← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΜΑΙΡΗ ΚΑΦΑΝΤΑΡΗ ΜΑΖΛΟΥΜ, Αρ. Υπόθεσης: 13750/2013, 2/5/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΜΑΙΡΗ ΚΑΦΑΝΤΑΡΗ ΜΑΖΛΟΥΜ, Αρ. Υπόθεσης: 13750/2013, 2/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B80 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13750/2013 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΜΑΙΡΗ ΚΑΦΑΝΤΑΡΗ ΜΑΖΛΟΥΜ Κατηγορουμένης Ημερομηνία: 02.05.14 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Για Κατηγορούμενη: κος Χρ. Αδάμου Κατηγορούμενη: παρούσα ΠΟΙΝΗ Η κατηγορούμενη βρέθηκε ένοχη, κατόπιν δικής της παραδοχής, σε 4 κατηγορίες κλοπής υπό υπαλλήλου κατά παράβαση του άρθρου 268 Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, την 01.06.10, 04.08.10, 18.08.10 και 26.08.10 η κατηγορούμενη ενώ ήταν υπάλληλος της εταιρείας K. & M. Rossos Trading Limited και εργαζόταν στην υπεραγορά με την ονομασία "Aqua Sol Village" που βρίσκεται στον Κόλπο των Κοραλλίων στην Πέγεια έκλεψε τα χρηματικά ποσά των €636,40, €497,53, €803,91 και €427,73 αντίστοιχα, τα οποία αφορούσαν εισπράξεις της πιο πάνω υπεραγοράς και ταυτόχρονα περιουσία της προαναφερόμενης εταιρείας. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως έχουν εκτεθεί από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, είναι τα ακόλουθα: Στις 13.09.10 ένας από τους διευθυντές της εταιρείας K. & M. Rossos Trading Limited αντιλήφθηκε μέσα από τις εισπράξεις ημερών ότι υπήρχε έλλειμμα ποσών χρημάτων. Μετά από έλεγχο που διεξήχθηκε και συζήτηση που είχε με την κατηγορούμενη διαφάνηκε ότι κατά τις ημερομηνίες 01.06.10, 04.08.10, 18.08.10 και 26.08.10 η κατηγορούμενη οικειοποιήθηκε ποσά ύψους €636,40, €497,53, €803,91 και €427,73 αντίστοιχα που αποτελούσαν εισπράξεις της υπεραγοράς "Aqua Sol Village" που βρίσκεται στον Κόλπο των Κοραλλίων στην Πέγεια της επαρχίας Πάφου, στην οποία υπεραγορά η κατηγορούμενη εργαζόταν. Ευθύς η κατηγορούμενη παραδέχτηκε στον Ηλία Ρώσσο, διευθυντή της πιο πάνω εταιρείας, ότι είχε οικειοποιηθεί το συνολικό ποσό των €2.365,57 και ειδικότερα τα προαναφερόμενα ποσά κατά τις πιο πάνω ημερομηνίες. Ακολούθως και συγκεκριμένα στις 15.09.10 η παρούσα υπόθεση καταγγέλθηκε στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Αμμοχώστου, ενώ στις 05.10.10 η κατηγορούμενη συνελήφθηκε στην Πέγεια. Όταν της εξηγήθηκε ο λόγος της σύλληψης η κατηγορούμενη απάντησε "Συμφώνησα να πληρώσω όλο το ποσό μέχρι τα τέλη Νοεμβρίου." Την ίδια ημέρα η κατηγορούμενη κατηγορήθηκε γραπτώς για 4 κατηγορίες κλοπής υπό υπαλλήλου και απάντησε σε όλες "Παραδέχομαι και ζητώ συγγνώμη." Σε κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία η κατηγορούμενη ανάφερε ότι έκαστο ποσό που έκλεψε αποτελούσε εισπράξεις κάθε ημέρας, το οποίο και τοποθετούσε κάθε φορά σε ξεχωριστό φάκελο για να μπορεί να το οικειοποιηθεί. Καταλήγοντας, η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής, αφού ανάφερε ότι το συνολικό κλαπέν ποσό δεν έχει πληρωθεί μέχρι σήμερα, δήλωσε πως η κατηγορούμενη δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες ενώ παράλληλα είπε ότι δεν έχουν δημιουργηθεί έξοδα σε σχέση με την υπόθεση αυτή. Λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων χρησιμοποιήθηκε έκθεση που ετοιμάστηκε από το Γραφείο Ευημερίας. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της, η κατηγορούμενη είναι ηλικίας 39 ετών, άνεργη, σύζυγος σε διάσταση και βιολογική μητέρα 5 παιδιών, εκ των οποίων τα 3 ανήλικα και όλα καρπό της συζυγικής σχέσης που είχε με άτομο που υπήρξε πρώην σύζυγος της. Με τον πρώην σύζυγο της καθώς και με ένα από τα παιδιά της η κατηγορούμενη δεν διατηρεί καμία επικοινωνία μαζί τους. Ομοίως και με τον εν διαστάσει σύζυγο της. Ο πρώην σύζυγος της ανέλαβε την φροντίδα των 4 μεγαλύτερων παιδιών κατοικώντας στην Λάρνακα. Η ίδια ανέλαβε την φροντίδα του μικρότερου παιδιού της. Το έτος 2008 η κατηγορούμενη εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Πάφο μαζί με την ανήλικη θυγατέρα της με σκοπό να εξεύρει εργασία. Το 2009 ξεκίνησε να εργάζεται σε ξενοδοχείο ενώ παράλληλα διατηρούσε μικρό κομμωτήριο στην οικία της. Το έτος 2011 διέκοψε οριστικά την εργασία της. Σήμερα, μαζί με την θυγατέρα της που είναι ηλικίας 10 ετών που, όπως έχει λεχθεί, είναι το νεαρότερο από τα 5 παιδιά της, η κατηγορούμενη φιλοξενείται προσωρινά σε λυόμενη οικία, η οποία ανήκει στον κοινοτάρχη του χωριού Σανίδα της επαρχίας Λεμεσού. Μοναδικά εισοδήματα της σημειώνονται να είναι το μηνιαίο επίδομα τέκνου ύψους €139,58 και το μηνιαίο επίδομα μονογονιού ύψους €180,00. Η κατηγορούμενη διαθέτει εις το όνομα της ένα όχημα αξίας €900,00 ενώ παράλληλα έχει χρέη συνολικού ύψους €12.000,00 που προέρχονται από δάνειο που απέκτησε από τραπεζικό οργανισμό, για το οποίο η μηνιαία δόση των €200,00 δεν καταβάλλεται. Η κατηγορούμενη γεννήθηκε στο Λίβανο και η μητέρα της σκοτώθηκε κατά την διάρκεια του πολέμου στο Λίβανο όταν αυτή ήταν 6 μηνών με την φροντίδα της να αναλαμβάνει η γιαγιά και η θεία της. Χωρίς να αμφισβητήσει επί της ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθηκαν από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης, αφού αναγνώρισε την σοβαρότητα των αδικημάτων που η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει, ανάφερε ότι το περιστατικό αυτό θα πρέπει να εκληφθεί ως μεμονωμένο λόγω του ότι η πελάτιδα του δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Ο εν λόγω συνήγορος κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του το γεγονός ότι το αδίκημα διαπράχτηκε πριν από περίπου 4 χρόνια ενώ η υπόθεση καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο μετά από 3,5 χρόνια παρά την άμεση ομολογία της κατηγορουμένης στις αστυνομικές αρχές. Σε σχέση με το συνολικό ποσό που κλάπηκε, ο συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως εισηγήθηκε όπως αυτό καταβληθεί δια μηνιαίων δόσεων ύψους €50,00 στη βάση διατάγματος αποζημίωσης που η κατηγορούμενη αποδέχεται να εκδοθεί εναντίον της. Ερχόμενος στις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες της κατηγορουμένης, ο κύριος Αδάμου υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας επισημαίνοντας ότι υπάρχει ένα ανήλικο παιδί που τελεί υπό την άμεση φροντίδα της κατηγορουμένης. Τέλος, είναι η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης πως σε περίπτωση που το Δικαστήριο προσανατολίζεται να επιβάλει ποινής φυλάκισης, αυτή θα πρέπει να ανασταλεί καθότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο και με γνώμονα ότι η παρούσα περίπτωση ομοιάζει με τα περιστατικά της υπόθεσης Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη

(2005)2 Α.Α.Δ. 161, την οποία ο κύριος Αδάμου επικαλέστηκε. Αναμφίβολα το αδίκημα που η κατηγορούμενη παραδέχτηκε ότι διέπραξε είναι πολύ σοβαρό. Η σοβαρότητα του εν λόγω αδικήματος αντανακλάται, κατ' αρχήν, μέσα από την προβλεπόμενη από το νόμο ποινή. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Συγκεκριμένα, το αδίκημα της κλοπής υπό υπαλλήλου θεωρείται κακούργημα και επισύρει, με βάση το άρθρο 268 του Κεφ.154, ποινή φυλάκισης 14 ετών. Το αδίκημα που κατ' επανάληψη διέπραξε η κατηγορούμενη συσχετίζεται με τη φύση της σχέσης εργοδότη-εργοδοτουμένου. Η διάπραξη του εν λόγω αδικήματος είναι σοβαρή για τον επιπλέον λόγο ότι ενέχει θέμα προδοσίας και κατάχρησης ανθρώπινης εμπιστοσύνης που ο εργοδότης επιδεικνύει προς το πρόσωπο του υπαλλήλου του. Πρόκειται ακόμη για αδίκημα που φανερώνει ασέβεια και κατάφωρα καταπατεί τα συνταγματικά δικαιώματα της κατοχής και απόλαυσης περιουσίας. Επίσης, η σοβαρότητα του εν λόγω αδικήματος έγκειται στο γεγονός ότι ενέχει το στοιχείο του οικονομικού εγκλήματος με κοινωνικές και οικονομικές προεκτάσεις στο νησί, το οποίο οικονομικό έγκλημα βρίσκεται σε έξαρση στην Κύπρο, πράγμα που διαπιστώνεται μέσα από την εκδίκαση μεγάλου αριθμού παρόμοιων υποθέσεων. Δυστυχώς η θλιβερή διαπίστωση είναι πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στην Κύπρο παρουσιάζει αυξητική τάση. Οι κλοπές και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Αντίθετα, παρατηρείται έξαρση (Nabokov v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 381 και Παναγίδη v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104). Θεώρηση της νομολογίας υποδεικνύει ότι τα Δικαστήρια επιβάλουν ποινές αποτρεπτικής φύσεως σε μια προσπάθεια πάταξης του πολύ σοβαρού αυτού φαινομένου. Η ποινή φυλάκισης εμφανίζεται ως το είδος ποινής που αναπόφευκτα επιβάλλεται όταν διαπράττονται τέτοιου είδους αδικήματα. Άντλησα ακόμη καθοδήγηση από τις αγγλικές υποθέσεις R. v. Barrick [1985] 7 Cr.App.R.(S) 142 και R. v. Clark [1988] 2 Cr.App.R.(S) 95, μέσα από τις οποίες προβάλλονται διάφοροι παράγοντες που το αγγλικό εφετείο προσδιόρισε και δυνητικά λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό της αρμόζουσας ποινής σε παρόμοιας φύσεως με τη δική μας περίπτωση υποθέσεις. Στην υπόθεση Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 519 το πρωτόδικο δικαστήριο επέβαλε ποινή φυλάκισης 5 ετών σε άτομο ηλικίας 50 ετών με λευκό ποινικό μητρώο που ασκούσε καθήκοντα γραμματέα Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας και καρπώθηκε ευθέως δεκάδες χιλιάδες λίρες καθώς επίσης φρόντιζε να επωφελούνται και άλλοι, εν πολλοίς συνδεδεμένοι με αυτόν και σε πολλές περιπτώσεις για τις ανάγκες δραστηριοτήτων στις οποίες, εν πάση περιπτώσει, ήταν αναμεμειγμένος, διαπράττοντας έτσι, μεταξύ άλλων, το αδίκημα της κλοπής υπό υπαλλήλου, ποινή η οποία επικυρώθηκε κατ' έφεση. Περαιτέρω, στην υπόθεση Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 19 επιβλήθηκε σε άτομο ηλικίας 36 ετών με λευκό ποινικό μητρώο, νυμφευμένο και πατέρα ενός προβληματικού στην υγεία αγοριού ηλικίας 8,5 ετών, με άμεση παραδοχή και δεινή οικονομική κατάσταση που διέπραξε το αδίκημα της κλοπής υπό υπαλλήλου κατά τη διάρκεια της σχέσης εργοδότη-εργοδοτουμένου όπου κατά καιρούς απέσπασε μεγάλα χρηματικά ποσά ποινή φυλάκισης 4 ετών, η οποία επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Επιπροσθέτως, στην υπόθεση Πέτρου v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 219 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 18 μηνών σε άτομο οικογενειάρχη, πατέρα 3 μικρών παιδιών που από την απόλυση του υπέστηκε καταστροφικό πλήγμα αλλά και την παράταση της αγωνίας του ιδίου και της οικογένειας του ένεκα του μεγάλου χρονικού διαστήματος που η υπόθεση του βρισκόταν σε εκκρεμότητα. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Εν πάσει περιπτώσει, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι το υπό εκδίκαση αδίκημα είναι σοβαρό δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση παρατηρώ ότι τα γεγονότα και οι συνθήκες που περιβάλουν τη διάπραξη των αδικημάτων τα καθιστούν όντως σοβαρά. Η κατηγορούμενη εκμεταλλευόμενη την υπαλληλική θέση που κατείχε και την καθημερινή πρόσβαση της σε χρήματα καταχράστηκε την εμπιστοσύνη που ο εργοδότης της εναπόθεσε στο πρόσωπο της προχωρώντας χωρίς ενδοιασμούς ή αναστολές σε οικειοποίηση χρηματικών ποσών που δεν της ανήκαν αλλά αποτελούσαν καθημερινές εισπράξεις της υπεραγοράς στην οποία εργαζόταν και κατ' επέκταση περιουσιακά στοιχεία του εργοδότη της. Αυτό σίγουρα είναι ένα επιβαρυντικό στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη. Δυστυχώς η παραβίαση της εμπιστευτικής σχέσης από μέρους της κατηγορουμένης δεν περιορίστηκε σ' ένα μεμονωμένο περιστατικό αλλά η σοβαρή αξιόποινη συμπεριφορά της επαναλήφθηκε ακόμη 3 φορές και σε σύντομα χρονικά διαστήματα. Αυτός είναι ένας ακόμη παράγοντας που επιβαρύνει την θέση της κατηγορουμένης. Μία επιπλέον επιβαρυντική για την κατηγορούμενη παράμετρος είναι το συνολικό ποσό των €2.365,57 που αυτή οικειοποιήθηκε σε διάστημα 3 μηνών περίπου (από 01.06.10 μέχρι 26.08.10) και συνεχίζει μέχρι σήμερα να κατακρατεί προκαλώντας για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα αντίστοιχου ύψους ζημιά στον εργοδότη της, στον οποίο το εν λόγω ποσό ανήκει. Παράλληλα, δεν παραγνωρίζω ότι η κατηγορούμενη προσπορίστηκε οικονομικό όφελος ύψους €2.365,57, δηλαδή ίσου με το συνολικό ύψος του κλαπέντος ποσού, εις βάρος του εργοδότη της. Η χρησιμοποίηση της θέσης της σε συνδυασμό με τις ενέργειες της να τοποθετεί κάθε φορά σε ξεχωριστό φάκελο τα χρήματα που σκόπευε παράνομα να οικειοποιηθεί φανερώνει από μέρους της κατηγορουμένης μια συστηματικά σχεδιασμένη συμπεριφορά που αποσκοπούσε στην παραπλάνηση του εργοδότη της και ταυτόχρονα στην αποκόμιση κέρδους. Αυτός είναι ένας επιπρόσθετος παράγοντας που δυσχεραίνει τη θέση της κατηγορουμένης. Δεν διαφεύγει επίσης της προσοχής του Δικαστηρίου ότι η αξιόποινη συμπεριφορά της κατηγορουμένης τερματίστηκε μόνο κατόπιν διαπίστωσης του ελλείμματος χρημάτων από τον διευθυντή της εργοδότριας εταιρείας και της διεξαγωγής σχετικού ελέγχου από τον οποίο ακολούθησε καταγγελία στην αστυνομία, μέλη της οποίας προέβησαν σε ανάκριση της. Προς όφελος της κατηγορουμένης για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Την ομολογία της διάπραξης των αδικημάτων στην αστυνομία και η συνεργασία της με τις ανακριτικές αρχές στην εξιχνίαση της υπόθεσης αυτής. (β) Την άμεση παραδοχή της στο Δικαστήριο. (γ) Το ότι δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. (δ) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις της κατηγορουμένης, όπως αυτές περιγράφονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και ειδικότερα ότι: · Είναι ηλικίας 39 ετών, σύζυγος σε διάσταση και βιολογική μητέρα 5 παιδιών, εκ των οποίων τα 3 ανήλικα. · Με τον εν διαστάσει σύζυγο της αλλά και τον πρώην σύζυγο της καθώς και με ένα από τα παιδιά της δεν διατηρεί καμία επικοινωνία μαζί τους. · Η μητέρα της σκοτώθηκε κατά την διάρκεια του πολέμου στο Λίβανο όταν αυτή ήταν 6 μηνών με την φροντίδα της να αναλαμβάνει η γιαγιά και η θεία της. · Είναι άνεργη και ως μοναδικά εισοδήματα της είναι το μηνιαίο επίδομα τέκνου ύψους €139,58 και το μηνιαίο επίδομα μονογονιού ύψους €180,00. · Η ίδια, ως ουσιαστικά πλέον μονογονιός ανέλαβε την φροντίδα του μικρότερου παιδιού της που είναι ηλικίας 10 ετών. · Μαζί με την ανήλικη θυγατέρα της φιλοξενείται προσωρινά σε λυόμενη οικία, η οποία ανήκει στον κοινοτάρχη του χωριού Σανίδα της επαρχίας Λεμεσού. · Έχει χρέη συνολικού ύψους €12.000,00 που προέρχονται από δάνειο που απέκτησε από τραπεζικό οργανισμό, για το οποίο η μηνιαία δόση των €200,00 δεν καταβάλλεται. Επίσης, προς όφελος της κατηγορουμένης λαμβάνω υπόψη την εισήγηση της να καταβάλει στη βάση σχετικού διατάγματος αποζημίωσης που θα εκδοθεί εναντίον της ολόκληρο το κλαπέν ποσό δια μηνιαίων δόσεων ύψους €50,00, πράγμα που ουσιαστικά οδηγεί στην αποζημίωση του πρώην εργοδότη της. Αυτό ασφαλώς είναι ένας παράγοντας που συνηγορεί υπέρ της όμως δεν αποτελεί βαρυσήμαντο στοιχείο και ούτε αποκτά κυριαρχική σημασία στην επιβολή ποινής, ιδιαίτερα στην περίπτωση μας όπου τα αδικήματα που διαπράχτηκαν είναι εκ φύσεως αλλά και στη βάση των γεγονότων σοβαρά (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ματθαίου άλλως "Μαλέκκου"
(2003)2 Α.Α.Δ. 50 και Δημητρίου v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 46). Περαιτέρω, ένα άλλο στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη είναι ο χρόνος που διέρρευσε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή. Ειδικότερα παρατηρώ ότι ενώ τα αδικήματα διαπράχτηκαν μεταξύ της περιόδου από 01.06.10 και 28.08.10 και η κατηγορούμενη είχε ευθύς συνεργαστεί με τις ανακριτικές αρχές και παραδεχτεί σε όλα τα αδικήματα στις 05.10.10, η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στις 15.11.13, δηλαδή μετά από 3 χρόνια και ένα μήνα περίπου, χωρίς η κατηγορούσα αρχή να δίδει οποιαδήποτε εξήγηση γι' αυτήν την καθυστέρηση. Εν πάσει περιπτώσει, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη προς όφελος της κατηγορουμένης το χρονικό διάστημα των 3 ετών και 11 μηνών περίπου που διέρρευσε από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος στην πρώτη κατηγορία καθώς και την περίοδο των 3 ετών και 8 μηνών περίπου που αναλώθηκε από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος στην τέταρτη κατηγορία μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή (Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδης
(1993)2 Α.Α.Δ. 358 και Μυροφόρα ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 84). Γενικά λαμβάνω υπόψη μου οτιδήποτε άλλο έχει αναφερθεί ή τεθεί ενώπιον μου και αποτελεί ελαφρυντικό στοιχείο για την κατηγορούμενη. Καθοδηγούμενος από τη σχετική επί του θέματος νομολογία και συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στην κατηγορούμενη είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή πηγάζει μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής σε συνδυασμό με την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, καθιστά αναπόφευκτη την επιβολή στην κατηγορούμενη ποινή στερητικής της ελευθερίας της. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας και συχνότητας διάπραξης των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και των περιστατικών της υπόθεσης αυτής, για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Το Δικαστήριο έχει καθήκον να προστατέψει την εμπιστευτική σχέση εργοδότη-εργοδοτουμένου και παράλληλα να αναχαιτίσει όποια κρούσματα επιχειρήσουν να την υπονομεύσουν στέλλοντας τα κατάλληλα μηνύματα στην κοινωνία μέσω της επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Καταληκτικά επιβάλλεται στην κατηγορούμενη ποινή φυλάκισης 6 μηνών σε κάθε κατηγορία. Οι ποινές φυλάκισης συντρέχουν. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα εάν οι ποινές που επιβλήθηκαν στην κατηγορούμενη θα πρέπει να οδηγήσουν στην άμεση φυλάκιση της ή δύναται να ανασταλούν δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72. Εξάλλου αυτό ήταν και το αίτημα του συνηγόρου υπεράσπισης. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως υπέβαλε ότι η παρούσα περίπτωση ομοιάζει με τα περιστατικά της υπόθεσης Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161. Με όλο το σεβασμό προς τον κύριο Αδάμου το Δικαστήριο δεν συμμερίζεται τη θέση αυτή. Κατά την επιμέτρηση της ποινής στην υπόθεση εκείνη λήφθηκε υπόψη το γεγονός ότι η κατηγορούμενη ήταν πολύ νεαρής ηλικίας και διέπραξε τα αδικήματα κάτω από τον έλεγχο άλλου προσώπου χωρίς η ίδια να είχε αποκτήσει προσωπικά οποιοδήποτε ουσιαστικό όφελος. Στην προκειμένη περίπτωση η κατηγορούμενη δεν ήταν 17,5 ετών όπως στην προαναφερόμενη υπόθεση αλλά 36 ετών όταν διέπραττε τα αδικήματα, ούτε υποκινήθηκε ή βρισκόταν υπό τον έλεγχο άλλου προσώπου όταν προχώρησε στη διάπραξη τους. Επίσης, η κατηγορούμενη προσπορίστηκε προσωπικά όφελος μέσω της παράνομης οικειοποίησης των χρημάτων. Παρόλα αυτά το Δικαστήριο εξετάζει θέμα αναστολής στη βάση των προαναφερόμενων νομικών αρχών που αναδύθηκαν μέσα από την προαναφερόμενη νομολογία και νομοθεσία. Οφείλω να αναφέρω ότι έχω προβληματιστεί ιδιαίτερα για το ζήτημα αυτό. Στην παρούσα υπόθεση η κατηγορούμενη είναι άτομο που δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Παρά το γεγονός ότι έχουν περάσει περίπου 3 χρόνια και 8 μήνες περίπου από τότε που διέπραξε το τελευταίο αδίκημα του παρόντος κατηγορητηρίου εντούτοις δεν απασχόλησε ξανά την δικαιοσύνη. Δεν διαφεύγει ακόμη της προσοχής του Δικαστηρίου το μεγάλο χρονικό διάστημα που διέρρευσε μέχρι να προωθηθεί και καταχωρηθεί η υπόθεση αυτή στο Δικαστήριο καθώς και σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή. Περαιτέρω, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι ένα ανήλικο παιδί στην τρυφερή ηλικία των 10 ετών είναι αποκλειστικά εξαρτώμενο στην κατηγορούμενη. Με δεδομένο ότι η κατηγορούμενη ως μονογονιός ανέλαβε την πλήρη φροντίδα και επιμέλεια του παιδιού, το οποίο ζει και μεγαλώνει στη Λεμεσό και προφανώς πηγαίνει σε δημοτικό σχολείο της επαρχίας Λεμεσού, τυχόν εγκλεισμός της κατηγορουμένης στις Κεντρικές Φυλακές θα έχει άμεσες και καταλυτικές αρνητικές οικογενειακές, κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες στη ζωή του ανήλικου παιδιού που ζει και διαμένει μαζί με την μητέρα του χωρίς οποιοδήποτε άτομο του στενού περιβάλλοντος της κατηγορούμενης. Σε τέτοια περίπτωση το ανήλικο τέκνο θα κληθεί να επωμιστεί το τίμημα της αξιόποινης συμπεριφοράς της μητέρας του με ανεπανόρθωτο κόστος στην ψυχολογική και οικονομική κατάσταση του. Από την μια η μη διατήρηση επικοινωνίας της κατηγορουμένης με τον βιολογικό πατέρα του παιδιού και κατ' επέκταση η μη ύπαρξης επικοινωνίας αυτού με το παιδί του και από την άλλη η διαμονή του πρώην συζύγου της κατηγορουμένης στην Λάρνακα, είναι παράγοντες που συνηγορούν ότι το εν λόγω ανήλικο παιδί θα παραμείνει χωρίς γονική μέριμνα ή εν πάσει περιπτώσει αν υποχρεωθεί να μετοικήσει αμέσως στην Λάρνακα θα επιδράσει αρνητικά στη ψυχική υγεία του αφού, πέραν των άλλων αρνητικών παραγόντων που συγκεντρώνει μια τέτοια ενέργεια, θα κληθεί να ζήσει σ' ένα άγνωστο για εκείνο περιβάλλον, τιμωρώντας ουσιαστικά έτσι ένα αθώο άτομο (Suma Akter v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 86). Κάτω από αυτές τις συνθήκες και δεδομένα και κατόπιν βαθύτατου προβληματισμού, θεωρώ ότι συντρέχουν τέτοιες προϋποθέσεις που κλίνουν την πλάστιγγα υπέρ της αναστολής των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στην κατηγορούμενη. Ως εκ τούτου, διατάσσεται όπως οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στην κατηγορούμενη ανασταλούν για περίοδο τριών ετών από σήμερα. Έπεται ότι το αίτημα του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης εγκρίνεται. (Εξηγείται στην κατηγορούμενη η έννοια της αναστολής της ποινής φυλάκισης). Επιπλέον, εναντίον της κατηγορουμένης και προς όφελος της εταιρείας K. & M. Rossos Trading Limited εκδίδεται διάταγμα αποζημίωσης για το ποσό των €2.365,57, το οποίο η κατηγορούμενη θα καταβάλει δια μηνιαίων δόσεων ύψους €50,00 αρχής γενομένης της πρώτης δόσεως σήμερα και κάθε 2ην ημέρα εκάστου επομένου μήνα μέχρι πλήρους εξόφλησης. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence Αναφορά: Ποινικό/Κλοπή υπό υπαλλήλου/Ποινή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.