Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 7873/2010, 20/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B91 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7873/2010 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v.
- ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
- ΚΕΝΔΕΑΣ ΡΟΥΣΟΥ
- ΧΡΙΣΤΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 20.05.14 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Για Κατηγορούμενο 2: κος Α. Αλεξάνδρου Κατηγορούμενος 2: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει 3 κατηγορίες διάρρηξης κατοικίας κατά παράβαση των άρθρων 291, 292(α) και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων, 3 κατηγορίες κλοπής από κατοικία κατά παράβαση των άρθρων 255, 262 και 20 του Κεφ.154 και δύο κατηγορίες συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση των άρθρων 371 και 20 του Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, ο κατηγορούμενος 2 κατηγορείται ότι μαζί με άλλα άτομα συνωμότησε μεταξύ των ημερομηνιών 09.01.09 και 12.01.09 και μεταξύ των ημερομηνιών 23.03.09 και 26.03.09 με σκοπό να διαπράξουν τα αδικήματα 3 διαρρήξεων κατοικίας και 3 κλοπών από αυτές (πρώτη και έκτη κατηγορία). Περαιτέρω με βάση τις λεπτομέρειες αδικημάτων, ο κατηγορούμενος 2 κατηγορείται ότι:
(1)Στις 12.01.09 μαζί με άλλο άτομο διέρρηξαν την κατοικία του Δημήτρη Ζαγράφοβ από την Ουκρανία που βρίσκεται στην οδό Βετεράνων Β' Παγκοσμίου Πολέμου αρ.22Β στη Χλώρακα της επαρχίας Πάφου από την οποία έκλεψαν μία τηλεόραση LCD μάρκας Samsung αξίας €1.000,00, περιουσία του εν λόγω προσώπου (δεύτερη και τρίτη κατηγορία).
(2)Μεταξύ των ημερομηνιών 09.01.09 και 12.01.09 μαζί με άλλο άτομο διέρρηξαν την κατοικία του Diane Horsfield από την Αγγλία που βρίσκεται στην οδό Λευκής 6 στη Χλώρακα της επαρχίας Πάφου από την οποία έκλεψαν μία τηλεόραση Plasma μάρκας Philips 32 ιντσών αξίας €600,00, ένα φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή μάρκας Packard Bell αξίας €575,00 και διάφορα χρυσαφικά αξίας €300,00, όλα περιουσία του εν λόγω προσώπου (τέταρτη και πέμπτη κατηγορία).
(3)Μεταξύ των ημερομηνιών 23.03.09 και 26.03.09 μαζί με άλλο άτομο διέρρηξαν την κατοικία του John William Waterman που βρίσκεται στον Κάθηκα της επαρχίας Πάφου από την οποία έκλεψαν μία τηλεόραση μάρκας Samsung 32 ιντσών αξίας €500,00, μία τηλεόραση μάρκας Wharfedale 19 ιντσών με ενσωματωμένο DVD player αξίας €250,00, μία ηλεκτρονική κορνίζα 7 ιντσών αξίας €100,00 και ένα MP3 player Sony Walkman αξίας €200,00, όλα περιουσίας του εν λόγω προσώπου (έβδομη και όγδοη κατηγορία). Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής ακούστηκε μαρτυρία από 2 μάρτυρες και συγκεκριμένα από τον αστυνομικό εξεταστή της υπόθεσης, αστυφύλακα 3281 Χαράλαμπο Ιωάννου (ΜΚ1) και από τον αστυφύλακα 3402 Π. Πολυδώρου (ΜΚ2). Παράλληλα, παρουσιάστηκαν 8 τεκμήρια από τα οποία τα Τεκμήρια 4 και 5 που είναι δύο γραπτές καταθέσεις του αστυφύλακα Δημήτρη Γερολέμου ημερομηνίας 06.05.09 και 11.09.09 καθώς επίσης το Τεκμήριο 6 που είναι γραπτή κατάθεση του αστυφύλακα 4857 Μάριου Μπαρρή ημερομηνίας 06.05.09, κατόπιν έγκρισης του Δικαστηρίου, κατατέθηκαν από κοινού με τα μέρη να αποδέχονται το περιεχόμενο τους ως αληθές. Τα παραδεκτά γεγονότα που προέκυψαν μέσα από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 4, 5 και 6 εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, όπως προκύπτει από την μαρτυρία των προαναφερθέντων μαρτύρων, συνοψίζεται ως εξής: Ο ΜΚ1 κατά την διάρκεια της κυρίως εξέτασης του κατάθεσε τη γραπτή κατάθεση του ημερομηνίας 17.05.09 ως Τεκμήριο 1 μέσα από την οποία αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι στις 13.05.09 συνέλαβε στα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου τον κατηγορούμενο 2 δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης αναφορικά με τα αδικήματα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος και διάρρηξης κατοικίας και κλοπής. Αφού του εξηγήθηκαν οι λόγοι της σύλληψης του και του επιστήθηκε η προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε "Δεν εμπλέκομαι σε έτσι πράμαν." Περαιτέρω, στις 17.05.09 ο εν λόγω μάρτυρας κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο 2 αναφορικά με αδικήματα διάρρηξης, κλοπής και συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, οποίος απάντησε "Δεν παραδέχομαι." Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως η καταγραφή μέσα από το Τεκμήριο 1 του ονόματος του κατηγορουμένου 2 από άλλο άτομο σε κατ' ισχυρισμό συμμετοχή του πρώτου στα αδικήματα του κατηγορητηρίου κατά την υπόδειξη 3 σκηνών στην αστυνομία από τον τελευταίο έγινε επειδή απλά το ανάφερε το άλλο πρόσωπο, χωρίς να γνωρίζει αν αυτό είναι ή όχι αληθές. Ο ΜΚ2 κατά την διάρκεια της κυρίως εξέτασης του κατάθεσε τη γραπτή κατάθεση του ως Τεκμήριο 7 μέσα από την οποία αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι στις 15.05.09 ο κατηγορούμενος 3 του υπέδειξε την οικία του παραπονούμενου John William Waterman στον Κάθηκα της επαρχίας Πάφου που υπέστη διάρρηξη και κλοπή. Ακολούθως, ο εν λόγω κατηγορούμενος υπέδειξε στον ΜΚ2 τον χώρο όπου άφησε το όχημα του για να μεταβεί στον Κάθηκα λέγοντας "Άφηκα το δαμέ και φύαμεν με το αυτοκίνητο του Κενδέα." Αργότερα της ίδιας ημέρας ο κατηγορούμενος 2 μετέβηκε μαζί με τον ΜΚ2 στον Κάθηκα όπου του υπέδειξε στην οικία που έγινε η διάρρηξη. Στη συνέχεια μετέβηκε με τον ΜΚ2 στον Κόλπο των Κοραλλίων όπου εκεί υπέδειξε στον εν λόγω αστυφύλακα το σημείο όπου άφησε το όχημα του ο κατηγορούμενος
- Έντυπο υπόδειξης σκηνών από τον κατηγορούμενο 2 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2, ανάμεσα σ' άλλα, παραδέχτηκε ότι δεν είναι σε θέση αν ο κατηγορούμενος 3 έλεγε την αλήθεια όταν προέβαινε σε υποδείξεις σημείων και χώρων. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του αστυφύλακα 674 Δημήτρη Γερολέμου ημερομηνίας 06.05.09, η οποία κατατέθηκε από κοινού ως Τεκμήριο 4 με τα μέρη να αποδέχονται το περιεχόμενο της ως αληθές, σημειώνεται, μεταξύ άλλων, ότι στις 12.01.09 ο παραπονούμενος Δημήτρης Ζαγράφοβ κατάγγειλε στην αστυνομία ότι μεταξύ των ωρών 00:05 και 05:30 της ίδιας ημέρας άγνωστος ή άγνωστοι διέρρηξε ή διέρρηξαν την οικία του που βρίσκεται στην οδό Βετεράνων Β' Παγκοσμίου Πολέμου αρ.22Β στη Χλώρακα της επαρχίας Πάφου από την οποία έκλεψαν μία τηλεόραση LCD μάρκας Samsung μαύρου χρώματος αξίας €1.000,
- Μεταβαίνοντας στον επίδικο χώρο ο εν λόγω μάρτυρας διαπίστωσε ότι ο δράστης ή δράστες πέτυχε ή πέτυχαν είσοδο και έξοδο από κλειστή αλλά ξεκλείδωτη πλαϊνή συρόμενη αλουμινένια μπαλκονόπορτα της οικίας. Με βάση ακόμη το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του αστυφύλακα 674 Δημήτρη Γερολέμου ημερομηνίας 11.09.09, η οποία κατατέθηκε από κοινού ως Τεκμήριο 5 με τα μέρη να αποδέχονται το περιεχόμενο της ως αληθές, σημειώνεται, ανάμεσα σ' άλλα, ότι κατόπιν έρευνες σε οικίες κάποιου άλλου ατόμου με το όνομα Σωτήρης Λοΐζου ο τελευταίος παρέδωσε στον εν λόγω αστυφύλακα διάφορα αντικείμενα τα οποία περιγράφονται με ένα εκ των παραπονούμενων της υπόθεσης αυτής και ειδικότερα τον Δημήτρη Ζαγράφοβ να αναγνωρίζει μία από τις τηλεοράσεις που συνελέγησαν ως αυτή που είχε κλαπεί από την οικία του. Η κατάθεση του αστυφύλακα 4857 Μάριου Μπαρρή ημερομηνίας 06.06.09, η οποία κατατέθηκε από κοινού ως Τεκμήριο 6 με τα μέρη να αποδέχονται το περιεχόμενο της ως αληθές, επίσης απευθύνεται στην προαναφερόμενη καταγγελία του παραπονούμενου Δημήτρη Ζαγράφοβ. Όπως αναφέρεται, η σκηνή δακτυλοσκοπήθηκε με αρνητικό αποτέλεσμα. Παρά τη λήψη δειγματοληψιών και την αποστολή τους για επιστημονικές εξετάσεις και παρόλο ότι καταβλήθηκαν προσπάθειες για την εξιχνίαση της υπόθεσης, εντούτοις δεν προέκυψε οτιδήποτε ενοχοποιητικό εναντίον οποιουδήποτε. Τα αποτελέσματα των επιστημονικών εξετάσεων κατέδειξαν ότι η ποσότητα / ποιότητα του ανθρώπινου γενετικού υλικού στα τεκμήρια ήταν μηδαμινή προς μηδενική και έτσι δεν ήταν ικανοποιητική για να επιτρέψει να γίνουν περαιτέρω διερευνήσεις και συγκρίσεις. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως εισηγήθηκε, με βάση το άρθρο 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου 2 σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και ότι το Δικαστήριο πρέπει να τον αθωώσει σε αυτό το στάδιο. Είναι η θέση του εν λόγω συνηγόρου ότι μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία δεν έχουν αποδειχτεί σωρευτικά όλα τα συστατικά στοιχεία ενός εκάστου κατ' ισχυρισμό αδικήματος. Η μόνη αναφορά που υπάρχει είναι το έντυπο υπόδειξης σκηνών από τον κατηγορούμενο 2 το οποίο από μόνο του και αποσυνδεδεμένο από οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία, όπως ο κύριος Αλεξάνδρου είπε, δεν μπορεί να δημιουργήσει δυναμική επί του οποίου κάποιος να στηριχτεί πάνω σ' αυτό και να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Στη δική της νομική επιχειρηματολογία η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι τείνει να συμφωνήσει με τη θέση του κατηγορουμένου 2 επειδή η προσκομισθείσα μαρτυρία δεν είναι επαρκής στο να στοιχειοθετήσει τα συστατικά στοιχεία των κατηγοριών του κατηγορητηρίου. Πλήρης έκταση των όσο ανέφεραν για υποστήριξη των θέσεων τους αμφότεροι οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους έχουν καταγραφεί στα πρακτικά και αποτελούν μέρος του φακέλου της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους από το Δικαστήριο και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί στην παρούσα απόφαση επειδή κάτι τέτοιο δεν εξυπηρετεί κανένα πρακτικό σκοπό. Αναφορικά με την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν το θέμα έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 C.L.R 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
- Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
- Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
- Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή υποκειμενική αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του αλλά περιορίζεται σε αντικειμενική και προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και να έχει ως αντικειμενικό έρεισμα ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα, χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που έχει δοθεί με την συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. (βλέπε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας και άλλος
(2000)2 Α.Α.Δ. 191, Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 και Γενικός Εισαγγελέας v. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Χαρακτηριστικό ακόμη είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείνει η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας". Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως" υποδηλώνει, η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως δηλαδή μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας." Ως προς τον βαθμό απόδειξης που πρέπει να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: "Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. ............................. Στην υπόθεση R ν. Hipson
(1969)Cr. L.R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η κατηγορούσα αρχή." Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Δράκου κ.α., Ποινικές Εφέσεις 5-9/2012 ημερομηνίας 11.12.12 (απόφαση πλειοψηφίας) έγινε ανασκόπηση της νομολογίας αναφορικά με το εκ πρώτης όψεως στάδιο. Μία από τις υποθέσεις στην οποία γίνεται αναφορά είναι η αγγλική υπόθεση R v. Galbraith
(1981)2 All E.R. 1060 στην οποία με το πιο κάτω απόσπασμα καταγράφεται η προσέγγιση που καλείται το Δικαστήριο να υιοθετήσει στο στάδιο ολοκλήρωσης της παρουσίασης της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής: "How then should be judge approach a submission of ´no case´?
(1)If there is no evidence that the crime alleged has been committed by the defendant, there is no difficulty. The judge will of course stop the case.
(2)The difficulty arises where there is some evidence but it is of a tenuous character, for example because of inherent weakness or vagueness or because it is inconsistent with other evidence. (
- a)Where the judge comes to the conclusion that the prosecution evidence, taken at its highest, is such that a jury properly directed could not properly convict upon it, it is his duty, upon a submission being made, to stop the case. (
- b)Where however the prosecution evidence is such that its strength or weakness depends on the view to be taken of a witness´s reliability, or other matters which are generally speaking within the province of the jury and where on one possible view of the facts there is evidence upon which a jury could properly come to the conclusion that the defendant is guilty, then the judge should allow the matter to be tried by the jury." Η υιοθέτηση της πιο πάνω αγγλικής υπόθεσης στην κυπριακή νομολογία (Azinas et al v. Police
(1981)2 CLR 9, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191) την κατέστησε καθοδηγητική αυθεντία. Ειδικότερα στην υπόθεση Παναγιώτου ν. Αστυνομίας και άλλος
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, που δεν είναι η θέση των εφεσειόντων επί του προκειμένου, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί." Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, θα εξετάσω κατά πόσο ο κατηγορούμενος 2 θα πρέπει να κληθεί σε απολογία για τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει στη βάση της προσκομισθείσας από την κατηγορούσα αρχή μαρτυρίας αντικειμενικά ιδωμένη, χωρίς να υπεισέρχομαι σε κρίση επί της αξιοπιστίας αυτής και δίχως να καταλήγω σε οποιαδήποτε ευρήματα και συμπεράσματα. Το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος που είναι η πρώτη και έκτη κατηγορία αντίστοιχα του κατηγορητηρίου και αναφέρεται στις 3 διαρρήξεις κατοικιών και κλοπών από αυτές διέπεται από το άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων, το περιεχόμενο των οποίων εκτίθεται πιο κάτω: "Όποιος συνωμοτεί με άλλο να διαπράξει κακούργημα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου η οποία αν διενεργόταν στη Δημοκρατία θα ήταν κακούργημα και η οποία είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος κακουργήματος και αν δεν προνοείται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή προκειμένου για κακούργημα που επισύρει κατά ανώτατο όριο ποινή κατώτερη από τη φυλάκιση επτά χρόνων, σε τέτοια κατώτερη ποινή." [άρθρο 371 Κεφ.154] "Όποιος συνωμοτεί με άλλο να διαπράξει πλημμέλημα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου, η οποία αν διενεργόταν στη Δημοκρατία θα ήταν πλημμέλημα και η οποία είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος πλημμελήματος." [άρθρο 372 Κεφ.154] Με βάση τα όσα έχουν λεχθεί σχετικά στην υπόθεση Giani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134: "... το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέραν από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απότυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. (Βλέπε Μulcany v. R.
(1868)L.R.34 H.L.328, O/Connell v. R.
(1844)5 St. Tr. (N.S.) 1, R. v. Aspinall
(1876)2 Q.B.D. 48, Archbold, ανωτέρω, σλ. 2035, παράγρ. 28-4.) Τα άρθρα 371 και 372 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 ενσωματώνοντας την πιο πάνω κατά το κοινοδίκαιο έννοια του αδικήματος της συνωμοσίας, κατατάσσουν το αδίκημα στην κατηγορία του κακουργήματος ή του πλημμελήματος ανάλογα με το κατά πόσον αντικείμενο της συνωμοσίας είναι η διάπραξη κακουργήματος ή πλημμελήματος ή η πραγματοποίηση των σκοπών που εξειδικεύονται στο άρθρο 373." Συνεπώς, η ουσία του αδικήματος της συνωμοσίας δεν συνίσταται στην εκτέλεση της παράνομης πράξης ή στην πραγματοποίηση του σκοπού της συνωμοσίας. H εκδήλωση (actus reus) του αδικήματος της συνωμοσίας έγκειται στη συμφωνία δύο ή περισσοτέρων προσώπων να διαπράξουν μια παράνομη πράξη ή να εκτελέσουν μια νόμιμη πράξη με παράνομα μέσα. Όταν τα εμπλεκόμενα πρόσωπα συμφωνήσουν να πραγματοποιήσουν το εγκληματικό τους σχέδιο, η πλοκή (the plot) να το πράξουν αποτελεί και την εγκληματική ενέργεια και με τη συμφωνία το αδίκημα της συνομωσίας έχει πλέον συντελεστεί (βλέπε αγγλικό νομικό σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence & Practice 2004, παρ. 34-4). Η βάση της κατηγορίας της συνομωσίας είναι η συμφωνημένη συμπεριφορά. Είναι λοιπόν άνευ σημασίας το κατά πόσον αυτό που τελικώς πραγματοποιείται διαφέρει από τα συμφωνηθέντα. Επίσης, ενόσω ο σχεδιασμός παραμένει στο στάδιο της πρόθεσης μόνον δεν υπάρχει αδίκημα. Ακόμη δεν υπάρχει συνωμοσία όταν οι διαπραγματεύσεις για οποιοδήποτε λόγο δεν επιφέρουν στέρεα συμφωνία μεταξύ των μερών (βλέπε αγγλικό νομικό σύγγραμμα Blackstones Criminal Practice 2003 παρ. Α6.14, σελ.90). Από την άλλη είναι δυνατό να υπάρξει συνωμοσία ακόμα και σε περιπτώσεις όπου κάποιοι εκ των συνωμοτών δεν έχουν ποτέ συναντηθεί φτάνει να καταδειχθεί ότι συμμετείχαν σε κάποιον κοινό σχεδιασμό, γνωρίζοντας ότι υφίστατο και ευρύτερο σχέδιο, στο οποίο συνέδεαν τον εαυτό τους (βλέπε Barratt
(1996)Crim. L.R. 495). Η συμφωνία των συνωμοτών είναι η προώθηση της πρόθεσης την οποία ο καθένας είχε συλλάβει στο μυαλό του και η οποία μετατρέπεται από κρυφή πρόθεση σε ανοικτή ενέργεια αμοιβαίων διαβουλεύσεων και τελικώς σε συμφωνία. Δεν είναι επομένως αρκετό ότι δύο ή περισσότερα πρόσωπα επιδιώκουν τον ίδιο παράνομο στόχο στον ίδιο χρόνο ή στο ίδιο μέρος, αλλά θα πρέπει ν' αποδειχθεί και σύμπτωση στο μυαλό τους για τον επιδιωκόμενο παράνομο σκοπό. Η συμφωνία κανονικά αποδεικνύεται με την προσκόμιση μαρτυρίας, η οποία να δείχνει είτε άμεσα την ύπαρξη της είτε ότι αυτή τίθεται σ' εφαρμογή και εξάγονται συμπεράσματα από την κοινή δράση. Χρειάζεται λοιπόν απαραίτητα συμφωνία και πρόθεση υλοποίησης της παράνομης πράξης. Η πρόθεση αυτή αποτελεί την ένοχη σκέψη (mens rea) που είναι προαπαιτούμενη για τη διάπραξη του αδικήματος (βλ. Yip Chieu-Chung v. The Queen
(1995)1 AC 111). Για να στοιχειοθετηθεί συνωμοσία θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η συμφωνηθείσα διαγωγή προϋπόθετε τη διάπραξη από ένα ή περισσότερα των μερών της συμφωνίας, κάποιου αδικήματος ή κάποιων αδικημάτων. Απλή γνώση ή και πρόθεση δεν αρκεί για στοιχειοθέτηση του αδικήματος (βλ. R v. Anderson
(1986)A.C. 27, H.L). Στρεφόμενος στην μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου παρατηρώ ότι αυτή είναι τέτοιας ισχύος που δεν τείνει να καταδείξει καταρτισμό συμφωνίας μεταξύ του κατηγορουμένου 2 και οποιουδήποτε άλλου προσώπου με σκοπό τη διάρρηξη και κλοπή των κατοικιών των παραπονουμένων. Η μοναδική μαρτυρία που υπάρχει και αναφέρεται στον κατηγορούμενο 2 είναι σε σχέση με τις υποδείξεις σκηνών από τους κατηγορουμένους 1 και 3, η οποία όμως είναι εντελώς απογυμνωμένη από στοιχεία που θα μπορούσαν εκ πρώτης όψεως να δείξουν πρόθεση και ενέργεια και εν πάσει περιπτώσει μια θετική συμπεριφορά από μέρους του κατηγορουμένου 2 για διάπραξη οποιασδήποτε από τις διαρρήξεις και κλοπές του κατηγορητηρίου μέσω υλοποίησης ενός κοινού σχεδίου δράσης με οποιονδήποτε άλλο άτομο. Εξόφθαλμα και αντικειμενικά ιδωμένη η μαρτυρία που υπάρχει στο θέμα αυτό δεν είναι τόσο θετική και συνάμα ισχυρή που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση. Με γνώμονα αυτά δεν έχει αποδειχτεί οποιοδήποτε συστατικό στοιχείο του αδικήματος της συνομωσίας κακουργήματος. Το αδίκημα της κλοπής με το σχετίζεται η τρίτη, πέμπτη και όγδοη κατηγορία του κατηγορητηρίου διέπεται από το άρθρο 255 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Το εν λόγω άρθρο αναφέρει τα εξής: "
(1)Όποιος κλέβει, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει οτιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό: Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόμιμα, αν είναι θεματοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, με δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη.
(2)(α) Ο όρος "αποκτά κατοχή" περιλαμβάνει και το να αποκτά κατοχή— (
- i)με τέχνασμα· (
- ii)με εκφοβισμό· (iii) με συνέπεια πλάνης του ιδιοκτήτη που είναι σε γνώση του αποκτώντα ότι κατοχή του αποκτώμενου αποκτήθηκε με τέτοιο τρόπο· (
- iv)με ανεύρεση, εφόσον κατά το χρόνο της ανεύρεσης αυτός που το βρήκε πιστεύει ότι ο ιδιοκτήτης μπορεί να ανακαλυφθεί με εύλογα διαβήματα· (β) ο όρος "αποκομίζει" περιλαμβάνει κάθε μετακίνηση οποιουδήποτε πράγματος από το χώρο τον οποίο αυτό κατέχει, προκειμένου όμως για πράγμα προσαρτημένο, μόνο αν αυτό αποσπάστηκε εντελώς· (γ) ο όρος "ιδιοκτήτης" περιλαμβάνει και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγματος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείμενο κλοπής.
(3)Δύναται να είναι αντικείμενο κλοπής κάθε πράγμα που έχει αξία και που ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο, προκειμένου όμως για πράγμα προσκολλημένο σε ακίνητο μετά το διαχωρισμό του από τέτοιο ακίνητο." Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) ο κατηγορούμενος απέκτησε κατοχή και αποκόμισε περιουσία του παραπονούμενου και (β) η περιουσία είναι τέτοια που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής και (γ) ότι αυτό έγινε χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη και (δ) ότι ο κατηγορούμενος ενέργησε με δόλιο τρόπο ή (ε) αν ο κατηγορούμενος κατέχει την περιουσία του παραπονούμενου νόμιμα με δόλιο τρόπο σφετερίζεται τη χρήση της για λογαριασμό του ιδίου ή άλλου προσώπου εκτός από τον παραπονούμενο και (στ) ότι κατά τον χρόνο απόκτησης κατοχής ο κατηγορούμενος είχε σκοπό να αποστερήσει την περιουσία από τον παραπονούμενο. Αντικείμενο δε κλοπής μπορεί να αποτελέσει οτιδήποτε έχει αξία και ανήκει σε κάποιο πρόσωπο όπως για παράδειγμα στον παραπονούμενο [άρθρο 255
(3)Κεφ.154]. Ερχόμενος στην μαρτυρία που έχει προσκομιστεί από την κατηγορούσα αρχή παρατηρώ ότι η περιουσία που κλάπηκε είναι τέτοια που αποτελεί αντικείμενο κλοπής. Είναι ακόμη προφανές ότι τα αντικείμενα μεταφέρθηκαν εκτός των κατοικιών χωρίς τη συναίνεση των παραπονούμενων που ήταν οι ιδιοκτήτες τους. Παρόλα αυτά όμως, δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που εκ πρώτης όψεως να καταδεικνύει ότι κατά τους ουσιώδεις χρόνους του κατηγορητηρίου ο κατηγορούμενος 2 είναι το πρόσωπο που ενεργώντας με δόλιο τρόπο απέκτησε κατοχή οποιουδήποτε κλαπέντος αντικειμένου με σκοπό κατά τα χρονικά εκείνα σημεία να αποστερήσει περιουσία από οποιοδήποτε παραπονούμενο. Η ανυπαρξία οποιασδήποτε τέτοιας σχετικής μαρτυρίας οδηγεί σε αποτυχημένη εξ' αντικειμένου αποτυχία στοιχειοθέτησης όλων των υπολοίπων συστατικών στοιχείων του αδικήματος της κλοπής. Το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας που αποτελεί το αντικείμενο της δεύτερης, τέταρτης και έβδομης κατηγορίας του κατηγορητηρίου εδράζεται στα άρθρα 291 και 292(α) του Κεφ.154. Συγκεκριμένα, το άρθρο 291 προνοεί τα εξής: "Όποιος διαρρήχνει οποιοδήποτε μέρος κτιρίου, εξωτερικό ή εσωτερικό ή ανοίγει με ξεκλείδωμα, έλξη, ώθηση, ανύψωση ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο, θύρα, παράθυρο, παραθυρόφυλλο, πόρτα υπογείου ή άλλο πράγμα προορισμένο για το κλείσιμο ή για την κάλυψη ανοίγματος σε κάποιο κτίριο ή άνοιγμα που επιτρέπει τη δίοδο από ένα μέρος του κτιρίου σε άλλο, θεωρείται ότι διαρρήχνει το κτίριο. Κάποιο πρόσωπο θεωρείται ότι εισέρχεται σε κτίριο αμέσως όταν οποιοδήποτε μέρος του σώματός του ή οποιοδήποτε μέρος οργάνου που χρησιμοποιείται από αυτό, βρίσκεται εντός του κτιρίου. Εκείνος που επιτυγχάνει την είσοδο του σε κτίριο με τη χρήση απειλής για αυτό το σκοπό ή με τέχνασμα ή με τη συμπαιγνία μαζί με άλλο που βρίσκεται στο κτίριο ή αυτός που εισέρχεται από την καπνοδόχο ή από άλλη τρύπα του κτιρίου η οποία παραμένει μόνιμα ανοικτή για κάποιο αναγκαίο σκοπό, δεν προορίζεται όμως να χρησιμοποιείται συνήθως ως μέσο εισόδου, θεωρείται ότι διάρρηξε και ότι εισήλθε στο κτίριο." Το δε άρθρο 292(α) σημειώνει ρητά τα πιο κάτω: " Όποιος— (α) διαρρήχνει και εισέρχεται σε κτίριο, αντίσκηνο ή σκάφος το οποίο χρησιμοποιείται ως κατοικία ανθρώπων ή σε κτίριο που χρησιμοποιείται ως χώρος λατρείας, με σκοπό διάπραξης κακουργήματος σε αυτό· ή" .... Συνδυασμένη μελέτη των πιο πάνω άρθρων καθιστά σαφές ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της διάρρηξης είναι: (α) Ο κατηγορούμενος διαπράττει διάρρηξη στη βάση του περιεχομένου του άρθρου 291 του Κεφ.154, (β) κατοικίας. Από την ενώπιον μου μαρτυρία προκύπτει ότι οι 3 διαρρήξεις του κατηγορητηρίου αφορούσαν κατοικίες. Ωστόσο ουδεμία μαρτυρία τέθηκε ενώπιον μου που να δείχνει ότι οποιαδήποτε από τις διαρρήξεις του κατηγορητηρίου διαπράχτηκε από τον κατηγορούμενο 2, έχοντας πάντοτε υπόψη το πλαίσιο του άρθρου 291 του Κεφ.154 στη βάση του οποίου προσδιορίζεται η νομική έννοια της διάρρηξης. Η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής εξόφθαλμα απορρίπτει κάτι τέτοιο. Συνοψίζοντας τα πιο πάνω, η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής είναι ελλιπής και αντικειμενικά αδύνατη σε βαθμό που να μην μπορεί να στηρίξει καταδίκη του κατηγορουμένου 2 στις κατηγορίες 1 και 6 που αφορούν τη συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος ενώ παράλληλα εξ' αντικειμένου δεν αποδεικνύει σωρευτικά τα συστατικά στοιχεία των κατηγοριών της διάρρηξης και κλοπής που ο εν λόγω κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μέσα από το παρών κατηγορητήριο. Η προσκομισθείσα μαρτυρία αντικειμενικά ιδωμένη δεν τείνει να καταδείξει σύνδεση του κατηγορουμένου 2 με την αξιόποινη συμπεριφορά που του αποδίδεται σε κάθε μια από τις κατηγορίες του κατηγορητηρίου. Υπό το φως των προαναφερόμενων, καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή δεν κατάφερε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου 2 αναφορικά με όλες τις κατηγορίες του κατηγορητηρίου. Ως εκ τούτου, ο κατηγορούμενος 2 αθωώνεται και απαλλάσσεται σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Έξοδα €375,00 να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. Όλα τα τεκμήρια της υπόθεσης να παραμείνουν στην κατοχή της αστυνομίας. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Interim Αναφορά: Ποινικό/Ενδιάμεση Απόφαση/Εκ πρώτης όψεως υπόθεση/Διάρρηξη-Κλοπή-Συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος/Άρθρα 292(α), 255 και 371 του Κεφ.154 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο