← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 7873/2010, 6/5/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 7873/2010, 6/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B83 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7873/2010 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v.

  1. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
  2. ΚΕΝΔΕΑΣ ΡΟΥΣΟΥ
  3. ΧΡΙΣΤΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 06.05.14 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Για Κατηγορούμενο 2: κος Α. Αλεξάνδρου Κατηγορούμενος 2: παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (ΔΙΚΗ ΕΝΤΟΣ ΔΙΚΗΣ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟ 2) Ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει 3 κατηγορίες διάρρηξης, 3 κατηγορίες κλοπής και μία κατηγορία συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, στις οποίες δήλωσε σε όλες μη παραδοχή. Κατά την ακροαματική διαδικασία ο πρώτος μάρτυρας κατηγορίας, αστυφύλακας 3281 Χαράλαμπος Ιωάννου (ΜΚ1), επιχείρησε να καταθέσει ως τεκμήριο γραπτή κατάθεση του κατηγορουμένου 2 μέσα από την οποία παραδέχεται τη διάπραξη των κατ' ισχυρισμό αδικημάτων του κατηγορητηρίου. Αυτή η προσπάθεια προσέκρουσε στην ένσταση της υπεράσπισης, η οποία ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι το συγκεκριμένο έγγραφο δεν πρέπει να κατατεθεί επειδή: (α) Το επίμαχο έγγραφο έχει ληφθεί χωρίς την ελεύθερη βούληση του κατηγορουμένου 2 αλλά κατόπιν υποκίνησης που είχε τη μορφή υποσχέσεων υπό την έννοια παροχής ανταλλάγματος ή οφέλους, πίεσης και εκβιασμού προς τον ίδιο. (β) Ο κατηγορούμενος 2 δεν πληροφορήθηκε πριν από την ανάκριση του για τα δικαιώματα του που απορρέουν από τον Περί των Δικαιωμάτων Προσώπων που Συλλαμβάνονται και Τελούν Υπό Κράτηση Νόμος του 2005, Ν.163(Ι)/2005μετά των συναφών τροποποιήσεων και ειδικότερα το ότι είχε δικαίωμα επικοινωνίας με δικηγόρο, χωρίς έτσι η αστυνομία να του παρέχει σχετικές διευκολύνσεις. (γ) Το επίμαχο έγγραφο λήφθηκε κατά παράβαση των άρθρων 12 και 30 του Συντάγματος και συγκεκριμένα του δικαιώματος του κατηγορουμένου να έχει τις υπηρεσίες δικηγόρου. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο διέταξε τη διεξαγωγή δίκης εντός δίκης για να διευκρινιστούν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες λήφθηκε η κατάθεση του κατηγορουμένου 2 καθώς και γενικότερα να εξεταστούν τα πιο πάνω σημεία. Το εν λόγω έγγραφο κατατέθηκε ως Τεκμήριο ΔΕΔ
  4. Στη διαδικασία δίκης εντός δίκης που ακολούθησε η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε δύο μάρτυρες ενώ η υπεράσπιση κανένα. Πρώτος μάρτυρας της κατηγορούσας αρχής ήταν ο αστυφύλακας 3281 Χαράλαμπος Ιωάννου (ΜΔΕΔ1) και ΜΚ1 στην ακρόαση της κυρίως υπόθεσης. Στην κυρίως εξέταση του ο ΜΔΕΔ1 ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι εκτέλεσε το δικαστικό ένταλμα σύλληψης που εκδόθηκε συλλαμβάνοντας τον κατηγορούμενο 2 στις 13.05.09 και ώρα 20:
  5. Το δικαστικό ένταλμα σύλληψης κατατέθηκε στα πλαίσια της διαδικασίας αυτής ως Τεκμήριο ΔΕΔ
  6. Ερχόμενος στις συνθήκες κάτω από τις οποίες λήφθηκε το επίμαχο έγγραφο που εδώ κατατέθηκε ως Τεκμήριο ΔΕΔ1, ο εν λόγω μάρτυρας είπε ότι ήταν ο κατηγορούμενος 2 που από μόνος του εξέφρασε την επιθυμία να προβεί σε κατάθεση έτσι ώστε να αναφέρει κάποια πράγματα. Όπως ο μάρτυρας είπε, ο ίδιος αφού επέστησε την προσοχή του κατηγορουμένου 2 στο νόμο τον ερώτησε κατά πόσο επιθυμούσε να συντάξει αυτός την κατάθεση του ή να καταγραφεί από τον μάρτυρα καθ' υπαγόρευση του. Σύμφωνα με τον εν λόγω μάρτυρα, ο κατηγορούμενος 2 επέλεξε το δεύτερο και έτσι ο μάρτυρας κατέγραψε πρώτα το μέρος της πληροφόρησης, το οποίο αφού του έδωσε και διάβασε ο κατηγορούμενος 2 το υπέγραψε. Ακολούθως, όπως ο μάρτυρας είπε, ο κατηγορούμενος 2 του υπαγόρευε αυτά που επιθυμούσε να σημειωθούν και ο ίδιος τα κατέγραφε. Με το τέλος της υπαγόρευσης ο μάρτυρας πρότεινε στον κατηγορούμενο 2 είτε να του αναγνώσει αυτά που έχουν καταγραφεί είτε να την διαβάσει από μόνος του και ότι σε κάθε περίπτωση μπορούσε να κάνει οποιεσδήποτε διορθώσεις, προσθήκες ή αλλαγές επιθυμούσε στο περιεχόμενο τους. Ο κατηγορούμενος 2 προτίμησε να τη διαβάσει ο ίδιος και αφού επιβεβαίωσε ότι ήταν ορθή και αληθή την υπέγραψε. Στη συνέχεια ο εν λόγω μάρτυρας ζήτησε από τον κατηγορούμενο 2 να καταγράψει στο τέλος της κατάθεσης του μια βεβαίωση, το κείμενο της οποίας του δόθηκε από τν μάρτυρα και είχε διαβάσει προηγουμένως. Συμφωνώντας με το περιεχόμενο της, ο κατηγορούμενος 2 την κατέγραψε και την υπέγραψε ως ορθή. Μετά ο εν λόγω μάρτυρας προέβηκε σε ενυπόγραφη πιστοποίηση της κατάθεσης. Όπως περαιτέρω ο μάρτυρας διευκρίνισε, κατά την διάρκειας λήψης της κατάθεσης εκτός από τον ίδιο και τον κατηγορούμενο ουδείς άλλος υπήρχε υπό την μορφή της μόνιμης παρουσίας, χωρίς να αποκλείεται άλλοι συνάδελφοι του να μπαινόβγαιναν στο χώρο εκεί στα πλαίσια διεκπεραίωσης άλλων υποθέσεων. Δίδοντας τη δική του τοποθέτηση στα επίδικα ζητήματα των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου 2 με βάση τον Ν.163(Ι)/2005 αλλά και το Σύνταγμα, ο μάρτυρας αυτός κατάθεσε ως Τεκμήριο ΔΕΔ4 έγγραφο υπό τον τίτλο "Δικαιώματα Επικοινωνίας Κρατουμένων, Ν.163(Ι)/2005, Άρθρο 11

(1)(α)-Παράρτημα "Α" καθώς επίσης Έντυπο υπόδειξη σκηνής ως Τεκμήριο ΔΕΔ
  1. Αντεξεταζόμενος ο ΜΔΕΔ1 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως ο ίδιος έλαβε από τον κατηγορούμενο 2 δεύτερη θεληματική κατάθεση κατόπιν δικής του επιθυμίας με την πρώτη να είχε ληφθεί προηγουμένως από κάποιο άλλο συνάδελφο του χωρίς όμως να είναι σίγουρος αν η προγενέστερη θεληματική κατάθεση αφορούσε την παρούσα υπόθεση και τι ώρα την έδωσε. Εις αντίκρουση σχετικής υποβολής του συνηγόρου υπεράσπισης, ο μάρτυρας είπε ότι όταν ανέλαβε υπηρεσία δεν αντιλήφθηκε να στερείται το δικαίωμα ελευθερίας του κατηγορουμένου 2 αφού δεν τον είδε να φέρει χειροπέδες, ο δε κατηγορούμενος όχι μόνο δεν του ανάφερε ή παραπονέθηκε για κάτι τέτοιο αλλά αντίθετα χρησιμοποιούσε κινητό τηλέφωνο, κάτι που απαγορεύεται στους κρατουμένους. Παράλληλα, ο ΜΔΕΔ2 ανάφερε ότι με το που συνέλαβε τον κατηγορούμενο 2 τον ανέκρινε προφορικά, εκτός για την παρούσα υπόθεση και για άλλες υποθέσεις για περίπου μισή ώρα. Στη συνέχεια ο εν λόγω μάρτυρας αρνήθηκε ότι έγινε πρόταση στον κατηγορούμενο 2 να χρησιμοποιηθεί ως μάρτυρας κατηγορίας εναντίον άλλων ατόμων με αντάλλαγμα να τον αφήσουν να επιστρέψει στην οικία του και προχώρησε λέγοντας πως έτσι και αλλιώς δεν έχει τέτοια εξουσία. Δεύτερος μάρτυρας της κατηγορούσας αρχής ήταν ο αστυφύλακας 3402 Πολύδωρος Πολυδώρου (ΜΔΕΔ2), ο οποίος στην κυρίως εξέταση του ανάφερε, μεταξύ άλλων, την υπόδειξη σκηνών που ο κατηγορούμενος 2 και άλλα άτομα προέβηκαν σε σχέση με την υπόθεση αυτή. Σε σχέση με το θέμα αυτό ο εν λόγω μάρτυρας καταχώρησε γραπτή κατάθεση του ως Τεκμήριο ΔΕΔ
  2. Αντεξεταζόμενος ο ΜΔΕΔ1 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως η επαφή που είχε με τον κατηγορούμενο 2 αλλά και τα άλλα πρόσωπα περιορίστηκε στις υποδείξεις σκηνών. Σύμφωνα με το μάρτυρα αυτό, μετέβηκε στους χώρους όπου πιστεύεται ότι διαπράχτηκαν μέρος των κατ' ισχυρισμό αδικημάτων του κατηγορητηρίου κατόπιν υποδείξεων του κατηγορουμένου 2 και των άλλων προσώπων, αρνούμενος έτσι την υποβολή του συνηγόρου υπεράσπισης ότι ο ίδιος οδήγησε τον κατηγορούμενο 2 και τα άλλα άτομα στους σχετικούς χώρους. Κατά την αγόρευση της η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι έχει αποδειχτεί ότι το περιεχόμενο της επίμαχης κατάθεσης (Τεκμήριο ΔΕΔ1) είναι προϊόν επιθυμίας του κατηγορουμένου
  3. Παράλληλα, είναι η θέση της κυρίας Παπαλαζάρου ότι δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να τεκμηριώνει ως αληθή οποιονδήποτε από τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης. Αντίθετη ήταν η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ο οποίος επέμεινε στις τοποθετήσεις του καλώντας το Δικαστήριο να μην επιτρέψει την κατάθεση του συγκεκριμένου εγγράφου ως μέρος του μαρτυρικού υλικού στην διαδικασία ακρόασης της κυρίως υπόθεσης. Όταν η κατηγορούσα αρχή επιχειρεί να παρουσιάσει στο Δικαστήριο μια κατάθεση κατηγορούμενου όπως το επίμαχο (Τεκμήριο ΔΕΔ1) ως μέρος του μαρτυρικού υλικού, τότε φέρει το βάρος απόδειξης ότι αυτό λήφθηκε με τη θέληση του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Επομένως, η κατηγορούσα αρχή οφείλει να αποδείξει ότι το σκοπούμενο προς κατάθεση έγγραφο είναι προϊόν ελεύθερης βούλησης του κατηγορούμενου και ότι δεν λήφθηκε κάτω από συνθήκες που επέδρασαν δυσμενώς στη θέληση του κατηγορούμενου, όπως η άσκηση εξουσίας αστυνομικού οργάνου που έκδηλα θέτει τον κατηγορούμενο σε δυσμενή θέση έναντι αυτού, η άσκηση άμεσης ή έμμεσης βίας ή απειλής ή η άμεση ή έμμεση υπόσχεση για αποκόμιση πλεονεκτήματος. Ενδεικτικά παραπέμπω στις υποθέσεις R. v. Sfongaras 22 C.L.R. 113, Kokkinos v. Police
(1967)2 C.L.R. 217, Petri v. The Police
(1968)2 C.L.R. 1, Ioannides v. The Republic
(1968)2 C.L.R. 169 και Psaras & Another v. Police
(1987)2 C.L.R. 132. H υπόθεση Fournides v. The Republic
(1986)2 C.L.R. 73, συνοψίζει τις αρχές που διέπουν τη δεκτότητα μιας κατάθεσης αλλά και οποιουδήποτε εγγράφου τύπου όπως το επίμαχο στη συγκεκριμένη περίπτωση, στο ακόλουθο χαρακτηριστικό απόσπασμα: "Είναι αλήθεια ότι σειρά αποφάσεων της Κυπριακής Νομολογίας αναγνωρίζει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να απορρίψει μια κατάθεση αν λήφθηκε κάτω από ύποπτες συνθήκες. Η ουσία αυτών των αποφάσεων έγκειται εις το ότι ένα Δικαστήριο που καλείται να αποφασίσει τη δεκτότητα μιας κατάθεσης πρέπει να υιοθετεί μια ευρεία θεώρηση των γεγονότων που περιβάλλουν και συνθέτουν τη λήψη της κατάθεσης και δεν πρέπει να διστάζει να απορρίψει μια κατάθεση αν λήφθηκε κάτω από ύποπτες συνθήκες. Αυτές οι αρχές, αντανακλούν τη δέσμευση μας για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τη διατήρηση του κράτους δικαίου. Ωστόσο καμιά από αυτές τις αυθεντίες στοχεύει στην αλλαγή της βασικής αρχής ότι η θεληματικότητα είναι το κριτήριο της δεκτότητας. Αυτό επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 ΑΑ..Δ. Επίσης οι Δικαστικοί Κανόνες, όπως έχει τονισθεί, δεν αποτελούν από μόνοι τους Κανόνες Δικαίου, παράβαση των οποίων καθιστά μη αποδεκτή την κατάθεση. Αποτελούν, ωστόσο, σημαντικά βοηθήματα για να αποφασισθεί κατά πόσο μια κατάθεση είναι θεληματική." Παρόλο που επίσης πρέπει να καταδεικνύεται ότι το επίμαχο έγγραφο λήφθηκε σύμφωνα με τους Δικαστικούς Κανόνες, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να αποδεκτεί κατάθεση όπου υπήρξε παρέκκλιση από τους κανόνες, η οποία ασκείται με γνώμονα τη θεληματικότητα αυτής, όπως αναφέρεται στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Ονησίλλου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 556: "Παρέκκλιση από τους Δικαστικούς Κανόνες κατά τη λήψη κατάθεσης υπόπτου από τις αστυνομικές αρχές, δε συνεπάγεται και την απόρριψη της κατάθεσης ως μαρτυρίας. Η αρχή δικαίου η οποία ισχύει είναι τούτη: Παρέκκλιση από τους Δικαστικούς Κανόνες παρέχει διακριτική ευχέρεια στο εκδικάζον την υπόθεση δικαστήριο να τις απορρίψει με έρεισμα τις επιπτώσεις που ενέχει άμεσα ή έμμεσα στο εκούσιο της κατάθεσης που συνιστά και το κύριο εχέγγυο για την ορθότητα και την ακρίβεια του περιεχομένου της ." Το Δικαστήριο οφείλει να αποδεχθεί κατάθεση όταν είναι βέβαιο στον απαιτούμενο βαθμό ότι οι συνθήκες που περιβάλλουν τη λήψη του επίμαχου εγγράφου είναι ελεύθερες από κάθε υποψία και οποιονδήποτε βαθμό καταπίεσης και βέβαια απουσιάζουν συνθήκες άμεση ή έμμεση υπόσχεση για αποκόμιση πλεονεκτήματος. Η λέξη 'καταπίεση' επεξηγήθηκε στην υπόθεση R. v. Priestley
(1965)51 Cr. App. R. 1 ως: ".to my mind this word, in the context of the principles under consideration, imports something which tends to sap, and has sapped, that free will which must exist before a confession is voluntary .. Whether or not there is oppression in an individual case depends upon many elements. I am not going into all of them. They include such things as the length of time of any individual period of questioning, the length of time intervening between periods of questioning, whether the accused person had been given proper refreshment or not, and the characteristics of the person who makes the statement. What may be oppressive as regards a child, an invalid, or an old man, or somebody inexperienced in the ways of this world may turn out not to be oppressive when one finds that the accused person is of a tough character and an experienced man of the world." Στην υπόθεση R. v. Prayer
(1972)56 Cr. App. R. 151 αποφασίστηκε ότι 'καταπιεστική ανάκριση' είναι ανάκριση που από τη φύση της, τη διάρκεια της ή άλλα περιστατικά (περιλαμβανομένης και της κράτησης) δημιουργεί ελπίδες (όπως την ελπίδα απόλυσης) ή φόβους ή επηρεάζει με τέτοιο τρόπο το μυαλό του κατηγορουμένου έτσι που η θέση του να μειώνεται και να ανοίγει το στόμα του όταν στην αντίθετη περίπτωση θα έμενε σιωπηλός. Στην υπόθεση R. v. Houghton
(1979)68 Cr. App. R. 197 έχει λεχθεί ότι το Δικαστήριο πρέπει να θέσει το ερώτημα τι οδήγησε τον κατηγορούμενο να πει αυτά που είπε. Αναμφίβολα, η θεληματικότητα μιας κατάθεσης οδηγεί στη διαπίστωση ευρημάτων. Η αξιολόγηση όμως της μαρτυρίας σε μια δίκη εντός δίκης πρέπει να περιορίζεται σε όσο το δυνατό στενότερα πλαίσια για να καλύψουν μόνο τα επίδικα θέματα της δίκης εντός δίκης. Η διατύπωση ευρημάτων για την αξιολόγηση μαρτύρων αποφεύγεται όσο είναι δυνατό, ώστε να μην επηρεαστεί η ευρύτερη αξιοπιστία των μαρτύρων στο πλαίσιο της κυρίως δίκης (Petri v. Police
(1968)2 C.L.R. 40 και Ioannides v. The Republic
(1968)2 C.L.R. 169). Δεν πρέπει ακόμη να εξάγονται συμπεράσματα τα οποία δυνατόν να επηρεάσουν δυσμενώς την υπεράσπιση του κατηγορούμενου. Έχοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας που προσκομίστηκε στο πλαίσιο της δίκης εντός δίκης και χωρίς να μου διαφεύγει ότι το θέμα γενικά της αξιοπιστίας των μαρτύρων στη διαδικασία αυτή πρέπει να παραμείνει ανοικτό, προχωρώ να εξετάσω τα προαναφερόμενα εγειρόμενα ζητήματα: Θα ξεκινήσω από την τελευταία θέση της υπεράσπισης που είναι ότι έχουν παραβιαστεί τα συνταγματικά δικαιώματα του κατηγορουμένου 2 μέσα από τα άρθρα 12 και 30 του Συντάγματος κατά τη διάρκεια λήψης του επίμαχου εγγράφου καθ' όσον αφορά το δικαίωμα του κατηγορουμένου 2 να έχει τις υπηρεσίες δικηγόρου. Αυτό στερείται νομικού ερείσματος. Τα άρθρα 12 και 30 του Συντάγματος εν ολίγοις, ανάμεσα σ' άλλα, αναδεικνύουν το θεμελιώδες δικαίωμα ενός προσώπου να υπερασπίζεται τον εαυτό του μέσω υπηρεσιών δικηγόρου ή αντίστοιχα να διορίζει δικηγόρο της εκλογής του στις περιπτώσεις όπου ένα άτομο υπόκειται σε ποινική δίωξη ή επιθυμεί να καταφύγει στο Δικαστήριο ως εμπλεκόμενο σε πολιτικής φύσεως υπόθεση. Στην προκειμένη όμως περίπτωση ο κατηγορούμενος 2 τότε δεν είχε την ιδιότητα του κατηγορουμένου και ούτε είχε ποινικά διωχθεί για την παρούσα ποινική υπόθεση. Ούτε καν είχε κατηγορηθεί από την αστυνομία αφού η υπόθεση αυτή την δεδομένη εκείνη επίδικη χρονική στιγμή βρισκόταν ακόμη στο στάδιο διερεύνησης της. Προχωρώ με τη δεύτερη θέση της υπεράσπισης, η οποία άπτεται των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου 2 και ειδικότερα αυτό της επικοινωνίας του με δικηγόρο μέσα από τον Περί των Δικαιωμάτων Προσώπων που Συλλαμβάνονται και Τελούν Υπό Κράτηση Νόμο του 2005, Ν.163(Ι)/2005μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σημείο αναφοράς είναι η έκδοση εντάλματος σύλληψης (Τεκμήριο ΔΕΔ3) του κατηγορουμένου 2 στις 13.05.09 και ώρα 20:36, πράγμα που δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Η θέση του ΜΔΕΔ1 ότι στις 13.05.09 και ώρα 20:36 συνέλαβε τον κατηγορούμενο 2 στη βάση του πιο πάνω δικαστικού εντάλματος επίσης δεν αμφισβητήθηκε από τον κατηγορούμενο 2. Σ' αυτά προστίθεται η επίδοση στον κατηγορούμενο 2 αμέσως μετά τη σύλληψη του εγγράφου υπό τον τίτλο "Δικαιώματα Επικοινωνίας Κρατουμένων, Ν.163(Ι)/2005, Άρθρο 11
(1)(α)-Παράρτημα "Α"(Τεκμήριο ΔΕΔ4), στο οποίο αναφέρονται τα δικαιώματα του, μεταξύ των οποίων ότι δικαιούται να επικοινωνήσει με δικηγόρο της δικής του επιλογής. Ο κατηγορούμενος 2 φέρεται να υπέγραψε το έντυπο αυτό στις 13.05.09 και ώρα 20:45 με το οποίο δηλώνεται η επιθυμία του να μην ασκήσει οποιοδήποτε από τα δικαιώματα που περιέχονται στο Τεκμήριο ΔΕΔ
  1. Το πότε, τι ώρα και από ποιον υπογράφτηκε το Τεκμήριο ΔΕΔ4 δεν αμφισβητείται από τον κατηγορούμενο
  2. Αυτό που ο κατηγορούμενος 2 ουσιαστικά ισχυρίζεται είναι ότι δεν πληροφορήθηκε πριν από την ανάκριση του για τα δικαιώματα του που απορρέουν από τον Περί των Δικαιωμάτων Προσώπων που Συλλαμβάνονται και Τελούν Υπό Κράτηση Νόμος του 2005, Ν.163(Ι)/2005μετά των συναφών τροποποιήσεων και ειδικότερα το ότι είχε δικαίωμα επικοινωνίας με δικηγόρο, χωρίς έτσι η αστυνομία να του παρέχει σχετικές διευκολύνσεις. Ωστόσο από την προσκομισθείσα μαρτυρία δεν φαίνεται να επιβεβαιώνεται κάτι τέτοιο. Αντίθετα, προκύπτει να ισχύει ότι ο κατηγορούμενος 2 ενημερώθηκε για τα δικαιώματα του με βάση την προαναφερόμενη νομοθεσία. Τα χρονικά δεδομένα αλλά και τα γεγονότα της υπόθεσης δικαιώνουν τον ΜΔΕΔ
  3. Συγκεκριμένα, όπως παρέμεινε αναντίλεκτο ο εν λόγω μάρτυρας συνέλαβε τον κατηγορούμενο 2 στις 13.05.09 και ώρα 20:36 ενώ την ίδια ημέρα και ώρα 20:45 διαβίβασε στον κατηγορούμενο 2 το έντυπο με όλα τα δικαιώματα του ως κρατούμενος που ήταν και απορρέουν από το Ν.163(Ι)/2005, περιλαμβανομένου και του δικαιώματος επικοινωνίας με δικηγόρο της επιλογής του (όρος 1(α) Τεκμηρίου ΔΕΔ4). Ο κατηγορούμενος 2 ενυπόγραφα πιστοποίησε γραπτώς ότι έχει πληροφορηθεί για το δικαίωμα του να ασκήσει τα εν λόγω δικαιώματα του, πλην όμως δεν επιθυμούσε να τα ασκήσει. Με αδιαμφισβήτητο δεδομένο ότι η επίμαχη κατάθεση λήφθηκε στις 13.05.09 και μεταξύ των ωρών 21:30 και 23:00 και ελλείψει οποιασδήποτε μαρτυρίας που να φανερώνει ότι ο κατηγορούμενος 2 ανακρίθηκε σε σχέση με την παρούσα υπόθεση ή προέβηκε σε οποιαδήποτε άλλη θεληματική κατάθεση πριν από την υπογραφή του Τεκμηρίου ΔΕΔ4 που έγινε την ίδια ημέρα και ώρα 20:45, έπεται ότι όταν συντασσόταν το επίμαχο έγγραφο ο κατηγορούμενος 2 ήταν γνώστης, μεταξύ άλλων, του δικαιώματος του να επικοινωνήσει με δικηγόρο της επιλογής του και κατ' επέκταση να χρησιμοποιήσει δικηγορικές υπηρεσίες, το οποίο όμως δικαίωμα δεν επιθυμούσε να ασκήσει και τελικά επέλεξε να μην ασκήσει. Παράλληλα, ουδεμία μαρτυρία τέθηκε ενώπιον μου που να δείχνει προσπάθεια του κατηγορουμένου 2 να έλθει σε επικοινωνία με δικηγόρο και να συνάντησε την άρνηση της αστυνομίας ή την δημιουργία εμποδίων από μέρους της. Ως προς τις συνθήκες λήψης της επίμαχης κατάθεσης η υπεράσπιση προβάλλει τις εξής θέσεις: (α) Ο κατηγορούμενος 2 κρατείτο παράνομα και εν πάσει περιπτώσει χωρίς τη θέληση του από η ώρα 12:00 μέχρι τις 20:36 όταν και συνελήφθηκε για την υπόθεση αυτή από τον ΜΔΕΔ
  4. (β) Μέλη της αστυνομίας ασκούσαν πιέσεις στον κατηγορούμενο 2 από η ώρα 12:00 που ισχυρίζεται ότι βρέθηκε στην αστυνομία να δώσει μέσα από ομολογία διάπραξης των κατ' ισχυρισμό αδικημάτων μαρτυρία που να ενοχοποιεί άλλα πρόσωπα, υποσχόμενα του ότι μόλις το έπραττε θα μπορούσε να φύγει από εκεί και να μεταβεί στην οικία του. (γ) Ενώ ο κατηγορούμενος 2 συνελήφθηκε από τον ΜΔΕΔ1 για την παρούσα ποινική υπόθεση ανακρινόταν παράλληλα και για άλλες ποινικές υποθέσεις. Αναφορικά με τα προαναφερόμενα σημεία (α) και (β), παρατηρώ ότι η κατηγορούσα αρχή δεν προσκόμισε οποιαδήποτε θετική μαρτυρία που να αντικρούει τις θέσεις αυτές της υπεράσπισης δίδοντας τις δικές τις εξηγήσεις. Αντίθετα, ο ΜΔΕΔ1 μέσα από τις απαντήσεις του φαίνεται να δέχεται ότι ο κατηγορούμενος 2 βρισκόταν ήδη στην αστυνομία όταν αυτός ανέλαβε καθήκοντα στις 13.05.09 και ώρα 19:00 ενώ παράλληλα άφησε να εννοηθεί ότι δεν αποκλείει το ενδεχόμενο αυτός να βρισκόταν από την ώρα που ισχυρίζεται ότι ήταν εκεί, δηλαδή από η ώρα 12:
  5. Επιπλέον, ο εν λόγω μάρτυρας της κατηγορούσας αρχής άφησε να εννοηθεί ότι δεν αποκλείει το ενδεχόμενο μέλη της αστυνομίας να είχαν υποσχεθεί στον κατηγορούμενο, σε ώρα προγενέστερη αυτής που ο ίδιος ανέλαβε καθήκοντα την συγκεκριμένη εκείνη ημέρα, ότι αν έδιδε μαρτυρία που να ενοχοποιεί άλλα άτομα που εκείνη τη στιγμή βρίσκονταν στην αστυνομία θα μπορούσε να επιστρέψει στην οικία του. Είναι προφανές ότι ο κατηγορούμενος 2 θα ενοχοποιούσε τα άλλα πρόσωπα μέσα από θεληματική κατάθεση, ομολογώντας έτσι την διάπραξη των κατ' ισχυρισμό αδικημάτων. Τα πιο πάνω κενά και αδυναμίες δεν διορθώνονται με την μαρτυρία του ΜΔΕΔ
  6. Συνεπώς, η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής έχει τέτοια μορφή που αφήνει σκιές σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τελικά λήφθηκε η επίμαχη κατάθεση. Μέσα από την μαρτυρία του ΜΔΕΔ1 υπάρχουν τέτοια κενά και αδυναμίες όσον αφορά τον σκοπό της παρουσίας του κατηγορουμένου 2 στην αστυνομία αλλά και το ρόλο της αστυνομίας στην υπόθεση αυτή τουλάχιστο μεταξύ των ωρών 12:00 και 19:00 που δημιουργούν σοβαρές αμφιβολίες ως προς τις συνθήκες που πραγματικά οδήγησαν τον κατηγορούμενο 2 να προβεί στην επίμαχη θεληματική κατάθεση. Το ενδεχόμενο παρουσίας του κατηγορουμένου 2 στην αστυνομία για μεγάλο χρονικό διάστημα, το οποίο δεν έχει καταρριφθεί από την κατηγορούσα αρχή καθώς και η πιθανότητα υπόσχεσης για επιστροφή του κατηγορουμένου 2 στην οικία του μόλις ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις της αστυνομίας για παροχή θεληματικής κατάθεσης, που επίσης δεν έχει αποκλειστεί, δημιουργούν υπόνοιες για άσκηση πίεσης στο πρόσωπο του και ταυτόχρονα υπόνοια υπόσχεσης για αποκόμιση πλεονεκτήματος, συνθήκες που δεν αποκλείεται να οδήγησαν τον κατηγορούμενο 2 να πληροφορήσει τελικά τον ΜΔΕΔ1 ότι ήθελε να προβεί την σύνταξη του επίμαχου εγγράφου. Η θέση του ΜΔΕΔ1 ότι δεν πρόσεξε τον κατηγορούμενος 2 να φέρει χειροπέδες και ούτε να του έχει παραπονεθεί για οτιδήποτε αλλά και το ότι ο ίδιος δεν αντιλήφθηκε ο κατηγορούμενος 2 να στερείται κάποιο δικαίωμα ελευθερίας, ο οποίος χρησιμοποιούσε τηλέφωνο, δεν διαγράφει τις πιο πάνω υπόνοιες και αμφιβολίες που άπτονται των συνθηκών κάτω από τις οποίες ο κατηγορούμενος 2 οδηγήθηκε στο να προβεί στη σύνταξη της επίμαχης θεληματικής κατάθεσης. Από εκεί και πέρα καταλήγω ως γεγονότα το ότι στις 19:00 ανέλαβε καθήκοντα ο ΜΔΕΔ1, ο οποίος στις 13.05.09 και ώρα 20:36 συνέλαβε τον κατηγορούμενο 2 ενώ την ίδια ημέρα και ώρα 20:45 ο εν λόγω μάρτυρας διαβίβασε στον κατηγορούμενο 2 το έντυπο με όλα τα δικαιώματα του ως κρατούμενος που ήταν και απορρέουν από το Ν.163(Ι)/2005, περιλαμβανομένου και του δικαιώματος επικοινωνίας με δικηγόρο της επιλογής του. Ο κατηγορούμενος 2 τότε ενυπόγραφα πιστοποίησε γραπτώς ότι έχει πληροφορηθεί για το δικαίωμα του να ασκήσει τα εν λόγω δικαιώματα του, πλην όμως δεν επιθυμούσε να τα ασκήσει. Την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 21:30 και 23:00 ο κατηγορούμενος 2 προέβηκε στη σύνταξη της επίμαχης θεληματικής κατάθεσης στην παρουσία του ΜΔΕΔ
  7. Στη βάση των πιο πάνω, καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε μέσω θετικής μαρτυρίας να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι το σκοπούμενο προς κατάθεση έγγραφο είναι προϊόν ελεύθερης βούλησης του κατηγορούμενου 2 και ότι δεν λήφθηκε κάτω από συνθήκες που επέδρασαν δυσμενώς στη θέληση του και συγκεκριμένα της άσκησης πίεσης προς το πρόσωπο του αλλά και υπόσχεσης για αποκόμιση πλεονεκτήματος. Κατά συνέπεια, το επίμαχο τεκμήριο που είναι η γραπτή θεληματική κατάθεση του κατηγορουμένου 2 ημερομηνίας 13.05.09 και λήφθηκε μεταξύ των ωρών 21:30 και 23:00 (Τεκμήριο ΔΕΔ1) δεν μπορεί να κατατεθεί ως τεκμήριο στα πλαίσια εκδίκασης της κυρίως υπόθεσης. Ένεκα της κατάληξης του Δικαστηρίου, παρέλκει η εξέταση του προαναφερόμενου σημείου
(8). (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Interim Αναφορά: Ποινικό/Ενδιάμεση Απόφαση/Δίκη εντός δίκης/Διάρρηξη-Κλοπή-Συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.