Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΑΠΑΚΟΥΔΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 15640/2011, 20/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B92 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15640/2011 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΑΠΑΚΟΥΔΗΣ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 20.05.14 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Για Κατηγορούμενο: κα Στ. Τιμοθέου Κατηγορούμενος: παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία κοινής επίθεσης κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων (πρώτη κατηγορία), κατηγορία απειλής βιαιοπραγίας κατά παράβαση του άρθρου 91(γ) του Κεφ.154 (δεύτερη κατηγορία) και δύο κατηγορίες δημόσιας εξύβρισης κατά παράβαση του άρθρου 99 του Κεφ.154 (τέταρτη και πέμπτη κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 27.06.11 στην οδό Γρίβα Διγενή ση Χλώρακα της επαρχίας Πάφου παράνομα επιτέθηκε εναντίον της Σούλας Στυλιανού από την Πάφο. Επίσης, ο εν λόγω κατηγορούμενος κατηγορείται ότι κατά την προαναφερόμενη ημερομηνία και τόπο απείλησε την πιο πάνω κυρία ότι θα επαγάγει βλάβη στο πρόσωπο της με τη φράση "Αν προχωρήσεις προς το κιβώτιο θα σε σκοτώσω." Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι την ίδια ημερομηνία και στον ίδιο τόπο που αναφέρεται πιο πάνω εξύβρισε την μεν Σούλα Στυλιανού με τις λέξεις "Πόρνη" και "Βρωμισμένη" και τη δε Ελενίτσα Στυλιανού με τη φράση "Έχεις βίλο ρα πουτάνα" κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο να διαπράξει επίθεση. Αναφορικά με την τρίτη κατηγορία η κατηγορούσα αρχή προέβηκε στη διακοπή της και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος απαλλάχτηκε σ' αυτή. Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής ακούστηκε μαρτυρία από 5 μάρτυρες και συγκεκριμένα από τον λοχία 3427 Νίκο Χριστοδουλίδη (ΜΚ1), την πρώτη παραπονούμενη Σούλα Στυλιανού (ΜΚ2), την δεύτερη παραπονούμενη Ελενίτσα Στυλιανού (ΜΚ5), τον σύντροφο της Κυριάκο Παντέλα (ΜΚ3) και την φίλη των ΜΚ3 και ΜΚ5 Αναστασία Δημητρίου (ΜΚ4). Παράλληλα, κατατέθηκαν στο Δικαστήριο 7 τεκμήρια. Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, όπως προκύπτει από την μαρτυρία των προαναφερθέντων μαρτύρων, είναι καταγραμμένη στα πρακτικά και θα αναφερθώ εκεί και όπου κριθεί ότι χρειάζεται για σκοπούς του σταδίου αυτού. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως εισηγήθηκε, με βάση το άρθρο 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και ότι το Δικαστήριο πρέπει να τον αθωώσει σε αυτό το στάδιο. Είναι η θέση της εν λόγω συνηγόρου ότι μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική και περιέχει τόσες αντιφάσεις που το Δικαστήριο δεν πρέπει να βασιστεί πάνω σ' αυτή. Προς στήριξη του επιχειρήματος της η κυρία Τιμοθέου παρέθεσε δύο παραδείγματα που άντλησε μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία, τα οποία, κατά την γνώμη της, φανερώνουν αντίθετες θέσεις των μαρτύρων κατηγορίας. Από την άλλη η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι μέσα από τη μαρτυρία που προσκομίστηκε έχουν αποδειχτεί όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων της πρώτης, δεύτερης, τέταρτης και πέμπτης κατηγορίας του κατηγορητηρίου και γι' αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να καλέσει τον κατηγορούμενο σε απολογία στις εν λόγω κατηγορίες. Μέσα από τη δική της νομική επιχειρηματολογία η κυρία Παπαλαζάρου ευσεβάστως επισήμανε ότι υπάρχει τέτοια μαρτυρία που σφαιρικά αντικριζόμενη δικαιολογεί την κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία για τις προαναφερόμενες κατηγορίες. Πλήρης έκταση των όσο ανέφεραν για υποστήριξη των θέσεων τους αμφότεροι οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους έχουν καταγραφεί στα πρακτικά και αποτελούν μέρος του φακέλου της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους από το Δικαστήριο και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί στην παρούσα απόφαση επειδή κάτι τέτοιο δεν εξυπηρετεί κανένα πρακτικό σκοπό. Αναφορικά με την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν το θέμα έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 C.L.R 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
- Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
- Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
- Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή υποκειμενική αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του αλλά περιορίζεται σε αντικειμενική και προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και να έχει ως αντικειμενικό έρεισμα ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα, χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που έχει δοθεί με την συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. (βλέπε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας και άλλος
(2000)2 Α.Α.Δ. 191, Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 και Γενικός Εισαγγελέας v. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Χαρακτηριστικό ακόμη είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείνει η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας". Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως" υποδηλώνει, η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως δηλαδή μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας." Ως προς τον βαθμό απόδειξης που πρέπει να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: "Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. ............................. Στην υπόθεση R ν. Hipson
(1969)Cr. L.R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η κατηγορούσα αρχή." Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Δράκου κ.α., Ποινικές Εφέσεις 5-9/2012 ημερομηνίας 11.12.12 (απόφαση πλειοψηφίας) έγινε ανασκόπηση της νομολογίας αναφορικά με το εκ πρώτης όψεως στάδιο. Μία από τις υποθέσεις στην οποία γίνεται αναφορά είναι η αγγλική υπόθεση R v. Galbraith
(1981)2 All E.R. 1060 στην οποία με το πιο κάτω απόσπασμα καταγράφεται η προσέγγιση που καλείται το Δικαστήριο να υιοθετήσει στο στάδιο ολοκλήρωσης της παρουσίασης της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής: "How then should be judge approach a submission of ´no case´?
(1)If there is no evidence that the crime alleged has been committed by the defendant, there is no difficulty. The judge will of course stop the case.
(2)The difficulty arises where there is some evidence but it is of a tenuous character, for example because of inherent weakness or vagueness or because it is inconsistent with other evidence. (
- a)Where the judge comes to the conclusion that the prosecution evidence, taken at its highest, is such that a jury properly directed could not properly convict upon it, it is his duty, upon a submission being made, to stop the case. (
- b)Where however the prosecution evidence is such that its strength or weakness depends on the view to be taken of a witness´s reliability, or other matters which are generally speaking within the province of the jury and where on one possible view of the facts there is evidence upon which a jury could properly come to the conclusion that the defendant is guilty, then the judge should allow the matter to be tried by the jury." Η υιοθέτηση της πιο πάνω αγγλικής υπόθεσης στην κυπριακή νομολογία (Azinas et al v. Police
(1981)2 CLR 9, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191) την κατέστησε καθοδηγητική αυθεντία. Ειδικότερα στην υπόθεση Παναγιώτου ν. Αστυνομίας και άλλος
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, που δεν είναι η θέση των εφεσειόντων επί του προκειμένου, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί." Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, θα εξετάσω κατά πόσο ο κατηγορούμενος θα πρέπει να κληθεί σε απολογία για τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει στη βάση της προσκομισθείσας από την κατηγορούσα αρχή μαρτυρίας αντικειμενικά ιδωμένη, χωρίς να υπεισέρχομαι σε κρίση επί της αξιοπιστίας αυτής και δίχως να καταλήγω σε οποιαδήποτε ευρήματα και συμπεράσματα. Ενώπιον του Δικαστηρίου τέθηκε από την κατηγορούσα αρχή μαρτυρία που μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι:
(1)Ο κατηγορούμενος υπό την ιδιότητα του ιδιοκτήτη συγκεκριμένου υποστατικού που βρίσκεται στην οδό Γρίβα Διγενή στη Χλώρακα της επαρχίας Πάφου προχώρησε στην ενοικίαση του στην Σούλα Στυλιανού για καθορισμένη χρονική περίοδο έναντι συμφωνημένου ενοικίου.
(2)Κατά την διάρκεια της ενοικιαστικής περιόδου δημιουργήθηκαν συχνά διαμάχες και προβλήματα μεταξύ του κατηγορουμένου και της Σούλας Στυλιανού με αποτέλεσμα οι διαφορές τους να οδηγηθούν για επίλυση στο Δικαστήριο.
(3)Στις 27.06.11 όταν η Σούλα Στυλιανού ήλθε στο χώρο του υποστατικού με σκοπό να ελέγξει το κουτί της Α.Η.Κ. μαζί με τους ΜΚ3, ΜΚ4 και ΜΚ5, ο κατηγορούμενος έπιασε την ΜΚ2 από τον καρπό του χεριού της, την τράβηξε και την έσπρωξε προς τα πίσω εμποδίζοντας την να προσεγγίσει το κουτί της ηλεκτρικής αρχής και το επίδικο υποστατικό.
(4)Περαιτέρω κατά την ίδια με πιο πάνω ημερομηνία, ο κατηγορούμενος απευθυνόμενος στην ΜΚ2 εκστόμισε στο χώρο στάθμευσης του επιδίκου υποστατικού που είναι χωρίς περίφραξη χωράφι τις λέξεις "Πόρνη" και "Βρωμισμένη" ενώ ακολούθως απευθυνόμενος στην ΜΚ5 εκστόμισε επίσης στον προαναφερόμενο χώρο στάθμευσης τη φράση "Έχεις βίλο ρα πουτάνα."
(5)Κατά την εκστόμιση της πιο πάνω φράσης και λέξεις προς τις ΜΚ2 και ΜΚ5, ο κατηγορούμενος φώναζε δυνατά έτσι ώστε μπορούσε τη δεδομένη εκείνη στιγμή να ακουστεί από άτομα που διέμεναν σε γειτονικά υποστατικά. Με μια αντικειμενική θεώρηση του συνόλου της μαρτυρίας που προσάχθηκε για την κατηγορούσα αρχή περιλαμβανομένων των πιο πάνω σημείων της και χωρίς το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε υποκειμενική αξιολόγηση αυτής ή να καταλήγει σε οποιαδήποτε συμπεράσματα ή ευρήματα, εξόφθαλμα παρατηρώ ότι στοιχειοθετούνται εξ' αντικειμένου τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι διέπραξε στην πρώτη, τέταρτη και πέμπτη κατηγορία του κατηγορητηρίου. Το αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας που είναι η δεύτερη κατηγορία που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει διέπεται από το άρθρο 91(γ) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Συγκεκριμένα, αποδίδεται στον κατηγορούμενο ότι απείλησε την Σούλα Στυλιανού ότι θα επαγάγει βλάβη στο πρόσωπο της λέγοντας της τη φράση "Αν προχωρήσεις προς το κιβώτιο θα σε σκοτώσω." Το άρθρο 91(γ) του Κεφ.154 προνοεί τα εξής: "Απειλή Βιαιοπραγίας 91. Όποιος— ........ (γ) με σκοπό υποκίνησης οποιουδήποτε προσώπου για να διενεργήσει πράξη την οποία αυτό δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει ή για να παραλείψει πράξη την οποία αυτό έχει νομικό δικαίωμα να διενεργήσει, απειλεί άλλον ότι δυνατόν να προξενήσει βλάβη στο πρόσωπο, την υπόληψη, ή την περιουσία του ή στο πρόσωπο ή την υπόληψη οποιουδήποτε για τον οποίο ενδιαφέρεται εναντίον του οποίου γίνονται οι απειλές, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων." Μελέτη των πιο πάνω διατάξεων καθιστά σαφές ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της απειλής βιαιοπραγίας δυνάμει του άρθρου 91(γ) του Κεφ.154 είναι τα πιο κάτω: (α) Ο κατηγορούμενος απειλεί τον παραπονούμενο ότι δυνατό να προξενήσει βλάβη στο πρόσωπο, την υπόληψη ή την περιουσία του, (β) με σκοπό να τον υποκινήσει για να διενεργήσει πράξη την οποία αυτός δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει, ή (γ) με σκοπό να τον υποκινήσει για να παραλείψει πράξη την οποία αυτός έχει νομικό δικαίωμα να διενεργήσει. Θα ξεκινήσω την εξέταση του κατ' ισχυρισμό αδικήματος αυτού από το δεύτερο και τρίτο συστατικό στοιχείο αυτού. Όπως κάποιος μπορεί να αντιληφθεί από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, τα δύο τελευταία συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι διαζευκτικής μορφής πράγμα που σημαίνει ότι μόνο ένα από τα δύο απαιτείται για να στοιχειοθετηθεί η κατηγορία. Σύμφωνα με το σκεπτικό αυτό αλλά και με τις διατάξεις του άρθρου 91(γ) του Κεφ.154, η απειλή πρέπει να αποσκοπεί στο να υποκινήσει τον παραπονούμενο για να διενεργήσει πράξη την οποία αυτός δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει ή με σκοπό να τον υποκινήσει για να παραλείψει πράξη την οποία αυτός έχει νομικό δικαίωμα να διενεργήσει (Βοσκού v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 510). Από την ενώπιον μου μαρτυρία παρατηρώ εξόφθαλμα ότι η επίμαχη φράση για την οποία υπάρχει μαρτυρία από μέρους της κατηγορούσας αρχής ότι ειπώθηκε από τον κατηγορούμενο προς την ΜΚ2 στις 27.06.11 στο χώρο στάθμευσης του επιδίκου υποστατικού, που όπως έχει ήδη λεχθεί βρίσκεται στην οδό Γρίβα Διγενή ση Χλώρακα της επαρχίας Πάφου, αποσκοπούσε στο να εμποδίσει την ΜΚ2 από του να κατευθυνθεί προς το κιβώτιο της Α.Η.Κ. και να ελέγξει την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος προς το υποστατικό που ενοικίαζε, ενέργεια που εκ πρώτης όψεως φαίνεται να απορρέει μέσα από νόμιμο δικαίωμα της ΜΚ2 ως ενοικιάστριας του υποστατικού. Σε σχέση με το πρώτο συστατικό στοιχείο σχετική είναι η υπόθεση Νετζιήπ v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 1 στην οποία λέχθηκε ότι η 'απειλή' πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ' αντικειμένου τη δυνατότητα εκφοβισμού. Επομένως πρέπει να είναι απειλή που να στοιχειοθετεί πρόθεση εκφοβισμού, διαφορετικά θα θεωρείται κενού περιεχομένου (Kallenos v. The Police
(1969)2 C.L.R. 210, Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 493). Στην προκειμένη περίπτωση παρατηρώ εξόφθαλμα ότι ενώπιον μου δεν υπάρχει θετική μαρτυρία που να δείχνει ότι όντως η ΜΚ2 φοβήθηκε από την φράση που ο κατηγορούμενος εκστόμισε. Περαιτέρω, δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που τείνει να καταδείξει ότι ένεκα της φράσης που εκστομίστηκε η ΜΚ2 αντέδρασε κάτω από το καθεστώς φόβου ή ότι με το συναίσθημα του τρόμου προέβηκε σε οποιαδήποτε ενέργεια. Αντίθετα, η κατηγορούσα αρχή προσκόμισε μαρτυρία με την οποία φαίνεται ότι ορισμένοι από τους μάρτυρες κατηγορίας (ΜΚ3 και ΜΚ4) δεν πίστευαν ότι ο κατηγορούμενος σοβαρολογούσε υπό την έννοια ότι σκόπευε να υλοποιήσει την απειλή του. Την ίδια στιγμή υπάρχει μαρτυρία από μέρους της κατηγορούσας αρχής, η οποία καταδεικνύει εξόφθαλμα ότι μετά την εκστόμιση της επίμαχης φράσης η ΜΚ2 όχι μόνο δεν απομακρύνθηκε από το χώρο αλλά επέμεινε να υλοποιήσει τον σκοπό της άφιξης της στο χώρο και παρέμεινε εκεί μαζί με τα υπόλοιπα άτομα που φέρεται να τη συνόδευαν τηλεφωνώντας στην αστυνομία για να παρέμβει με αποτέλεσμα, ως ο ισχυρισμός μαρτύρων κατηγορίας, ο κατηγορούμενος να εγκαταλείψει το χώρο. Με τη συμπεριφορά και αντίδραση της η ΜΚ2 όχι μόνο δεν φοβήθηκε αλλά ούτε έλαβε υπόψη της ότι ο κατηγορούμενος σκόπευε να την εκφοβίσει δείχνοντας της ότι μπορούσε να υλοποιήσει το περιεχόμενο της φράσης που εκστόμισε και εμφανώς πρόκειται για μια φράση κενού περιεχομένου αφού είναι φανερό ότι εξ αντικειμένου δεν παρείχε τέτοια δυνατότητα. Παράλληλα, το Δικαστήριο δεν θεωρεί πως η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, εξ' όψεως και αντικειμενικά εξεταζόμενη, στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή. Η περί του αντιθέτου εισήγηση της συνηγόρου υπεράσπισης δεν ευσταθεί. Τα παραδείγματα που η κυρία Τιμοθέου παράθεσε δεν είναι τέτοιας μορφής και έκτασης που να θεωρούνται εμφανώς αναξιόπιστα και να στερούνται πειστικότητας με αποτέλεσμα κανένα λογικό Δικαστήριο να μην μπορεί να βασιστεί πάνω σ' αυτά για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής δεν περιέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση που να ανάγεται σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί με αξιολόγηση της με αποτέλεσμα έτσι να μην υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. Τουναντίον, οι περιπτώσεις που η εν λόγω συνήγορος έγειρε ενώπιον του Δικαστηρίου αφορούν ζητήματα που χρήζουν αξιολόγησης που μέσα από αυτή αλλά και μέσω αξιολόγησης όλης της μαρτυρίας που τελικά θα προσκομιστεί στο Δικαστήριο θα συνθέσουν με ακρίβεια και λεπτομέρεια το πραγματικό σκηνικό, τα γεγονότα και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες το επίδικο επεισόδιο διαδραματίστηκε. Το έργο όμως αυτό του Δικαστηρίου θα γίνει μετά την ολοκλήρωση της εκδίκασης της υπόθεσης. Υπό το φως των πιο πάνω δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου στην δεύτερη κατηγορία και ως εκ τούτου αυτός αθωώνεται και απαλλάσσεται σ' αυτή. Αντίθετα, όσον αφορά την πρώτη, τέταρτη και πέμπτη κατηγορία, κρίνω ότι από τη μέχρι τώρα δοθείσα μαρτυρία έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου και συνεπώς τον καλώ σε απολογία στις εν λόγω κατηγορίες. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Interim Αναφορά: Ποινικό/Ενδιάμεση Απόφαση/Εκ πρώτης όψεως υπόθεση/Κοινή επίθεση-Δημόσια εξύβριση Άρθρα 242 και 99 του Κεφ.154 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο