← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. THOMAS JAMES NEVILLE, Αρ. Υπόθεσης: 15638/2011, 26/5/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. THOMAS JAMES NEVILLE, Αρ. Υπόθεσης: 15638/2011, 26/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B98 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15638/2011 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. THOMAS JAMES NEVILLE Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 26.05.14 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Ν. Νεοκλέους Για Κατηγορούμενο: κος Α. Χαραλάμπους Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία παροχής υπηρεσιών επί παραλίας κατά παράβαση των όρων άδειας που εκδόθηκε από την αρμόδια αρχή δυνάμει του άρθρου 5Γ

(1)του Περί Προστασίας της Παραλίας Νόμου, Κεφ.59 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 19.07.11 στο λιμανάκι του Λατσιού της επαρχίας Πάφου ενώ ήταν υπεύθυνος παρείχε υπηρεσίες στην παραλία με το ταχύπλοο σκάφος με αριθμούς εγγραφής LL13418B κατά παράβαση των όρων της σχετικής άδειας που εκδόθηκε από το Δημοτικό Συμβούλιο Πόλης Χρυσοχούς. Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής ακούστηκε μαρτυρία από 3 μάρτυρες και συγκεκριμένα από τον αστυνομικό εξεταστή της υπόθεσης, αστυφύλακα 4840 Χ. Κυπρή της λιμενικής αστυνομίας Λατσιού (ΜΚ1), τον Χρυσόστομο Χριστοδούλου (ΜΚ2) υπάλληλο της Αρχής Λιμένων και εκτελών χρέη υπευθύνου του λιμανιού Πάφου και Λατσιού και την Βιολέτα Κυριακίδου (ΜΚ3), αρμόδιας λειτουργού στο Τμήμα Εμπορικής Ναυτιλίας. Παράλληλα, κατατέθηκαν στο Δικαστήριο 4 τεκμήρια. Περαιτέρω, κατά την παρουσίαση της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής δηλώθηκαν εκ συμφώνου από τα μέρη ως παραδεκτό γεγονός ότι το αλιευτικό καταφύγιο του Λατσιού που σημειώνεται με κόκκινο χρώμα σημειώνεται με το γράμμα 'Χ' στο αριστερό μέρος του Τεκμηρίου 1 βρίσκεται εντός των δημοτικών ορίων Πόλης Χρυσοχούς. Το εν λόγω παραδεκτό γεγονός εγκρίθηκε από το Δικαστήριο. Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, όπως προκύπτει από την μαρτυρία των προαναφερθέντων μαρτύρων, συνοψίζεται ως εξής: Ο ΜΚ1 στην κυρίως εξέταση του ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι στις 19.07.11 κατάγγειλε τον κατηγορούμενο που είναι διευθυντής της εταιρείας LWC Latchi Watersports Centre Ltd επί του ότι παρείχε διευκολύνσεις στο αλιευτικό καταφύγιο Λατσιού ενοικιάζοντας το δημοσίας χρήσεως ταχύπλοο σκάφος με αριθμούς εγγραφής LL13418B, ιδιοκτησίας της εν λόγω εταιρείας, σε άτομο ονόματι Patrick από την Γαλλία αφήνοντας τον να αναχωρήσει από το αλιευτικό καταφύγιο του Λατσιού χωρίς ο ίδιος να το οδηγήσει στο καθορισμένο σημείο ενοικίασης σκαφών για το οποίο δόθηκε σχετική άδεια από την αρμόδια αρχή. Ο εν λόγω μάρτυρας κατάθεσε ως Τεκμήριο 1 σχετικό χάρτη της θάλασσας του Λατσιού σημειώνοντας με κίτρινο χρώμα τον αριθμό 2 στο δεξιό μέρος του εν λόγω εγγράφου ως το σημείο που καθορίζεται η ενοικίαση σκαφών για το οποίο το δημοτικό συμβούλιο Πόλης Χρυσοχούς έκδωσε σχετική άδεια παροχής διευκολύνσεων. Προς στήριξη της θέσης του αυτής ο εν λόγω μάρτυρας κατάθεσε ως Τεκμήριο 2 φωτοαντίγραφο της άδειας για παροχή διευκολύνσεων που εκδόθηκε από το Δήμο Πόλης Χρυσοχούς στις 13.05.11 εις το όνομα της πιο πάνω εταιρείας με ισχύ μέχρι τις 31.12.
  1. Σύμφωνα με τον μάρτυρα αυτό, ο κατηγορούμενος παραβίασε τους όρους παροχής διευκολύνσεων που εκδόθηκαν από τον Δήμο Πόλης Χρυσοχούς ενοικιάζοντας το συγκεκριμένο ταχύπλοο σκάφος στο αλιευτικό καταφύγιο του Λατσιού σε τουρίστα αντίς πρώτα να το οδηγήσει και να μεταφέρει τους τουρίστες από το αλιευτικό καταφύγιο στο επίδικο σημείο 2 και εκεί να τους το ενοικιάσει στο καθορισμένο από την αρμόδια αρχή σημείο ενοικίασης. Επίσης, ο ΜΚ1 κατάθεσε ως Τεκμήριο 3 πιστοποιητικό της Αρχής Λιμένων Κύπρου που εκδόθηκε στις 16.01.12 και με το οποίο βεβαιώνεται ή δυνατότητα ελληνισμού στο λιμανάκι του Λατσιού και επιβίβασης-αποβίβασης επιβατών από 01.09.10-31.08.12 για διάφορα σκάφη ιδιοκτησίας της εταιρείας LWC Latchi Watersports Centre Limited (η αναφορά σε LWC Latshi Watersports Centre Ltd οφείλεται προφανώς σε δαχτυλογραφημένο λάθος), ένα εκ των οποίων είναι το ταχύπλοο σκάφος LL
  2. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 κατάθεσε αντίγραφο άδειας κυκλοφορίας του επιδίκου σκάφους που εκδόθηκε από το Τμήμα Εμπορικής Ναυτιλίας του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων στις 17.05.11 με ισχύ μέχρι τις 30.06.12 ως Τεκμήρια 4Α και 4Β. Ο εν λόγω μάρτυρας δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως στις 19.07.11 είδε τον κατηγορούμενο να στέκεται στην προβλήτα και μπροστά από το επίδικο σκάφος και αφαιρεί τα σχοινιά με τα οποία το σκάφος ήταν προσδεμένο στην αποβάθρα του αλιευτικού καταφυγίου του Λατσιού έτσι ώστε αυτό να μπορεί να αναχωρήσει αφού είχε ενοικιαστεί σε κάποιο Patrick από τη Γαλλία. Ο ίδιος γνωρίζει ότι ο κατηγορούμενος το είχε ενοικιάσει εκείνη την ημέρα επειδή τον ρώτησε και αυτός του το επιβεβαίωσε. Ο εν λόγω μάρτυρας γνωρίζει ακόμη ότι ο κατηγορούμενος εκτελούσε χρέη διευθυντή εταιρείας και ότι όταν ρωτήθηκε ποιος ήταν ο υπεύθυνος της ιδιοκτήτριας εταιρείας αυτός υπέδειξε τον εαυτό του. Επανέλαβε δε ότι το σημείο 2 επί του Τεκμηρίου 2 είναι ο χώρος όπου εκεί ενοικιάζονται σκάφη από άτομα. Επανεξεταζόμενος ο ΜΚ1 ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι την επίδικη ημερομηνία το γράμμα 'Β' που καθορίζει ότι το επίδικο σκάφος ήταν δημοσίας χρήσεως και ειδικότερα διαθέσιμο προς ενοικίαση, ήταν σημειωμένο δίπλα από τους αριθμούς εγγραφής του σκάφους στις πλευρικές μεριές του. Ο ΜΚ2 στην κυρίως εξέταση του ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι το Τεκμήριο 3 δεν νομιμοποιεί κανένα επαγγελματία που έχει άδεια διευκόλυνσης παραλίας να ενοικιάζει και να παραδίδει σκάφη μέσα στο λιμάνι αλλά απλώς επιτρέπει την μεταφορά επιβατών στο σημείο διευκόλυνσης τους από υπάλληλο του ιδιοκτήτη του σκάφους που πάντοτε είναι εκτός λιμανιού για λόγους ασφάλειας και εκεί να το ενοικιάζουν σε άτομα. Όπως ο μάρτυρας αυτός εξήγησε, το γράμμα 'Β' σημαίνει σκάφος που δύναται να ενοικιαστεί σε άτομο που δικαιούται να το οδηγήσει όταν κατέχει άδεια ταχύπλοου σκάφους ή στην περίπτωση που είναι τουρίστας έχει διαβατήριο και έχει τύχει ταχύρυθμης εκπαίδευσης από αδειούχο. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως το σκάφος δύναται να ενοικιαστεί μόνο από το σημείο παροχής διευκολύνσεων που καθορίζεται από την οικία τοπική αρχή. Είναι η θέση του μάρτυρα ότι από το αλιευτικό καταφύγιο επιτρέπεται η επιβίβαση και αποβίβαση επιβατών αλλά αυτό που δεν επιτρέπεται είναι η ενοικίαση του σκάφους εντός του αλιευτικού καταφυγίου, υποδεικνύοντας στη συγκεκριμένη περίπτωση το αλιευτικό καταφύγιο του Λατσιού το σημείο 'Α' στην αριστερή μεριά του Τεκμηρίου
  3. Σε τέτοια περίπτωση, όπως ο εν λόγω μάρτυρας είπε, ο ιδιοκτήτης του σκάφους οφείλει να το χειριστεί και να το οδηγήσει εκτός του λιμενικού καταφυγίου του Λατσιού και να το μεταφέρει μαζί με τους επιβάτες του στο χώρο παροχής διευκολύνσεων. Η ΜΚ3 στην κυρίως εξέταση της, μεταξύ άλλων, επιβεβαίωσε ότι η άδεια κυκλοφορίας που αναγράφεται στα Τεκμήρια 4Α και 4Β αφορά το σκάφος με αριθμούς εγγραφής LL13418 το οποίο είναι κατηγορίας 'Β' που είναι δημοσίας χρήσεως. Όπως η μάρτυρας αυτή εξήγησε, η πιο πάνω άδεια κυκλοφορίας εκδόθηκε στις 29.04.11 για περίοδο ενός έτους και έληξε στις 30.06.
  4. Επειδή το σκάφος είναι δημόσιας χρήσεως το γράμμα 'Β' αναγράφεται μετά τους αριθμούς εγγραφής του σκάφους. Αντεξεταζόμενη η ΜΚ3 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως η κατηγορία δημόσιας χρήσης εκδίδεται εφόσον ο ιδιοκτήτης του σκάφους θα το διαθέσει για επαγγελματικούς σκοπούς και προσκομίσει την άδεια παροχής διευκολύνσεων που εκδίδεται από την τοπική αρχή. Το δε σκάφος παραμένει καθ' όλη την περίοδο ισχύος σαν σκάφος κατηγορίας 'Β'. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως εισηγήθηκε, με βάση το άρθρο 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου στην κατηγορία που αντιμετωπίζει και ότι το Δικαστήριο πρέπει να τον αθωώσει σε αυτό το στάδιο. Είναι η θέση του εν λόγω συνηγόρου ότι δεν έχει παρουσιαστεί μαρτυρία που να στοιχειοθετεί τα συστατικά στοιχεία της παροχής υπηρεσιών και του ότι αυτές παρέχονταν στην παραλία. Από την άλλη ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι μέσα από τη μαρτυρία που προσκομίστηκε έχουν αποδειχτεί όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων της κατηγορίας του κατηγορητηρίου και γι' αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να καλέσει τον κατηγορούμενο σε απολογία. Μέσα από τη δική του νομική επιχειρηματολογία ο κύριος Νεοκλέους ευσεβάστως επισήμανε ότι όταν ο νομοθέτης θέσπιζε το Κεφ.59 δεν είχε πρόθεση να διαχωρίσει την παραλία από την πλαζ των λουόμενων και ξεχωριστό διάδρομο για να φεύγουν τα σκάφη με προορισμό το πέλαγος αλλά εννοούσε όλη την περιοχή ως μια ενιαία ακτογραμμή. Επιπλέον, κατά τον κύριο Νεοκλέους, προσκομίστηκε μαρτυρία που δείχνει ότι ο κατηγορούμενος παρέδωσε το σκάφος σε τρίτο πρόσωπο και το οδήγησε από το λιμάνι και όχι από το σημείο για το οποίο είχε άδεια από την αρμόδια αρχή. Πλήρης έκταση των όσο ανέφεραν για υποστήριξη των θέσεων τους αμφότεροι οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους έχουν καταγραφεί στα πρακτικά και αποτελούν μέρος του φακέλου της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους από το Δικαστήριο και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί στην παρούσα απόφαση επειδή κάτι τέτοιο δεν εξυπηρετεί κανένα πρακτικό σκοπό. Αναφορικά με την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν το θέμα έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 C.L.R 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή υποκειμενική αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του αλλά περιορίζεται σε αντικειμενική και προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και να έχει ως αντικειμενικό έρεισμα ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα, χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που έχει δοθεί με την συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. (βλέπε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας και άλλος
(2000)2 Α.Α.Δ. 191, Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 και Γενικός Εισαγγελέας v. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Χαρακτηριστικό ακόμη είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείνει η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας". Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως" υποδηλώνει, η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως δηλαδή μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας." Ως προς τον βαθμό απόδειξης που πρέπει να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: "Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. ............................. Στην υπόθεση R ν. Hipson
(1969)Cr. L.R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η κατηγορούσα αρχή." Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Δράκου κ.α., Ποινικές Εφέσεις 5-9/2012 ημερομηνίας 11.12.12 (απόφαση πλειοψηφίας) έγινε ανασκόπηση της νομολογίας αναφορικά με το εκ πρώτης όψεως στάδιο. Μία από τις υποθέσεις στην οποία γίνεται αναφορά είναι η αγγλική υπόθεση R v. Galbraith
(1981)2 All E.R. 1060 στην οποία με το πιο κάτω απόσπασμα καταγράφεται η προσέγγιση που καλείται το Δικαστήριο να υιοθετήσει στο στάδιο ολοκλήρωσης της παρουσίασης της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής: "How then should be judge approach a submission of ´no case´?
(1)If there is no evidence that the crime alleged has been committed by the defendant, there is no difficulty. The judge will of course stop the case.
(2)The difficulty arises where there is some evidence but it is of a tenuous character, for example because of inherent weakness or vagueness or because it is inconsistent with other evidence. (
  1. a)Where the judge comes to the conclusion that the prosecution evidence, taken at its highest, is such that a jury properly directed could not properly convict upon it, it is his duty, upon a submission being made, to stop the case. (
  2. b)Where however the prosecution evidence is such that its strength or weakness depends on the view to be taken of a witness´s reliability, or other matters which are generally speaking within the province of the jury and where on one possible view of the facts there is evidence upon which a jury could properly come to the conclusion that the defendant is guilty, then the judge should allow the matter to be tried by the jury." Η υιοθέτηση της πιο πάνω αγγλικής υπόθεσης στην κυπριακή νομολογία (Azinas et al v. Police
(1981)2 CLR 9, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191) την κατέστησε καθοδηγητική αυθεντία. Ειδικότερα στην υπόθεση Παναγιώτου ν. Αστυνομίας και άλλος
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, που δεν είναι η θέση των εφεσειόντων επί του προκειμένου, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί." Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, θα εξετάσω κατά πόσο ο κατηγορούμενος θα πρέπει να κληθεί σε απολογία για την κατηγορία που αντιμετωπίζει στη βάση της προσκομισθείσας από την κατηγορούσα αρχή μαρτυρίας αντικειμενικά ιδωμένη, χωρίς να υπεισέρχομαι σε κρίση επί της αξιοπιστίας αυτής και δίχως να καταλήγω σε οποιαδήποτε ευρήματα και συμπεράσματα. Το άρθρο 5Γ
(1)του Περί Προστασίας της Παραλίας Νόμου, Κεφ.59 μετά των συναφών τροποποιήσεων επί του οποίου στηρίζεται η κατηγορία που προσάπτεται στον κατηγορούμενο αφορά προνοεί ρητά τα εξής: "Κανένα πρόσωπο δεν δύναται να προβαίνει σε παροχή υπηρεσιών ή διευκολύνσεων στην παραλία χωρίς την προηγούμενη άδεια της οικείας αρχής και κατά παράβαση των όρων που διαλαμβάνει η άδεια αυτή·" Εκτός από τις έννοιες 'παροχής υπηρεσιών' και 'παροχής διευκολύνσεων' στις οποίες θα αναφερθώ στη συνέχεια, προσεχτική μελέτη των διατάξεων του άρθρου 5Γ
(1)του Κεφ.59 υποδεικνύει ότι η διάπραξη αδικήματος προϋποθέτει είτε την ανυπαρξία εκ των προτέρων άδειας είτε την παράβαση όρων άδειας που έχει εκ των προτέρων εξασφαλιστεί. Παρόλο ότι το λεκτικό του άρθρου χρησιμοποιεί τη συνδετική λέξη 'και' ανάμεσα των δύο ενδεχομένων, εντούτοις αυτό που φαίνεται ότι ο νομοθέτης είχε κατά νου είναι τη δημιουργία δύο διαζευκτικών αιτιών παραλείποντας όμως να χρησιμοποιήσει το διαζευκτικό γράμμα 'ή'. Η έννοια της 'παροχής υπηρεσιών' αποδίδεται μέσα από το άρθρο 2 του Κεφ.59 που είναι το ερμηνευτικό πλαίσιο της πιο πάνω νομοθεσίας όπου εξηγείται ότι σημαίνει την τοποθέτηση σε καθορισμένο σημείο της παραλίας κρεβατιών θάλασσας και ομπρελών για ενοικίαση ή παραχώρηση σε λουόμενους. Η δε έννοια της 'παροχής διευκολύνσεων' που επίσης δίδεται μέσα από το άρθρο 2 του Κεφ.59, καλύπτει την περίπτωση τοποθέτησης στην παραλία για ενοικίαση ή άλλου είδους εκμετάλλευση, ακάτων, ειδών θαλάσσιων αθλημάτων και άλλων αντικειμένων, συμπεριλαμβανομένης της χρησιμοποίησης ή τοποθέτησης στη θάλασσα ακάτων και άλλων αντικειμένων ή εγκαταστάσεων για σκοπούς διεξαγωγής οποιωνδήποτε θαλάσσιων αθλημάτων ή ψυχαγωγίας. Όπως προκύπτει από τον ορισμό και την περιγραφή των δύο πιο πάνω εννοιών, η 'παροχή υπηρεσιών' διαφέρει από την 'παροχή διευκολύνσεων'. Πρόκειται για δύο ξεχωριστές περιπτώσεις που η κάθε μια από μόνη της δύναται να οδηγήσει στη διάπραξη διαφορετικού αδικήματος. Πρόκειται για δύο ξεχωριστές επαγγελματικές δραστηριότητες που και οι δύο απαιτούν την εκ των προτέρων εξασφάλιση άδειας, το περιεχόμενο της οποίας όμως να διαφέρει αναλόγως της περίπτωσης που ισχύει. Αυτό γίνεται εύκολα αντιληπτό μέσα από μια εξόφθαλμη μελέτη του Τεκμηρίου 2, το περιεχόμενο του οποίου αποκλειστικά και εξ' ολοκλήρου περιγράφει και αναλύει τα αντικείμενα που αποτελούν 'παροχή διευκολύνσεων'. Η απόδειξη 'παροχής διευκολύνσεων' δεν αποτελεί προϋπόθεση ή συστατικό στοιχείο για την απόδειξη 'παροχής υπηρεσιών' και αντίστροφα. Η στοιχειοθέτηση έκαστου από αυτά αδικήματα δεν παραπέμπει στα ίδια συστατικά στοιχεία. Συνεπώς, το άρθρο 5Γ
(1)του Κεφ.59 ενσωματώνει τη δυνατότητα διάπραξης δύο διαφορετικών αδικημάτων και συγκεκριμένα:
(1)Όταν ο κατηγορούμενος - (α) προβαίνει σε παροχή υπηρεσιών, (β) στην παραλία, (γ) χωρίς προηγούμενη άδεια της οικείας αρχής ή κατά παράβαση των όρων που διαλαμβάνει η άδεια αυτή
(2)Όταν ο κατηγορούμενος - (α) προβαίνει σε παροχή διευκολύνσεων, (β) στην παραλία, (γ) χωρίς προηγούμενη άδεια της οικείας αρχής ή κατά παράβαση των όρων που διαλαμβάνει η άδεια αυτή. Είναι προφανές ότι όταν η κατηγορούσα αρχή αποφασίσει να κατηγορήσει κάποιον με βάση το άρθρο 5Γ
(1)θα πρέπει να επιλέξει το είδος του αδικήματος, δηλαδή κατά πόσο σχετίζεται με την 'παροχή διευκολύνσεων' ή με την 'παροχή υπηρεσιών'. Η μαρτυρία που απαιτείται να προσκομιστεί σε κάθε μια περίπτωση είναι διαφορετική. Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία που αφορά την 'παροχή υπηρεσιών'. Ωστόσο στις λεπτομέρειες αδικήματος εμφανώς προκαλείται σύγχυση καθότι σ' αυτές σημειώνεται ότι "Ο κατηγορούμενος ... ενώ ήταν υπεύθυνος παρείχε υπηρεσίες στην παραλία με το ταχύπλοο σκάφος με αρ. εγγραφής LL13418B κατά παράβαση των όρων της άδειας από την Αρμόδια Αρχή Τοπικής Διοίκησης, δηλαδή το Δημοτικό Συμβούλιο Πόλης Χρυσοχούς." Ενώ από την μία δίδεται η εντύπωση ότι ο κατηγορούμενος παρείχε υπηρεσίες στην παραλία του Λατσιού με ότι αυτό συνεπάγεται με βάση τον ορισμό που δίδεται από το άρθρο 2 του Κεφ.59, όπως εξάλλου είναι η αναφορά της κατηγορίας, από την άλλη στις λεπτομέρειες περιέχονται τέτοια στοιχεία που ουδεμία σχέση έχουν με την 'παροχή υπηρεσιών'. Οι λεπτομέρειες της κατηγορίας θα πρέπει να παρέχουν σαφή και επαρκή ενημέρωση για το υπόβαθρο που η κατηγορούσα αρχή σκοπεύει να αποδείξει την κατηγορία (Γεώργιος Ιωσηφίδης (Ππαϊλα) ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 204). Με γνώμονα αυτά, εξόφθαλμα παρατηρώ ότι η κατηγορούσα αρχή ουδεμία μαρτυρία προσκόμισε που να δείχνει ότι ο κατηγορούμενος τοποθέτησε σε οποιοδήποτε σημείο της παραλίας του Λατσιού κρεβάτια θάλασσας και ομπρέλες με σκοπό είτε την ενοικίαση τους είτε την παραχώρηση τους. Παράλληλα, οι λεπτομέρειες αδικήματος δεν αποκαλύπτουν μια σαφή και ξεκάθαρη κατ' ισχυρισμό αξιόποινη συμπεριφορά στον κατηγορούμενο μέσω της παροχής επαρκών στοιχείων. Όλες οι ουσιώδεις λεπτομέρειες πρέπει να περιλαμβάνονται στην κατηγορία. Κατηγορητήριο που περιέχει ανεπαρκείς αλλά και ασαφείς λεπτομέρειες και δημιουργεί έτσι μία αμφίβολη και συγκεχυμένη εικόνα της κατάστασης θεωρείται ελαττωματικό. Τυχόν μεταβολή του κατηγορητηρίου στο στάδιο αυτό δυνάμει του άρθρου 83
(1)του Κεφ.155 δεν μπορεί να αποκλείσει τον δυσμενή επηρεασμό δικαιωμάτων του κατηγορουμένου και γενικά του αρνητικού επηρεασμού στην υπεράσπιση του. Υπό το φως των πιο πάνω δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου στην κατηγορία που αντιμετωπίζει και ως εκ τούτου αυτός αθωώνεται και απαλλάσσεται σ' αυτή. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Interim Αναφορά: Ποινικό/Ενδιάμεση Απόφαση/Εκ πρώτης όψεως υπόθεση/Παροχή υπηρεσιών σε παραλία/ Άρθρο 5Γ
(1)του Κεφ.59 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.