Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Μάριος Ιωάννου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 7882/11, 16/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B90 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7882/11 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Kατηγορούσας Αρχής v
- Μάριος Ιωάννου
- Κώστας Ιωάννου Κατηγορουμένων ----------------------- Ημερομηνία: 16/05/
- Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. N. Nεοκλέους. Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Αλ. Αλεξάνδρου. Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν τρεις κατηγορίες, αυτές της κοινής επίθεσης κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορία 1), της Ανησυχίας κατά παράβαση του άρθρου 95 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορία 2) και της Δημόσιας εξύβρισης, κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Σύμφωνα με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, έναυσμα για την έγερση της παρούσας υπόθεσης εναντίον των κατηγορουμένων, ήταν ένα επεισόδιο το οποίο έλαβε χώρα μεταξύ αυτών και του παραπονουμένου (Μ.Κ.2) στη μέση του δρόμου κατά την οδήγηση των οχημάτων τους. Συγκεκριμένα, ήταν η θέση της κατηγορούσας αρχής ότι ο παραπονούμενος ενώ οδηγούσε το όχημα του στην οδό Αλέξανδρου Υψηλάντη, έστριψε και εισήλθε στην οδό Άντυ Παπαδοπούλου και προχωρώντας λίγα μέτρα εντός αυτής θεώρησε ορθό να επιστρέψει πίσω αφού λόγω έργων που γίνονταν στην περιοχή θα τον καθυστερούσε περισσότερο η διαδρομή αυτή. Έτσι σταμάτησε και έβαλε όπισθεν με σκοπό να επιστρέψει στην οδό Αλέξανδρου Υψηλάντη. Ο κατηγορούμενος 1 εκείνη τη στιγμή έστριψε το όχημα του στην οδό Άντυ Παπαδοπούλου και όταν είδε τον παραπονούμενο να έρχεται πισινή άρχισε να του κορνάρει συνεχόμενα. Όταν του έδειξε από το αυτοκίνητο την πρόθεση του να εισέλθει πίσω στην οδό Αλέξανδρου Υψηλάντη, ο κατηγορούμενος 1 έβαλε όπισθεν και του έκανε χώρο για να βάλει πισινή και να εισέλθει στην πιο πάνω διεύθυνση. Ακολούθως, ήταν η θέση της κατηγορούσας αρχής ότι ο κατηγορούμενος 1 συνέχισε να κορνάρει και τοποθέτησε το όχημα του παράλληλα με αυτό του παραπονουμένου και τόσο αυτός αλλά και τα άλλα άτομα που βρίσκονταν εντός του οχήματος (3 - 4 άτομα) άρχισαν να τον βρίζουν με τη φράση «Μαλάκα, Ηλίθιε» για το λόγο ότι έβαλε πισινή. Την ίδια ώρα αρχικά ένας από τους κατηγορούμενους, λίγο πιο κοντός πήγε δίπλα στο παράθυρο του οχήματος του και άρχισε να τον βρίζει και ταυτόχρονα έκανε άλμα και τον έπιασε στιγμιαία από τον ώμο. Στη συνέχεια, αυτός κατέβηκε από το αυτοκίνητο του και τότε ένας άλλος νεαρός ψηλότερος από τον πρώτον, του επιτέθηκε σπρώχνοντας και κτυπώντας τον παράλληλα στο στήθος. Τέλος, ήταν η θέση του παραπονούμενου ότι στο τέλος κατεύνασαν τα πνεύματα και αφού συμφιλιώθηκαν θεώρησε το όλο επεισόδιο λήξαν και έφυγε από το μέρος. Αντίθετη ήταν η εκδοχή των κατηγορουμένων όπως φαίνεται από τις γραπτές τους καταθέσεις, οι οποίοι ισχυρίζονται και συγκεκριμένα ο 1ος κατηγορούμενος ότι ο παραπονούμενος ερχόταν πισινή και άρχισε να του κορνάρει και να του φωνάζει να σταματήσει για να μην τον κτυπήσει. Αυτός τότε έστριψε το αυτοκίνητο του και πήγε παράλληλα από το όχημα του κατηγορουμένου 1 και άρχισε να του φωνάζει σε έξαλλη κατάσταση ότι θα τον κτυπήσει και θα τον σκοτώσει και τον εξύβρισε με την φράση «γαμώ την μάνα σου». Αυτός σταμάτησε το αυτοκίνητο του και κατέβηκε από αυτό ενώ την ίδια ώρα είδε τον αδελφό του και κατηγορούμενο 2 να έρχεται στο μέρος αφού άκουσε τις φωνές και το σπίτι τους ήταν λίγο πιο κάτω. Τότε και οι δύο πλησίασαν τον οδηγό - παραπονούμενο στη θέση που καθόταν και ο κατηγορούμενος 2 συζητούσε μαζί του ρωτώντας τον γιατί φωνάζει. Στη συνέχεια ο παραπονούμενος εξήλθε του αυτοκινήτου και άρχισε να φωνάζει και να απειλεί και στη συνέχεια τους επιτέθηκε. Στην πορεία ειδοποιήθηκε η Αστυνομία από τον κατηγορούμενο 2 καθότι φαινόταν ότι ο παραπονούμενος ήταν μεθυσμένος. Μετά τον ηρέμησαν μαζί με τον πατέρα τους και άλλα πρόσωπα που έφθασαν στο μέρος και αυτός αναχώρησε από το μέρος και οι ίδιοι τηλεφώνησαν της Αστυνομίας και της είπαν να μην έρθει. Αργότερα όμως, ο κατηγορούμενος 1 ένοιωθε έντονο πόνο από τα κτυπήματα που δέχθηκε και τις πρωινές ώρες της 19ης/12/2010 αναγκάστηκε να επισκεφθεί το Νοσοκομείο όπου διαπιστώθηκε, σύμφωνα με τη θέση του, ότι είχε υποστεί εξάρθρωμα ώμου. Μετά από αυτό, την ίδια μέρα κατάγγειλαν την υπόθεση στην Αστυνομία. Ολόκληρη η μαρτυρία που έχει προσφερθεί στο Δικαστήριο έχει καταγραφεί στο πρακτικά, λαμβάνεται υπόψη και δεν κρίνω απαραίτητο να την επαναλάβω αυτολεξεί για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Θα αναφερθώ κατωτέρω κατά την αξιολόγηση της στα κυριότερα μέρη αυτής για να διαφανούν και οι εκδοχές των διαδίκων. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Έχω διεξέλθει με πολλή προσοχή τη μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας 1 και 2 και έλαβα υπόψη μου τον τρόπο που απαντούσαν τις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν καθώς επίσης και την εικόνα που απεκόμισα κατά την προφορική τους κατάθεση ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε ως ο εξεταστής της υπόθεσης. Παρόλο που οι ενέργειες του σε σχέση με την υπόθεση αυτή και συγκεκριμένα η λήψη των καταθέσεων από τους κατηγορούμενους και η απαγγελία σε αυτούς των γραπτών κατηγοριών δεν έτυχαν αμφισβήτησης, η πλευρά της υπεράσπισης, κατά την αντεξέταση του, προσπάθησε μέσω του μάρτυρα αυτού να δοθεί μια ολοκληρωμένη εικόνα για το όλο επεισόδιο. Ειδικότερα αποτέλεσε κοινή θέση ότι την καταγγελία της υπόθεσης στην Αστυνομία έκαναν πρώτοι οι κατηγορούμενοι και ότι είχαν παράπονο εναντίον του παραπονούμενου στην παρούσα υπόθεση και ότι εναντίον του σχηματίστηκε άλλος φάκελος και ποινική υπόθεση. Όταν ερωτήθηκε γι αυτά τα ζητήματα και κατά πόσο ο κατηγορούμενος 2 του είχε προσκομίσει σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό σε σχέση με τα τραύματα που υπέστη από τον παραπονούμενο, ο μάρτυρας φάνηκε να μην γνώριζε και να μην ήταν διατεθειμένος να απαντήσει σε αυτές τις ερωτήσεις. Το ίδιο ισχύει και για τη θέση ότι ο παραπονούμενος ειδοποιήθηκε από την Αστυνομία ότι είχε καταγγελία εναντίον του και ήταν γι αυτό το λόγο που επισκέφθηκε την Αστυνομία στις 20/12/2010. Ο ίδιος δεν γνώριζε αν ειδοποιήθηκε από άλλους συναδέλφους του προηγουμένως και ήταν η θέση του ότι αυτός ανέλαβε την διερεύνηση της υπόθεσης εκείνη την ημέρα δηλαδή στις 20/12/2010 και ότι πριν προλάβει να τον ειδοποιήσει, ο κατηγορούμενος πήγε στην Αστυνομία από μόνος του. Περαιτέρω, παρατηρείται και μια πλημμελής διερεύνηση της υπόθεσης, αφού δεν έλαβε καταθέσεις από άλλα άτομα τα οποία βρίσκονταν στη σκηνή κατά τη διάρκεια του όλου επεισοδίου χωρίς να είναι σε θέση να δώσει οποιοδήποτε λόγο. Πέραν της λήψης των καταθέσεων και γραπτών κατηγοριών που έλαβε από τους κατηγορούμενους, δεν μπορεί να γίνει οτιδήποτε άλλο αποδεκτό από τη μαρτυρία του, η οποία εν πάση περιπτώσει δεν διαφωτίζει και σε σχέση με κάτι άλλο, πράγμα που θα έπρεπε να είχε γίνει από τον εξεταστή της υπόθεσης. Ο Μ.Κ.2 ήταν ο παραπονούμενος ο οποίος δεν μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και κρίνω ότι δεν μπορεί το Δικαστήριο να βασιστεί στη μαρτυρία του και να προβεί σε ασφαλή ευρήματα γεγονότων για τους λόγους που θα εξηγήσω κατωτέρω. Κατ' αρχή αυτή είναι γενική, αόριστη και ασαφής και δεν δίνει μια καθαρή και σταθερή εικόνα για το τι ακριβώς έγινε το συγκεκριμένο βράδυ. Επίσης, σε κάποια σημεία της είναι ανακριβής έως αντιφατική. Περαιτέρω, έχω διαπιστώσει ότι ο παραπονούμενος δεν απαντούσε με αμεσότητα τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν και κάποτε απόφευγε να απαντά μιλώντας για άλλα θέματα και πλατειάζοντας. Προσπάθησε να πείσει ότι είναι από μόνος του που επισκέφθηκε την Αστυνομία στις 20/12/2010 για να αναφέρει το όλο συμβάν χωρίς όμως αυτό να μπορεί να γίνει αποδεκτό και πιστευτό. Ήταν η θέση του ότι την εν λόγω ημερομηνία πήγε στην Αστυνομία από μόνος του για να καταγγείλει ένα άσχημο συμβάν που είχε διότι ήθελε, είπε, να το γνωρίζει η Αστυνομία και για να μην τον παγιδεύσουν οι κατηγορούμενοι, παρόλο που του είπαν εκείνο το βράδυ και ο ίδιος θεώρησε ότι το όλο συμβάν είχε λήξει. Παρόλα αυτά, οι απαντήσεις που έδωσε περί τούτου στο Δικαστήριο και τι ακριβώς έγινε όταν πήγε στην Αστυνομία δεν είναι σαφής και ξεκάθαρες. Επίσης, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι ήδη υπήρχαν γραπτές καταγγελίες εναντίον του από τους κατηγορούμενους και δεδομένων όλων των εξηγήσεων που ο ίδιος έδωσε, το πιο πιθανόν ήταν να πήγε στην Αστυνομία για να δώσει τη θέση του στις καταγγελίες αυτές και όχι απλώς για να αναφέρει το όλο συμβάν χωρίς να γνωρίζει γι αυτές τις καταγγελίες όπως προσπάθησε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο. Προς περαιτέρω υποστήριξη της πιο πάνω θέσης, παραπέμπω και στην γραπτή του κατάθεση (τεκμήριο 8) που υιοθέτησε στο Δικαστήριο ως μέρος της κυρίως του εξέτασης, στην οποία αναφέρει ότι την νύκτα του επεισοδίου συμφιλιώθηκε με τους κατηγορούμενους, έδωσαν τα χέρια, φιλήθηκαν και έφυγε από το μέρος. Επίσης, αναφέρει ότι δεν είχε σκοπό να κάνει παράπονο ή καταγγελία στην Αστυνομία. Τότε προς τι να επισκεφθεί την Αστυνομία από μόνος του και γιατί να νοιώσει την ανάγκη να αναφέρει έστω, όπως είπε το όλο συμβάν; Επίσης, πιο κάτω στην μαρτυρία του είπε ότι όταν επισκέφθηκε την Αστυνομία, ρώτησε αν υπάρχει εναντίον του καταγγελία. Είναι προφανές από τα πιο πάνω ότι τα όσα ο παραπονούμενος ανέφερε σε σχέση με την επίσκεψη του στην Αστυνομία δύο μέρες μετά το συμβάν και για ποιο λόγο το έπραξε, δεν μπορεί να γίνουν αποδεκτά από το Δικαστήριο, δεν συνάδουν με τη λογική και δεν είναι πειστικά. Πέραν των πιο πάνω όμως, σε σχέση με το όλον συμβάν και την εξύβριση από τους κατηγορούμενους στην οποία αναφέρθηκε, φάνηκε στο Δικαστήριο ότι δεν ήταν σε θέση να αναφέρει ποιός τον εξύβρισε και τι του ανέφερε αφού εκείνο το οποίο προσπάθησε να παρουσιάσει ήταν ότι αρκετά άτομα και όλοι που βρίσκονταν στο μέρος τον εξύβρισαν λέγοντας «ποιόν να πρωτοπρολάβω». Πιο κάτω είπε ότι δεν μπορεί να πει αν τον έβρισαν όλοι. Επίσης, η περιγραφή του όλου επεισοδίου παρουσιάζει αδυναμίες και μου έχει δημιουργηθεί η εντύπωση ότι ο παραπονούμενος δεν ήταν σε θέση να πει τι ακριβώς επεσυνέβη και ότι σε πολλά σημεία έκανε εικασίες. Αναφορικά με την επίθεση που δέχθηκε, ιδιαίτερα από τον 2ον κατηγορούμενο ήταν η θέση του ότι τα κτυπήματα που δέχθηκε ήταν βίαια και ότι του έσκισε το πουκάμισο και του έκοψε τη καδένα. Παρά ταύτα όμως, ο ίδιος δεν προβαίνει σε άμεση καταγγελία του συμβάντος και ακόμη και όταν δίνει κατάθεση δεν παραδίδει στην Αστυνομία το πουκάμισο και την εν λόγω καδένα. Ερωτούμενος περί τούτου, είπε ότι έδειξε την καδένα στην Αστυνομία αλλά αυτοί δεν έκαναν κάτι. Και το ερώτημα είναι κατά πόσο μετά από δύο μέρες από το συμβάν και ενώ όπως είπε πήγε στην Αστυνομία όχι για να καταγγείλει την υπόθεση, είχε μαζί του και τα τεκμήρια της υπόθεσης και την καδένα που του έκοψε όπως είπε ο κατηγορούμενος. Επίσης, ενώ ισχυρίζεται ότι δέχθηκε βίαια σπρωξίματα από τον 2ον κατηγορούμενο δεν έχει εντοπίσει ο ίδιος οποιαδήποτε τραύματα. Περαιτέρω, ερωτούμενος ότι μέσω του δικηγόρου του έκανε πρόταση για αποζημίωση του κατηγορουμένου 2 για τα τραύματα που του προκάλεσε, το αρνήθηκε και είπε ότι είναι ο πατέρας των κατηγορουμένων που τον προσέγγισε για να τους καταβάλει αποζημιώσεις. Πιο κάτω όμως, δεν θυμάται να πει αν οι κατηγορούμενοι τραυματίστηκαν και αν ο Αστυνομικός τουλάχιστον του είπε κάτι τέτοιο. Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω και το υπόλοιπο περιεχόμενο της μαρτυρίας του μάρτυρος αυτού, κρίνω ότι αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και επομένως απορρίπτεται στην ολότητα της. Εκτός του ότι είναι ασαφής, φάνηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν σε θέση να περιγράψει στο Δικαστήριο το τι ακριβώς επεσυνέβη αλλά δεν είχε και διάθεση να παρουσιάσει και τα όλα τα πραγματικά γεγονότα που έλαβαν χώρα. Καταλήγω ότι είναι επικίνδυνο να βασιστώ σε αυτήν και να προβώ σε ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Από την αντίπερα όχθη οι κατηγορούμενοι 1 και 2 προέβηκαν σε ανώμοτες δηλώσεις υιοθετώντας ουσιαστικά το περιεχόμενο των καταθέσεων τους και αρνούμενοι ότι επιτέθηκαν ή εξύβρισαν τον παραπονούμενο. Οι ανώμοτες δήλωση στις οποίες προέβηκαν οι Κατηγορούμενοι λαμβάνονται υπ' όψιν ως αναφέρεται και σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Δημοσθένους ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Στέλιος Σοφοκλέους ν. Ανδριανής Μ. Καλογήρου
(1997)1 Α.Α.Δ. 369). Εάν και δεν αξιολογείται, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει καμία αποδεικτική αξία. Λαμβάνεται υπ' όψιν ώστε να δώσει μία άλλη υφή στα γεγονότα εάν και εφ' όσον αυτό επιτρέπεται από την δοθείσα μαρτυρία. Από την επιλογή αυτή των Κατηγορουμένων δεν πρέπει να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (Themistocleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200). Να σημειωθεί επίσης, ότι η ανώμοτη δήλωση δεν υπέχει θέση ένορκης μαρτυρίας και δεν μπορεί να αντικρούσει άλλη μαρτυρία η οποία δόθηκε ενόρκως και κρίθηκε αξιόπιστη. Γενικά, η ανώμοτη δήλωση κατηγορουμένου έχει πειστική παρά αποδεικτική σημασία ή αξία. Πέραν τούτου, ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχουν και οι ανακριτικές καταθέσεις των κατηγορουμένων (βλ. τεκμήριο 6 και 7) οι οποίες ουσιαστικά παραπέμπουν στις ανοικτές καταθέσεις που έδωσαν στις 19/12/2010 (βλ. τεκμήρια 2 και 3). Όσον αφορά τις εν λόγω καταθέσεις, υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να αποδώσει σ' αυτές. Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με την μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο, ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση. Περαιτέρω, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί μέρος της κατάθεσης του κατηγορουμένου και να απορρίψει άλλο ασχέτως αν αυτό αποτελεί άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Είναι φυσικό να αποδίδεται μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Είναι όμως, ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψεως εγκληματικές πράξεις. (Βλ. Vrakas α.ο. v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195), Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Findlay Duncan 73 Crim. App. R. 359). Πέραν του ότι κατά τις 18/12/2010 δημιουργήθηκε επεισόδιο στην οδό Αλέξανδρου Υψηλάντη και Άντυ Παπαδοπούλου μεταξύ του παραπονούμενου και των κατηγορουμένων, δεν μπορώ να λάβω υπόψη μου από τις καταθέσεις των κατηγορουμένων οποιοδήποτε άλλο μέρος καθότι σε αυτές αυτοί δίνουν την δική τους εκδοχή για το πώς έλαβε χώρα το εν λόγω επεισόδιο, αρνούνται ότι κτύπησαν, επιτέθηκαν ή ύβρισαν τον παραπονούμενο και επιπρόσθετα καταλογίζουν την ίδια συμπεριφορά αλλά και χειρότερη στον παραπονούμενο. Τα πιο πάνω δεν συμβαδίζουν ούτε υποστηρίζονται από άλλη αποδεκτή μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Επίσης, δεν δόθηκαν ενόρκως για να εξεταστεί και να αξιολογηθεί η ορθότητα τους και δεν θεωρώ ορθό να δώσω βαρύτητα και να προβώ σε ασφαλή ευρήματα γεγονότων με βάση το περιεχόμενο και μόνο των εν λόγω καταθέσεων. Ως εκ τούτου, το περιεχόμενο των καταθέσεων των κατηγορουμένων 1 και 2 δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη και ούτε θα δοθεί σε αυτό οποιαδήποτε βαρύτητα. Πέραν των πιο πάνω, οι κατηγορούμενοι κάλεσαν ως μάρτυρα υπεράσπισης τον Δρ. Γιαννάκη Χριστοδούλου (Μ.Υ.1) ο οποίος κατέθεσε ως ο ιατρός του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου που εξέτασε, σύμφωνα με τα λεγόμενα του, τον κατηγορούμενο 1 κατά την 19ην/12/2010 στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών και διαπίστωσε εξάρθρημα δεξιού ώμου. Επίσης, κατέθεσε στο Δικαστήριο ιατρικό πιστοποιητικό (βλ. τεκμήριο 9) στο οποίο αναφέρεται στο πιο πάνω συμπέρασμα του καθώς επίσης τις υπόλοιπες ενέργειες και κατάσταση του κατηγορουμένου
- Ο μάρτυρας αυτός δεν έτυχε αμφισβήτησης κατά την αντεξέταση του σε σχέση με τα ευρήματα του αλλά ούτε και για το γεγονός ότι είναι ιατρός - ειδικός ορθοπεδικός. Η αντεξέταση του είχε διευκρινιστικό χαρακτήρα και ρωτήθηκε να εξηγήσει τον τρόπο που μπορεί να προκληθεί ένα τέτοιο τραύμα σαν αυτό που διαπιστώθηκε ότι έφερε ο κατηγορούμενος
- Ο μάρτυρας αυτός είπε ότι μπορεί να προκληθεί με διάφορους τρόπους δίνοντας παραδείγματα και ότι στην παρούσα περίπτωση δεν μπορεί να ξέρει από πού προήλθε το εν λόγω τραύμα στον κατηγορούμενο
- Δεν βλέπω οποιοδήποτε λόγο γιατί να μην αποδεκτώ την πιο πάνω μαρτυρία και την αποδέχομαι στην ολότητα της. Επιπρόσθετα, θεωρώ ότι η μαρτυρία αυτή δεν μπορεί να είναι βοηθητική ούτε να προσθέσει οτιδήποτε στην παρούσα υπόθεση σε σχέση με τα επίδικα ζητήματα. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε οποιαδήποτε ευρήματα πραγματικών γεγονότων. Εν όψει ειδικότερα της απόρριψης της μαρτυρίας του Μ.Κ. 1, για τους λόγους που αναφέρονται ανωτέρω, δεν μπορεί να προκύψουν οποιαδήποτε πραγματικά γεγονότα, πέραν του γεγονότος ότι ο κατηγορούμενος 1 στις 19/12/2010 επισκέφθηκε το Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου και διαπιστώθηκε ότι έφερε εξάρθρημα δεξιού ώμου το οποίο μπορεί να προκληθεί με διάφορους τρόπους και την ίδια μέρα οδηγήθηκε στο χειρουργείο και του έγινε ανάταξη με γενική αναισθησία. Το αδίκημα της κοινής επίθεσης που οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν προβλέπεται από το άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, το οποίο αναφέρει ότι οποιοσδήποτε επιτίθεται παράνομα εναντίον άλλου είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις £1,000 ή και τις δύο ποινές. Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή με μεγάλη αδιαφορία (recklessly) να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλ. R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788). Η μεγάλη αδιαφορία στην οποία μπορεί να στοιχειοθετηθεί εναλλακτικά το συστατικό στοιχείο της πρόθεσης στο αδίκημα, έχει περιγραφεί στη Νομολογία του κοινοδικαίου ότι καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, αφού συνειδητοποιήσει την ύπαρξη του κινδύνου, παρά ταύτα προβαίνει στις ενέργειες του (βλ. R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974 και R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 964). Το δε άρθρο 95 του Ποινικού Κώδικα αναφέρει τα ακόλουθα: «
- Όποιος χωρίς εύλογη αιτία προκαλεί θόρυβο ή ταραχή σε δημόσιο χώρο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να οδηγήσει σε ανησυχία τους περίοικους ή να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών μηνών». Το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος καθορίζεται στο άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα που έχει ως ακολούθως: «
- Όποιος σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουσθεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει παρευρισκόμενο πρόσωπο σε επίθεση είναι ένοχος πλημμελήματος...». Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω νομικές αρχές και το γεγονός ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχουν οποιαδήποτε πραγματικά γεγονότα, καθίσταται σαφές ότι δεν στοιχειοθετούνται τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 1 και
- Δεν υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία κατά πόσο οι κατηγορούμενοι 1 και 2, επιτέθηκαν εναντίον του παραπονούμενου, με ποιο τρόπο και κάτω από ποιες περιστάσεις. Το ίδιο ισχύει και για την 2ην κατηγορία, αφού δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία αναφορικά με το αν υπήρχαν φωνές στο μέρος και από ποιόν. Επιπρόσθετα, δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου αξιόπιστη μαρτυρία αναφορικά με το κατά πόσο οι κατηγορούμενοι 1 και 2, εκστόμισαν οποιεσδήποτε λέξεις στον παραπονούμενο κατά τον ουσιώδη χρόνους έτσι ώστε να κριθεί κατά πόσο αυτές είναι υβριστικές και αν ήταν τέτοιες που θα μπορούσαν να προκαλέσουν παριστάμενο πρόσωπο σε επίθεση. Επομένως, η κατάληξη είναι ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ως εκ τούτου οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αθωώνονται και απαλλάσσονται και από τις τρεις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.).......... Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο