Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Plesca Andrei Dorin κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 15234/13, 23/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B97 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15234/13 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Κατηγορούσας Αρχής v.
- Plesca Andrei Dorin
- Joao Dionisio Mendonca Κατηγορουμένων ----------------------- Ημερομηνία: 23/05/
- Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Eιρ. Σάββα Για τον Κατηγορούμενο αρ.1 : κα Χρ. Χ΄΄Γεωργίου. Για τον Κατηγορούμενο αρ.2: κ. Μ. Αγαθοκλέους. Π Ο Ι Ν Η Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 έχουν κριθεί ένοχοι κατόπιν δικής τους παραδοχής στην κατηγορία της Διάρρηξης κατοικίας κατά τη διάρκεια της νύκτας κατά παράβαση των άρθρων 291, 292(α) και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορία 2), στην κατηγορία της κλοπής από κατοικία, κατά παράβαση των άρθρων 255, 262 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορία 3), στην κατηγορία της Διάρρηξης καταστήματος κατά παράβαση του άρθρου 294(α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 (κατηγορία 6) και στην κατηγορία της κλοπής από κατάστημα κατά παράβαση των άρθρων 255, 262 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορία 7). Τα γεγονότα όπως εκτέθηκαν από την κατηγορούσα αρχή και δεν έτυχα αμφισβήτησης από την υπεράσπιση έχουν ως ακολούθως: Στις 12/12/2012 και η ώρα 15:00 καταγγέλθηκε στο Τ.Α.Ε. Πάφου από την παραπονούμενη Μ.Κ.1 ότι την ίδια ημέρα άγνωστοι διέρρηξαν το εστιατόριο «ΖΑΖΑ» ιδιοκτησίας του Μ.Κ.3 και το διαμέρισμα της που βρίσκεται στον όροφο του εστιατορίου, παραβιάζοντας ξύλινη πόρτα εισόδου και έκλεψαν μια τηλεόραση, ένα ηχοσύστημα, μια χρυσή καδένα και τον σταυρό της, τρία ρολόγια, ένα κερί, δυο κοντρόλ, ζευγάρι γυαλιά ηλίου, την Ρουμάνικη άδεια οδήγησης της, ένα ηλεκτρονικό εξάρτημα τηλεόρασης και μια βαλίτσα αποσκευών που περιείχε διάφορα ρούχα, συνολικής αξίας €
- Αστυφύλακες μετέβηκαν στο μέρος όπου διαπιστώθηκε ότι οι δράστες πέτυχαν είσοδο στο εστιατόριο αφού παραβίασαν την πισινή ξύλινη πόρτα της κουζίνας με αιχμηρό αντικείμενο και στην συνέχεια με τον ίδιο τρόπο παραβίασαν την πόρτα του διαμερίσματος της παραπονούμενης. Μετά από πληροφορίες, στις 18/12/2012 ερευνήθηκε η οικία του 1ου κατηγορούμενου όπου ανευρέθηκε ένας γυναικείος σταυρός, μια καρναβαλίστικη στολή, ένα κερί, τέσσερα πακέτα μπαλόνια, ένα γυναικείο ρολόι, ένα τσαντάκι ώμου, ένα USB και στην οικία του 2ου κατηγορούμενου ένα ηχοσύστημα, μια τηλεόραση και μια ταξιδιωτική βαλίτσα. Οι κατηγορούμενοι δεν έδιναν λογική εξήγηση για την κατοχή των πιο πάνω αντικειμένων, συνελήφθηκαν, τα ανευρεθέντα κατασχέθηκαν και η παραπονούμενη τα αναγνώρισε ως μέρος της κλαπείσας περιουσίας. Οι ίδιοι έδωσαν θεληματική κατάθεση στην οποία παραδέχθηκαν την διάπραξη των αδικημάτων. Ο Μ.Κ.3 επίσης, έκανε παράπονο ότι διέρρηξαν και το εστιατόριο «ΖΑΖΑ» κατά την είσοδο τους, όπου κλάπηκαν διάφορα ποτά και κρέας συνολικής αξίας €
- Κατά την έρευνα στην οικία του 1ου κατηγορούμενου ανευρέθηκαν οκτώ μπουκάλια κρασί και τρεις κονσέρβες από κομπόστα, όπου και σε αυτή την περίπτωση έδωσαν θεληματική κατάθεση παραδεχόμενοι και αυτό το αδίκημα, αναφέροντας ότι ο σκοπός που έκλεψαν ήταν για να πουλήσουν τα αντικείμενα να πάρουν λεφτά. Κατηγορήθηκαν γραπτώς και παραδέχθηκαν ενοχή. Τέλος, αναφέρθηκε ότι οι κατηγορούμενοι δεν βαρύνονται με προηγούμενες καταδίκες και ότι οι παραπονούμενοι αποζημιώθηκαν πλήρως για την κλαπείσα περιουσία. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των κατηγορουμένων 1 και 2, για σκοπούς μετριασμού της ποινής τόνισαν την έμπρακτη μεταμέλεια τους η οποία προκύπτει από τον ομολογία και συνεργασία τους με τις Αστυνομικές Αρχές και την παραδοχή τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Επίσης, ανέφεραν ότι η Μ.Κ.1 αποζημιώθηκε πέραν του κανονικού και συγκεκριμένα πήρε το ποσό των €1,600 ενώ ο Μ.Κ.3 το ποσό των €1,
- Σε σχέση με τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων, αναφέρθηκε ότι ο λόγος ήταν η άσχημη οικονομική κατάσταση στην οποία βρίσκονταν και συγκεκριμένα λέχθηκε ότι οι κατηγορούμενου 1 και 2 εργάζονταν στο εστιατόριο του Μ.Κ.3 και κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν χειμερινή περίοδος και είχε κλείσει και οι ίδιοι ήταν άνεργοι. Αποτάθηκαν στο Γραφείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων με σκοπό να πάρουν ανεργιακό επίδομα για να ανακαλύψουν ότι ο εργοδότης τους δεν κατέβαλλε τις εισφορές τους στο εν λόγω γραφείο και δεν δικαιούνταν ανεργιακό. Το συγκεκριμένο βράδυ είχαν καταναλώσει αρκετά οινοπνευματώδη ποτά, βρίσκονταν σε κατάσταση μέθης και πάνω στο θυμό και στην απόγνωση τους προέβηκαν στη διάπραξη των αδικημάτων. Οι συνήγοροι κάλεσαν το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του τον παράγοντα μέθη ως μετριαστικό παράγοντα, παραπέμποντας σε νομολογία τονίζοντας ότι οι κατηγορούμενοι δεν περιήλθαν σε αυτήν την κατάσταση με σκοπό να διαπράξουν τα εν λόγω αδικήματα. Περαιτέρω, ζητήθηκε όπως ληφθεί υπόψη το λευκό τους ποινικό μητρώο, το γεγονός ότι έχουν κατανοήσει τη σοβαρότητα των πράξεων τους και ότι ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό στη ζωή τους. Σε σχέση με τις προσωπικές τους συνθήκες, οι συνήγοροι υιοθέτησαν το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας η οποία ετοιμάστηκε κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου. Τέλος, αποτέλεσε εισήγηση αμφοτέρων των συνηγόρων ότι σε περίπτωση επιβολής ποινής φυλάκισης, τότε δικαιολογείται η αναστολή εκτέλεσης της παραπέμποντας στις αρχές που έχει καθιερώσει η νομολογία. Επίσης, ζήτησαν από το Δικαστήριο να δοθεί στους κατηγορούμενους μια τελευταία ευκαιρία. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι τα αδικήματα τα οποία αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι είναι σοβαρά. Η σοβαρότητα τους φαίνεται άλλωστε και από την προβλεπόμενη στο Νόμο ποινή. Το άρθρο 292(α) του Ποινικού Κώδικα προνοεί ποινή φυλάκισης 7 χρόνων και στην περίπτωση διάρρηξης κατοικίας κατά τη διάρκεια της νύκτας, η ποινή αυξάνεται σε 10 χρόνια φυλάκισης. Το δε άρθρο 294(α) του Ποινικού Κώδικα προνοεί επίσης, ποινή φυλάκισης 7 χρόνων για το αδίκημα της διάρρηξης καταστήματος. Το αδίκημα της κλοπής επισύρει, με βάση το άρθρο 262 του Κεφ.154, ποινή φυλάκισης 3 ετών εκτός αν λόγω των περιστάσεων της κλοπής ή της φύσης του πράγματος που κλάπηκε προβλέπεται κάποια άλλη ποινή. Η σοβαρότητα των αδικημάτων προκύπτει επίσης και από τη συχνότητα με την οποία εμφανίζονται. Αδικήματα τα οποία στρέφονται εναντίον της περιουσίας, παρουσιάζουν δυστυχώς έξαρση. Ως αποτέλεσμα τα Δικαστήρια καλούνται σε μια προσπάθεια αντιμετώπισης του φαινομένου να επιβάλλουν αποτρεπτικές ποινές. Θεώρηση της νομολογίας καταδεικνύει ότι η συνήθης ποινή που επιβάλλεται σε αδικήματα παρόμοιας φύσης, είναι αυτή της φυλάκισης (βλ. Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 222, Hassan v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 71). Στην Παναγίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ 104 διακηρύττεται η υποστήριξη του Εφετείου σε αυστηρές ποινές για τέτοιου είδους συμπεριφορά και επισημαίνεται ότι αδικήματα εναντίον της περιουσίας όπως κλοπές και άλλα ομοειδή αδικήματα, είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται αντίθετα έξαρση. Τα Δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη (βλ. επίσης Φιλίππου v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 160 και Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέου
(1994)2 Α.Α.Δ. 2 Α.Α.Δ. 194). Οι πιο πάνω επισημάνσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, επαναδιατυπώθηκαν και στην πρόσφατη απόφαση στην Δημήτρης Βέλιου v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 99/12, Ημερομηνίας 23/01/2013 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Συμφωνούμε με το πρωτόδικο δικαστήριο αναφορικά με τη σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία ο εφεσειών παραδέχθηκε ενοχή. Αυτή είναι δεδομένη, όπως δεδομένες είναι και οι συνέπειες τους για τα θύματα και την κοινωνία ευρύτερα. Συμφωνούμε επίσης, με τη διαπίστωση του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι η σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων και κυρίως η συχνότητα με την οποία αυτά διαπράττονται, επιβάλλει την αυστηρή αντιμετώπιση τους από τα Δικαστήρια. Είναι πιστεύουμε αρκετό να υπενθυμίσουμε την επισήμανση της νομολογίας μας ότι τέτοια αδικήματα προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και δυναμιτίζουν το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών.» Περαιτέρω, παραπέμπω στην Ανδρέας Φραντζίδης v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 158, Παναγιώτου (Αντάρτης) ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 138, Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 487, Αργυρού ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 57, Βαρνάβας Ευγένιου Κλεοβούλου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 485 και Xiaojin κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 104) Η σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι είναι δεδομένη καθώς επίσης και οι συνθήκες διάπραξης τους. Αυτοί διέρρηξαν και εισήλθαν κατά τη διάρκεια της νύκτας στο εστιατόριο του πρώην εργοδότη του και το διαμέρισμα της Μ.Κ.1 το οποίο βρίσκεται στον όροφο και έκλεψαν τα αντικείμενα που αναφέρθηκαν ανωτέρω από την κατηγορούσα αρχή. Η άσχημη οικονομική κατάσταση και η απόγνωση των κατηγορούμενων που τους ώθησε στη διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων όπως έχει τεθεί ενώπιον μου, δεν μπορεί να αποτελέσει δικαιολογία ούτε ελαφρυντικό και δεν μπορεί να μειώνει τη σοβαρότητα των αδικημάτων. Στην Ιωάννη Τσιλικίδη v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 7/13, Ημερομηνίας 26/03/2013 λέχθηκε ότι η κακή οικονομική κατάσταση του εφεσείοντα δεν μπορούσε, με οποιονδήποτε τρόπο, να θεωρηθεί ότι αυτή δικαιολογούσε τις εγκληματικές πράξεις και ενέργειες του. Συνεχίζοντας, το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση εκείνη, ανέφερε ότι «Η οικονομική κρίση, που επιδεινώνεται στον τόπο μας, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ελαφρυντικός παράγων που θα δικαιολογούσε παρέκκλιση από την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, σε υποθέσεις αδικημάτων εναντίον περιουσίας, και τούτο με στόχο την προστασία της περιουσίας των πολιτών. Είναι ξεκάθαρο και αυτονόητο ότι τέτοιες συμπεριφορές είναι απαράδεκτες για οποιονδήποτε λόγο και αν λαμβάνουν χώρα και το Δικαστήριο έχει καθήκον να στείλει το μήνυμα σε επίδοξους παραβάτες ότι πράξεις που αποσκοπούν σε αποστέρηση περιουσίας θα πρέπει να αντιμετωπίζονται αυστηρά, όταν αυτές μάλιστα λαμβάνουν χώρα σε κατοικίες κατά τη διάρκεια της νύκτας. Επίσης, λαμβάνω υπόψη μου και την φύση των κλαπέντων αντικειμένων και την αξία αυτών καθώς επίσης και το γεγονός ότι η ενέργεια αυτή των κατηγορουμένων στράφηκε εναντίον συγκεκριμένων υποστατικών με τα οποία είχαν σχέση αφού άνηκαν στον πρώην εργοδότη τους και αυτόν ήθελαν να πλήξουν με την ενέργεια τους. Το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι είχαν αξίωση εναντίον του και αυτός τους όφειλε τις εισφορές στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις, δεν τους έδινε το δικαίωμα να ενεργήσουν με τον τρόπο που ενέργησαν. Αντιθέτως, θα έλεγα ότι το στοιχείο αυτό είναι και επιβαρυντικό για τους κατηγορούμενους αφού πέραν του οικονομικού οφέλους που θα αποκόμιζαν από την κλοπιμαία περιουσία, σκοπό είχαν να επιτύχουν ακόμη ένα στόχο, αυτό της εκδίκησης του πρώην εργοδότη του. Τέτοιες ενέργειες και συμπεριφορές δεν μπορεί να γίνουν ανεκτές, διαβρώνουν και υποσκάπτουν το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη και ως τέτοιες θα πρέπει να αντιμετωπίζονται αυστηρά. Παρά τα πιο πάνω όμως, ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών, το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί (βλ. Κόκκινος v. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135). Η εξατομίκευση της ποινής όμως, δεν θα πρέπει να εξουδετερώνει ούτε τη σοβαρότητα του εγκλήματος, ούτε το στοιχείο της αποτροπής και να καθιστά αναποτελεσματική την εφαρμογή του Νόμου (βλ. Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Προς όφελος των κατηγορουμένων 1 και 2 και για σκοπούς μετριασμού της ποινής λαμβάνω υπόψη μου τα ακόλουθα: 1) Την ομολογία και συνεργασία τους με τις Αστυνομικές Αρχές και την παραδοχή τους στο Δικαστήριο καθώς επίσης και το γεγονός ότι οι παραπονούμενοι έχουν αποζημιωθεί πλήρως, στοιχεία που καταδεικνύουν την έμπρακτη μεταμέλεια τους. 2) Το λευκό τους ποινικό μητρώο. 3) Την κατάσταση μέθης στην οποία οι κατηγορούμενοι 1 και 2 βρισκόταν. Στην Γενικό Εισαγγελέας v. Τσιολή
(1991)2 Α.Α.Δ. 194 αναγνωρίστηκε ότι η μέθη μπορεί να προσμετρήσει ως παράγοντας μετριαστικός της ποινής. Στην εν λόγω απόφαση αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Με αυτά τα δεδομένα φρονούμε πως η μέθη μπορεί να θεωρηθεί ως ελαφρυντικό στοιχείο, αφού βέβαια εκτιμηθεί μέσα στα υπόλοιπα περιστατικά της υπόθεσης».................... «Στο βαθμό που η μέθη αμβλύνει τον αυτοέλεγχο και η χαλαρότητα που επιφέρει επιδρά στις πράξεις του παραβάτη, μπορεί να προσμετρήσει ως ελαφρυντικός παράγοντας νοουμένου ότι η κατανάλωση αλκοόλ δεν έχει ως λόγο τη διευκόλυνση της υλοποίησης απόφασης για τη διάπραξη του εγκλήματος.» (βλ. επίσης Φαναράς v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 50 και Μάριος Χριστοδούλου Μελανίτης v. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 309). Από τα γεγονότα προκύπτει ότι ρόλο στην διάπραξη των αδικημάτων έπαιξε η κατάσταση μέθης στην οποία βρίσκονταν οι κατηγορούμενοι 1 και 2 και στην οποία δεν διαφάνηκε ότι περιήλθαν με σκοπό τη διάπραξη των αδικημάτων. Λόγω της απελπισίας και απόγνωσής στην οποία βρίσκονταν η μέθη φαίνεται να συνέβαλε στη λήψη της απόφασης από τους κατηγορούμενους να διαπράξουν τα εν λόγω αδικήματα. Υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης θα λάβω υπόψη μου τον παράγοντα αυτό προς όφελος των κατηγορουμένων. 4) Το ότι φαίνεται να ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό το οποίο έλαβε χώρα ένα συγκεκριμένο βράδυ και ότι δεν προκύπτει συστηματική διάπραξη τέτοιων αδικημάτων. 5) Το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας σε σχέση με τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές τους συνθήκες και ειδικότερα τα ακόλουθα: Σε σχέση με τον κατηγορούμενο αρ.1: α) ότι είναι ηλικίας 23 ετών, άγαμος και διατηρεί δεσμό με συμπατριώτισσα του από την Ρουμανία με την οποία διέμεναν μαζί στην Πάφο πριν από τη σύλληψη του. β) ότι ήρθε στην Κύπρο το 2009, απασχολήθηκε σε διάφορες εργασίες ως σερβιτόρος καθώς και ως βοηθός κουζίνας και ότι με τα χρήματα που λάμβανε βοηθούσε την οικογένεια του στην Ρουμανία. Σε σχέση με τον κατηγορούμενο αρ.2: α) ότι είναι ηλικίας 38 χρονών, αρραβωνιασμένος και πατέρας δύο παιδιών ηλικίας 12 και 9 ετών από προηγούμενο γάμο του και τα οποία βρίσκονται στο Ηνωμένο Βασίλειο. Επίσης, έχει εισοδήματα €2,200 μηνιαίως από την εργασία του. β) Ήρθε στην Κύπρο το 2008 για σκοπούς εργασίας, εργάστηκε σε διάφορους χώρους όπως ξενοδοχεία και εστιατόρια ως μάγειρας και αρραβωνιάστηκε συμπατριώτισσα του από την Ρουμανία. Πέραν των πιο πάνω, θα λάβω υπόψη μου τα προβλήματα υγείας που αναφέρθηκαν από το συνήγορο του ότι αντιμετωπίζει παρόλο που δεν τέθηκε οποιοδήποτε ιατρικό πιστοποιητικό ενώπιον μου καθώς επίσης και το γεγονός ότι σχεδιάζει να παντρευτεί. 6) Το χρόνο που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή. Παρά το γεγονός ότι παρατηρείται μια καθυστέρηση στην καταχώρηση και προώθηση της υπόθεσης από την κατηγορούσα αρχή, εντούτοις το σύνολο του χρόνου που παρήλθε δεν είναι τέτοιο που θα μπορούσε να διαφοροποιήσει το είδος της ποινής. Άλλωστε, δεν έχουν τεθεί ενώπιον μου και οποιεσδήποτε δραματικές αλλαγές στη ζωή των κατηγορουμένων 1 και 2 στο διάστημα αυτό. Παρά ταύτα, θα δώσω στον παράγοντα αυτό την ανάλογη βαρύτητα. Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 1 και 2, την ανάγκη για αποτροπή και τις περιστάσεις διάπραξης τους, σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά που αναφέρθηκαν ανωτέρω, κρίνω ότι η ποινή φυλάκισης στην παρούσα δεν μπορεί να αποφευχθεί. Όλα τα πιο πάνω θα παίξουν ρόλο στο ύψος της ποινής και όχι στο είδος της. Καταλήγοντας και ασκώντας τη μέγιστη δυνατή επιείκια προς το πρόσωπο των κατηγορουμένων 1 και 2, επιβάλλονται σε αυτούς οι ακόλουθες ποινές: - Στις κατηγορίες αρ. 2 και 6 ποινή φυλάκισης 6 μηνών σε έκαστη από αυτές για έκαστο από τους κατηγορούμενους 1 και 2. - Στις κατηγορίες 3 και 7 ποινή φυλάκισης 4 μηνών σε έκαστη από αυτές για έκαστο από τους κατηγορούμενους 1 και 2. Έχοντας υπόψη μου τις πρόνοιες του άρθρου 3
(2)του Νόμου 95/72 όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 186
(1)/2003 και τις αρχές που έχει καθιερώσει η νομολογία για την αναστολή ποινών φυλάκισης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161) θα προχωρήσω να εξετάσω το αίτημα της υπεράσπισης για αναστολή των ποινών φυλακίσεως που επιβλήθηκαν. Τα γεγονότα και οι περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων είναι σοβαρές και έχουν αναφερθεί ανωτέρω. Πέραν του οικονομικού οφέλους που θα είχαν οι κατηγορούμενοι 1 και 2 από την κλαπείσα περιουσία, σκοπό και στόχο είχαν και την εκδίκηση του πρώην εργοδότη τους, όπως έχει προκύψει, για το γεγονός ότι δεν τους κατέβαλε εισφορές για τις Κοινωνικές τους Ασφαλίσεις. Περαιτέρω, το λευκό τους ποινικό μητρώο και η έμπρακτη μεταμέλεια τους έχουν δεόντως ληφθεί υπόψη ανωτέρω κατά την επιμέτρηση της ποινής, κάτι το οποίο αντικατοπτρίζεται και στο ύψος της ποινής που επιβλήθηκε. Πέραν των πιο πάνω, οι προσωπικές συνθήκες των κατηγορουμένων δεν είναι τέτοιες έτσι ώστε από μόνες τους να μπορούσαν να επενεργήσουν υπέρ της αναστολής των ποινών φυλακίσεως. Ιδιαίτερα έλαβα υπόψη μου το πρόβλημα υγείας που ο συνήγορος του κατηγορούμενου αρ. 2 ανέφερε στο Δικαστήριο, όμως με τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου δεν θεωρώ ότι είναι τέτοιο που να δικαιολογούσε την αναστολή εκτέλεσης της ποινής. Ισοζυγίζοντας τη σοβαρότητα των αδικημάτων, τις περιστάσεις διάπραξης τους και ειδικότερα το κίνητρο των κατηγορουμένων και την ανάγκη που υπάρχει για αποτροπή από τη μια και όλα τα ανωτέρω που αναφέρθηκαν από την άλλη, κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η αναστολή εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν (βλ. επίσης Κώστας Χαραλάμπους Τραλαλάς v Aστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 323). Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν να συντρέχουν και να αρχίζουν να προσμετρούν από την ημέρα που οι κατηγορούμενοι 1 και 2 τέθηκαν υπό κράτηση και συγκεκριμένα από τις 29/04/2014. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.)............ Πρωτοκολλητής Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο