχε μειωθεί η απόσταση που τους χώριζε και αναγκάστηκε να επανέλθει αμέσως (σε δευτερόλεπτα όπως χαρακτηριστικά ανέφερε) στην αρχική της θέση στην αριστερή λωρίδα. Θα ήταν επομένως φύσει αδύνατο η σύγκρουση να επεσυνέβη μετά πάροδο 5-10 λεπτών, εφόσον όλα έγιναν τόσο γρήγορα και ο Παραπονούμενος μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα πλησίασε το όχημα της Κατηγορούμενης και έχασε τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας. Άλλωστε το γεγονός ότι το όλο συμβάν διαδραματίστηκε πολύ γρήγορα επιβεβαιώνεται και από την μαρτυρία του ΜΚ.3, η οποία κρίθηκε ως αξιόπιστη. Επίσης, η Κατηγορούμενη στην προσπάθεια της να πείσει ότι μεταξύ του οχήματος της και της μοτοσυκλέτας υπήρχε μεγάλη απόσταση περιέπεσε σε αντιφάσεις. Πιο συγκεκριμένα, ενώ από την μία ισχυριζόταν ότι υπήρχε μεγάλη απόσταση, από την άλλη δήλωσε στην αντεξέταση της ότι μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα από την στιγμή που είδε τον Παραπονούμενο η απόσταση που τους χώριζε είχε μικρύνει λόγω της μεγάλης ταχύτητας της μοτοσυκλέτας. Η ίδια επομένως η Κατηγορούμενη αναίρεσε τον ισχυρισμό της ότι υπήρχε μεγάλη απόσταση. Εύλογα επίσης προκύπτει το ερώτημα για ποιο λόγο η Κατηγορούμενη επανήλθε μέσα σε δευτερόλεπτα, όπως η ίδια ανέφερε, στην αριστερή λωρίδα εφόσον υπήρχε μεγάλη απόσταση από την μοτοσυκλέτα. Προφανώς ο λόγος ήταν διότι η μοτοσυκλέτα βρισκόταν σε κοντινή απόσταση. Περαιτέρω, αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι στην μαρτυρία της στο Δικαστήριο η Κατηγορούμενη ουδέν ανέφερε σε σχέση με τον ισχυρισμό της που περιέχεται στην ανακριτική της κατάθεση (Τεκμήριο 5), ότι ο Παραπονούμενος της δήλωσε την ώρα που βρίσκονταν και οι δύο τους στο ασθενοφόρο πως κάποιο άλλο όχημα του «έκοψε» τον δρόμο με αποτέλεσμα να συγκρουστεί η μοτοσυκλέτα με το όχημα της. Τα πιο πάνω αναφερόμενα είναι ενδεικτικά, κατά την άποψη μου, της σύγχυσης στην οποία τελούσε η Κατηγορούμενη. Για τους πιο πάνω λόγους θεωρώ ότι δεν μπορεί να δοθεί η παραμικρή βαρύτητα στην μαρτυρία της Κατηγορούμενης, η οποία και απορρίπτεται. Ο ΜΥ1 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία (Τεκμήριο 8). Στην κατάθεση του (Τεκμήριο 8) αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι ήταν συνοδηγός στο όχημα με αρ. εγγραφής KQA601 το οποίο οδηγούσε ο ΜΚ
- Μπροστά από το εν λόγω όχημα κινείτο το όχημα της Κατηγορούμενης και μεταξύ τους υπήρχε απόσταση περί τα 20-30 μέτρα. Το όχημα της Κατηγορούμενης επιχείρησε να εισέλθει στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και την ίδια στιγμή ο ΜΥ1 άκουσε ένα μεγάλο θόρυβο και είδε στα δεξιά του μία μοτοσυκλέτα μεγάλου κυβισμού (ενν. προφανώς η μοτοσυκλέτα του Παραπονούμενου) η οποία οδηγείτο «ζικ-ζακ». Το όχημα της Κατηγορούμενης επέστρεψε στην αριστερή λωρίδα, ενώ ο Παραπονούμενος δεν κατάφερε να συγκρατήσει την μοτοσυκλέτα η οποία έπεσε στο δρόμο και αφού τρίφτηκε στο οδόστρωμα συγκρούστηκε με το όχημα της Κατηγορούμενης. Περαιτέρω, σε σχετική ερώτηση του κ. Μάντη, ο ΜΥ1 είπε ότι η απόσταση που χώριζε το όχημα στο οποίο ήταν συνοδηγός από το όχημα της Κατηγορούμενης μπορεί να ήταν μεγαλύτερη από 20-30 μέτρα και να έφθανε μέχρι τα 40 μέτρα. Στην ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Κατηγορούμενης τι εννοεί όταν αναφέρει ότι η μοτοσυκλέτα κινείτο «ζικ-ζακ», ο ΜΥ1 απάντησε ότι εννοεί πως ο Παραπονούμενος έχασε τον έλεγχο της και διευκρίνισε ότι όταν ο Παραπονούμενος αντιλήφθηκε το όχημα της Κατηγορούμενης εφάρμοσε τα φρένα του και από εκείνη την στιγμή άρχισε να χάνει τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας. Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ1 ανέφερε ότι η πρώτη φορά που είδε την μοτοσυκλέτα ήταν όταν η μοτοσυκλέτα βρισκόταν στα δεξιά του οχήματος στο οποίο ήταν συνοδηγός και το προσπερνούσε. Σε σχετική ερώτηση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ο ΜΥ1 συμφώνησε ότι η κίνηση «ζικ-ζακ» οφειλόταν στο ότι η Κατηγορούμενη άλλαξε λωρίδα και εισήλθε στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Τέλος, στην ερώτηση της κας. Μανώλη αν είναι από τον θόρυβο που προκαλούσε η μοτοσυκλέτα που συμπέρανε ότι έτρεχε, ο ΜΥ1 απάντησε άκουσε τον θόρυβο αλλά είδε και τη μοτοσυκλέτα ότι έτρεχε όταν προσπέρασε το όχημα στο οποίο ήταν συνοδηγός. Δεν έχω κανένα ενδοιασμό στο να αποδεχθώ την μαρτυρία του ΜΥ1, ο οποίος κατέθεσε με φυσικότητα και ειλικρίνεια για τα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν μπροστά του κατά τον επίδικο χρόνο. Ωστόσο από την μαρτυρία του δεν μπορώ να αποδεχθώ τα όσα ο μάρτυρας ανέφερε σε σχέση με την ταχύτητα της μοτοσυκλέτας και την απόσταση μεταξύ του οχήματος στο οποίο ήταν συνοδηγός και του οχήματος της Κατηγορούμενης. Ο ΜΥ1, σε σχέση με τα πιο πάνω ουσιαστικά εξέφρασε την προσωπική του εκτίμηση. Όπως ανέφερα και πιο πάνω κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΚ3, τέτοια μαρτυρία συνιστά μαρτυρία γνώμης η οποία είναι νομικά απαράδεκτη. Ευρήματα Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 12.07.11 και περί ώρα 19.10 το όχημα της Κατηγορούμενης βρισκόταν στη Λεωφόρο Δημοκρατίας στην Πάφο και συγκεκριμένα κινείτο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας με κατεύθυνση από το Παφιακό Στάδιο προς τον κυκλικό κόμβο Κονιών. Πίσω από το όχημα της Κατηγορούμενης, ευρισκόμενο επίσης στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και ακολουθώντας την ίδια πορεία, κινείτο το όχημα με αρ. εγγραφής KQA601 το οποίο οδηγείτο από τον ΜΚ3 με συνοδηγό τον ΜΥ
- Στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται πιο πάνω βρισκόταν και ο Παραπονούμενος, ο οποίος οδηγούσε την μοτοσυκλέτα του στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας με κατεύθυνση από το Παφιακό Στάδιο προς τον κυκλικό κόμβο Κονιών. Σε κάποιο σημείο του δρόμου, η Κατηγορούμενη έδειξε με τον δεξιό δείκτη του οχήματος της την πρόθεση της να αλλάξει λωρίδα κυκλοφορίας και αμέσως μετά εισήλθε σχεδόν ολόκληρο το όχημα της στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Την ίδια στιγμή η μοτοσυκλέτα του Παραπονούμενου, η οποία κινείτο ήδη στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, προσπερνούσε το όχημα του ΜΚ3 και είδε ξαφνικά το όχημα της Κατηγορούμενης να εισέρχεται στη λωρίδα που κινείτο. Ο Παραπονούμενος εφάρμοσε τα φρένα της μοτοσυκλέτας και έκανε ελιγμό προς τα αριστερά, ενώ το όχημα της Κατηγορούμενης επέστρεψε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Ο Παραπονούμενος δεν μπόρεσε να συγκρατήσει την μοτοσυκλέτα η οποία έπεσε στο οδόστρωμα με τον Παραπονούμενο να επιβαίνει σε αυτήν, σύρθηκε στο δρόμο, εισήλθε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, πέρασε μπροστά από το όχημα του ΜΚ3, ο οποίος επίσης εφάρμοσε τα φρένα του οχήματος του για να αποφύγει την σύγκρουση με την μοτοσυκλέτα η οποία τελικά κτύπησε στην λίνια του αριστερού πεζοδρομίου. Με το κτύπημα της μοτοσυκλέτας στο αριστερό πεζοδρόμιο ο Παραπονούμενος εκτινάχθηκε από την μοτοσυκλέτα, η οποία συνέχισε να σύρεται στο δρόμο, συγκρούστηκε με το πίσω μέρος του οχήματος της Κατηγορούμενης, άλλαξε πορεία λόγω της σύγκρουσης και συνέχισε να σύρεται για μερικά ακόμα μέτρα μέχρι να ακινητοποιηθεί στην τελική της θέση στην οποία την εντόπισε ο ΜΚ
- Η Κατηγορούμενη με την σύγκρουση της μοτοσυκλέτας στο όχημα της, έχασε τον έλεγχο του και κατέληξε στην διαχωριστική νησίδα της Λεωφόρου Δημοκρατίας. Από το δυστύχημα τραυματίστηκαν τόσο η Κατηγορούμενη, όσο και ο Παραπονούμενος. Επίσης υπέστησαν ζημιές τόσο το όχημα της Κατηγορούμενης όσο και η μοτοσυκλέτα. Συγκεκριμένα, το όχημα της Κατηγορούμενης υπέστη ζημιές στον πισινό προφυλακτήρα, ενώ η μοτοσυκλέτα στο μπροστινό μέρος της (φανάρι, τιμόνι και πλαστικά) και στην αριστερή πλευρά της. Αποτελεί επίσης εύρημα μου, ότι το επίδικο δυστύχημα έγινε κατά την διάρκεια της ημέρας, ο καιρός ήταν αίθριος και η άσφαλτος στεγνή και καθαρή. Τέλος, ο δρόμος στο σημείο που επεσυνέβη το δυστύχημα είναι ευθύς και επίπεδος, η ορατότητα είναι πέραν των 100 μέτρων και το ανώτατο όριο ταχύτητας είναι 50 ΧΑΩ. Νομική Πτυχή Το αδίκημα της αμελούς οδήγησης έχει τύχει πλούσιας και εκτεταμένης ανάλυσης από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σε μια κατηγορία για αμελές οδήγημα η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος δεν ενήργησε ως συνετός και προσεκτικός οδηγός και όχι ως ένας τέλειος οδηγός. Στην Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 202 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την αμέλεια (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Η αμέλεια σύγκειται στην παράλειψη εκπληρώσεως του καθήκοντος μέριμνας και φροντίδας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, τον γείτονα, όπως επιγραμματικά αναφέρεται στην απόφαση του Λόρδου Atkin στην υπόθεση Donoghue v. Stevenson
(1932)A.C. 562. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο, ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί- α) η φύση του καθήκοντος, και β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια.» Είναι νομολογημένο ότι για τον καθορισμό της αμέλειας, το μέτρο με το οποίο κρίνονται οι πράξεις προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο, είναι εκείνο του μέσου συνετού ανθρώπου, και ο προσδιορισμός του καθήκοντος ενός εκάστου ποικίλλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή. Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 68 ειπώθηκαν τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παραβίαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/1972, είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι τέλειου οδηγού.» Όπως προκύπτει και από τη σχετική Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου v. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R 188). Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (Αργυρού v.Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ 378). Βάρος απόδειξης Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι ( Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε πιο πάνω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Συμπεράσματα Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, δηλαδή την μαρτυρία που έχω κρίνει ως αποδεκτή, την νομική πτυχή, το βάρος απόδειξης και τα ευρήματα, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία που αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη. Όπως έχει κατ' επανάληψη ειπωθεί, το μέτρο με το οποίο κρίνονται οι πράξεις προσώπων που χρησιμοποιούν το δημόσιο δρόμο, είναι εκείνο του μέσου συνετού ανθρώπου και ο προσδιορισμός του καθήκοντος ενός εκάστου ποικίλλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή. Το καθήκον για την λήψη προφυλακτικών μέτρων μορφοποιείται ενόψει κινδύνου ο οποίος διαφαίνεται κατά λογική πρόβλεψη (Βίκης v.Νεοφύτου
(1990)1 Α.Α.Δ 350). Στην προκείμενη περίπτωση η Κατηγορούμενη υπήρξε, κατά την άποψη μου, σαφώς αμελής. Η αμέλεια της εντοπίζεται στο γεγονός ότι άλλαξε λωρίδα κυκλοφορίας εισερχόμενη από την αριστερή, στην οποία κινείτο αρχικά, στην δεξιά λωρίδα χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι αυτή η ενέργεια της δεν θα δημιουργούσε κίνδυνο τόσο για την ίδια όσο και για άλλα πρόσωπα που εκείνη την ώρα χρησιμοποιούσαν τον δρόμο. Η Κατηγορούμενη προφανώς δεν εκτίμησε σωστά την απόσταση που χώριζε το όχημα της από την μοτοσυκλέτα και ενεργώντας επιπόλαια άλλαξε λωρίδα κυκλοφορίας αποκόπτοντας την πορεία του Παραπονούμενου ο οποίος κινείτο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Δεν χωρεί καμία αμφιβολία στο μυαλό μου ότι γενεσιουργός αιτία του δυστυχήματος ήταν η ενέργεια της Κατηγορούμενης να αλλάξει λωρίδα κυκλοφορίας. Αυτό επιβεβαιώνεται τόσο από την μαρτυρία όλων των μαρτύρων που κατέθεσαν ενώπιον μου, όσο και από την πραγματική μαρτυρία. Τα ίχνη τροχοπέδησης της μοτοσυκλέτας καθώς και τα ίχνη τροχοπέδησης του οχήματος του ΜΚ3 που βρέθηκαν στην σκηνή του δυστυχήματος καταμαρτυρούν ότι μπροστά τους εμφανίστηκε κίνδυνος που τους ανάγκασε να εφαρμόσουν τα φρένα των οχημάτων τους. Στην υπόθεση Παπακώστα κ.α v. Ζιπιτή
(2002)1Α Α.Α.Δ 231, λέχθηκαν τα πιο κάτω τα οποία θεωρώ ότι τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση: «Γενεσιουργός αιτία του δυστυχήματος υπήρξε η αμέλεια της εφεσείουσας η οποία, είτε γιατί εκτίμησε εσφαλμένα την κατάσταση της τροχαίας κίνησης είτε γιατί δεν ήταν τόσο προσεκτική όσο έπρεπε, εισήλθε στη δεύτερη λωρίδα κυκλοφορίας την οποία νομίμως χρησιμοποιούσε ο εφεσίβλητος με αποτέλεσμα να υποχρεωθεί ο εφεσίβλητος να λάβει αποτρεπτικά μέτρα προς αποφυγή του απροσδόκητου κινδύνου που δημιούργησε η εφεσείουσα. Η εφεσείουσα εισερχόμενη στη δεύτερη λωρίδα κυκλοφορίας ενώ βρισκόταν πολύ κοντά της το λεωφορείο, παραβίασε τα καθήκοντά της έναντι του οδηγού του λεωφορείου και ορθά κρίθηκε αμελής. .................................... Αντίθετα, ο κίνδυνος ήταν προβλεπτός από την εφεσείουσα η οποία, ενώ είδε το λεωφορείο που ερχόταν στη λωρίδα που αυτή είχε πρόθεση να εισέλθει εντούτοις διακινδύνευσε την είσοδό της στην τρίτη λωρίδα και με την ενέργειά της έθεσε σε κίνδυνο τον οδηγό του λεωφορείου.» Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορουμένης στην τελική του αγόρευση κάνει εκτενή αναφορά στο ζήτημα της απόστασης που χώριζε το όχημα της Κατηγορούμενης από την μοτοσυκλέτα, υποστηρίζοντας ουσιαστικά ότι η απόσταση ήταν μεγάλη και ως εκ τούτου δεν φέρει οποιαδήποτε ευθύνη η πελάτισσα του για το δυστύχημα εφόσον ήταν ασφαλές να εισέλθει στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Ο κ. Μάντης έχει δίκαιο στο ότι δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου σαφής μαρτυρία σε σχέση με την ακριβή απόσταση που χώριζε το όχημα της Κατηγορουμένης από την μοτοσυκλέτα. Παραγνωρίζει όμως την υπόλοιπη μαρτυρία η οποία σαφώς καταδεικνύει ότι δεν ήταν μεγάλη η απόσταση που χώριζε τα δύο οχήματα, αντιθέτως φαίνεται ότι ήταν μικρή έστω και αν δεν μπορούν να καθοριστούν με ακρίβεια τα μέτρα που χώριζαν τα δύο οχήματα. Συγκεκριμένα, η ίδια η Κατηγορούμενη κατά την αντεξέταση της ανέφερε ότι από την στιγμή που είδε τον Παραπονούμενο, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα η μεταξύ τους απόσταση είχε μικρύνει. Επίσης το γεγονός ότι το όχημα της Κατηγορούμενης, μετά που το μεγαλύτερο μέρος του εισήλθε στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, αμέσως επέστρεψε στην αριστερή καταμαρτυρεί ότι αντιλήφθηκε τον κίνδυνο που δημιούργησε και ότι η μοτοσυκλέτα ήταν σε κοντινή απόσταση. Δεν μπορεί να δοθεί άλλη λογική εξήγηση σε αυτήν την ενέργεια της. Αν υπήρχε μεταξύ τους τόσο μεγάλη απόσταση, τότε για ποιο λόγο επέστρεψε άμεσα στην αριστερή λωρίδα. Περαιτέρω το γεγονός ότι ο Παραπονούμενος εφάρμοσε τα φρένα της μοτοσυκλέτας υποδηλώνει ότι υπήρχε μπροστά του κίνδυνος τον οποίο έπρεπε να αντιμετωπίσει λαμβάνοντας άμεσα αποτρεπτικά μέτρα. Αν υπήρχε μεγάλη απόσταση από το όχημα της Κατηγορούμενης, τότε δεν θα χρειαζόταν να εφαρμόσει άμεσα τα φρένα. Καταλήγοντας θα ήθελα να αναφέρω ότι ακόμα και αν γινόταν αποδεκτή η μαρτυρία της Κατηγορούμενης και πάλι στην βάση της δικής της μαρτυρίας θα κατέληγα στο ίδιο αποτέλεσμα, ότι δηλαδή υπήρξε αμελής. Αυτό διότι, όπως η ίδια δήλωσε, εντόπισε την μοτοσυκλέτα σε απόσταση και διέκρινε ότι αυτή κινείτο με υπερβολική ταχύτητα. Επομένως, με αυτά τα δεδομένα και εφόσον η ταχύτητα της μοτοσυκλέτας ήταν μεγάλη ο κίνδυνος ήταν ορατός και όφειλε η Κατηγορούμενη να μην εισέλθει στη δεξιά λωρίδας κυκλοφορίας, αλλά να αναμένει πρώτα την διέλευση της μοτοσυκλέτας. Υπό το φως των πιο πάνω και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, θεωρώ ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία της αμελούς οδήγησης και κατά συνέπεια κρίνεται ένοχη. (Υπ.) ............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο