Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Ευστάθιου Ευσταθίου κ.α., Αρ.Υπόθεσης: 1350/12, 20/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B93 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης: 1350/12 Μεταξύ Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου -ν-
- Ευστάθιου Ευσταθίου
- Δημήτριου Σωτηριάδη Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 20 Μαίου, 2014 Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Μανώλη (κος Νεοκλέους για ν' ακούσει απόφαση) Για Κατηγορούμενο 1: κ. Κ. Δημητρίου Κατηγορούμενος 1: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος 1 (στο εξής ο «Κατηγορούμενος») αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες και συγκεκριμένα την κατηγορία της αμελούς οδήγησης και την κατηγορία της στάθμευσης μηχανοκίνητου οχήματος επί πεζοδρομίου. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της πρώτης κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος την 04.12.10 στην οδό Ακαμαντίδος στην Πάφο, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής KNU 688 χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα και προκάλεσε δυστύχημα. Στις δε λεπτομέρειες αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας αναφέρεται ότι κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο της πρώτης κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος στάθμευσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής KNU 688 επί πεζοδρομίου. Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης στρεφόταν αρχικά και εναντίον του Δημήτρη Σωτηριάδη, όμως η Κατηγορούσα Αρχή πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας στις 10.04.14 καταχώρησε αναστολή της ποινικής δίωξης εναντίον του και ως εκ τούτου ο εν λόγω Δημήτρης Σωτηριάδης (Κατηγορούμενος 2) απαλλάχθηκε του αδικήματος που αντιμετώπιζε και αφορούσε κατηγορία για αμελή οδήγηση. Το εν λόγω πρόσωπο κλήθηκε στη συνέχεια και κατέθεσε ως μάρτυρας κατηγορίας. Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης της κάλεσε δύο μάρτυρες, ήτοι τον Αστ.2641 Χριστάκη Ανδρέου (ΜΚ1) και τον Δημήτρη Σωτηριάδη - Παραπονούμενο (ΜΚ2). Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του Κατηγορούμενου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ο Κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Η μαρτυρία του ήταν και η μόνη που προσκομίστηκε εκ μέρους της Υπεράσπισης. Μαρτυρία - Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσάχθηκε με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( Ζαβρού v.Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ 447, και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ σε εκείνα τα μέρη της τα οποία σχετίζονται με το επίδικο θέμα και είναι απαραίτητα για την αξιολόγηση της και την εξαγωγή των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Ο ΜΚ1 στην κυρίως εξέταση του, υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του ημερομηνίας 20.04.11, την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Στην κατάθεση του, Τεκμήριο 1, αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι είναι αποσπασμένος στην Τροχαία Πάφου στον κλάδο διερεύνησης δυστυχημάτων και είναι ο εξεταστής της υπόθεσης. Μετέβη στην σκηνή του δυστυχήματος μαζί με τον Αστ. 3882 Π. Φοινικαρίδη. Όταν έφθασε στην σκηνή του δυστυχήματος στην οδό Ακαμαντίδος, βρήκε τα δύο ενεχόμενα οχήματα, ήτοι το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής KNU688 το οποίο οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο (στο εξής το «όχημα του Κατηγορούμενου») και το μοτοποδήλατο HPN818 το οποίο οδηγείτο από τον Παραπονούμενο (στο εξής το «μοτοποδήλατο»). Στη σκηνή του δυστυχήματος βρισκόταν ο Κατηγορούμενος, όχι όμως και ο Παραπονούμενος ο οποίος λόγω των τραυμάτων του είχε μεταφερθεί στο Γ.Ν. Πάφου. Το όχημα του Κατηγορούμενου είχε μετακινηθεί από την τελική του θέση, ενώ το μοτοποδήλατο βρισκόταν στην τελική του θέση. Ακολούθως, ο ΜΚ1 στην παρουσία του Κατηγορούμενου ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος με το οποίο ο Κατηγορούμενος συμφώνησε και το υπέγραψε ως ορθό ( Τεκμήριο 2). Από το δυστύχημα το όχημα του Κατηγορούμενου υπέστη ζημιά στην μπροστινή δεξιά γωνία, στο φτερό, τον προφυλακτήρα και το καπό, ενώ το μοτοποδήλατο υπέστη ζημιές στο μπροστινό μέρος, το τιμόνι και είχε γδαρσίματα στη δεξιά πλευρά. Ο ΜΚΙ υπέδειξε και στον Παραπονούμενο στις 12.12.10 το πρόχειρο σχέδιο (Τεκμήριο 2) με το οποίο ο Παραπονούμενος συμφώνησε και το υπέγραψε ως ορθό. Περαιτέρω, ο ΜΚ1 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο την οποία και κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 και ως Τεκμήριο 4 κατέθεσε την γραπτή κατηγορία στην οποία ο Κατηγορούμενος απάντησε πως παραδέχεται ότι οδηγούσε χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα και προκάλεσε δυστύχημα. Ο ΜΚ1 έλαβε ανακριτική κατάθεση και από τον Παραπονούμενο, τον οποίο επίσης κατηγόρησε γραπτώς επί του ότι οδηγούσε χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα και προκάλεσε δυστύχημα. Ο Παραπονούμενος αρνήθηκε την κατηγορία. Ο ΜΚ1 ως προς τις συνθήκες που επικρατούσαν κατά την ώρα του δυστυχήματος, ανέφερε ότι επεσυνέβη κατά τη διάρκεια της ημέρας περί ώρα 13.15, ο καιρός ήταν αίθριος, η άσφαλτος ήταν στεγνή και καθαρή, το ανώτατο όριο ταχύτητας στην εν λόγω οδό είναι 50 Χ.Α.Ω, ο δρόμος στο σημείο του δυστυχήματος είναι ευθύς και επίπεδος και διαχωρίζεται σε δύο λωρίδες κυκλοφορίας από ζωγραφιστή νησίδα. Ανέφερε επίσης ότι κατά τον χρόνο του δυστυχήματος η τροχαία κίνηση ήταν πυκνή. Ο ΜΚ1 κατέθεσε ως Τεκμήριο 5 συμμετρικό σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος, το οποίο ετοίμασε με βάση το πρόχειρο σχέδιο (Τεκμήριο 2). Ανέφερε ότι το σημείο σύγκρουσης Χ, απέχει 3.20μ από την λίνια του αριστερού πεζοδρομίου με κατεύθυνση προς Χλώρακα και συνέβη εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς Χλώρακα. Το σημείο σύγκρουσης του το υπέδειξε ο Κατηγορούμενος και με αυτό συμφώνησε και ο Παραπονούμενος. Τέλος, ο ΜΚ1 ανέφερε πως με βάση το μαρτυρικό υλικό που συνέλλεξε το όχημα του Κατηγορούμενου ήταν σταθμευμένο στο αριστερό πεζοδρόμιο της οδού Ακαμαντίδος με κατεύθυνση προς Χλώρακα και ο Κατηγορούμενος εκκίνησε το όχημα του με δεξιά κλίση για να εισέλθει στην δρόμο αφού προηγουμένως του είχε δώσει προτεραιότητα όχημα το οποίο κινείτο στο δρόμο. Ο Κατηγορούμενος ανέκοψε την πορεία του μοτοποδηλάτου το οποίο οδηγείτο στην ίδια κατεύθυνση και κατά την στιγμή της σύγκρουσης προσπερνούσε από τα δεξιά την ουρά των οχημάτων που είχε σχηματιστεί λόγω της πυκνής τροχαίας κίνησης. Επίσης ανέφερε ότι η αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας είναι αρκετά πλατιά και υπήρχε χώρος για το μοτοποδήλατο να προσπεράσει από τα δεξιά την ουρά των οχημάτων. Θεώρησε δε ότι ο Κατηγορούμενος ευθύνεται για την πρόκληση του δυστυχήματος, διότι αν δεν παρενέβαινε στην ευθεία πορεία του μοτοποδηλάτου ανακόπτοντας την πορεία του, δεν θα επέρχετο το δυστύχημα. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 ανέφερε ότι δεν εντόπισε στη σκηνή του δυστυχήματος ίχνη τροχοπέδησης. Στην ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορούμενου κατά πόσο το μοτοποδήλατο κινείτο με ταχύτητα λαμβάνοντας υπόψη τις ζημιές του, ο ΜΚ1 απάντησε ότι δεν μπορεί από τις ζημιές μόνο να εξαχθεί συμπέρασμα σε σχέση με την ταχύτητα που κινείτο το μοτοποδήλατο. Ο ΜΚ1 σε σχέση με την πορεία που ακολουθούσε το μοτοποδήλατο ανέφερε ότι προσπερνούσε από τα δεξιά την ουρά που είχε σχηματιστεί από τα αυτοκίνητα, βρισκόταν εντός της αριστερής λωρίδας και ακολουθούσε ευθεία πορεία. Ερωτηθείς αν ο Παραπονούμενος κατηγορήθηκε για αμελή οδήγηση, απάντησε ότι όταν ετοίμασε τον φάκελο της υπόθεσης με τις εισηγήσεις του, μετά από περαιτέρω μελέτη που έγινε από τους ανώτερους του, δόθηκαν οδηγίες όπως ασκηθεί ποινική δίωξη και εναντίον του Παραπονούμενου για αμελή οδήγηση. Ο ΜΚ1 κατέθεσε ως Τεκμήριο 6 το ημερολόγιο ενεργείας στο οποίο περιλαμβάνονται οι σχετικές οδηγίες. Στην ερώτηση του κ. Δημητρίου σε τι συνίστατο η αμέλεια του Παραπονούμενου, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι οι ανώτεροι του αποφάνθηκαν πως αν οδηγούσε το μοτοποδήλατο με τη δέουσα προσοχή δεν θα προκαλείτο το δυστύχημα. Αναφορικά με την αμέλεια του Κατηγορούμενου, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι η αμέλεια του συνίστατο στο ότι δεν έλεγξε επαρκώς την τροχαία κίνηση με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία του μοτοποδηλάτου. Σε ερώτηση του κ. Δημητρίου, απάντησε ότι η ουρά των οχημάτων εκτεινόταν πέραν του σημείου σύγκρουσης και ανέφερε ότι το γεγονός ότι υπήρχε πυκνή τροχαία κίνηση ενδεχομένως να εμπόδιζε σε κάποιο βαθμό την ορατότητα του Κατηγορούμενου. Διευκρίνισε όμως ότι δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει τον βαθμό που μπορούσε να περιοριστεί η ορατότητα του Κατηγορούμενου. Αποκόμισα θετική εντύπωση από την μαρτυρία του ΜΚ1 και την όλη του παρουσία στο εδώλιο του μάρτυρα. Ο ΜΚ1 επί το πλείστον κατέθεσε για τις ενέργειες στις οποίες προέβηκε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, απάντησε με ευθύτητα όλες τις ερωτήσεις που του τέθηκαν και δεν διέκρινα ότι είχε οποιοδήποτε λόγο για να βλάψει ή να προωθήσει την μία ή την άλλη πλευρά αντίστοιχα. Άλλωστε, η αμεροληψία του ΜΚ1 δεν αμφισβητήθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο από την Υπεράσπιση. Παρά τα πιο πάνω αναφερόμενα, υπάρχουν μέρη της μαρτυρίας του τα οποία δεν μπορώ να κάνω αποδεκτά. Αναφέρομαι συγκεκριμένα σε εκείνα τα μέρη της μαρτυρίας του, όπου ο ΜΚ1 αναφέρει την γνώμη του σε σχέση με το ποιος ευθύνεται για το επίδικο δυστύχημα και στο πού εντοπίζεται η ευθύνη. Ο ΜΚ1, όπως και ο ίδιος ανέφερε, έφθασε στην σκηνή του δυστυχήματος μετά το δυστύχημα. Επομένως, όσα αναφέρει σε σχέση με την ευθύνη αποτελούν την γνώμη και τα συμπεράσματα του ΜΚ1, τα οποία δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Ως γνωστό οι μάρτυρες είναι μάρτυρες γεγονότων και δεν επιτρέπεται να εκφέρουν την γνώμη τους, πλην εξαιρέσεων οι οποίες εν προκειμένω δεν συντρέχουν. Κατά τα λοιπά και με εξαίρεση τα αμέσως πιο πάνω αναφερόμενα, αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΚ
- Ο Παραπονούμενος, πρώην Κατηγορούμενος 2, κατέθεσε ως ΜΚ
- Ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9 ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, υιοθέτησε το περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης που έδωσε στην Αστυνομία την οποία και κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Στην εν λόγω κατάθεση ο Παραπονούμενος αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι οδηγούσε το μοτοποδήλατο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της οδού Ακαμαντίδος με κατεύθυνση προς Χλώρακα. Η ταχύτητα του ήταν γύρω στα 35-40 Χ.Α.Ω και στον δρόμο υπήρχε πυκνή τροχαία κίνηση με τα αυτοκίνητα να σχηματίζουν ουρά. Λόγω του ότι ο δρόμος είναι πλατύς, ο Παραπονούμενος προσπερνούσε την ουρά των οχημάτων από τα δεξιά ευρισκόμενος εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας. Σε κάποιο σημείο του δρόμου πρόσεξε ένα όχημα, το οποίο ήταν στην ουρά, να δίδει προτεραιότητα στο όχημα του Κατηγορούμενου το οποίο βρισκόταν στο αριστερό πεζοδρόμιο σύμφωνα με την πορεία του Παραπονούμενου. Το όχημα του Κατηγορούμενου εισήλθε στο δρόμο, ανέκοψε την πορεία του Παραπονούμενου και συγκρούστηκε με το μοτοποδήλατο του. Ο Παραπονούμενος από τη σύγκρουση υπέστη διάφορα τραύματα και μεταφέρθηκε στο Γ.Ν. Πάφου για νοσηλεία. Αντεξεταζόμενος είπε ότι δεν θυμάται αν προσπέρασε μόνο ένα ή περισσότερα οχήματα και σε σχετική ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορούμενου απάντησε ότι η σύγκρουση έγινε την στιγμή που προσπερνούσε. Ερωτηθείς κατά πόσο μπορούσε να δει πάνω από την καμπίνα του τελευταίου αυτοκινήτου που προσπέρασε πριν την σύγκρουση, ο Παραπονούμενος απάντησε αρνητικά. Ο Παραπονούμενος αρνήθηκε υποβολή του κ. Δημητρίου ότι για το επίδικο ατύχημα φέρει ευθύνη ο ίδιος και τέλος διευκρίνισε ότι τα οχήματα τα προσπερνούσε σε ευθεία γραμμή, χωρίς κάθε φορά που προσπερνούσε ένα όχημα να εισέρχεται και να εξέρχεται της ουράς. Ο Παραπονούμενος μου προξένησε θετική εντύπωση. Απαντούσε με φυσικότητα και κατά την αντεξέταση του δεν αμφισβητήθηκε επί της ουσίας η μαρτυρία του. Άλλωστε, όσον αφορά τα πλείστα των πραγματικών γεγονότων που περιβάλλουν το επίδικο δυστύχημα, δεν υπάρχουν ουσιαστικές διαφορές ανάμεσα στον Παραπονούμενο και τον Κατηγορούμενο. Εκεί όπου ουσιαστικά υπάρχει διαφορά, είναι ως προς το ποιος εκ των δυο ευθύνεται για το δυστύχημα. Αυτό όμως αποτελεί έργο του Δικαστηρίου και οι απόψεις που εκφράζουν οι μάρτυρες δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, καθώς τέτοια μαρτυρία ως μαρτυρία γνώμης δεν είναι νομικά αποδεκτή. Κατά συνέπεια, με εξαίρεση τα σημεία εκείνα της μαρτυρίας του Παραπονούμενου στα οποία αναφέρεται στο ζήτημα της ευθύνης και τα οποία αποτελούν μαρτυρία γνώμης, αποδέχομαι την υπόλοιπη μαρτυρία του. Ο Κατηγορούμενος υιοθέτησε, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9 ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την ανακριτική κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία (Τεκμήριο 3). Στην εν λόγω κατάθεση ο Κατηγορούμενος ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι το όχημα του ήταν σταθμευμένο έξω από το κατάστημά του στο αριστερό πεζοδρόμιο της οδού Ακαμαντίδος με κατεύθυνση προς Χλώρακα. Ο Κατηγορούμενος με το δεξί σηματοδότη του οχήματος του έδειξε την πρόθεση του να εισέλθει στο δρόμο, στον οποίο υπήρχε πυκνή τροχαία κίνηση και τα οχήματα σχημάτιζαν ουρά. Το όχημα με αρ. εγγραφής ΕΝΧ 095 έδωσε προτεραιότητα στο όχημα του Κατηγορούμενου, για να εισέλθει στο δρόμο. Ο Κατηγορούμενος, αφού έλεγξε ότι μπορούσε να εισέλθει στο δρόμο, εκκίνησε το όχημα του με χαμηλή ταχύτητα και δεξιά κλίση. Όταν έφθασε περίπου στο μέσο της αριστερής λωρίδας, σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε, και είχε σχεδόν ευθυγραμμίσει το όχημα του για να ξεκινήσει την πορεία του προς Χλώρακα, δέχθηκε κτύπημα στο μπροστινό δεξιό φτερό από το μοτοποδήλατο το οποίο ερχόταν από τα δεξιά, σύμφωνα με την πορεία του οχήματος του Κατηγορούμενου, προσπερνώντας την ουρά που σχηματίστηκε από τα αυτοκίνητα. Κατά την αντεξέταση του ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι το όχημα του ήταν σταθμευμένο μετά το πεζοδρόμιο στο «πάρκινγκ» του καταστήματος του και διευκρίνισε ότι η αναφορά στην κατάθεση του (Τεκμήριο 3) ότι ο δρόμος προσφερόταν για να εισέλθει σε αυτόν, λέχθηκε υπό την έννοια ότι του δόθηκε προτεραιότητα από άλλο οδηγό για να εισέλθει στον δρόμο. Περαιτέρω, ανέφερε ότι όταν το όχημα του ήταν στη διαδικασία ευθυγράμμισης για να ξεκινήσει την πορεία του προς Χλώρακα, χωρίς να δει οτιδήποτε άκουσε θόρυβο («μπαμ» όπως χαρακτηριστικά δήλωσε) και αντιλήφθηκε ότι το μοτοποδήλατο κτύπησε στο όχημα του. Σε υποβολή της ευπαίδευτης συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ότι δεν έλεγξε ικανοποιητικά την τροχαία κίνηση πριν εισέλθει στο δρόμο και για αυτόν τον λόγο επήλθε η σύγκρουση με το μοτοποδήλατο, ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι έλεγξε, αλλά ο Παραπονούμενος έτρεχε με τόση μεγάλη ταχύτητα που δεν πρόλαβε καν να δει ότι ερχόταν από τα δεξιά και προσπερνούσε. Τέλος, αρνήθηκε την υποβολή της κας. Μανώλη ότι φέρει αποκλειστικά την ευθύνη για το επίδικο δυστύχημα. Όπως ανέφερα και πιο πάνω κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας του Παραπονούμενου, ως προς τα πλείστα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν το επίδικο δυστύχημα δεν υπάρχουν ουσιαστικές διαφορές μεταξύ του Κατηγορούμενου και του Παραπονούμενου. Παρατηρώ ωστόσο ότι στην μαρτυρία του Κατηγορούμενου εντοπίζονται τέτοιες αντιφάσεις, οι οποίες κλονίζουν την αξιοπιστία του με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μην μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία του. Συγκεκριμένα, ενώ ο Κατηγορούμενος υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του το περιεχόμενο της ανακριτικής του κατάθεσης (Τεκμήριο 3) στη συνέχεια κατά την αντεξέταση του διαφοροποιήθηκε από ένα ουσιώδες σημείο σε σχέση με την δεύτερη κατηγορία που αντιμετωπίζει. Πιο συγκεκριμένα, ενώ στη κατάθεση του (Τεκμήριο 3) δήλωσε ρητά ότι το όχημα του ήταν σταθμευμένο στο αριστερό πεζοδρόμιο της οδού Ακαμαντίδος έξω από το κατάστημα του, στην αντεξέταση του διαφοροποιήθηκε και δήλωσε ότι το όχημα ήταν παρκαρισμένο μετά από το πεζοδρόμιο μέσα στο «πάρκινγκ» του καταστήματος του. Περαιτέρω, στην αντεξέταση του δήλωσε ότι δεν είδε το μοτοποδήλατο και απλά άκουσε ένα «μπαμ» για να υποστηρίξει στη συνέχεια ότι το μοτοποδήλατο έτρεχε με τόση ταχύτητα που δεν πρόλαβε να το δει. Στην κατάθεση του όμως (Τεκμήριο 3) δεν κάνει οποιαδήποτε αναφορά στην ταχύτητα του μοτοποδηλάτου. Αντιθέτως ο Κατηγορούμενος περιορίστηκε στη δήλωση ότι από τη στιγμή που εκκίνησε, το μοτοποδήλατο δεν ήταν εντός της ορατότητας του. Οι πιο πάνω αναφορές του Κατηγορούμενου, οι οποίες έγιναν για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση του, καταδεικνύουν κατά την άποψη μου, ότι αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις του στην προσπάθεια του να αποποιηθεί οποιασδήποτε ευθύνης για την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος. Ευρήματα Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 04.12.10 και περί ώρα 13.15, το όχημα του Κατηγορούμενου ήταν σταθμευμένο στο αριστερό πεζοδρόμιο επί της οδού Ακαμαντίδος στην Πάφο με κατεύθυνση προς Χλώρακα. Υπήρχε κατά τον επίδικο χρόνο πυκνή τροχαία κίνηση και τα οχήματα που κινούνταν στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς Χλώρακα σχημάτιζαν ουρά. Όχημα, το οποίο βρισκόταν στην ουρά, έδωσε προτεραιότητα στο όχημα του Κατηγορούμενου, το οποίο εισήλθε στο δρόμο με δεξιά κλίση και αφού διένυσε απόσταση 3.20μ από την λίνια του αριστερού πεζοδρομίου συγκρούστηκε με το μοτοποδήλατο που οδηγούσε ο Παραπονούμενος ο οποίος, κατευθυνόμενος προς Χλώρακα, προσπερνούσε σε ευθεία γραμμή από τα δεξιά την ουρά που είχε σχηματιστεί από τα οχήματα. Η σύγκρουση επεσυνέβη σε απόσταση 3.20μ. από την λίνια του αριστερού πεζοδρομίου της οδού Ακαμαντίδος με κατεύθυνση προς Χλώρακα. Από το δυστύχημα τραυματίστηκε ο Παραπονούμενος και υπέστησαν ζημιές τόσο το όχημα όσο και το μοτοποδήλατο. Συγκεκριμένα το όχημα του Κατηγορούμενου υπέστη ζημιά στην μπροστινή δεξιά γωνία, στο φτερό, τον προφυλακτήρα και το καπό, ενώ το μοτοποδήλατο υπέστη ζημιές στο μπροστινό μέρος, το τιμόνι και είχε γδαρσίματα στη δεξιά πλευρά Αποτελεί επίσης εύρημα μου ότι η οδός Ακαμαντίδος, στο σημείο που επεσυνέβη το δυστύχημα είναι ευθεία και επίπεδη, η αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς Χλώρακα είναι πλατιά, διαχωρίζεται με ζωγραφιστή νησίδα σε δύο λωρίδες κυκλοφορίας (μία για κάθε κατεύθυνση) και το ανώτατο όριο ταχύτητας είναι 50 Χ.Α.Ω. Τέλος, κατά τον χρόνο του δυστυχήματος ο καιρός ήταν αίθριος και η άσφαλτος στεγνή και καθαρή. Νομική Πτυχή Το αδίκημα της αμελούς οδήγησης έχει τύχει πλούσιας και εκτεταμένης ανάλυσης από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σε μια κατηγορία για αμελές οδήγημα η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος δεν ενήργησε ως συνετός και προσεκτικός οδηγός και όχι ως ένας τέλειος οδηγός. Στην Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 202 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την αμέλεια (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Η αμέλεια σύγκειται στην παράλειψη εκπληρώσεως του καθήκοντος μέριμνας και φροντίδας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, τον γείτονα, όπως επιγραμματικά αναφέρεται στην απόφαση του Λόρδου Atkin στην υπόθεση Donoghue v. Stevenson
(1932)A.C. 562. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο, ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί- α) η φύση του καθήκοντος, και β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια.» Είναι νομολογημένο ότι για τον καθορισμό της αμέλειας, το μέτρο με το οποίο κρίνονται οι πράξεις προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο, είναι εκείνο του μέσου συνετού ανθρώπου, και ο προσδιορισμός του καθήκοντος ενός εκάστου ποικίλλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή. Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 68 ειπώθηκαν τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παραβίαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/1972, είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι τέλειου οδηγού.» Όπως προκύπτει και από τη σχετική Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου v. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R 188). Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (Αργυρού v.Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ 378). Αναφορικά με τη δεύτερη κατηγορία, σχετικός είναι ο Κανονισμός 58
(9)(vi) των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Κανονισμών του 1984, ως έχουν μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ο οποίος διαλαμβάνει τα ακόλουθα: "
(9)Πρόσωπο το οποίο οδηγεί ή έχει την ευθύνη ή τον έλεγχο μηχανοκίνητου οχήματος σε οποιοδήποτε δρόμο, οφείλει να μη σταθμεύει το όχημα ούτε εγκαταλείπει αυτό- .................... (vi) πάνω σε πεζοδρόμιο ή πεζόδρομο". Βάρος απόδειξης Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι ( Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε πιο πάνω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Συμπεράσματα Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, δηλαδή την μαρτυρία που έχω κρίνει ως αποδεκτή, την νομική πτυχή, το βάρος απόδειξης και τα ευρήματα, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος. Όπως έχει κατ' επανάληψη ειπωθεί, το καθήκον για την λήψη προφυλακτικών μέτρων μορφοποιείται ενόψει κινδύνου ο οποίος διαφαίνεται κατά λογική πρόβλεψη (Βίκης v.Νεοφύτου
(1990)1 Α.Α.Δ 350). Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, αποκαλύπτουν ότι ο κίνδυνος ήταν εύλογα προβλεπτός και αναμενόμενος. Στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς Χλώρακα υπήρχε πυκνή τροχαία κίνηση ένεκα της οποίας σχηματίστηκε ουρά από οχήματα. Ο Κατηγορούμενος, ο οποίος εισήλθε στο δρόμο διαμέσου της ουράς των οχημάτων, όφειλε να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός καθώς, ήταν ορατό το ενδεχόμενο προσπεράσματος της ουράς των οχημάτων από μοτοποδήλατο. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω ο Κατηγορούμενος όφειλε να λάμβανε κάθε δυνατή προφύλαξη, εισερχόμενος αργά στο δρόμο, έτσι ώστε να αποκλείσει ή να περιορίσει στον ελάχιστο δυνατό βαθμό το ενδεχόμενο παρεμβολής του στην πορεία άλλου οχήματος που μπορεί να προσπερνούσε. Στην παρούσα περίπτωση και με βάση την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος δεν ενήργησε με τη δέουσα προσοχή και παρατηρητικότητα. Σύμφωνα με την μαρτυρία του Κατηγορούμενου δεν είδε το μοτοποδήλατο πριν τη σύγκρουση, ενώ στην αντεξέταση του διευκρίνισε ότι η αναφορά του στην κατάθεση του (Τεκμήριο 3) ότι έλεγξε τον δρόμο και προσφερόταν για να «βγει», ειπώθηκε υπό την έννοια ότι του δόθηκε προτεραιότητα για να εισέλθει στο δρόμο από όχημα που ήταν στην ουρά. Περαιτέρω, σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία του ΜΚ1, ο δρόμος στο σημείο που επεσυνέβη το δυστύχημα είναι ευθύς και επίπεδος. Επομένως, αν ο Κατηγορούμενος προσπαθούσε πράγματι να ελέγξει την κίνηση στο δρόμο τότε θα εντόπιζε το μοτοποδήλατο. Στην υπόθεση Κυριάκου v. Λοιζίδη
(1999)1Α Α.Α.Δ 414, λέχθηκαν τα ακόλουθα, τα οποία θεωρώ ότι είναι απολύτως σχετικά με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Στην προκείμενη περίπτωση ο εφεσίβλητος ήταν, κατά την κρίση μας, αμελής. Γιατί ήταν προβλεπτό το προσπέρασμα από μοτοσυκλέτα. Είναι στους δρόμους μας σήμερα όχι μόνο γνωστό αλλά και συχνό φαινόμενο. Και όφειλε, έχοντας το αυτό κατά νου, να έβγαινε διαμέσου της ουράς των αυτοκινήτων με κάθε δυνατή προφύλαξη: να ξεπρόβαλλε με πολύ αργό ρυθμό και, σε πρώτο στάδιο, σε μόνο μικρό βαθμό, ακόμα και να σταματούσε, έστω για λίγο, για να δώσει την ευκαιρία σε οδηγό που προσπερνούσε να τον αντιληφθεί ώστε να λάβει μέτρα αποφυγής της σύγκρουσης.» Επιπρόσθετα, το σημείο όπου επεσυνέβη η σύγκρουση, ήτοι σε απόσταση 3.20μ από την λίνια του αριστερού πεζοδρομίου, δεικνύει ότι ο Κατηγορούμενος στην προσπάθεια του να εισέλθει στο δρόμο και να ευθυγραμμίσει το όχημα του κινήθηκε πέραν της έκτασης που κατελάμβανε η ουρά των οχημάτων. Αυτό προκύπτει και ως θέμα κοινής λογικής, αφού αν ο Κατηγορούμενος εισερχόμενος στο δρόμο δεν κινείτο πέραν του χώρου που κατελάμβανε η ουρά των οχημάτων, τότε δεν θα επερχόταν και η σύγκρουση καθώς το μοτοποδήλατο είχε ήδη προσπεράσει οχήματα που ήταν στην ουρά πριν το σημείο σύγκρουσης. Επομένως, ο Κατηγορούμενος όφειλε εισερχόμενος στο δρόμο να παραμείνει εντός των πλαισίων της ουράς που σχηματίστηκε από τα οχήματα και όχι να κινηθεί δεξιότερα αυτής όπως συνέβη εν προκειμένω. Από τη στιγμή δε που κινήθηκε σε χώρο που δεν καταλαμβανόταν από την ουρά των οχημάτων, όφειλε να βεβαιωθεί ότι ήταν ασφαλές να το πράξει. Ο Κατηγορούμενος όμως, όπως αναφέρω και πιο πάνω, κινήθηκε δεξιότερα της ουράς των οχημάτων, χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι ήταν ασφαλές με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία του μοτοποδηλάτου. Στο σημείο αυτό, ίσως εκ του περισσού, θα ήθελα να ξεκαθαρίσω ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης δεν εξετάζει ζήτημα ενδεχόμενης ευθύνης και του Παραπονούμενου αλλά περιορίζεται η εξέταση στο κατά πόσο ο Κατηγορούμενος υπήρξε αμελής. Αναφορικά με τη δεύτερη κατηγορία, ο κ. Δημητρίου στην τελική του αγόρευση εισηγήθηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί καθώς η Κατηγορούσα Αρχή δεν προσκόμισε μαρτυρία σε σχέση με αυτήν. Επίσης, ο κ. Δημητρίου είπε ότι ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι το όχημα βρισκόταν στο «πάρκινγκ» του καταστήματος του και δεν αντεξετάστηκε επί του σημείου αυτού. Όπως ανέφερα πιο πάνω κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου, ο τελευταίος στην κατάθεση του (Τεκμήριο 3), την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, δήλωσε ότι είχε σταθμεύσει το όχημα του στο πεζοδρόμιο έξω από το κατάστημα του. Το γεγονός αυτό προφανώς διέλαθε της προσοχής του ευπαίδευτου συνηγόρου του. Κατά συνέπεια ενώπιον του Δικαστηρίου υπήρχε μαρτυρία, ότι ο Κατηγορούμενος στάθμευσε το όχημα του επί πεζοδρομίου και η μαρτυρία αυτή προερχόταν τόσο από τον Κατηγορούμενο όσο και από τον Παραπονούμενο. Υπό το φως των πιο πάνω και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, θεωρώ ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος. Κατά συνέπεια ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 1 και 2. (Υπ.) ............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο