Σταύρου Μαυρόσαββα ν. Cyprus Popular Public Co Ltd κ.α., Αρ.Υπόθεσης: 18567/12, 22/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B96 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης: 18567/12 Μεταξύ Σταύρου Μαυρόσαββα -ν-
- Cyprus Popular Public Co Ltd
- Ανδρέα Βγενόπουλου
- Νεοκλή Λυσάνδρου
- Ευθύμιου Μπουλούτα
- Χρίστου Στυλιανίδη
- Παναγιώτη Κουννή
- Κάλια Ευσταθίου
- Αθανάσιου Ορφανίδη Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 22 Μαΐου, 2014 Για Παραπονούμενο: κ A. Μελάς Για Κατηγορούμενο 2: κ. Θρασυβούλου Για κατηγορούμενο 4: κ. Χαβιαράς ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 20.3.14 έλαβε χώρα επίδοση των κατηγορητηρίων της με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο υπόθεσης στους Κατηγορούμενους 2 και
- Είναι η τρίτη φορά που επιχειρείται να επιδοθεί το κατηγορητήριο στους Κατηγορούμενους 2 και
- Οι δύο προηγηθείσες επιδόσεις με ενδιάμεσες αποφάσεις του Δικαστηρίου ημερομηνίας 02.05.13 και 27.02.14 κρίθηκαν ως άκυρες για τους λόγους που επεξηγούνται στις εν λόγω αποφάσεις. Δεν θα αναφερθώ στο ιστορικό της υπόθεσης, το οποίο είναι καταγεγραμμένο στο φάκελο της και το οποίο αποκαλύπτει ότι ηγέρθηκαν διάφορα προδικαστικά ζητήματα με αποτέλεσμα ενάμιση και πλέον χρόνο μετά την καταχώρηση του κατηγορητηρίου να μην έχουμε ακόμα εισέλθει στην ουσία της υπόθεσης. Για σκοπούς ωστόσο εύκολης παρακολούθησης της παρούσας περιορίζομαι να αναφέρω ότι μετά την έκδοση της ενδιάμεσης απόφασης ημερομηνίας 27.02.14, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Παραπονούμενου υπέβαλε αίτημα για επίδοση του κατηγορητηρίου της με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο ποινικής υπόθεσης στους Κατηγορούμενους 2 και 4 με βάση τις πρόνοιες του Κυρωτικού Νόμου της Σύμβασης Νομικής Συνεργασίας μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ελληνικής Δημοκρατίας σε θέματα Αστικού, Οικογενειακού, Εμπορικού και Ποινικού Δικαίου Νόμου του 1984, Ν. 55/84(στο εξής η «Σύμβαση»). Το Δικαστήριο ενέκρινε αυθημερόν το αίτημα του ευπαίδευτου συνηγόρου του Παραπονούμενου και η υπόθεση ορίστηκε για επίδοση στις 31.03.
- Στις 31.03.14 το Δικαστήριο ενημερώθηκε με επιστολή ημερομηνίας 28.3.14 του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης της Δημοκρατίας ότι πραγματοποιήθηκε η επίδοση των κατηγορητηρίων στους Κατηγορούμενους 2 και
- Στην εν λόγω επιστολή επισυναπτόταν αντίγραφο επιστολής της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών ημερομηνίας 28.3.14 καθώς και αντίγραφα των αποδεικτικών επίδοσης στους Κατηγορούμενους 2 και
- Στην επιστολή της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών αναφερόταν, μεταξύ άλλων, ότι το αίτημα δικαστικής συνδρομής ικανοποιήθηκε προσηκόντως. Έθεσα υπόψη των συνηγόρων τα πιο πάνω και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Κατηγορουμένων 2 και 4 ζήτησαν χρόνο προκειμένου να αγορεύσουν σε σχέση με την εγκυρότητα της επίδοσης. Κατά συνέπεια η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύσεις για το εν λόγω ζήτημα στις 10.04.14, οπότε και αναβλήθηκε μετά από αίτημα των συνηγόρων των Κατηγορουμένων 2 και 4 στο οποίο δεν έφερε ένσταση ο συνήγορος του Παραπονούμενου. Δόθηκε νέα ημερομηνία για αγορεύσεις, η 30.4.
- Κατά την τελευταία αυτή ημερομηνία, επιχειρήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου 2 όπως μαζί με την γραπτή αγόρευση του κατατεθεί ένορκη δήλωση στην οποία επισυναπτόταν γνωμάτευση Έλληνα δικηγόρου. Με ενδιάμεση απόφαση μου την οποία εξέδωσα αυθημερόν, αφού προηγουμένως άκουσα τις απόψεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων, δεν επέτρεψα την κατάθεση της εν λόγω ενόρκου δηλώσεως για τους λόγους που καταγράφονται στην ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 30.4.
- Ακολούθως, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Κατηγορουμένων 2 και 4 υπέβαλαν αίτημα για να προσκομίσουν προφορική μαρτυρία αναφορικά με το εφαρμοστέο στην Ελλάδα δίκαιο σε σχέση με τις επιδόσεις ποινικών υποθέσεων. Διεξήχθη ακρόαση επί του ζητήματος τούτου στις 09.05.14 και στις 16.05.14 εξέδωσα ενδιάμεση απόφαση με την οποία, για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτήν, απέρριψα το αίτημα των συνηγόρων των Κατηγορουμένων 2 και
- Μετά την έκδοση της εν λόγω ενδιάμεσης απόφασης οι συνήγοροι των διαδίκων προχώρησαν σε αγορεύσεις σε σχέση με την εγκυρότητα της επίδοσης ημερομηνίας 20.03.14 στους Κατηγορούμενους 2 και
- Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Κατηγορουμένων 2 και 4 στην κοινή επιχειρηματολογία που ανέπτυξαν στις γραπτές αγορεύσεις τους εγείρουν διάφορα ζητήματα τα οποία, ως εισηγούνται, καταδεικνύουν ότι και η παρούσα επίδοση πάσχει. Από την άλλη μεριά, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Παραπονούμενου, υποστήριξε ότι οι επιδόσεις έγιναν σύμφωνα με τα καθοριζόμενα στη Σύμβαση και είναι νομικά έγκυρες. Θα ασχοληθώ πρώτα με την εισήγηση των ευπαίδευτων συνηγόρων των Κατηγορουμένων 2 και 4 ότι αφενός ελλείπει οποιαδήποτε μαρτυρία που να αναφέρει στη βάση ποιου νόμου πραγματοποιήθηκαν οι επιδόσεις στους Κατηγορουμένους 2 και 4 και αφετέρου ελλείπει επίσης μαρτυρία περί του εφαρμοζόμενου ελληνικού δικαίου. Τα πιο πάνω ζητήματα, θεωρώ ότι έχουν απαντηθεί με την ενδιάμεση απόφαση μου ημερομηνίας 16.05.14 με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα των συνηγόρων των Κατηγορουμένων 2 και 4 για προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας σε σχέση με το εφαρμοστέο στην Ελλάδα δίκαιο όσον αφορά τις επιδόσεις ποινικών υποθέσεων. Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω όλα όσα ανέφερα στην ενδιάμεση απόφαση μου ημερομηνίας 16.05.
- Περιορίζομαι να παραθέσω αυτούσια τα άρθρα 6 και 7 της Σύμβασης, τα οποία θεωρώ ότι έχουν άμεση σχέση με το υπό εξέταση ζήτημα καθώς και το καταληκτικό μου σχόλιο στην πιο πάνω αναφερόμενη ενδιάμεση απόφαση: «Αρθρο 6 Εκτέλεση της αίτησης δικαστικής αρωγής
- Για την εκτέλεση αίτησης δικαστικής αρωγής, το όργανο προς το οποίο απευθύνεται εφαρµόζει την εθνική του νοµοθεσία.
- Αν το όργανο στο οποίο απευθύνεται η αίτηση δεν είναι αρµόδιο για την εκτέλεση της, οφείλει να τη διαβιβάσει στην αρµόδια αρχή.
- Αν το αναφερόµενο στην αίτηση πρόσωπο δε βρέθηκε στη διεύθυνση που δόθηκε ή είναι άγνωστο, το όργανο στο οποίο απευθύνεται η αίτηση οφείλει να πάρει τα απαραίτητα µέτρα για να βρεί την πραγµατική του διεύθυνση. Αν τελικά το πρόσωπο αυτό δε βρεθεί, τα σχετικά έγγραφα επιστρέφονται στην αιτούσα αρχή µε γνωστοποίηση του γεγονότος αυτού.
- Μετά την εκτέλεση της αίτησης, η αρχή προς την οποία απευθύνεται επιστρέφει τα σχετικά έγγραφα στην αιτούσα αρχή γνωστοποιώντας το χρόνο της εκτέλεσης της αίτησης. Αν η αίτηση δεν έγινε δυνατό να εκτελεστεί για λόγο άλλο εκτός από εκείνο που αναφέρεται στην παράγραφο 3, γνωστοποιεί το λόγο αυτό. Άρθρο 7 Επίδοση και απόδειξη της επίδοσης
- Η αρχή στην οποία απευθύνεται η αίτηση πραγµατοποιεί την επίδοση εγγράφων σύµφωνα µε τους κανόνες που ισχύουν στο Κράτος όπου θα γίνει η επίδοση. Η επίδοση γίνεται αν το σχετικό έγγραφο έχει συνταχτεί στην επίσηµη γλώσσα της αρχής στην οποία απευθύνεται η αίτηση ή συνοδεύεται από κυρωµένη µετάφραση σ' αυτή τη γλώσσα.
- Η επίδοση αποδεικνύεται σύµφωνα µε τους κανόνες που ισχύουν στο Κράτος στο οποίο γίνεται.» ....................................... Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο το Δικαστήριο μπορεί να ακούσει και να αποδεχθεί μαρτυρία η οποία, σύμφωνα με όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Κατηγορουμένων 2 και 4, θα έχει ως αντικείμενο της το εφαρμοστέο στην Ελλάδα δίκαιο σε σχέση με την επίδοση ποινικών υποθέσεων και προφανώς θα αποσκοπεί στο να αντικρούσει την βεβαίωση που περιλαμβάνεται στην επιστολή της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών ημερομηνίας 28.3.
- Θεωρώ ότι αν επιτρεπόταν η παρουσίαση μαρτυρίας σε σχέση με το πιο πάνω ζήτημα, το γεγονός αυτό θα καταστρατηγούσε τον σκοπό για τον οποίο συνομολογήθηκε η Σύμβαση. Εν προκειμένω, από την στιγμή που υπάρχει στον φάκελο του Δικαστηρίου η επιστολή ημερομηνίας 28.3.14 της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών, η οποία ως η αρμόδια δικαστική αρχή της Ελληνικής Δημοκρατίας, βεβαιώνει ότι το αίτημα για παροχή δικαστικής αρωγής έχει ικανοποιηθεί προσηκόντως και επισυνάπτονται μάλιστα στην εν λόγω επιστολή τα αποδεικτικά επίδοσης του Επιμελητή Δικαστηρίων Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών προς τους Κατηγορούμενους 2 και 4, συνιστά απόδειξη ότι η επίδοση έγινε σύμφωνα με τους κανόνες που ισχύουν στην Ελλάδα. Έχω την άποψη ότι αυτή η βεβαίωση που προέρχεται από την αρμόδια δικαστική αρχή της Ελληνικής Δημοκρατίας δεν μπορεί να τίθεται εν αμφιβόλω. Οποιαδήποτε άλλη προσέγγιση, θεωρώ ότι θα βρισκόταν εκτός του πνεύματος της Σύμβασης και του επιδιωκόμενου σκοπού της.» Όσον αφορά δε το παράπονο των συνηγόρων των Κατηγορουμένων 2 και 4 ότι στις επιστολές του Πρωτοκολλητή του Ε.Δ. Πάφου και της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών ημερομηνίας 05.03.14 και 28.03.14 αντίστοιχα δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά ως προς το δικαιοδοτικό υπόβαθρο για την πραγματοποίηση των επιδόσεων, καθώς επίσης και ότι δεν βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου η επιστολή ημερομηνίας 10.03.14 του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης της Δημοκρατίας, με συνέπεια να υπάρχει κενό στην αλυσίδα των γεγονότων, θεωρώ ότι δεν ευσταθεί. Με κάθε σεβασμό προς την εισήγηση των ευπαίδευτων συνηγόρων των Κατηγορουμένων 2 και 4, θεωρώ λανθασμένη την προσέγγιση τους να αντιμετωπίζουν αποσπασματικά τις επιστολές που αναφέρω πιο πάνω. Με τον τρόπο αυτό παραγνωρίζουν την γενεσιουργό αιτία των εν λόγω επιστολών, δηλαδή το αίτημα για δικαστική αρωγή το οποίο υποβλήθηκε στις 27.02.
- Προς άρση οποιασδήποτε αμφιβολίας παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από το πρακτικό του Δικαστηρίου ημερομηνίας 27.02.14 στο οποίο περιλαμβάνεται το αίτημα για δικαστική αρωγή: «Το αίτημα το οποίο έχει υποβληθεί από τον κ. Μελά για να δοθούν σχετικές οδηγίες σε σχέση με την επίδοση του κατηγορητηρίου της παρούσας υπόθεσης στους κατηγορούμενους 2 και 4 με βάση τις πρόνοιες του Κυρωτικού Νόμου της Σύμβασης Νομικής Συνεργασίας μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ελληνικής Δημοκρατίας σε θέματα Αστικού, Οικογενειακού, Εμπορικού και Ποινικού Δικαίου Νόμου του 1984 του Ν.55/84 εγκρίνεται. Ως εκ τούτου δυνάμει των προνοιών του άρθρου 5 του πιο πάνω αναφερόμενου νόμου, υποβάλλεται αίτημα προς τις δικαστικές αρχές της Ελληνικής Δημοκρατίας για παροχή δικαστικής αρωγής, η οποία συνίσταται στην επίδοση του κατηγορητηρίου της ποινικής υπόθεσης με αρ. 18567/12 του Ε.Δ. Πάφου στους κατηγορούμενους 2 και 4, ήτοι του Ανδρέα Βγενόπουλου και Ευθύμιου Μπουλούτα, οι οποίοι είναι έλληνες υπήκοοι και διαμένουν στην Ελλάδα. Η επίδοση προς τους δύο πιο πάνω αναφερόμενους κατηγορούμενους να πραγματοποιηθεί στην διεύθυνση: Κεντρικά Γραφεία της MIG, Θησεώς 67, Νέα Ερυθρέα και/ή σε οποιανδήποτε άλλη διεύθυνση ήθελε βρεθούν οι πιο πάνω κατηγορούμενοι. Δίδονται οδηγίες όπως το παρών αίτημα διαβιβαστεί το συντομότερο από τον Πρωτοκολλητή του Ε.Δ. Πάφου στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης της Κυπριακής Δημοκρατίας για να επιληφθεί των περαιτέρω. Η υπόθεση ορίζεται για επίδοση αναφορικά με τους κατηγορούμενους 2 και 4 στις 31.3.14 και ώρα 10.30." Δεν χωρεί επομένως οποιαδήποτε αμφιβολία ότι το αίτημα για δικαστική αρωγή υποβλήθηκε δυνάμει των προνοιών της Σύμβασης. Ούτε υπάρχει οποιοδήποτε κενό ή αμφιβολία ότι όλη η μετέπειτα αλληλογραφία ανταλλάγησαν στα πλαίσια της Σύμβασης και προς εκπλήρωση αυτής. Άλλωστε, η επιστολή ημερομηνίας 28.03.14 της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών κάνει λόγο για αίτημα δικαστικής συνδρομής. Επίσης τα αποδεικτικά επίδοσης ρητά αναφέρονται σε «αίτημα δικαστικής συνδρομής των δικαστικών αρχών της Κυπριακής Δημοκρατίας». Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Κατηγορουμένων 2 και 4 επικαλούνται επίσης το άρθρο 46
(2)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, υποστηρίζοντας ότι οι επιδόσεις πάσχουν διότι δεν έχουν αποδειχθεί είτε προφορικά από το πρόσωπο που επέδωσε, είτε με ένορκη δήλωση αυτού. Θεωρώ ότι ούτε αυτό το σκέλος της επιχειρηματολογίας τους ευσταθεί. Εν προκειμένω δεν τίθεται θέμα εφαρμογής του άρθρου 46 του Κεφ. 155 και ελέγχου των επιδόσεων με βάση το εν λόγω άρθρο. Οι επιδόσεις στους Κατηγορούμενους 2 και 4 πραγματοποιήθηκαν με βάση τη Σύμβαση, η οποία στο άρθρο 7.2 ορίζει τον τρόπο με τον οποίο αποδεικνύονται. Σημειώνω επίσης ότι η Σύμβαση, ως διεθνής συμφωνία έχει, σύμφωνα με το άρθρο 169 του Συντάγματος, αυξημένη ισχύ έναντι της ημεδαπής νομοθεσίας και επομένως υπερισχύει του άρθρου 46 του Κεφ.
- Υποστηρίζουν επίσης οι συνήγοροι των Κατηγορουμένων 2 και 4 ότι δεν τηρήθηκαν οι επιτακτικές πρόνοιες της Σύμβασης. Εντοπίζουν δε την μη εφαρμογή των προνοιών της Σύμβασης στα πιο κάτω αναφερόμενα:
- H επικοινωνία των δικαστικών αρχών δεν έγινε μέσω των αντίστοιχων Υπουργείων Δικαιοσύνης κατά παράβαση του άρθρου
- Κατά παράβαση του άρθρου 6.4 δεν επιστράφηκαν τα «σχετικά έγγραφα», αφού απουσιάζουν τα αντίγραφα των κατηγορητηρίων που επιδόθηκαν
- Η επιστολή του Πρωτοκολλητή Ε.Δ. Πάφου ημερομηνίας 05.03.14 δεν φέρει σφραγίδα της αρμόδιας δικαστικής αρχής
- Η αίτηση δικαστικής αρωγής δεν περιέχει τα πιο κάτω στοιχεία κατά παράβαση του άρθρου 5
(1)της Σύμβασης: (
- i)Ονομασία της αιτούσας αρχής (
- ii)Ονομασία της αρχής στην οποία απευθύνεται η αίτηση και (iii) Μόνιμη διαμονή, επάγγελμα, χρόνο και τόπο γέννησης των Κατηγορουμένων 2 και 4. Ακολουθώντας την πιο πάνω σειρά θα σχολιάσω αμέσως πιο κάτω όλα τα παράπονα των ευπαίδευτων συνηγόρων των Κατηγορουμένων 2 και 4. Όπως προκύπτει από το πρακτικό του Δικαστηρίου ημερομηνίας 27.02.14 (το σχετικό απόσπασμα παρατίθεται πιο πάνω) το Δικαστήριο υποβάλλοντας το αίτημα για παροχή δικαστικής αρωγής έδωσε οδηγίες όπως αυτό διαβιβαστεί από τον Πρωτοκολλητή του Ε.Δ Πάφου στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Όπως καταμαρτυρεί η επιστολή ημερομηνίας 05.03.14 του Πρωτοκολλητή του Ε.Δ. Πάφου, αυτή απευθύνεται στο ημεδαπό Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης. Ακολούθως, η Εισαγγελία Εφετών Αθηνών με επιστολή της ημερομηνίας 28.03.14 επέστρεψε τα σχετικά έγγραφα, γνωστοποιώντας τον χρόνο της εκτέλεσης της αίτησης, στο ημεδαπό Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης το οποίο με τη σειρά του ενημέρωσε με επιστολή του ημερομηνίας 28.03.14 το Ε.Δ. Πάφου. Από τα πιο πάνω καταδεικνύεται ότι η επικοινωνία ξεκίνησε μέσω του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Δημοκρατίας. Το γεγονός δε ότι η ενημέρωση για την εκτέλεση της αίτησης για δικαστική αρωγή έγινε από την Εισαγγελία Εφετών Αθηνών και όχι από το αντίστοιχο Υπουργείο Δικαιοσύνης της Ελλάδος, δεν θεωρώ ότι δημιουργεί οποιοδήποτε πρόβλημα. Το άρθρο 3 της Σύμβασης δεν πρέπει να διαβάζεται μεμονωμένα αλλά σε συνδυασμό με το άρθρο 6 αυτής. Πιο συγκεκριμένα το άρθρο 6.4 της Σύμβασης ορίζει ότι τα σχετικά έγγραφα επιστρέφονται από την αρχή προς την οποία απευθύνεται η αίτηση η οποία και γνωστοποιεί τον χρόνο εκτέλεσης της. Δεν αναφέρει δηλαδή το άρθρο 6.4 ότι η ενημέρωση πρέπει οπωσδήποτε να γίνει από το αντίστοιχο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Η αίτηση, όπως φαίνεται και πιο πάνω, απευθυνόταν στις δικαστικές αρχές της Ελληνικής Δημοκρατίας και οι εισαγγελικές αρχές σύμφωνα με το άρθρο 1.3 περιλαμβάνονται στην έννοια των «δικαστικών αρχών». Κατά συνέπεια η Εισαγγελία Εφετών Αθηνών ως η αρμόδια δικαστική αρχή που εκτέλεσε την αίτηση ενημέρωσε, ως όφειλε, για την εκτέλεση της δυνάμει του άρθρου 6.4 της Σύμβασης. Πουθενά στη Σύμβαση καθορίζεται η έννοια «σχετικά έγγραφα», έτσι ώστε με βεβαιότητα να μπορεί κάποιος να υποστηρίξει ότι στην εν λόγω έννοια περιλαμβάνονται τα έγγραφα που επιδόθηκαν. Εν πάση περιπτώσει η επίδοση αποδεικνύεται όχι με βάση το τι ισχύει στην Κύπρο αλλά με βάση το τι ισχύει στην Ελλάδα. Το άρθρο 7.2 της Σύμβασης ρητά ορίζει ότι η επίδοση αποδεικνύεται σύμφωνα με τους κανόνες που ισχύουν στο κράτος στο οποίο γίνεται. Στην προκείμενη περίπτωση, η αρμόδια για την εκτέλεση της αίτησης αρχή, ήτοι η Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, προς το σκοπό απόδειξης των επιδόσεων απέστειλε μαζί με την επιστολή της ημερομηνίας 28.03.14 τα αποδεικτικά επίδοσης του Επιμελητή Δικαστηρίων Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών. Στα δε αποδεικτικά επίδοσης ρητά αναφέρεται ότι επιδόθηκαν τα κατηγορητήρια της ποινικής υπόθεσης με αρ. 18567/12 του Ε.Δ. Πάφου. Το ζήτημα επομένως σε σχέση με την απόδειξη των επιδόσεων τελειώνει εδώ. Όσον αφορά το επιχείρημα των ευπαίδευτων συνηγόρων των Κατηγορουμένων 2 και 4 ότι εν τη απουσία των κατηγορητηρίων το Δικαστήριο δεν μπορούσε να ελέγξει κατά πόσο καλούνταν οι Κατηγορούμενοι 2 και 4 να εμφανιστούν στο σωστό τόπο και χρόνο, αναφέρω ότι στο φάκελο του Δικαστηρίου υπάρχουν αντίγραφα των κατηγορητηρίων στα οποία αναφέρεται ότι οι Κατηγορούμενοι καλούνται να εμφανιστούν στο Ε.Δ. Πάφου στις 31.03.14 ημέρα Δευτέρα και ώρα 9.00πμ. Σε κάθε περίπτωση σημειώνω ότι δεν έχει αμφισβητηθεί από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των Κατηγορούμενων 2 και 4 το γεγονός ότι επιδοθήκαν τα κατηγορητήρια της παρούσας υπόθεσης στους πελάτες τους, ούτε ότι οι τελευταίοι δεν γνώριζαν τον χρόνο και τον τόπο στον οποίο έπρεπε να παρουσιαστούν. Παραπονούνται επίσης οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Κατηγορουμένων 2 και 4 ότι η επιστολή ημερομηνίας 05.03.14 δεν φέρει την σφραγίδα της αρμόδιας δικαστικής αρχής. Καταρχάς σημειώνω ότι η αίτηση για δικαστική αρωγή δεν υποβλήθηκε από το Πρωτοκολλητείο αλλά από το Δικαστήριο (βλ. πιο πάνω πρακτικό ημερομηνίας 27.02.14). Το Πρωτοκολλητείο, σύμφωνα με τις οδηγίες που δόθηκαν από το Δικαστήριο στις 27.02.14, διαβίβασε την αίτηση στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης της Δημοκρατίας. Επομένως, το άρθρο 5.2 της Σύμβασης δεν εφαρμόζεται στην επιστολή ημερομηνίας 05.03.14. Σε κάθε περίπτωση δεν πρέπει να μας διαφεύγει η ουσία, δηλαδή ότι οι ελληνικές αρχές προς τις οποίες απευθυνόταν η αίτηση την αποδέχθηκαν και ενήργησαν προς εκτέλεση της. Αναφορικά τώρα με τον ισχυρισμό ότι η αίτηση για δικαστική αρωγή δεν περιέχει τα στοιχεία που ορίζονται στο άρθρο 5.1 (α),(β) και (δ) της Σύμβασης παρατηρώ τα ακόλουθα: Καταρχάς θα πρέπει να ξεκαθαρίσω ότι το αίτημα για δικαστική αρωγή υποβλήθηκε με το πρακτικό του Δικαστηρίου ημερομηνίας 27.02.14, απόσπασμα του οποίου παρατίθεται αυτούσιο πιο πάνω. Για σκοπούς ευκολίας παραθέτω το μέρος του πρακτικού ημερομηνίας 27.02.14 που αφορά το παράπονο των ευπαίδευτων συνηγόρων των Κατηγορουμένων 2 και 4: «Ως εκ τούτου δυνάμει των προνοιών του άρθρου 5 του πιο πάνω αναφερόμενου νόμου, υποβάλλεται αίτημα προς τις δικαστικές αρχές της Ελληνικής Δημοκρατίας για παροχή δικαστικής αρωγής,......» Επομένως είναι ξεκάθαρο ότι η αίτηση υποβλήθηκε από το Ε.Δ Πάφου (αιτούσα αρχή). Επίσης είναι ξεκάθαρο ότι η αίτηση απευθύνεται στις δικαστικές αρχές της Ελληνικής Δημοκρατίας (αρχή στην οποία απευθύνεται η αίτηση). Όσον αφορά την μόνιμη διαμονή, το επάγγελμα, το χρόνο και τον τόπο γέννησης των Κατηγορουμένων 2 και 4, πλην της διαμονής η οποία αναφέρεται (βλ. πρακτικό ημερομηνίας 27.02.14), τα υπόλοιπα στοιχεία όντως δεν περιλαμβάνονται στην αίτηση. Σίγουρα οι διεθνείς συμβάσεις πρέπει να ερμηνεύονται αυστηρά, την ίδια ώρα όμως σύμφωνα με την νομολογία, σε κάθε περίπτωση πρέπει να εξετάζεται η πρόθεση των συμβαλλομένων μερών ( Αναφορικά με την αίτηση Habeas Corpus του Vladimir Petrov
(1996)1Β Α.Α.Δ 856 και Athanasiadis v. The Government of Greece [1969] 3All E.R. 293). Προφανώς ο σκοπός για τον οποίο ζητείται όπως περιέχονται στην αίτηση τα εν λόγω στοιχεία είναι για να μπορεί να διακριβωθεί η ταυτότητα των προσώπων στα οποία πρόκειται να γίνει η επίδοση. Εν προκειμένω η επίδοση έγινε στους Κατηγορούμενους 2 και 4, χωρίς οι ελληνικές αρχές να αναφέρουν ότι δεν μπορούσαν να εξακριβώσουν την ταυτότητα των εν λόγω προσώπων. Θεωρώ υπό τις περιστάσεις τυπολατρική την προσέγγιση των ευπαίδευτων συνηγόρων των Κατηγορουμένων 2 και
- Τυχόν αποδοχή της θα βρισκόταν, κατά την άποψη μου, εκτός του πνεύματος της Σύμβασης. Ιδιαιτέρως από τη στιγμή που οι Κατηγορούμενοι 2 και 4 δεν έχουν αμφισβητήσει μέσω των συνηγόρων τους ότι τους επιδόθηκαν τα κατηγορητήρια ή ότι το πρόσωπο προς το οποίο επιδοθήκαν είναι, ως αναφέρεται στα αποδεικτικά επίδοσης, σύνοικος τους. Σημειώνω προς τούτο ότι η μαρτυρία που επιθυμούσαν να προσκομίσουν στο Δικαστήριο δεν ήταν προς αμφισβήτηση του γεγονότος της επίδοσης, δηλαδή ότι τα κατηγορητήρια επιδόθηκαν σε κάποιον Κωνσταντίνο Ρίζο, αλλά σε σχέση με το εφαρμοστέο στην Ελλάδα δίκαιο. Τα πιο πάνω απαντούν και στην αναφορά του κ. Χαβιαρά ότι η επίδοση δεν έγινε στον πελάτη του, Κατηγορούμενο 4, ο οποίος ήταν παρών όταν πραγματοποιήθηκε η επίδοση από τον Επιμελητή Δικαστηρίων Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών, αλλά στον Κωνσταντίνο Ρίζο ως σύνοικο του. Δεν υπάρχει οτιδήποτε ενώπιον μου που να υποστηρίζει κάτι τέτοιο, ούτε και ζητήθηκε να προσκομιστεί μαρτυρία σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Σε κάθε περίπτωση όμως, επαναλαμβάνω ότι το ζήτημα της απόδειξης της επίδοσης δεν μπορεί να αμφισβητείται από την στιγμή που υπάρχει η σχετική βεβαίωση της αρμόδιας δικαστικής αρχής της Ελλάδας. Για του λόγους που προσπάθησα πιο πάνω να εξηγήσω θεωρώ ότι η επίδοση των κατηγορητηρίων της με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο υπόθεσης στους Κατηγορούμενους 2 και 4 η οποία έλαβε χώρα στις 20.03.14, έχει δεόντως αποδειχθεί και είναι ορθή και νόμιμη. Επομένως, οι Κατηγορούμενοι 2 και 4 όφειλαν να ήταν παρόντες στο Δικαστήριο στις 31.03.
- Υπ.) ............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο