Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Στέφανος Ρούσου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2572/11, 6/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B84 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Xρ. Χριστοδούλου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2572/11 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Κατηγορούσας Αρχής και
- Στέφανος Ρούσου
- ΑRSHAD ALI
- RIPON RANA Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 06/05/
- Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Χρ. Περγαντή Για κατηγορούμενο 1: κ. Αλ. Αλεξάνδρου Κατηγορούμενος 1 παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος 1 (από τώρα και στο εξής «ο κατηγορούμενος») αντιμετωπίζει στην παρούσα υπόθεση, την πρώτη κατηγορία που αφορά παράνομη εργοδότηση αλλοδαπού, κατά παράβαση του άρθρου 14Β του Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο κατηγορούμενος την 17ην Φεβρουαρίου του 2011, στην οδό Αλφρέδου 9, στην Πάφο, εργοδοτούσε παράνομα τον 2ον κατηγορούμενο χωρίς την άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Η υπόθεση σε σχέση με τους κατηγορούμενους 2 και 3, διακόπηκε λόγω μη εκτέλεσης των ενταλμάτων σύλληψης που εκκρεμούσαν εναντίον τους και αυτοί απαλλάγηκαν από τις κατηγορίες που αντιμετώπιζαν. Συγκεκριμένα, ο 2ος κατηγορούμενος αντιμετώπιζε τις κατηγορίες της παράνομης εργοδότησης του 3ου κατηγορούμενου, κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας που αντιμετώπιζε ο 1ος κατηγορούμενος (κατηγορία 2), της παράνομης απασχόλησης δηλαδή ότι εργαζόταν για λογαριασμό του 1ου κατηγορούμενου χωρίς τη σχετική άδεια (κατηγορία 3) και της παράνομης παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας (κατηγορία 4). Ο δε 3ος κατηγορούμενος αντιμετώπιζε τη κατηγορία της παράνομης απασχόλησης και συγκεκριμένα ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο ως ανωτέρω, εργαζόταν για λογαριασμό του 2ου κατηγορούμενου χωρίς τη σχετική άδεια (κατηγορία 5). Ο κατηγορούμενος, αρνήθηκε ενοχή και για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες κατηγορίας και συγκεκριμένα τον Αστ. 3447 Π. Χριστούδια (Μ.Κ.1) και τον Αστ. 2140 Β. Αιμιλίου (Μ.Κ.2). Επίσης, δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο το καθεστώς παραμονής του 2ου κατηγορούμενου στη Δημοκρατία κατά τον ουσιώδη χρόνο και ότι ουσιαστικά από τις 25/05/2006 μέχρι τις 17/02/2011 διέμενε παράνομα. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή, το Δικαστήριο με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου έκρινε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, αυτός επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Δεν κάλεσε οποιουσδήποτε μάρτυρες υπεράσπισης. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων και της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορούμενου βρίσκεται καταγραμμένο στα πρακτικά του Δικαστηρίου και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους. Δεν θα παραθέσω στο σημείο αυτό περίληψη της μαρτυρίας, αλλά θα το κάνω εκεί όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης. Από την ενώπιον μου τεθείσα μαρτυρία όμως, η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη και/ή αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων προκύπτουν τα ακόλουθα γεγονότα: Στις 17/02/2011 και περί ώρα 16:30 ο Μ.Κ.1 μαζί με της Γ/Αστ. 296 της ΥΑΜ Πάφου, μετέβηκαν στην οδό Αλφρέδου 9 στην Πάφο, σε υπό ανακαίνιση κατάστημα και μετά από πέντε περίπου λεπτών διακριτικής παρακολούθησης εντόπισαν τον 2ον κατηγορούμενο να ασχολείται με το στοκάρισμα και μπογιάντισμα της εισόδου του υπό ανακαίνιση καταστήματος. Ο 2ος κατηγορούμενος κατάγεται από την Μπαγκλαντές και αφίχθηκε στην Κύπρο από το αεροδρόμιο Λάρνακας στις 08/02/2002 με άδεια φοίτησης, εγκατέλειψε τον τόπο διαμονής και φοίτησης του, υπέβαλε αίτηση για πολιτικό άσυλο, εξετάστηκε και απορρίφθηκε. Επίσης, εξετάστηκε και ιεραρχική προσφυγή η οποία απορρίφθηκε στις 25/05/2006 και από τότε παρέμενε παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας μέχρι τις 17/02/2011 χωρίς άδεια του Λειτουργού Μετανάστευσης. Το κύριο σημείο στο οποίο υπήρξε αντιπαράθεση μεταξύ των μερών ήταν κατά πόσο ο εν λόγω αλλοδαπός κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν στο συγκεκριμένο κατάστημα για λογαριασμό του κατηγορούμενου και γενικά κατά πόσο ο κατηγορούμενος τον εργοδοτούσε. Η θέση της κατηγορούσας αρχής επί του πιο πάνω σημείου ήταν ότι κατά τη σύλληψη του 2ου κατηγορούμενου, αυτός κατονόμασε ως εργοδότη του τον κατηγορούμενο. Επίσης, μετά από πάροδο δύο λεπτών, στο μέρος κατέφθασε και ο κατηγορούμενος τον οποίο υπέδειξε ο εν λόγω αλλοδαπός ως τον εργοδότη του. Περαιτέρω, όταν επιστήθηκε η προσοχή του κατηγορούμενου στο Νόμο για το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης, αυτός απάντησε: «Είχε οικονομικό πρόβλημα και είπα του να με βοηθήσει λίγο έχει εισιτήριο να φύγει για την χώρα του». Ο κατηγορούμενος, δεν αμφισβήτησε τη θεληματικότητα της πιο πάνω κατ' ισχυρισμό δήλωσης αλλά το γεγονός ότι έγινε μια τέτοια δήλωση. Ήταν η θέση του ότι ποτέ δεν έκανε τη δήλωση αυτή και ότι ο ίδιος δεν είχε καμία σχέση με το συγκεκριμένο κατάστημα, ούτε ασχολείται με την εκτέλεση τέτοιας φύσεως εργασιών και ούτε εργοδοτούσε τον εν λόγω αλλοδαπό. Επομένως, επιβάλλεται να προβώ σε αξιολόγηση της ενώπιον μου τεθείσας μαρτυρίας με σκοπό να καταλήξω σε ευρήματα πραγματικών γεγονότων επί του πιο πάνω ζητήματος. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Ο Μ.Κ.1 ήταν αυτός που σύμφωνα με τη θέση του, εντόπισε τον αλλοδαπό να εργάζεται στο συγκεκριμένο κατάστημα και ανέφερε ότι μετά από διακριτική παρακολούθηση του μέρους για περίοδο 5 λεπτών περίπου, είδε τον συγκεκριμένο αλλοδαπό να ασχολείται με το στοκάρισμα και μπογιάντισμα της εισόδου του υπό ανακαίνιση καταστήματος. Όταν την πλησίασε και τον ρώτησε να του παρουσιάσει τα στοιχεία του, αυτός του ανέφερε ότι είναι από την Μπαγκλαντές και ακολούθως όταν τον ρώτησε αν είχε άδεια να εργάζεται στο συγκεκριμένο μέρος, δεν του απάντησε οτιδήποτε. Όταν του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο για το αδίκημα που διέπραττε, του απάντησε «Ι ΗΑVE A TICKET FOR BANGLADESH». Αναφέρθηκε επίσης και στις περαιτέρω ενέργειες που έκανε στα πλαίσια των καθηκόντων του για τη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης. Έχω παρακολουθήσει με πολλή προσοχή τον μάρτυρα αυτό κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα και έχω λάβει υπόψη μου και το περιεχόμενο της μαρτυρίας του και τον τρόπο που αυτός απαντούσε τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν. Παρά την επίμονη αντεξέταση του από πλευράς κατηγορουμένου με απώτερο σκοπό να πληγεί η αξιοπιστία του, εντούτοις κάτι τέτοιο δεν έγινε και ούτε διαφανεί στο Δικαστήριο ότι ο μάρτυρας έλεγε ψέματα. Ο μάρτυρας αυτός μου έκανε πολύ καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και κρίνω ότι είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Σε κανένα ουσιαστικό σημείο της μαρτυρίας του διαπίστωσα ότι έλεγε ψέματα ή ότι η καταγγελία έγινε για οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο. Ούτε έχω διαπιστώσει ότι τα όσα έλεγε δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα με μοναδικό σκοπό να πετύχει την καταδίκη του κατηγορουμένου, ως αφέθηκε να νοηθεί από την υπεράσπιση με την αμφισβήτηση της δήλωσης του κατηγορούμενου προς αυτόν. Η μαρτυρία του κρίνω ότι ήταν σαφής, σταθερή και σε κανένα στάδιο της διαδικασίας ο μάρτυρας περιέπεσε σε αντιφάσεις επί των ουσιαστικών ζητημάτων. Τυχόν ανακρίβειες που ενδεχομένως να υπάρχουν στη μαρτυρία του σε σχέση με το πού εντοπίστηκε ακριβώς ο 3ος κατηγορούμενος, πότε έγινε αυτό και πώς ακριβώς ήταν το συγκεκριμένο κατάστημα δεν θεωρώ ότι μπορούν να κλονίσουν την αξιοπιστία του μάρτυρα επί της ουσιαστικής του εκδοχής. Το ίδιο και το τι ακολούθησε μετά και κατά τη λήψη κατάθεσης από τον αλλοδαπό στην Αστυνομία και στο γραφείο του και κατά πόσο τον ακολούθησε ή όχι ο κατηγορούμενος και για ποιο λόγο. Ο μάρτυρας αυτός ήταν σταθερός και ξεκάθαρος αναφορικά με τον εντοπισμό του συγκεκριμένου αλλοδαπού, το ότι τον είδε να ασχολείται με τις εργασίες που ανέφερε καθώς επίσης και για τις απαντήσεις που του έδωσε στις ερωτήσεις που του έκανε, για το πότε έφτασε στη σκηνή ο κατηγορούμενος και τι ακριβώς του είπε. Γι αυτό το τελευταίο, έχω εξετάσει με ιδιαίτερη προσοχή τη μαρτυρία του μάρτυρα και τα λόγια που αναφέρει στην κατάθεση του ότι του είπε ο κατηγορούμενος τα οποία επανέλαβε και στο Δικαστήριο και γενικά έχοντας υπόψη μου και την εντύπωση που απεκόμισα από αυτόν και το υπόλοιπο περιεχόμενο της μαρτυρίας του, κρίνω ότι αυτά ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Ειδικότερα δεν έχει διαφανεί με κανένα τρόπο κατά την αντεξέταση του ότι ο κατηγορούμενος προσήλθε στο μέρος διότι ήταν γνωστός με την Γ/Αστ που ήταν μαζί με το μάρτυρα και για να δει τι συνέβαινε όταν είδε δύο αλλοδαπούς να τους έχουν οι Αστυνομικοί στο έδαφος. Ούτε έχει προκύψει ένα τέτοιο ενδεχόμενο από την υπόλοιπη μαρτυρία αλλά ούτε και υποστηρίχθηκε η εκδοχή αυτή από τον κατηγορούμενο ενόρκως και με την προσκόμιση άλλης μαρτυρίας. Εκείνο το οποίο θα πρέπει να σημειωθεί και προέκυψε κατά την αντεξέταση του μάρτυρα είναι ότι, πέραν των ενεργειών που ανέφερε ότι έκανε σε σχέση με την υπόθεση αυτή, ο ίδιος δεν προέβηκε στην εξακρίβωση των στοιχείων του ιδιοκτήτη του εν λόγω καταστήματος, ποια ενδεχόμενη σχέση με το εν λόγω κατάστημα μπορεί να είχε ο κατηγορούμενος καθώς επίσης και με τι ασχολείται και πιο συγκεκριμένα κατά πόσο ασχολείται με εργασίες σαν και αυτές που ασχολείτο ο 2ος κατηγορούμενος. Η γενική και μόνο αναφορά του ότι ο κατηγορούμενος του είπε ότι είναι δικό του το κατάστημα δεν κρίνω ότι είναι ικανοποιητική ούτε ασφαλές να βασιστώ σε αυτήν και να εξάξω ένα τέτοιο συμπέρασμα. Επίσης, ιδιαίτερη αναφορά θα πρέπει να γίνει και στα όσα ο εν λόγω αλλοδαπός - κατηγορούμενος 2 του ανέφερε κατά τον εντοπισμό του στο κατάστημα και κατά τη σύλληψη του. Παρόλο που η γραπτή κατάθεση συγκατηγορούμενου, δεν αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία εναντίον κατηγορουμένου όταν ο πρώτος δεν καταθέτει ενώπιον του Δικαστηρίου, εντούτοις δεν φαίνεται να είναι ξεκάθαρο από τη νομολογία κατά πόσο ισχύει το ίδιο και για οποιεσδήποτε δηλώσεις γίνονται από τον συγκατηγορούμενο πέραν της γραπτής κατάθεσης. Φαίνεται ότι ενδεχομένως αυτές να μπορούν να ληφθούν υπόψη εφόσον φυσικά αξιολογηθούν κατάλληλα (βλ. Ανδρέα Αριστοφάνους v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 146/10, Ημερ. 24/10/2011). Θα προχωρήσω λοιπόν να αξιολογήσω τις οποιεσδήποτε αντιδράσεις ή απαντήσεις έδωσε ο εν λόγω αλλοδαπός στον Μ.Κ.1 κατά τον εντοπισμό και σύλληψη του. Οι εν λόγω δηλώσεις του αλλοδαπού αποτελούν εξ' ακοής μαρτυρία και θα πρέπει να αξιολογηθούν έχοντας υπόψη τις πρόνοιες του άρθρου 27 του Περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9 όπως έχει τροποποιηθεί από το Νόμο 32
(1)/
- Είναι γεγονός ότι ο αλλοδαπός δεν προσήλθε στο Δικαστήριο να καταθέσει χωρίς να δοθεί οποιοσδήποτε λόγος περί τούτου. Δεν παραγνωρίζω ότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά του φακέλου της υπόθεσης, οι εναντίον του κατηγορίες διακόπηκαν λόγω μη εκτέλεσης του εντάλματος σύλληψης. Παρά ταύτα όμως, δεν έχουν δοθεί περαιτέρω εξηγήσεις για ποιο λόγο δεν εκτελείτο το ένταλμα σύλληψης εναντίον του, κατά πόσο εγκατέλειψε την Κύπρο και για ποιο λόγο ή είναι άγνωστο που διαμένει και γενικότερα δεν έχει καταδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό επαρκής λόγος για τη μη εμφάνιση του στο Δικαστήριο για να καταθέσει. Ούτε αν έγιναν εκ νέου προσπάθειες εντοπισμού του για το σκοπό αυτό. Το γεγονός και μονό ότι από το φάκελο προκύπτει ότι εκκρεμούσε ένταλμα σύλληψης εναντίον του το οποίο δεν εκτελέστηκε, θεωρώ ότι δεν αποτελεί επαρκή δικαιολογία για την μη εμφάνιση του στο Δικαστήριο να καταθέσει. Δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ότι έγιναν προσπάθειες και δεν εντοπίστηκε ο εν λόγω αλλοδαπός ούτε ότι είναι αδύνατο να παρευρεθεί στο Δικαστήριο. Πέραν τούτου, ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι ο εν λόγω αλλοδαπός του είπε ότι ο κατηγορούμενος ήταν ο εργοδότης του και όταν αφίχθηκε στο μέρος τον υπέδειξε. Δεν έχουν δοθεί περαιτέρω στοιχεία και λεπτομέρειες αναφορικά με τα πιο πάνω γεγονότα έτσι ώστε να μπορούν να εξαχθούν ασφαλές συμπεράσματα. Πώς, για παράδειγμα του ανέφερε ότι εργοδότης του είναι ο κατηγορούμενος, τι ακριβώς του είπε και μετά από ποια ερώτηση. Επίσης, όταν έφθασε στο μέρος ο κατηγορούμενος πώς τον υπέδειξε; Περαιτέρω, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι συνεννοήθηκε με τον αλλοδαπό τόσο στα Αγγλικά αλλά και στα Ελληνικά διότι κάποια πράγματα δεν τα αντιλαμβανόταν στα Αγγλικά και επειδή ήταν αρκετά χρόνια στην Κύπρο μιλούσε και Ελληνικά. Δεν υποστηρίζω ότι κατ' ουσία δεν του ανέφερε ως εργοδότη του τον κατηγορούμενο αλλά δεν έχουν καταγραφεί και δοθεί επ' ακριβώς οι αναφορές του αλλοδαπού έτσι ώστε και το ίδιο το Δικαστήριο να προβεί σε σχέση με αυτές στα δικά του συμπεράσματα αλλά να μπορεί να ελεχθεί ενδεχομένως και με άλλη μαρτυρία η ορθότητα τους. Επιπρόσθετα, είναι επικίνδυνο να αποδεχθώ όλα τα πιο πάνω και τις υπόλοιπες δηλώσεις του προς τον μάρτυρα, δεδομένου ότι αυτά έγιναν μετά που πληροφορήθηκε για το αδίκημα που φέρεται να έχει διαπράξει και είναι άγνωστο το κίνητρο που τον οδήγησε στις αναφορές αυτές, αλλά και ποια ενδεχομένως σχέση να είχε με τον κατηγορούμενο από προηγουμένως. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω αλλά και για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης κρίνω ότι δεν μπορώ να δώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στις εν λόγω αναφορές του αλλοδαπού προς τον Μ.Κ.
- Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω, ολόκληρο το περιεχόμενο της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού και την εντύπωση που απεκόμισα από αυτόν κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ σε αυτή και να προβώ σε ασφαλή ευρήματα γεγονότων και την αποδέχομαι στην ολότητα της πλην των πιο πάνω διευκρινήσεων που ανέφερα. Ο Μ.Κ.2 κατέθεσε στο Δικαστήριο την ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου και την γραπτή του κατηγορία, τις οποίες ο ίδιος έλαβε (βλ. τεκμήρια 3 και 4). Πέραν των ενεργειών του αυτών καθώς επίσης τη λήψη καταθέσεων από τους άλλους δύο κατηγορούμενους, ο ίδιος δεν είχε άλλη εμπλοκή στην υπόθεση ούτε προέβηκε σε οποιαδήποτε άλλη έρευνα ή ενέργεια. Δεν έχω διαπιστώσει κάτι μεμπτό στη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού ούτε έχω διακρίνει ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να πει ψέματα. Ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης, ο οποίος ουσιαστικά έλαβε καταθέσεις και κατηγόρησε τους κατηγορούμενους. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της. Από την αντίπερα όχθη ο κατηγορούμενος προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση ως ακολούθως: «Το μόνο που έχω να δηλώσω είναι ότι είμαι αθώος. Απλώς περνούσα από το δρόμο εκείνη τη στιγμή που γινόταν το περιστατικό και ενώ είδα τους δύο αλλοδαπούς να τους κρατούν οι Αστυνομικοί, έκανα το λάθος και ρώτησα τι γίνεται. Μου είπε ο Αστυνομικός ότι πρέπει να πάω πάνω να δώσω κατάθεση. Αυτά έχω να πω.» Η ανώμοτη δήλωση στην οποία προέβηκε ο Κατηγορούμενος λαμβάνεται υπ' όψιν ως αναφέρεται και σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Δημοσθένους ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Στέλιος Σοφοκλέους ν. Ανδριανής Μ. Καλογήρου
(1997)1 Α.Α.Δ. 369). Εάν και δεν αξιολογείται, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει καμία αποδεικτική αξία. Λαμβάνεται υπ' όψιν ώστε να δώσει μία άλλη υφή στα γεγονότα εάν και εφ' όσον αυτό επιτρέπεται από την δοθείσα μαρτυρία. Από την επιλογή αυτή του Κατηγορουμένου δεν πρέπει να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (Themistocleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200). Να σημειωθεί επίσης, ότι η ανώμοτη δήλωση δεν υπέχει θέση ένορκης μαρτυρίας και δεν μπορεί να αντικρούσει άλλη μαρτυρία η οποία δόθηκε ενόρκως και κρίθηκε αξιόπιστη. Γενικά, η ανώμοτη δήλωση κατηγορουμένου έχει πειστική παρά αποδεικτική σημασία ή αξία. Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω αρχές θεωρώ ότι δεν μπορώ να δώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στην ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου. Αυτή αποτελεί εξηγήσεις για εκ πρώτης όψεως εγκληματική δραστηριότητα, δεν συνάδει με οποιαδήποτε άλλη αποδεκτή μαρτυρία και επίσης δεν δόθηκε ενόρκως για να μπορεί να εκτιμηθεί η αξιοπιστία της. Ως εκ τούτου δεν θα την λάβω υπόψη μου ούτε κρίνω ορθό να προσδώσω σε αυτή οποιαδήποτε βαρύτητα. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω αξιολόγηση, τα γεγονότα το οποία προκύπτουν από τη μαρτυρία η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη και/ή αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων τα κάτωθι αποτελούν τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης: Στις 17/02/2011 και περί ώρα 16:40 ο Αστ. 3447 Π. Χριστούδιας μαζί με την Γ/Αστ. 296 της ΥΑΜ Πάφου μετέβηκαν στον οδό Αλφρέδου 9, στην Πάφο σε υπό ανακαίνιση κατάστημα προς διερεύνηση πληροφορίας ότι εκεί εργάζονται παράνομα αλλοδαποί. Μετά από διακριτική παρακολούθηση του μέρους για περίοδο πέντε περίπου λεπτών, εντόπισαν στον εξωτερικό χώρο του εν λόγω καταστήματος ένα αλλοδαπό ασιατικής καταγωγής να ασχολείται με το στοκάρισμα και μπογιάντισμα της εισόδου του υπό ανακαίνιση καταστήματος. Ο Αστ. 3447 προσέγγισε τον εν λόγω αλλοδαπό και μετά από διερεύνηση διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για τον Arshad Ali από την Μπαγκλαντές, κάτοχος του διαβατηρίου με αριθμό Q0708319, M.P.: E2002-00174 / F04-02540, ARC: 5408304, γεννηθείς στις 03/10/
- Αφίχθηκε στην Κύπρο από το αεροδρόμιο Λάρνακας στις 08/02/2002 με άδεια φοίτησης, εγκατέλειψε τον τόπο διαμονής και φοίτησης του, υπέβαλε αίτηση για πολιτικό άσυλο, εξετάστηκε και απορρίφθηκε. Επίσης, εξετάστηκε και ιεραρχική προσφυγή η οποία απορρίφθηκε στις 25/05/2006 και από τότε παρέμενε παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας μέχρι τις 17/02/2011 χωρίς άδεια του Λειτουργού Μετανάστευσης. Συνελήφθηκε για αυτόφωρο αδίκημα και μεταφέρθηκε στα γραφεία της ΥΑΜ Πάφου. Στο μέρος και μετά από πάροδο μερικών λεπτών από τη σύλληψη του εν λόγω αλλοδαπού, έφτασε ο κατηγορούμενος και όταν του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο για το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης απάντησε προφορικά: «Είχε οικονομικό πρόβλημα και είπα του να με βοηθήσει λίγο έχει εισιτήριο να φύγει για την χώρα του». Ακολούθως, λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο στην οποία δεν ανέφερε οτιδήποτε και απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ότι, ό,τι έχει να πει θα το πει στο Δικαστήριο. Την ίδια απάντηση έδωσε και στην γραπτή του κατηγορία. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και αφορά παράνομη εργοδότηση αλλοδαπού, στηρίζεται στο άρθρο 14Β του Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου Κεφ.
- Από την ανάγνωση του άρθρου αυτού προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
- H εργοδότηση προσώπου από τον κατηγορούμενο, με την έννοια που έχει ο όρος "εργοδότηση" στα πλαίσια του Κεφ.
- Το πρόσωπο που εργοδοτείται να είναι αλλοδαπός.
- Να μην έχει εξασφαλιστεί η απαιτούμενη από το Νόμο άδεια για την εργοδότηση του αλλοδαπού. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Πιρίκκη
(2001)2 Α.Α.Δ. 279 αναφέρθηκε ότι το αδίκημα της εργοδότησης αλλοδαπού χωρίς την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια συνιστά αδίκημα αυστηρής ευθύνης (strict liability) και αυτό σημαίνει ότι δεν απαιτείται απόδειξη της υποκειμενικής υπόστασης (mens rea) του αδικήματος. Σε τέτοιας φύσης υποθέσεις δεν είναι απαραίτητη η απόδειξη σχέσης εργοδότη - εργοδοτούμενου με την αυστηρή έννοια που δίδει στον όρο το αστικό δίκαιο. Η εργοδότηση με την έννοια της ανάληψης εργασίας από αλλοδαπό μπορεί να λάβει χώρα υπό συνθήκες που δεν απαιτούν συμφωνία εργοδότησης, στενό έλεγχο από τον εργοδότη ή την καταβολή μισθού. Με τη σχετική διάταξη του Νόμου επιχειρείται η άσκηση αυστηρού ελέγχου. Έτσι αυτό που πρέπει να αποδειχθεί είναι πως ο αλλοδαπός προέβαινε σε πράξεις, οι οποίες αποτελούν εργασία. Δεν χρειάζεται να αποδειχθεί η ύπαρξη εργοδότησης με την έννοια συμφωνίας, ή ελέγχου από τον εργοδότη ή καταβολής ημερομισθίου (βλ. κατ' αναλογία Seraphim v. The Police
(1981)2 C.L.R. 227 και Karaoglanian v. The Police
(1984)2 C.L.R. 161 που αφορούσαν τον Καν. 38 των Κανονισμών του 1972). Ως προς το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, αλλοδαπός σύμφωνα με το Κεφ. 105, είναι οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο δεν είναι Κύπριος υπήκοος, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 2 του Συντάγματος (βλ. επίσης Jones v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 355). Τέλος, όσον αφορά το τρίτο συστατικό στοιχείο, δηλαδή την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια αυτό δεν οφείλει να το αποδείξει η κατηγορούσα αρχή αλλά εφόσον αποδειχθεί η εργοδότηση του αλλοδαπού μετατίθεται στους ώμους του κατηγορούμενου το βάρος να αποδείξει στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι είχε τέτοια άδεια από το αρμόδιο, για την έκδοση αυτής, τμήμα του κράτους (βλ. Ζυπιτής ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 220 και το σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης σελ. 72). Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω νομική πτυχή και τα ευρήματα πραγματικών γεγονότων θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο έχουν αποδειχθεί όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το πρόσωπο το οποίο εντοπίστηκε στο συγκεκριμένο υπό ανακαίνιση κατάστημα είναι αλλοδαπός με την έννοια του Νόμου. Κατάγεται από την Μπαγκλαντές και το καθεστώς με βάση το οποίο βρισκόταν στην Κύπρο καταγράφεται ανωτέρω στα ευρήματα του Δικαστηρίου. Το γεγονός αυτό άλλωστε δεν αμφισβητήθηκε και αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων. Εκείνο το οποίο απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσο κατά τον ουσιώδη χρόνο ο εν λόγω αλλοδαπός εργοδοτείτο από τον κατηγορούμενο. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου ο εν λόγω αλλοδαπός εντοπίστηκε σε υπό ανακαίνιση κατάστημα να ασχολείται με το στοκάρισμα και μπογιάντισμα της εισόδου αυτού. Τα εν λόγω γεγονότα καταδεικνύουν ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο αλλοδαπός ασκούσε εργασία. Πέραν τούτου, θα πρέπει να εξεταστεί και κατά πόσο ο κατηγορούμενος συνδέεται με τον αλλοδαπό και γενικότερα κατά πόσο τον εργοδοτούσε ή εργαζόταν για λογαριασμό του. Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου η μόνη μαρτυρία που υπάρχει και θα πρέπει να εξεταστεί είναι η προφορική αναφορά του κατηγορούμενου στο μέρος μετά την σύλληψη του αλλοδαπού. Το πρώτο ερώτημα που προκύπτει από αυτή τη δήλωση είναι κατά πόσο αυτή συνιστά σαφή και ξεκάθαρη ομολογία για τη διάπραξη του αδικήματος της παράνομης εργοδότησης και το δεύτερο είναι και αν ακόμη είναι τέτοιας φύσεως κατά πόσο από μόνη της η εν λόγω ομολογία μπορεί να οδηγήσει σε καταδίκη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας χωρίς οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία που να την επιβεβαιώνει ή να την επαληθεύει. Η θέση του κατηγορούμενου ότι ο εν λόγω αλλοδαπός είχε οικονομικό πρόβλημα και του είπε να τον βοηθήσει λίγο καταδεικνύει γνώση για την ύπαρξη του αλλοδαπού στο μέρος και ότι είναι ο ίδιος που του είπε να βρίσκεται εκεί. Επομένως, με τη δήλωση αυτή εκείνο το οποίο προκύπτει είναι μια σύνδεση κατηγορούμενου και αλλοδαπού. Παρόλο που η δήλωση αυτή του κατηγορούμενου δεν είναι τόσο λεπτομερής εντούτοις από αυτή είναι ξεκάθαρο ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε την ύπαρξη του αλλοδαπού στο μέρος και ότι είναι ο ίδιος που του είπε να είναι εκεί με σκοπό να τον βοηθήσει λίγο. Μάλιστα από αυτή προκύπτει ότι ο λόγος που το έπραξε είναι διότι ο αλλοδαπός είχε οικονομικό πρόβλημα και ότι έχει εισιτήριο για την χώρα του, προφανώς για να αναχωρήσει. Θεωρώ ότι η πιο πάνω δήλωση του κατηγορούμενου, στα πλαίσια τα οποία έλαβε χώρα, που ήταν αμέσως μετά τη σύλληψη του αλλοδαπού να ασχολείται με τις πιο πάνω εργασίες, αποτελεί ομολογία αφού είναι ικανή να αποδείξει την απαιτούμενη από το Νόμο σχέση εργοδότη - εργοδοτούμενου. Δεδομένης της πιο πάνω κατάληξης το ερώτημα είναι κατά πόσο η ομολογία αυτή του κατηγορούμενου από μόνη της είναι ικανή να οδηγήσει και στην καταδίκη του, στον απαιτούμενο πάντα βαθμό. Σύμφωνα με την νομολογία, είναι επιθυμητό μια ομολογία να υποστηρίζεται και από άλλη ανεξάρτητη μαρτυρία που να καθιστά αυτή αληθοφανή. Παρόλο που δεν είναι απαραίτητο κάτι τέτοιο, είναι ορθότερο να αναζητείται τέτοιου είδους μαρτυρία προκειμένου η καταδίκη να ακολουθεί πάντοτε τη διαπίστωση από το Δικαστήριο πως η ενοχή αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας από το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας. (βλ. Μιχαλάκης Ιακωβίδης ν. Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 110, Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 166, 172, Μιχάλης Αναξαγόρα Χαραλαμπίδης ν. Αστυνομίας
(2004)2ΑΑΔ 330 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Τάσου Γεωργίου
(2006)2ΑΑΔ 217 και Μάριος Καππέλος v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 241). Στην παρούσα περίπτωση, στα πλαίσια της αναζήτησης μαρτυρίας για σκοπούς ελέγχου της ορθότητας και αληθείας των ισχυρισμών του κατηγορούμενου, προκύπτει ότι καμία άλλη αποδεκτή μαρτυρία δεν έχει τεθεί από την κατηγορούσα αρχή ενώπιον του Δικαστηρίου η οποία να είναι βοηθητική ως προς το εν λόγω ζήτημα. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η πιο πάνω ομολογία του κατηγορούμενου έγινε προφορικά στη σκηνή διάπραξης του αδικήματος ενώ στη συνέχεια όταν του λήφθηκε ανακριτική κατάθεση αυτός δεν ανέφερε οτιδήποτε και την ίδια απάντηση έδωσε και στην γραπτή του κατάθεση. Παρόλο που η ανώμοτη δήλωση του έχει απορριφθεί, εντούτοις θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και η εκδοχή που πρόβαλε στο Δικαστήριο και ότι δηλαδή δεν είχε καμία σχέση με το περιστατικό και ότι περνούσε από εκεί τυχαία, με σκοπό πάντοτε η διαπίστωση ενοχής να αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Πέραν του ότι δεν υπάρχει άλλη ανεξάρτητη μαρτυρία που να επιβεβαιώνει την προφορική ομολογία του κατηγορουμένου, ότι δηλαδή είπε στον αλλοδαπό να τον βοηθήσει λίγο και εν γένει τη σύνδεση του με αυτόν, δεν υπάρχει και οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία που έστω να υποβοηθά τη θέση του αυτή και κατά κάποιο τρόπο να την επαληθεύει. Πιο συγκεκριμένα δεν έχει τεθεί και ούτε υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με το κατά πόσο ο κατηγορούμενος ήταν ιδιοκτήτης του εν λόγω καταστήματος ή είχε οποιοδήποτε συμφέρον σε αυτό. Επίσης, δεν υπάρχει και άλλη μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος ήταν εργολάβος ή ασχολείται με την εκτέλεση εργολαβικών ή άλλων συναφών εργασιών κατά τον ουσιώδη χρόνο και ενδεχομένως να είχε αναλάβει την ανακαίνιση του εν λόγω καταστήματος. Όπως είναι φανερό, ουδεμία άλλη μαρτυρία έχει προκύψει που να συνδέει τον κατηγορούμενο με το εν λόγω κατάστημα και ουσιαστικά να καταδεικνύει ότι ο ίδιος είχε οποιοδήποτε συμφέρον επί τούτου και γι αυτό ζήτησε από τον αλλοδαπό να τον βοηθήσει. Δεδομένης της ανυπαρξίας άλλης ανεξάρτητης μαρτυρίας που να επιβεβαιώνει την παραδοχή του κατηγορουμένου ή το Δικαστήριο να μπορεί να ελέγξει την ορθότητα της και έχοντας υπόψη μου και τα μόλις πιο πάνω αναφερθέντα κρίνω ότι παραμένουν και δημιουργούνται λογικές αμφιβολίες αναφορικά με τη σχέση που υπήρχε μεταξύ κατηγορούμενου και αλλοδαπού και κατά πόσο τελικά τον εργοδότησε ο ίδιος ή όχι. Ενόψει λοιπόν όλων των ανωτέρω κρίνω ότι δεν έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την 1ην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ...................................... Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Παράνομη εργοδότηση) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο