Σταύρου Μαυρόσαββα ν. Cyprus Popular Public Co Ltd κ.α., Αρ.Υπόθεσης: 18567/12, 16/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B89 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης: 18567/12 Μεταξύ Σταύρου Μαυρόσαββα -ν-
- Cyprus Popular Public Co Ltd
- Ανδρέα Βγενόπουλου
- Νεοκλή Λυσάνδρου
- Ευθύμιου Μπουλούτα
- Χρίστου Στυλιανίδη
- Παναγιώτη Κουννή
- Κάλια Ευσταθίου
- Αθανάσιου Ορφανίδη Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 16 Μαίου, 2014 Για Παραπονούμενο: κ A. Μελάς Για Κατηγορούμενο 2: κ. Θρασυβούλου Για κατηγορούμενο 4: κ. Χαβιαράς ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 30.4.14 η με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο υπόθεση ήταν ορισμένη για αγορεύσεις αναφορικά με την εγκυρότητα της επίδοσης προς τους Κατηγορούμενους 2 και 4 η οποία έλαβε χώρα στις 20.3.
- Παρενθετικά αναφέρω ότι επιχειρήθηκε ακόμα δύο φορές επίδοση του κατηγορητηρίου στους Κατηγορούμενους 2 και 4, η εγκυρότητα της οποίας αμφισβητήθηκε από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των Κατηγορουμένων 2 και
- Το Δικαστήριο με τις ενδιάμεσες αποφάσεις του ημερομηνίας 02.05.13 και 27.02.14 και για τους λόγους που επεξηγούνται στις εν λόγω αποφάσεις έκρινε ότι οι επιδόσεις που είχαν πραγματοποιηθεί δεν ήταν έγκυρες. Μετά την πιο πάνω παρένθεση επανέρχομαι στα γεγονότα που αφορούν την παρούσα απόφαση, αντικείμενο της οποίας είναι το κατά πόσο μπορεί το Δικαστήριο να ακούσει μαρτυρία σε σχέση με το εφαρμοστέο στην Ελλάδα δίκαιο όσον αφορά την επίδοση ποινικών υποθέσεων, με δεδομένο ότι η επίδοση πραγματοποιήθηκε βάσει των προνοιών του Κυρωτικού Νόμου της Σύμβασης Νομικής Συνεργασίας μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ελληνικής Δημοκρατίας σε θέματα Αστικού, Οικογενειακού, Εμπορικού και Ποινικού Δικαίου Νόμου του 1984, Ν. 55/84(στο εξής η «Σύμβαση») ημερομηνίας 28.03.14 στην οποία αναφέρεται ότι το αίτημα για δικαστική συνδρομή ικανοποιήθηκε προσηκόντως και ενόψει της σχετικής βεβαίωσης της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ με συντομία στα γεγονότα που έλαβαν χώρα μετά την έκδοση της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 27.02.
- Μετά την έκδοση της πιο πάνω αναφερόμενης ενδιάμεσης απόφασης, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Παραπονούμενου υπέβαλε αίτημα για επίδοση του κατηγορητηρίου της με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο ποινικής υπόθεσης στους Κατηγορούμενους 2 και 4 με βάση τις πρόνοιες της Σύμβασης. Το Δικαστήριο ενέκρινε το αίτημα του ευπαίδευτου συνηγόρου του Παραπονούμενου. Ως αποτέλεσμα και δυνάμει του άρθρου 5 της Σύμβασης, το Δικαστήριο υπέβαλε αίτημα προς τις δικαστικές αρχές της Ελληνικής Δημοκρατίας για παροχή δικαστικής αρωγής. Ακολούθως, η υπόθεση ορίστηκε για επίδοση στις 31.3.
- Την εν λόγω ημερομηνία, το Δικαστήριο ενημερώθηκε με επιστολή ημερομηνίας 28.3.14 του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης της Δημοκρατίας ότι πραγματοποιήθηκε η επίδοση των κατηγορητηρίων στους Κατηγορούμενους 2 και
- Στην εν λόγω επιστολή επισυναπτόταν αντίγραφο επιστολής της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών ημερομηνίας 28.3.14 καθώς και αντίγραφα των αποδεικτικών επίδοσης στους Κατηγορούμενους 2 και
- Στην επιστολή της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών αναφερόταν, μεταξύ άλλων, ότι το αίτημα δικαστικής συνδρομής ικανοποιήθηκε προσηκόντως. Το Δικαστήριο στις 31.03.14 έθεσε υπόψη των συνηγόρων τα πιο πάνω και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Κατηγορουμένων 2 και 4 ζήτησαν χρόνο προκειμένου να αγορεύσουν σε σχέση με την εγκυρότητα της επίδοσης. Κατά συνέπεια η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύσεις για το εν λόγω ζήτημα στις 10.04.14, οπότε και αναβλήθηκε μετά από αίτημα των συνηγόρων των Κατηγορουμένων 2 και 4 στο οποίο δεν έφερε ένσταση ο συνήγορος του Παραπονούμενου. Δόθηκε νέα ημερομηνία για αγορεύσεις, η 30.4.
- Κατά την τελευταία αυτή ημερομηνία, επιχειρήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου 2 όπως μαζί με την γραπτή αγόρευση του κατατεθεί ένορκη δήλωση στην οποία επισυναπτόταν γνωμάτευση Έλληνα δικηγόρου. Έθεσα το ζήτημα κατά πόσο το Δικαστήριο μπορούσε να αποδεχθεί την κατάθεση της ενόρκου δηλώσεως και της συνημμένης σε αυτήν γνωμάτευσης μαζί με την γραπτή αγόρευση του κ. Θρασυβούλου. Ο μεν κ. Μελάς υποστήριξε ότι κάτι τέτοιο θα ήταν ανεπίτρεπτο, ενώ από την άλλη ο κ. Θρασυβούλου και ο κ. Χαβιαράς (ο οποίος όπως ανέφερε στο Δικαστήριο, στη γραπτή αγόρευση του υιοθετούσε την εν λόγω γνωμάτευση) υποστήριξαν επικαλούμενοι και το άρθρο 46 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε κώλυμα στο να γίνει αποδεκτή η ένορκη δήλωση και η συνημμένη σε αυτήν γνωμάτευση. Με ενδιάμεση απόφαση μου, την οποία εξέδωσα αυθημερόν, έκρινα για τους λόγους που επεξηγώ σε αυτήν, ότι δεν μπορούσε να επιτραπεί η κατάθεση της ένορκης δήλωσης και της συνημμένης σε αυτήν γνωμάτευσης. Ενόψει της πιο πάνω αναφερόμενης ενδιάμεσης απόφασης με την οποία δεν επετράπη η κατάθεση της ένορκης δήλωσης και της συνημμένης σε αυτήν γνωμάτευσης, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Κατηγορουμένων 2 και 4 υπέβαλαν αίτημα για να προσκομίσουν προφορική μαρτυρία. Μετά από σχετικές ερωτήσεις του Δικαστηρίου ανέφεραν ότι η μαρτυρία που επιθυμούν να παρουσιάσουν αφορά αποκλειστικά το δίκαιο που εφαρμόζεται στην Ελλάδα σε σχέση με τις επιδόσεις ποινικών υποθέσεων προκειμένου να καταδείξουν ότι η επίδοση που έγινε στους πελάτες τους στις 20.3.14 δεν είναι έγκυρη. Μετά την υποβολή του πιο πάνω αιτήματος, έθεσα στους συνηγόρους το ερώτημα κατά πόσο, υπό το φως των προνοιών της Σύμβασης και της επιστολής της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών ημερομηνίας 28.3.14, μπορεί το Δικαστήριο να ακούσει μαρτυρία η οποία ουσιαστικά θα επιχειρεί να αντικρούσει τα όσα αναφέρονται στην συγκεκριμένη επιστολή. Ενόψει των πιο πάνω η υπόθεση ορίστηκε στις 09.05.14 για αγορεύσεις. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Παραπονούμενου, εισηγήθηκε ότι η επιστολή της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών σε συνδυασμό με τα αποδεικτικά επίδοσης ικανοποιούν τις πρόνοιες της Σύμβασης και αποδεικνύου ότι οι επιδόσεις πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τους κανόνες του ελληνικού δικαίου. Από την άλλη πλευρά οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Κατηγορουμένων 2 και 4, οι οποίοι ουσιαστικά ανέπτυξαν κοινή επιχειρηματολογία, υποστήριξαν ότι το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να ακούσει μαρτυρία ως προς το ελληνικό δίκαιο διότι μόνο με αυτόν τον τρόπο θα μπορεί να γνωρίζει αν εφαρμόστηκε σωστά το εν λόγω δίκαιο. Εισηγούνται επίσης ότι το Δικαστήριο με την ενδιάμεση απόφαση του ημερομηνίας 02.05.13, υπό την προηγούμενη σύνθεση του, αποφάσισε ότι θα δεχόταν μαρτυρία σε σχέση με το ελληνικό δίκαιο και τους κανόνες που εφαρμόστηκαν για να γίνει εκείνη η επίδοση. Περαιτέρω, υποστηρίζουν, επικαλούμενοι και πάλι την εν λόγω ενδιάμεση απόφαση, ότι ελλείπει το «πρωτογενές υπόβαθρο», αφού δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά στο νόμο που εφαρμόστηκε για να γίνει η επίδοση. Θεωρώ, σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το απόσπασμα που επικαλούνται οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Κατηγορουμένων 2 και 4 από την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου υπό την προηγούμενη του σύνθεση ημερομηνίας 02.05.13: «Επίσης θα πρέπει να διαφανεί ότι σύμφωνα με το άρθρο 7 του Νόμου 55/84, αναφέρεται και γίνεται σχετική αναφορά ότι η διαδικασία γίνεται με βάση τους κανόνες απόδειξης του κράτους όπου θα γίνει η επίδοση. Οι εν λόγω κανόνες έχουν αμφισβητηθεί και από τον κατηγορούμενο 2 και από τον κατηγορούμενο 4 και ελλείψει μαρτυρίας επί αυτού του ζητήματος, το δικαστήριο δεν έχει το υπόβαθρο να κρίνει αν η επίδοση έγινε νομότυπα. Η επίκληση της διμερούς σύμβασης μεταξύ Κύπρου και Ελλάδας έγινε μόνο μια φορά όταν ήταν η υπόθεση ορισμένη για επίδοση στις 4.2.13, όταν δεν έγινε κατορθωτή η επίδοση όμως για τη δεύτερη ημερομηνία δηλαδή 18.4.13 δεν έγινε καμία επίκληση αυτής της σύμβασης. Ούτως ή αλλιώς ελλείπει από το δικαστήριο το πρωτογενές υπόβαθρο που να αποδεικνύει ότι η επίδοση έγινε με βάση τη σύμβαση Κύπρου και Ελλάδας που επικυρώθηκε με το Νόμο 55/84.» Καταρχάς, θα πρέπει να σημειώσω ότι στην πιο πάνω αναφερόμενη ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 02.05.13, δεν τέθηκε και δεν αποφασίστηκε το επίμαχο ζήτημα που καλείτε το Δικαστήριο με την παρούσα απόφαση να επιλύσει. Δεν αποφασίστηκε δηλαδή κατά πόσο με δεδομένο, α) ότι εφαρμόζεται η Σύμβαση και β) ότι υπάρχει βεβαίωση της αρμόδιας αρχής της Ελλάδος ότι το αίτημα για παροχή δικαστικής συνδρομής ικανοποιήθηκε προσηκόντως, είναι επιτρεπτή η προσαγωγή μαρτυρίας. Το Δικαστήριο στην εν λόγω ενδιάμεση απόφαση του έκρινε στην βάση των δεδομένων που είχε ενώπιον του ότι οι επιδόσεις που είχαν πραγματοποιηθεί ήταν άκυρες διότι, μεταξύ άλλων, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της Σύμβασης και δεν υπήρχε μαρτυρία ότι οι επιδόσεις είχαν γίνει με βάση τη Σύμβαση. Επομένως, η εν λόγω απόφαση κατ' ουδένα τρόπο δεσμεύει ή αποτελεί προηγούμενο αφού αφενός το αντικείμενο που πραγματεύτηκε ήταν διαφορετικό από το αντικείμενο που πραγματεύεται η παρούσα και αφετέρου τα δεδομένα που είχε τότε ενώπιον του το Δικαστήριο είναι διαφορετικά από τα δεδομένα που σήμερα έχει ενώπιον του. Πιο συγκεκριμένα, όπως ανέφερα και πιο πάνω η εφαρμογή της Σύμβασης εν προκειμένω είναι δεδομένη. Υπενθυμίζω ότι το Δικαστήριο, μετά την ενδιάμεση απόφαση του ημερομηνίας 27.02.14, στην παρουσία των συνηγόρων των Κατηγορουμένων 2 και 4 ενέκρινε το αίτημα του ευπαίδευτου συνηγόρου του Παραπονούμενου για να δοθούν οδηγίες για επίδοση του κατηγορητηρίου στους Κατηγορούμενους 2 και 4 δυνάμει των προνοιών της Σύμβασης. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από το πρακτικό του Δικαστηρίου ημερομηνίας 27.02.14: «Το αίτημα το οποίο έχει υποβληθεί από τον κ. Μελά για να δοθούν σχετικές οδηγίες σε σχέση με την επίδοση του κατηγορητηρίου της παρούσας υπόθεσης στους κατηγορούμενους 2 και 4 με βάση τις πρόνοιες του Κυρωτικού Νόμου της Σύμβασης Νομικής Συνεργασίας μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ελληνικής Δημοκρατίας σε θέματα Αστικού, Οικογενειακού, Εμπορικού και Ποινικού Δικαίου Νόμου του 1984 του Ν.55/84 εγκρίνεται. Ως εκ τούτου δυνάμει των προνοιών του άρθρου 5 του πιο πάνω αναφερόμενου νόμου, υποβάλλεται αίτημα προς τις δικαστικές αρχές της Ελληνικής Δημοκρατίας για παροχή δικαστικής αρωγής, η οποία συνίσταται στην επίδοση του κατηγορητηρίου της ποινικής υπόθεσης με αρ. 18567/12 του Ε.Δ. Πάφου στους κατηγορούμενους 2 και 4, ήτοι του Ανδρέα Βγενόπουλου και Ευθύμιου Μπουλούτα, οι οποίοι είναι έλληνες υπήκοοι και διαμένουν στην Ελλάδα. Η επίδοση προς τους δύο πιο πάνω αναφερόμενους κατηγορούμενους να πραγματοποιηθεί στην διεύθυνση: Κεντρικά Γραφεία της MIG, Θησεώς 67, Νέα Ερυθρέα και/ή σε οποιανδήποτε άλλη διεύθυνση ήθελε βρεθούν οι πιο πάνω κατηγορούμενοι. Δίδονται οδηγίες όπως το παρών αίτημα διαβιβαστεί το συντομότερο από τον Πρωτοκολλητή του Ε.Δ. Πάφου στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης της Κυπριακής Δημοκρατίας για να επιληφθεί των περαιτέρω. Η υπόθεση ορίζεται για επίδοση αναφορικά με τους κατηγορούμενους 2 και 4 στις 31.3.14 και ώρα 10.30." Προφανώς, το πιο πάνω γεγονός διέλαθε της προσοχής των ευπαίδευτων συνηγόρων των Κατηγορουμένων 2 και
- Ο κ. Θρασυβούλου στην αγόρευση του αναφέρεται μόνο στις επιστολές ημερομηνίας 05.03.14 (του Πρωτοκολλητή Ε.Δ. Πάφου προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης της Δημοκρατίας) και ημερομηνίας 28.03.14 (της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης της Δημοκρατίας και ακολούθως του εν λόγω Υπουργείου προς το Δικαστήριο). Οι πιο πάνω όμως επιστολές σταλήκαν προς τον σκοπό εκπλήρωσης του αιτήματος ημερομηνίας 17.02.14 για παροχή δικαστικής αρωγής δυνάμει της Σύμβασης. Είναι επομένως αυτονόητο ότι η αναφορά που περιλαμβάνεται στην επιστολή ημερομηνίας 28.03.14 της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών και η οποία κατά λέξη αναφέρει ότι «το αίτημα σας δικαστικής συνδρομής ικανοποιήθηκε προσηκόντως», αναφέρεται στο αίτημα δικαστικής συνδρομής που υποβλήθηκε από το Δικαστήριο στις 27.02.14 δυνάμει των προνοιών της Σύμβασης. Ο τρόπος ερμηνείας διεθνών συμβάσεων αποτέλεσε το αντικείμενο πολλών κυπριακών και ξένων αποφάσεων. Σύμφωνα με την νομολογία, σε κάθε περίπτωση πρέπει να εξετάζεται η πρόθεση των συμβαλλομένων μερών ( Αναφορικά με την αίτηση Habeas Corpus του Vladimir Petrov
(1996)1Β Α.Α.Δ 856 και Athanasiadis v. The Government of Greece [1969] 3All E.R. 293). Επίσης όπως προκύπτει από την πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις Πολιτικές Εφέσεις αρ. Ε23/2013, Ε24/2013, Ε25/2013, Ε26/2013, Ε27/2013, Ε28/2013 και Ε29/2013, Alpha Bank Cyprus Ltd V. Si Senh Dau κ.α, οι διακρατικές συμφωνίες ερμηνεύονται αυστηρά. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: "Όμως εκεί που η Earlsfield Steel, ανωτέρω, διαφέρει, είναι ως προς τις επιπτώσεις. Εκεί τα θέματα κρίθηκαν αυστηρά με βάση διακρατική συμφωνία μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ουκρανίας, η οποία επικυρώθηκε με το Νόμο 8(ΙΙ)/
- Στην προκειμένη περίπτωση, τα θέματα θα πρέπει να κριθούν με βάση το πιο φιλελεύθερο πνεύμα του ΕΚ 1393/2007, όπως το έχουμε εξηγήσει πιο πάνω. Επομένως, εκείνο που διαφέρει εδώ είναι οι επιπτώσεις από τυχόν παραβάσεις." Η Σύμβαση στο προοίμιο της αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι λόγω της μεγάλης σπουδαιότητας που αποδίδεται στην νομική συνεργασία μεταξύ της Κυπριακής και της Ελληνικής Δημοκρατίας, οι δύο χώρες αποφάσισαν να συνάψουν τη Σύμβαση. Σύμφωνα επομένως με το προοίμιο αλλά και το σύνολο των προνοιών της Σύμβασης, είναι φανερός, κατά την άποψη μου, ο σκοπός που επιδιώκει η Σύμβαση και αυτός δεν είναι άλλος από τη διευκόλυνση και την καθιέρωση αποτελεσματικών μεθόδων νομικής συνεργασίας μεταξύ των δύο χωρών στους τομείς που καλύπτει η Σύμβαση. Το άρθρο 2 της Σύμβασης ορίζει πως η αμοιβαία δικαστική αρωγή θα παρέχεται από τις δικαστικές αρχές των δύο Συμβαλλομένων Μερών και το άρθρο 6.1 αναφέρει ότι το όργανο προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση για παροχή δικαστικής αρωγής εφαρμόζει την εθνική του νομοθεσία. Παραθέτω αυτούσια τα άρθρα 6 και 7 της Σύμβασης, τα οποία θεωρώ ότι έχουν άμεση σχέση με το επίδικο ζήτημα: «Αρθρο 6 Εκτέλεση της αίτησης δικαστικής αρωγής
- Για την εκτέλεση αίτησης δικαστικής αρωγής, το όργανο προς το οποίο απευθύνεται εφαρµόζει την εθνική του νοµοθεσία.
- Αν το όργανο στο οποίο απευθύνεται η αίτηση δεν είναι αρµόδιο για την εκτέλεση της, οφείλει να τη διαβιβάσει στην αρµόδια αρχή.
- Αν το αναφερόµενο στην αίτηση πρόσωπο δε βρέθηκε στη διεύθυνση που δόθηκε ή είναι άγνωστο, το όργανο στο οποίο απευθύνεται η αίτηση οφείλει να πάρει τα απαραίτητα µέτρα για να βρεί την πραγµατική του διεύθυνση. Αν τελικά το πρόσωπο αυτό δε βρεθεί, τα σχετικά έγγραφα επιστρέφονται στην αιτούσα αρχή µε γνωστοποίηση του γεγονότος αυτού.
- Μετά την εκτέλεση της αίτησης, η αρχή προς την οποία απευθύνεται επιστρέφει τα σχετικά έγγραφα στην αιτούσα αρχή γνωστοποιώντας το χρόνο της εκτέλεσης της αίτησης. Αν η αίτηση δεν έγινε δυνατό να εκτελεστεί για λόγο άλλο εκτός από εκείνο που αναφέρεται στην παράγραφο 3, γνωστοποιεί το λόγο αυτό. Άρθρο 7 Επίδοση και απόδειξη της επίδοσης
- Η αρχή στην οποία απευθύνεται η αίτηση πραγµατοποιεί την επίδοση εγγράφων σύµφωνα µε τους κανόνες που ισχύουν στο Κράτος όπου θα γίνει η επίδοση. Η επίδοση γίνεται αν το σχετικό έγγραφο έχει συνταχτεί στην επίσηµη γλώσσα της αρχής στην οποία απευθύνεται η αίτηση ή συνοδεύεται από κυρωµένη µετάφραση σ' αυτή τη γλώσσα.
- Η επίδοση αποδεικνύεται σύµφωνα µε τους κανόνες που ισχύουν στο Κράτος στο οποίο γίνεται.» Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο το Δικαστήριο μπορεί να ακούσει και να αποδεχθεί μαρτυρία η οποία, σύμφωνα με όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Κατηγορουμένων 2 και 4, θα έχει ως αντικείμενο της το εφαρμοστέο στην Ελλάδα δίκαιο σε σχέση με την επίδοση ποινικών υποθέσεων και προφανώς θα αποσκοπεί στο να αντικρούσει την βεβαίωση που περιλαμβάνεται στην επιστολή της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών ημερομηνίας 28.3.
- Θεωρώ ότι αν επιτρεπόταν η παρουσίαση μαρτυρίας σε σχέση με το πιο πάνω ζήτημα, το γεγονός αυτό θα καταστρατηγούσε τον σκοπό για τον οποίο συνομολογήθηκε η Σύμβαση. Εν προκειμένω, από την στιγμή που υπάρχει στον φάκελο του Δικαστηρίου η επιστολή ημερομηνίας 28.3.14 της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών, η οποία ως η αρμόδια δικαστική αρχή της Ελληνικής Δημοκρατίας, βεβαιώνει ότι το αίτημα για παροχή δικαστικής αρωγής έχει ικανοποιηθεί προσηκόντως και επισυνάπτονται μάλιστα στην εν λόγω επιστολή τα αποδεικτικά επίδοσης του Επιμελητή Δικαστηρίων Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών προς τους Κατηγορούμενους 2 και 4, συνιστά απόδειξη ότι η επίδοση έγινε σύμφωνα με τους κανόνες που ισχύουν στην Ελλάδα. Έχω την άποψη ότι αυτή η βεβαίωση που προέρχεται από την αρμόδια δικαστική αρχή της Ελληνικής Δημοκρατίας δεν μπορεί να τίθεται εν αμφιβόλω. Οποιαδήποτε άλλη προσέγγιση, θεωρώ ότι θα βρισκόταν εκτός του πνεύματος της Σύμβασης και του επιδιωκόμενου σκοπού της. Ενόψει των πιο πάνω, το αίτημα των ευπαίδευτων συνηγόρων των Κατηγορουμένων 2 και 4 για προσαγωγή προφορικής μαρτυρίας απορρίπτεται. (Υπ.) ............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο