Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Γεώργιος Γεωργίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 6930/10, 14/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B87 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6930/10 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Κατηγορούσας Αρχής v.
- Γεώργιος Γεωργίου
- Παντελής Πίτας Κατηγορουμένων ----------------------- Ημερομηνία: 14/05/
- Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χρ. Περγαντή. Για τον Κατηγορούμενο αρ.1 : κα Σ. Χ΄΄Νεοφύτου. Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος αρ. 1 (από τώρα και στο εξής «ο κατηγορούμενος») έχει κριθεί ένοχος μετά από ακροαματική διαδικασία στην κατηγορία της Απόσπασης Xρημάτων με Ψευδείς Παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Τα γεγονότα τα οποία περιβάλλουν τις συνθήκες διάπραξης του πιο πάνω αδικήματος από τον κατηγορούμενο, καταγράφονται λεπτομερώς στην καταδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 24/03/2014 και λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο για σκοπούς επιβολής της παρούσας ποινής. Συνοπτικά όμως, ο παραπονούμενος Ανδρέας Ιωακείμ, αρχές του καλοκαιριού του 2008 επιθυμούσε να επενδύσει αγοράζοντας γη στην Πάφο. Μέσω του πρώην κατηγορούμενου αρ. 2, γνώρισε τον κατηγορούμενο ο οποίος του ανέφερε ότι μεσολαβούσε για την πώληση ενός τεμαχίου στο χωριό Πολέμι της Επαρχίας Πάφου. Αφού ο παραπονούμενος επισκέφθηκε το εν λόγω τεμάχιο και του άρεσε συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο σε ένα καφεστιατόριο στην Πάφο όπου ο τελευταίος του ανέφερε την τιμή πώλησης του, τον τρόπο καταβολής του τιμήματος και ότι ο ίδιος μεσολαβούσε για την πώληση του και θα έπαιρνε προμήθεια για την πράξη αυτή. Όλες οι λεπτομέρειες των παραστάσεων του κατηγορουμένου προς τον παραπονούμενο καταγράφονται λεπτομερώς στην καταδικαστική απόφαση. Κατόπιν τούτου, ο κατηγορούμενος σταδιακά και σε διάφορες ημερομηνίας μεταξύ των μηνών Ιουλίου - Αυγούστου του 2008 απέσπασε από τον κατηγορούμενο το συνολικό ποσό των €40,000 ως προκαταβολή για την αγορά του εν λόγω τεμαχίου. Περί τον Σεπτέμβριο του 2008, από έλεγχο που έκανε ο παραπονούμενος στο Κτηματολόγιο πληροφορήθηκε ότι το εν λόγω τεμάχιο είχε πωληθεί στην Αφροδίτη Λεύκου Πάσιου για το ποσό των £93,000 στις 05/09/
- Έγιναν διάφορα διαβήματα από τον παραπονούμενο προς τον κατηγορούμενο για επιστροφή των χρημάτων του χωρίς αποτέλεσμα μέχρι σήμερα. Επίσης, ο παραπονούμενος συναντήθηκε με την ιδιοκτήτρια του εν λόγω ακινήτου κατά τον ουσιώδη χρόνο και του ανέφερε ότι, πέραν του ότι είχε μιλήσει την περίοδο εκείνη μερικές φορές τηλεφωνικώς με τον κατηγορούμενο ο οποίος ρωτούσε διάφορα πράγματα και φαινόταν να ενδιαφερόταν ο ίδιος για την αγορά του τεμαχίου της, δεν του είχε δώσει οποιαδήποτε εξουσιοδότηση ούτε του ζήτησε ποτέ της να μεσολαβήσει για την πώληση του εν λόγω τεμαχίου της. Επίσης, ουδέποτε πήρε χρήματα από τον κατηγορούμενο και ουδέποτε γνώριζε ότι αυτός παρέστησε στον παραπονούμενο ότι ενεργούσε για λογαριασμό της. Επίσης, προέκυψε ότι η συμφωνία για την πώληση του εν λόγω ακινήτου στο πιο πάνω αναφερόμενο τρίτο πρόσωπο έγινε στις 06/08/2008, αφού είχαν προηγηθεί διαπραγματεύσεις και η τιτλοποίηση του στις 05/09/
- Η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής κατέθεσε στο Δικαστήριο γραπτή αγόρευση. Σε αυτήν κατ' αρχή, εκφράζει την απολογία του κατηγορούμενου για το αδίκημα που έχει διαπράξει καθώς επίσης αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος αντιλαμβάνεται πλήρως τη σοβαρότητα του αδικήματος στο οποίο έχει κριθεί ένοχος. Περαιτέρω, κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου και τις προσωπικές του συνθήκες όπως αυτές φαίνονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας η οποία ετοιμάστηκε κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου καθώς επίσης και τα όσα αναφέρει στην αγόρευση της συμπεριλαμβανομένων και των ιατρικών πιστοποιητικών που επισυνάπτονται σε αυτήν. Επίσης, ιδιαίτερη αναφορά έγινε στον παράγοντα χρόνο, για να εισηγηθεί η πλευρά της υπεράσπισης ότι η πάροδος έξι σχεδόν χρόνων από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή, είναι σημαντικός παράγοντας ο οποίος θα πρέπει να ληφθεί υπόψη. Παραπέμποντας σε σχετική επί του θέματος νομολογία ανέφερε ότι η καθυστέρηση στην ολοκλήρωση της υπόθεσης δεν βαραίνει αποκλειστικά τον κατηγορούμενο και ότι στο μεσοδιάστημα αυτό έχουν αλλάξει ριζικά οι προσωπικές του περιστάσεις. Περιληπτικά, ανέφερε ότι κατά τη διάπραξη των αδικημάτων ο κατηγορούμενος ήταν υπάλληλος της Α.Η.Κ. με μηνιαίο εισόδημα πέραν των €
- Κατά τον Μάρτιο του 2013 λόγω σοβαρού τροχαίου δυστυχήματος στο οποίο ενεπλάκη τον Ιούλιο του 2011 αναγκάστηκε να διακόψει την εργασία του. Η διακοπή αυτή είχε ως αποτέλεσμα η κόρη του να διακόψει τη φοίτηση της από το ιδιωτικό πανεπιστήμιο λόγω αδυναμίας του κατηγορούμενου να ανταπεξέλθει οικονομικά. Από τον Μάρτιο του 2013 μέχρι τον Ιανουάριο του 2014 ο κατηγορούμενος ήταν άνεργος και τα μοναδικά εισοδήματα του προέρχονταν από την εργασία της συζύγου του. Από τον Φεβρουάριο του 2014 μέχρι σήμερα άρχισε να απασχολείται περιστασιακά ως οδηγός ταξί. Κατά το έτος 2010 υποβλήθηκε σε καθετηριασμό. Παρουσιάζει συχνά αρρυθμίες και ταχυκαρδία λόγω άγχους, πάσχει από στεφανιαία νόσο, λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή και βρίσκεται υπό συνεχή παρακολούθηση. Κατά το έτος 2011 μετά το τροχαίο ατύχημα που είχε ο κατηγορούμενος υποβλήθηκε σε μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου και σπονδυλικής στήλης η οποία κατέδειξε κάταγμα σπονδύλου και έντονες αλλοιώσεις στο κεφάλι μετά από κτύπημα. Ήταν η θέση της υπεράσπισης ότι μετά το τροχαίο δυστύχημα που ο κατηγορούμενος είχε η ζωή του άλλαξε ριζικά. Η υγεία του χειροτέρευσε, ο ίδιος αναγκάστηκε από την ηλικία των 50 χρόνων να διακόψει την εργασία του και τα οικονομικά του είναι πολύ άσχημα. Επίσης, λόγω όλων των πιο πάνω ο ίδιος βρίσκεται σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση. Εν όψει όλων των πιο πάνω σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η πάροδος τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος μειώνει ουσιαστικά την ανάγκη για αποτρεπτικότητα, αποτέλεσε εισήγηση της υπεράσπισης ότι η ενδεδειγμένη ποινή είναι αυτή του προστίμου. Τέλος, αποτέλεσε εισήγηση της ότι σε περίπτωση που του Δικαστήριο καταλήξει ότι η ενδεδειγμένη ποινή είναι αυτή της φυλάκισης τότε, η παρούσα περίπτωση είναι κατάλληλη για αναστολή εκτέλεσης της παραπέμποντας σε νομολογία σε σχέση με τις αρχές που διέπουν το ζήτημα. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι το αδίκημα που διέπραξε ο κατηγορούμενος είναι ιδιαίτερα σοβαρό και αυτό αντικατοπτρίζεται από τις προβλεπόμενες στο Νόμο ποινές. Το άρθρο 298 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 κατατάσσει το αδίκημα της απόσπασης περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις στην κατηγορία των κακουργημάτων και σε περίπτωση καταδίκης επισύρει ποινή φυλάκισης πέντε χρόνων. Η σοβαρότητα τέτοιου είδους αδικημάτων επισημαίνεται και μέσα από την νομολογία η οποία αναφέρει ότι υπάρχει η ανάγκη για αποτροπή. Στην Ανδρέας Αντωνίου Ιωάννου Άλλως Μουσικός v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286 στην οποία ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε μεταξύ άλλων και κατηγορία για απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις λέχθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο τα ακόλουθα στη σελ.292: «Αδικήματα που ενέχουν το στοιχείο της απάτης είναι σοβαρά διότι υπονομεύουν τις συναλλαγές και τις δοσοληψίες μεταξύ των πολιτών. Έχει δε τονισθεί από το Δικαστήριο τούτο σε σειρά αποφάσεων ότι οι ποινές σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να είναι αποτρεπτικού χαρακτήρα, όταν δε ένα δικαστήριο αντιμετωπίζει την επιβολή ποινής σε περιπτώσεις που από τη φύση τους απαιτούν αποτροπή, τότε η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να έχει τέτοια επίδραση εις την ποινή που θα επιβληθεί ώστε να υπονομεύεται ή να καταστρέφεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής.» Στην πιο πάνω υπόθεση επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο, ο οποίος είχε βεβαρυμένο ποινικό μητρώο, για το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις ποινή φυλάκισης ενός χρόνου μαζί με άλλες μεγαλύτερες ποινές για τα αδικήματα της πλαστογραφίας και κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου. Παραπέμπω επίσης, στην Νίκος Ευαγγέλου Αργυρού Χριστούδκιας v. Της Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 52 όπου επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης έξι μηνών για το ίδιο αδίκημα αφού λήφθηκαν υπόψη και άλλες οκτώ υποθέσεις καθώς επίσης ενεργοποιήθηκε και προηγούμενη ποινή φυλάκισης έξι μηνών η οποία θα ήταν διαδοχική. Η σοβαρότητα του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι δεδομένη καθώς επίσης και η ανάγκη που υπάρχει για αποτροπή. Πέραν των πιο πάνω, λαμβάνω υπόψη μου και τις περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος όπως έχουν ανευρεθεί από το Δικαστήριο και καταγράφονται στην καταδικαστική απόφαση. Ιδιαίτερα λαμβάνω υπόψη μου το ύψος του ποσού που έλαβε από τον παραπονούμενο και τον σκοπό για τον οποίο του παρέστησε ότι θα το λάμβανε. Επίσης, υπόψη θα πρέπει να ληφθεί και το γεγονός ότι το ποσό αυτό λήφθηκε από τον κατηγορούμενο σταδιακά από τον παραπονούμενο και μάλιστα μετά από πίεσης και οχλήσεις του ιδίου για να το καταβάλει, χωρίς σε οποιοδήποτε στάδιο να αναθεωρήσει τη στάση και συμπεριφορά του αυτή και να αποκαλύψει στον παραπονούμενο την πραγματική κατάσταση των πραγμάτων. Oυσιαστικά έχει προκύψει ότι έδρασε συστηματικά και με σχέδιο για μια περίοδο δύο τουλάχιστον μηνών με αποτελέσμα να προσποριστεί το πιο πάνω ποσό και να αποκτήσει οικονομικό όφελος. Παρά τα πιο πάνω όμως, ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών, το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί (βλ. Κόκκινος v. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135). Η εξατομίκευση της ποινής όμως, δεν θα πρέπει να εξουδετερώνει ούτε τη σοβαρότητα του εγκλήματος, ούτε το στοιχείο της αποτροπής και να καθιστά αναποτελεσματική την εφαρμογή του Νόμου (βλ. Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Προς όφελος του κατηγορουμένου και για σκοπούς μετριασμού της ποινής, λαμβάνω υπόψη μου τα όσα η ευπαίδευτος συνήγορος του ανέφερε στο Δικαστήριο και ειδικότερα τα ακόλουθα: 1) Την απολογία του κατηγορούμενου έστω και σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Θα πρέπει να σημειωθεί όμως, ότι πέραν της φραστικής απολογίας του κατηγορούμενου όπως εκφράστηκε από τη συνήγορο του, δεν υπάρχουν οποιαδήποτε άλλα στοιχεία που να την ενδυναμώνουν όπως για παράδειγμα η αποζημίωση του θύματος. Είναι νομολογημένο ότι εκείνο το οποίο έχει σημασία και στο οποίο δίδεται ιδιαίτερη βαρύτητα είναι η έμπρακτη μεταμέλεια η οποία στην παρούσα περίπτωση δεν φαίνεται να υπάρχει. Η φραστική απολογία του κατηγορούμενου μετά που αυτός κρίθηκε ένοχος μετά από πολύμηνη ακροαματική διαδικασία είναι άνευ ουσίας. Παρά ταύτα, θα δώσω στον παράγοντα αυτό τη σημασία και βαρύτητα που του αξίζει και θα το λάβω υπόψη μου. 2) Το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, στοιχείο που του δίνει την ευκαιρία να αιτείται της μέγιστης δυνατής επιείκειας του Δικαστηρίου. 3) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του συνθήκες όπως εμφαίνονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και από την ευπαίδευτη συνήγορο του και ειδικότερα τα ακόλουθα: α) ότι είναι ηλικίας 53 χρόνων και πατέρας τριών ενήλικων τέκνων, ένα από τον Α΄ του γάμο και δύο από τον Β΄ του γάμο καθώς επίσης και το γεγονός ότι η πρώτη του σύζυγος απεβίωσε το 1991 μετά από τροχαίο ατύχημα. β) ότι εργαζόταν στην Α.Η.Κ. ως εργάτης μέχρι και τον Μάρτιο του 2013 οπόταν αναγκάστηκε να διακόψει την εργασία του, λόγω προβλημάτων υγείας με το σπόνδυλο του μετά από τροχαίο ατύχημα που είχε. Επίσης, ότι στο παρόν στάδιο εργάζεται ως οδηγός ταξί με μερική απασχόληση και έχει εισοδήματα γύρω στα €400 ενώ η σύζυγος του κερδίζει το ποσό των €600 μηνιαίως από την εργασία της. γ) ότι έχει χρέη σε πιστωτικά ιδρύματα συνολικού ποσού €90,000 για τα οποία δεν καταβάλλονται οι δόσεις καθώς και ακίνητη περιουσία όπως περιγράφεται στην Έκθεση. δ) ότι λόγω της οικονομικής του κατάστασης η μικρότερη θυγατέρα του αναγκάστηκε να σταματήσει τη φοίτηση της από ιδιωτικό πανεπιστήμιου που φοιτούσε και ότι ο κατηγορούμενος αναγκάζεται να εργάζεται παρόλα τα προβλήματα υγείας του με σκοπό να βοηθήσει οικονομικά την οικογένεια του. ε) τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει όπως φαίνονται από τα ιατρικά πιστοποιητικά που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία να σημειωθεί ότι δεν είναι πρόσφατα εκτός από την ιατρική βεβαίωση του Δρ. Φ. Κρητιώτη. Θα πρέπει να αναφερθεί όμως, ότι σε σοβαρά αδικήματα τα οποία μάλιστα βρίσκονται σε έξαρση και επιβάλλεται η ανάγκη για αυστηρή και αποτρεπτική ποινή, οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου είναι ήσσονος σημασίας (βλ. Μάριος Παναγιώτου v. Aστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 540, Κλεοβούλου v. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 57, Αlarsan v. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 11 και Ψύλλος v. Aστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 430). Περαιτέρω, στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Σωτηρίου (ανωτέρω) έχουν λεχθεί τα ακόλουθα: «Έχει αποφασιστεί ότι σε σοβαρά αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξης τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής και αυστηρής ποινής, οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου και τα ιδιαίτερα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετωπίζει, ανκαι παράγοντες που πρέπει να συνυπολογίζονται, είναι ήσσονος σημασίας αφού προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας». 4) Το χρόνο που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή και ο οποίος ανέρχεται σχεδόν στα 6 χρόνια. Η καθυστέρηση είναι ένας παράγοντας που λαμβάνεται σοβαρά υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής. Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Έχει νομολογηθεί ότι η πάροδος αρκετού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, δηλαδή αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο, είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος - (βλ. Μεταξύ άλλων, Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 Α.Α.Δ. 5, σελ. 10 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 71, σελ. 77)». Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Πεγειώτης κ.α
(2001)2 Α.Α.Δ. 617 λέχθηκε ότι όταν για την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης ευθύνεται ο κατηγορούμενος τότε δεν μπορεί να την επικαλείται ως ελαφρυντικό παράγοντα (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας v. Bαρνάβα
(1999)2 Α.Α.Δ. 638). Πέραν των πιο πάνω, έχει νομολογηθεί ότι βασικός λόγος για τον οποίο η καθυστέρηση προσμετρά ως ελαφρυντικός παράγοντας είναι διότι στο μεταξύ οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου μπορεί να έχουν αλλάξει. Περαιτέρω, η αποτίμηση της καθυστέρησης ως παράγοντα ελαφρυντικού της ποινής τείνει να μετριάσει την απόσταση που δημιουργείται ως προ το άτομο του παραβάτη, μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του (βλ. Σωτήρης Αβραάμ v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 365). Περαιτέρω, θα πρέπει να γίνει και ιδιαίτερη αναφορά στην Αβραάμ (ανωτέρω) όπου διαφαίνεται ότι ακόμη και στην περίπτωση που για την καθυστέρηση ευθύνεται ο κατηγορούμενος, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μαζί με τα υπόλοιπα περιστατικά και τη φύση της υπόθεσης. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση αυτή λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Παρά τη θέση της νομολογίας ως προς τις επιπτώσεις της καθυστέρησης όταν για αυτήν ευθύνεται ο κατηγορούμενος και τη θέση της ως προς την ευθύνη του δικαστηρίου για τη διεξαγωγή της μέσα σε εύλογο χρόνο παραμένει το γεγονός της επιβολής ποινής μετά την παρέλευση 40 μηνών από τη διάπραξη των αδικημάτων». Στην παρούσα περίπτωση είναι γεγονός ότι έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή. Όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης, αυτή καταχωρήθηκε στις 28/06/
- Έχει διαφανεί κατά την ακροαματική διαδικασία ότι ο παραπονούμενος προέβηκε σε παράπονο στην Αστυνομία περί τον Μάρτιο του 2009 καθότι ανέμενε μέχρι τότε και γίνονταν προσπάθειες για επιστροφή των χρημάτων του από τον κατηγορούμενο χωρίς αποτέλεσμα. Φαίνεται επίσης, ότι το ανακριτικό έργο ολοκληρώθηκε περί τον Σεπτέμβριο του
- Πέραν τούτου, δεν έχει δοθεί άλλη εξήγηση από την κατηγορούσα αρχή για την καθυστέρηση στην προώθηση της υπόθεσης της στο Δικαστήριο για περίοδο 9 περίπου μηνών. Είναι νομολογημένο ότι η κατηγορούσα αρχή έχει υποχρέωση όπως προσαγάγει τους παραβάτες ενώπιον του Δικαστηρίου ευθύς μετά την ολοκλήρωση των ανακρίσεων, νοουμένου ότι στοιχειοθετείται υπόθεση εναντίον τους (βλ. Ιωάννου κ.α v. Aστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 200). Η καθυστέρηση αυτή όμως, δεν είναι τέτοια που θα μπορούσε από μόνη της να παίξει οποιοδήποτε σημαντικό ρόλο. Περαιτέρω, υπόψη θα πρέπει να ληφθεί η περαιτέρω πορεία της υπόθεσης και οι λόγοι της καθυστέρησης στην ολοκλήρωση της. Πέραν από την άρνηση στην κατηγορία από τον κατηγορούμενο, που ήταν δικαίωμα του, από το φάκελο προκύπτουν τα ακόλουθα: Κατά την πρώτη εμφάνιση της υπόθεσης ο κατηγορούμενος απάντησε μη παραδοχή και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 19/01/2009, ημερομηνία κατά την οποία ο κατηγορούμενος απουσίαζε από το Δικαστήριο και εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του και η υπόθεση ορίστηκε στις 25/02/2009 και επίσης για επίδοση και για τον κατηγορούμενο 2 την ίδια ημερομηνία. Την εν λόγω ημερομηνία ο κατηγορούμενος εμφανίστηκε από μόνος του και εν αναμονή της επίδοσης της υπόθεσης και στον κατηγορούμενου 2, αυτή ορίστηκε στις 28/03/2011 και ακολούθως στις 09/05/2011 ημερομηνία που ο κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο και εκδόθηκε εκ νέου ένταλμα σύλληψης εναντίον του και η υπόθεση ορίστηκε εκ νέου στις 08/06/
- Εμφανίστηκε την εν λόγω ημερομηνία ο κατηγορούμενος μετά από εκτέλεση εντάλματος σύλληψης και η υπόθεση ορίστηκε για τελευταία φορά για ακρόαση και περαιτέρω προγραμματισμό στις 27/07/2011 μέχρι να επιδοθεί και στον κατηγορούμενο 2 οπόταν επιδόθηκε αλλά ο κατηγορούμενο 2 δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο και εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του και η υπόθεση ορίστηκε στις 19/09/2011 για να εκτελεστεί το ένταλμα σύλληψης εναντίον του κατηγορούμενου 2 και ακολούθως στις 24/10/
- Μετά από την εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης εναντίον του κατηγορούμενου 2 στις 20/10/2011, η υπόθεση ορίστηκε τελικά για ακρόαση στις 18/01/
- Από τα πιο πάνω, φαίνεται ο κατηγορούμενος να μην έχει μερίδιο ευθύνης για την καθυστέρηση χωρίς να παραγνωρίζεται ότι σε κάποιες δικασίμους δεν ήταν συνεπής. Ακολούθως, η υπόθεση αναβλήθηκε κατόπιν αιτήματος της πλευράς του κατηγορουμένου 2 και ορίστηκε στις 07/05/2012 για ακρόαση, ημερομηνία που αναβλήθηκε εκ νέου για τον ίδιο λόγο και επαναορίστηκε στις 11/10/
- Την εν λόγω ημερομηνία η υπόθεση αναβλήθηκε λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου και ορίστηκε στις 07/02/2013 οπόταν αναβλήθηκε κατόπιν πάλι αιτήματος του συνηγόρου του κατηγορούμενου 2 και ορίστηκε στις 25/04/2013 οπόταν αναβλήθηκε εκείνη την ημέρα λόγω αιτήματος αυτή τη φορά του κατηγορουμένου και ορίστηκε εκ νέου στις 20/09/
- Την εν λόγω ημερομηνία άρχισε η ακροαματική διαδικασία, η οποία μετά από αρκετές δικασίμους ολοκληρώθηκε στις 27/02/2014 με τις αγορεύσεις των διαδίκων και ακολούθως δόθηκε τελική απόφαση στις 24/03/
- Στη συνέχεια ορίστηκε για γεγονότα και ποινή στις 16/04/2014 με σκοπό να ετοιμαστεί Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας η οποία κατά την πιο πάνω ημερομηνία ήταν έτοιμη και λόγω αιτήματος της υπεράσπισης ορίστηκε εκ νέου για γεγονότα και ποινή στις 06/05/2014 οπόταν και ολοκληρώθηκε η διαδικασία. Λαμβάνω υπόψη μου την πιο πάνω πορεία της υπόθεσης και ιδιαίτερα την καθυστέρηση ου προκλήθηκε μετά την καταχώρηση της λόγω του μη εντοπισμού του κατηγορουμένου
- Από τα πιο πάνω φαίνεται ότι ο κατηγορούμενος φέρει ελάχιστο μερίδιο ευθύνης για την καθυστέρηση μετά την καταχώρηση της υπόθεσης. Πέραν των πιο πάνω, λαμβάνω υπόψη μου και τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου και την αλλαγή που επήλθαν σε αυτές σε όλο αυτό το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα. Ιδιαίτερα θα λάβω υπόψη μου το τροχαίο δυστύχημα που είχε κατά το 2011 και το γεγονός ότι τραυματίστηκε και αναγκάστηκε να αποχωρήσει από την εργασία του κατά τον Μάρτιο του
- Αυτές φαίνεται να είναι αλλαγές στη ζωή του κατηγορουμένου αλλά δεν θεωρώ ότι είναι ουσιώδεις έτσι ώστε από μόνες τους να μπορούσαν να διαφοροποιήσουν το είδος της ποινής. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω καθώς επίσης τη σοβαρότητα του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, την πάγια θέση της νομολογίας για την επιβολή αποτρεπτικών ποινών σε τέτοιου είδους αδικήματα (βλ. Μάριος Παναγιώτου v. Aστυνομίας (ανωτέρω), Μαρίνος Γεωργίου Περικλέους v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 397 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Μαρίας Γεωργίου Στυλιανού
(2001)2 Α.Α.Δ. 55), τις περιστάσεις διάπραξης του και τις συνέπειες του, που ήταν η αποστέρηση από τον παραπονούμενο του ποσού των €40,000 και παρά το γεγονός ότι έχει παρέλθει τόσο χρονικό διάστημα δεν έχει επιστραφεί, έχω καταλήξει ότι η ποινή φυλάκισης δεν μπορεί να αποφευχθεί για το λόγο αυτό και μόνο, λόγω δηλαδή της παρέλευσης του χρόνου. Οποιαδήποτε άλλη ποινή, θεωρώ ότι θα έστελλε λανθασμένα μηνύματα και δεν θα εξυπηρετούσε την ανάγκη για αποτροπή. Παρόλα αυτά όμως, η καθυστέρηση αυτή θα ληφθεί σοβαρά υπόψη από το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής και θα παίξει σημαντικό ρόλο στον καθορισμό του ύψους της. Συνυπολογίζοντας όλα τα ανωτέρω και επιδεικνύοντας τη μέγιστη δυνατή επιείκια προς το πρόσωπο του κατηγορουμένου, επιβάλλεται σε αυτόν στην 2η κατηγορία που αντιμετωπίζει ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Για το καθορισμό του ύψους της ποινής έπαιξε σημαντικό ρόλο ο χρόνος που παρήλθε από τη διάπραξη του αδικήματος σε συνδυασμό με όλα τα ανωτέρω που αναφέρθηκαν σε σχέση με τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου, το οποίο υπό άλλες συνθήκες θα ήταν σαφώς μεγαλύτερο. Θα εξετάσω τώρα την εισήγηση της συνηγόρου του Κατηγορούμενου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε, και το οποίο αναφέρει ότι, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373) Οι αρχές για αναστολή ποινής φυλακίσεως έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραπέμπω ενδεικτικά στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Μελέγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Δημοκρατία ν. Δημητρίου Παντελή
(1974)2 C.L.R. 45, Athanasiou v. Republic
(1978)2 C.L.R. 17, Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R. 1, Republic v. Georgiou
(1989)2 Α.Α.Δ. 31, Δημοκρατία ν. Πέπη
(1990)2 Α.Α.Δ. 24, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 . Όπως έχει αναφερθεί στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος (πιο πάνω), οι ακόλουθοι είναι παράγοντες που λαμβάνονται υπ' όψιν στην απόφαση του κατά πόσο θα ανασταλεί η ποινή φυλακίσεως: (α) Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του εγκλήματος. (β) Το μητρώο του Κατηγορουμένου ως δείκτη για την ανάγκη αποτροπής. (γ) Η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. (βλ. επίσης Σκεύη Χριστοδούλου v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 22). Η σοβαρότητα του αδικήματος και των περιστατικών διάπραξης του έχουν αναφερθεί ανωτέρω. Επίσης, να σημειωθεί ότι δεν έχει προκύψει οποιοδήποτε άλλο κίνητρο του κατηγορουμένου για την απόσπαση των χρημάτων αυτών από τον παραπονούμενο που θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη, πέραν του προσπορισμού οικονομικού οφέλους για τον ίδιο. Περαιτέρω, το λευκό του ποινικό μητρώο έχει δεόντως ληφθεί υπόψη ανωτέρω κατά την επιμέτρηση της ποινής, το ίδιο και η φραστική του απολογία. Πέραν τούτου, δεν προκύπτουν άλλα στοιχεία που να καταδεικνύουν και την έμπρακτη μεταμέλεια του, στην οποία θα μπορούσε να δοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα. Σε σχέση με τις προσωπικές του περιστάσεις, πέραν του ότι έχουν δεόντως ληφθεί υπόψη ανωτέρω κατά τον καθορισμό του ύψους της ποινής, δεν κρίνω ότι είναι τέτοιες που θα μπορούσαν να επενεργήσουν υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα έχουν ληφθεί υπόψη τα προβλήματα υγείας που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει όπως φαίνονται στα ιατρικά πιστοποιητικά και πιο συγκεκριμένα στο ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 23/04/2014 στο οποίο αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος πάσχει από στεφανιαία νόσο και έχει δυσφορία μετά από προσπάθεια γι αυτό συνίσταται συνεχής φαρμακευτική αγωγή και ιατρική παρακολούθηση. Τα εν λόγω προβλήματα δεν είναι τέτοιας φύσεως που θα δικαιολογούσαν την αναστολή της ποινής φυλάκισης και μπορεί να αντιμετωπιστούν στις φυλακές. Επίσης, θα πρέπει να αναφερθεί ότι ούτε οι υπόλοιπες προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου είναι τέτοιες που θα δικαιολογούσαν την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης. Τα τέκνα του κατηγορούμενου είναι ενήλικα, η σύζυγος του εργάζεται και τα εισοδήματα αυτής συμβάλουν στη συντήρηση της οικογένειας. Δεν παραγνωρίζεται η προσπάθεια του κατηγορουμένου για εργασία το τελευταίο διάστημα και η επιθυμία του για συνεισφορά στις οικονομικές ανάγκες της οικογένειας του και στη μόρφωση των παιδιών του και ότι ενδεχόμενη άμεση ποινή φυλάκισης θα επηρεάσει τις εν λόγω προσπάθειες, αλλά δεν θεωρώ ότι οι συνέπειες θα είναι τόσο δυσμενείς που θα μπορούσαν από μόνες τους να επενεργήσουν υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης. Ισοζυγίζοντας τη σοβαρότητα του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και τις περιστάσεις διάπραξης του και την ανάγκη για αποτροπή από τη μια, σε συνδυασμό με όλα τα ανωτέρω που έχουν αναφερθεί προς όφελος του κατηγορουμένου και ειδικότερα των προσωπικών του περιστάσεων και των προβλημάτων υγείας του, κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.).............. Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο