Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΑΝΤΩΝΗΣ ΠΙΤΤΟΚΟΠΙΤΗΣ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 172/2011, 2/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B102 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 172/2011 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v.
- ΑΝΤΩΝΗΣ ΠΙΤΤΟΚΟΠΙΤΗΣ
- ΣΟΦΟΚΛΗΣ ΠΙΤΤΟΚΟΠΙΤΗΣ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 02.06.14 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Σ. Συμεού Για Κατηγορουμένους 1 και 2: κος Γ. Δημητριάδης Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει κατηγορία της εισόδου σε ξένη περιουσία με σκοπό να οχλήσει κατά παράβαση του άρθρου 280 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων (πρώτη κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος 1 κατηγορείται ότι στις 15.07.10 στην τοποθεσία 'Κάμπος', έδαφος του χωριού Ίννεια της επαρχίας Πάφου, παράνομα εισήλθε στο χωράφι του Χριστόδουλου Λεωνίδα από την Ίννεια με σκοπό να ενοχλήσει. Ο δε κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει κατηγορία της απειλής βιαιοπραγίας κατά παράβαση του άρθρου 91(γ) του Κεφ.154 (δεύτερη κατηγορία). Με βάση τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος 2 κατηγορείται ότι κατά τον ίδιο χρόνο και τοποθεσία με πιο πάνω απείλησε το προαναφερόμενο άτομο ότι θα επαγάγει βλάβη στο πρόσωπο του με τη φράση "Όπου και να πάεις θα πληρώσω να σε φάσει." Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής ακούστηκε μαρτυρία από 3 μάρτυρες και συγκεκριμένα από τον Χριστόδουλο Λεωνίδα (ΜΚ1), παραπονούμενο στην υπόθεση αυτή, από την Γιαννούλα Αχιλλέως Χριστοδούλου (ΜΚ2), μητέρα του παραπονούμενου και από την αστυνομικό εξεταστή της υπόθεσης, Γ/Αστυφύλακα 3739 Μαρία Ηλία (ΜΚ3). Παράλληλα, παρουσιάστηκαν 3 τεκμήρια από τα οποία το Τεκμήριο 2 που είναι η γραπτή κατάθεση ημερομηνίας 19.10.10 του Λοχία 3897 Νεόφυτου Ιωαννίδη, κατόπιν έγκρισης του Δικαστηρίου, κατατέθηκε από κοινού με τα μέρη να αποδέχονται το περιεχόμενο της ως αληθές. Περαιτέρω, κατά την παρουσίαση της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής δηλώθηκαν εκ συμφώνου από τα μέρη ως παραδεκτά γεγονότα ότι στις 24.08.10 ο αστυφύλακας 2087 Γιώργος Τσιουπής έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 1 και ότι την ίδια ημέρα ο κατηγορούμενος 1 κατηγορήθηκε γραπτώς στην κατηγορία που αντιμετωπίζει μέσα από τον παρόν κατηγορητήριο. Τα εν λόγω παραδεκτά γεγονότα εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, όπως προκύπτει από την μαρτυρία των προαναφερθέντων μαρτύρων, συνοψίζεται ως εξής: Ο ΜΚ1 κατά την διάρκεια της κυρίως εξέτασης του παρουσίασε ως μέρος αυτής την γραπτή κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία στις 16.07.10 σαν Τεκμήριο 1 μέσα από την οποία αφού σημειώνει το ιστορικό κακών σχέσεων που έχει με τους κατηγορουμένους 1 και 2 και το ότι το τεμάχιο του γειτνιάζει με το δικό τους, αναφέρει ότι εκείνη την ημέρα είχε πληροφορηθεί ότι στο τεμάχιο του θα έρχονταν λειτουργοί του Τμήματος Κτηματολογίου μετά από αίτηση του κατηγορουμένου 1 για να τους υποδείξουν τα σύνορα των τεμαχίων τους και το κατά πόσο ο κατηγορούμενος 1 έχει δικαίωμα διάβασης από το μονοπάτι που σύμφωνα με τον ίδιο διαπερνάει μέσω του τεμαχίου του. Ενώ περπατούσε είδε τον κατηγορούμενο 1 να εισέρχεται πεζός στο τεμάχιο του μαζί με τον θείο του και κάποιο υπάλληλο του Τμήματος Κτηματολογίου. Παρόλο ότι ζήτησε ευγενικά δύο φορές από τον κατηγορούμενο 1 να εξέλθει του τεμαχίου, εντούτοις αυτός αρνήθηκε να το πράξει. Ο λειτουργός του Τμήματος Κτηματολογίου τότε αποχώρησε από το μέρος όπως και ο θείος του μαζί με τον κατηγορούμενο
- Προχωρώντας προς την άνω μεριά του τεμαχίου του για να ελέγξει την άρδευση σ' αυτό άκουσε κάποιον να του φωνάζει "Όπου και να πάεις θα πληρώσω να σε φάσει." Αμέσως γύρισε πίσω και πρόσεξε ότι αυτός που εκστόμισε την φράση ήταν ο κατηγορούμενος
- Τότε ο παραπονούμενος απάντησε ειρωνικά στον κατηγορούμενο 2 λέγοντας του "Είναι λίγα τα λεφτά σου." Στη δια ζώσης μαρτυρία της κυρίως εξέτασης του ο εν λόγω μάρτυρας αφού υπέδειξε τους δύο κατηγορουμένους ως τα πρόσωπα στα οποία κάνει αναφορά στο Τεκμήριο 1, είπε και για προηγούμενη μεταξύ τους υπόθεση η οποία φαίνεται να τραβά το δρόμο της δικαιοσύνης. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1, ανάμεσα σ' άλλα, συμφώνησε με τον συνήγορο υπεράσπισης ότι δεν διατηρούσε τις καλύτερες σχέσεις με τους κατηγορουμένους. Ερχόμενος την ημέρα του επιδίκου περιστατικού ο ΜΚ1 ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος 1 μετέβηκε στο χώρο μαζί με τον κτηματολογικό λειτουργό για σκοπούς επιτόπιας εξέτασης. Επανέλαβε δε τη θέση του ότι παρά το γεγονός ότι τον κάλεσε δύο φορές ευγενικά να εξέλθει του τεμαχίου του, εντούτοις αυτός αρνήθηκε να συμμορφωθεί. Ωστόσο, όπως ο ίδιος είπε, ο κατηγορούμενος 1 αποχώρησε όταν έφυγε ο κτηματολογικός λειτουργός και είχε ειδοποιήσει τελικά την αστυνομία να μην μεταβεί στο χώρο καθότι λειτουργός του κτηματολογίου αδυνατούσε να διεκπεραιώσει την εργασία για την οποία ήλθε επί τόπου. Επιπλέον, ο ΜΚ1 ανάφερε ότι ενώ προχωρούσε προς τη μηχανή που πότιζε το τεμάχιο του άκουσε κάποιον να του λέει "Όπου και να πάεις θα πληρώσω να σε φάσει." Αμέσως γύρισε προς το μέρος που ακούστηκε η φωνή και πρόσεξε ότι στα 4-5 μέτρα τον κατηγορούμενο 2 να κάθεται κάτω από ένα δέντρο χωρίς να υπάρχει άλλο άτομο στην περιοχή. Στην κυρίως εξέταση της η ΜΚ2 ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του επιδίκου τεμαχίου το οποίο όμως διαχειρίζεται ο παραπονούμενος εδώ και 12 χρόνια μετά από δική της συγκατάθεση. Σε σχέση με το επίδικο περιστατικό, η εν λόγω μάρτυρας διευκρίνισε ότι δεν ήταν παρούσα όταν αυτό διαδραματίστηκε. Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας αυτή δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως ότι γνωρίζει για το συγκεκριμένο περιστατικό προέρχεται από ενημέρωση που η ίδια έτυχε από τον παραπονούμενο αφού η ίδια τη δεδομένη εκείνη στιγμή δεν ήταν εκεί αλλά μετέβηκε σε μεταγενέστερο χρόνο. Η ΜΚ3 στη γραπτή κατάθεση της ημερομηνίας 21.10.10, η οποία κατατέθηκε στην παρούσα διαδικασία ως Τεκμήριο 3 σαν μέρος της κυρίως εξέτασης της, αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι στις 16.07.10, στα πλαίσια λήψης ανακριτικής κατάθεσης από τον παραπονούμενο μετά από καταγγελία που έγινε εναντίον του από τον κατηγορούμενο 1, ο παραπονούμενος της ανάφερε την εκδοχή του σχετικά με το επίδικο περιστατικό. Επίσης, η εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι στις 31.07.10 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο 2 για τη διάπραξη του αδικήματος της απειλής εναντίον του παραπονούμενου και αφού του επέστηεσε την προσοχή στο νόμο αυτός απάντησε "Δεν παραδέχομαι την κατηγορία είναι εντελώς ψέμα. Ούτε από κοντά τον είδα, ούτε του είπα έτσι κουβέντα." Η δε γραπτή κατάθεση του Λοχία 3897 Ν. Ιωαννίδη ημερομηνίας 19.10.10, η οποία κατατέθηκε από κοινού ως Τεκμήριο 2 με τα μέρη να αποδέχονται το περιεχόμενο της ως αληθές, σημειώνει, μεταξύ άλλων, ότι στις 15.07.10 και περί ώρα 16:30 ενώ ο ίδιος βρισκόταν σε περιπολία με τον Ε/Α 5422 έλαβε τηλεφώνημα από την ΜΚ3 να μεταβεί στην τοποθεσία 'Κάμπος' στο χωριό Ίννεια της επαρχίας Πάφου επειδή ο κατηγορούμενος 1 χρειαζόταν την βοήθεια της αστυνομίας σε διεξαγωγής οριοθέτηση σε χωράφι του από λειτουργό της χωρομετρίας. Ενώ ο εν λόγω λοχίας βρισκόταν καθ' οδό στον πιο πάνω προορισμό μαζί με τον συνάδελφο του και ο τελευταίος τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο 1 για να του εξηγήσει επ' ακριβώς το μέρος, ο κατηγορούμενος 1 του είπε ότι η παρουσία τους δεν ήταν πλέον αναγκαία και έτσι επέστρεψαν στον αστυνομικό σταθμό Πόλης Χρυσοχούς. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως εισηγήθηκε, με βάση το άρθρο 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν και ότι το Δικαστήριο πρέπει να τους αθωώσει σε αυτό το στάδιο. Σε σχέση με την πρώτη κατηγορία είναι η θέση του εν λόγω συνηγόρου ότι ο κατηγορούμενος 1 βρισκόταν στο χώρο με κτηματολογικό λειτουργό για συγκεκριμένο σκοπό στα πλαίσια εξέτασης αίτησης συνοριακής διαφοράς. Είναι ακόμη η θέση του εν λόγω συνηγόρου ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν βρισκόταν κατά τον επίδικο χρόνο εντός του τεμαχίου του παραπονούμενου. Επίσης, ο κύριος Δημητριάδης ευσεβάστως υπέβαλε ότι επειδή εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του επιδίκου τεμαχίου είναι η μητέρα του ΜΚ1 το παράπονο-καταγγελία στην αστυνομία δεν θα έπρεπε να προερχόταν από τον ΜΚ1 αλλά από την μητέρα του η οποία αυτή έπρεπε να είχε την ταυτότητα του παραπονούμενου. Αναφορικά με την δεύτερη κατηγορία, ο εν λόγω συνήγορος δήλωσε πως από την μαρτυρία που προσκομίστηκε δεν έχουν αποδειχτεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Από την άλλη ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι μέσα από τη μαρτυρία που προσκομίστηκε έχουν αποδειχτεί όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων των κατηγοριών του κατηγορητηρίου και γι' αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να καλέσει και τους δύο κατηγορουμένους σε απολογία στις εν λόγω κατηγορίες. Μέσα από τη δική του νομική επιχειρηματολογία ο κύριος Συμεού ευσεβάστως επισήμανε ότι το λεκτικό της επίμαχης φράσης που αποδίδεται ότι την εκστόμισε ο κατηγορούμενος 2 εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 91(γ) του Κεφ.154. Όσον αφορά την κατηγορία της εισόδου σε ξένη περιουσία, ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι ο παραπονούμενος είναι κάτοχος του συγκεκριμένου ακινήτου εδώ και 12 χρόνια, πράγμα που καλύπτεται από τις διατάξεις του άρθρου 280 του Κεφ.154. Σύμφωνα ακόμη με τον κύριο Συμεού έχει προσκομιστεί μαρτυρία που αποδεικνύει παράνομη είσοδο στο τεμάχιο του παραπονούμενου από τον κατηγορούμενο 1. Πλήρης έκταση των όσο ανέφεραν για υποστήριξη των θέσεων τους αμφότεροι οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους έχουν καταγραφεί στα πρακτικά και αποτελούν μέρος του φακέλου της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους από το Δικαστήριο και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί στην παρούσα απόφαση επειδή κάτι τέτοιο δεν εξυπηρετεί κανένα πρακτικό σκοπό. Αναφορικά με την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν το θέμα έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 C.L.R 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
- Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
- Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
- Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή υποκειμενική αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του αλλά περιορίζεται σε αντικειμενική και προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και να έχει ως αντικειμενικό έρεισμα ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα, χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που έχει δοθεί με την συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. (βλέπε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας και άλλος
(2000)2 Α.Α.Δ. 191, Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 και Γενικός Εισαγγελέας v. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Χαρακτηριστικό ακόμη είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείνει η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας". Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως" υποδηλώνει, η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως δηλαδή μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας." Ως προς τον βαθμό απόδειξης που πρέπει να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: "Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. ............................. Στην υπόθεση R ν. Hipson
(1969)Cr. L.R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η κατηγορούσα αρχή." Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Δράκου κ.α., Ποινικές Εφέσεις 5-9/2012 ημερομηνίας 11.12.12 (απόφαση πλειοψηφίας) έγινε ανασκόπηση της νομολογίας αναφορικά με το εκ πρώτης όψεως στάδιο. Μία από τις υποθέσεις στην οποία γίνεται αναφορά είναι η αγγλική υπόθεση R v. Galbraith
(1981)2 All E.R. 1060 στην οποία με το πιο κάτω απόσπασμα καταγράφεται η προσέγγιση που καλείται το Δικαστήριο να υιοθετήσει στο στάδιο ολοκλήρωσης της παρουσίασης της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής: "How then should be judge approach a submission of ´no case´?
(1)If there is no evidence that the crime alleged has been committed by the defendant, there is no difficulty. The judge will of course stop the case.
(2)The difficulty arises where there is some evidence but it is of a tenuous character, for example because of inherent weakness or vagueness or because it is inconsistent with other evidence. (
- a)Where the judge comes to the conclusion that the prosecution evidence, taken at its highest, is such that a jury properly directed could not properly convict upon it, it is his duty, upon a submission being made, to stop the case. (
- b)Where however the prosecution evidence is such that its strength or weakness depends on the view to be taken of a witness´s reliability, or other matters which are generally speaking within the province of the jury and where on one possible view of the facts there is evidence upon which a jury could properly come to the conclusion that the defendant is guilty, then the judge should allow the matter to be tried by the jury." Η υιοθέτηση της πιο πάνω αγγλικής υπόθεσης στην κυπριακή νομολογία (Azinas et al v. Police
(1981)2 CLR 9, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191) την κατέστησε καθοδηγητική αυθεντία. Ειδικότερα στην υπόθεση Παναγιώτου ν. Αστυνομίας και άλλος
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, που δεν είναι η θέση των εφεσειόντων επί του προκειμένου, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί." Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, θα εξετάσω κατά πόσο οι κατηγορούμενοιο θα πρέπει να κληθούν σε απολογία για τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν στη βάση της προσκομισθείσας από την κατηγορούσα αρχή μαρτυρίας αντικειμενικά ιδωμένη, χωρίς να υπεισέρχομαι σε κρίση επί της αξιοπιστίας αυτής και δίχως να καταλήγω σε οποιαδήποτε ευρήματα και συμπεράσματα. Το αδίκημα της εισόδου σε ξένη περιουσία με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος, εκφοβισμό, εξύβρισης ή όχλησης που είναι βασικά η κατηγορία που ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει, διέπεται από το άρθρο 280 του Κεφ.154. Ειδικότερα οι διατάξεις του εν λόγω άρθρου αναφέρουν ρητά τα εξής: "Όποιος εισέρχεται σε περιουσία που είναι στην κατοχή άλλου, με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος που τιμωρείται σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό ή με οποιοδήποτε άλλο νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία ή με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας· ή όποιος, αφού εισέρθει νόμιμα σε τέτοια περιουσία, παραμένει σε αυτή παράνομα, με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας ή με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος που τιμωρείται σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό ή με οποιοδήποτε άλλο νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων." Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) Ο κατηγορούμενος 1 εισέρχεται σε περιουσία που κατέχει άλλο άτομο, (β) με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος ή (γ) με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας ή (δ) ο κατηγορούμενος 1 εισέρχεται νόμιμα σε περιουσία που κατέχει άλλο άτομο, (ε) παραμένει σ' αυτή παράνομα, (στ) με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας ή (ζ) με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος. Η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε μαρτυρία που φέρει τον παραπονούμενο να εμφανίζεται ως κάτοχο του επιδίκου τεμαχίου, πράγμα που φέρεται να συνέβαινε και κατά τον ουσιώδη χρόνο του κατηγορητηρίου. Η κατοχή περιουσίας εντός της οποίας άλλο πρόσωπο εισέρχεται είναι μέρος των συστατικών στοιχείων του αδικήματος. Κάτοχος ενός ακινήτου δεν θεωρείται όμως μόνο ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του. Μπορεί να είναι οποιοδήποτε πρόσωπο που ουσιαστικά το εκμεταλλεύεται και το διαχειρίζεται. Εάν σκοπός του νομοθέτη ήταν να περιορίσει την ταυτότητα του παραπονούμενου στον εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη ενός τεμαχίου κατά τη διάπραξη του αδικήματος αυτού τότε σαφώς η διατύπωση των διατάξεων του άρθρου 280 θα ήταν διαφορετική και συγκεκριμένα θα ήταν ρητά καθορισμένη έτσι ώστε να ενσωματώσει την πρόθεση αυτή. Ωστόσο η χρήση της λέξης 'κατοχή' αλλά και της φράσης 'κατόχου τέτοιας περιουσίας' φανερώνει μια ακριβώς αντίθετη προσέγγιση από μέρους του νομοθέτη και ειδικότερα επιθυμία του να συμπεριλάβει οποιοδήποτε πρόσωπο που απλά έχει την κατοχή της ακίνητης περιουσίας εντός της οποίας διαπράχτηκε το εν λόγω αδίκημα. Στην υπόθεση Δημήτρης Δημητριάδης "Ρώτας" v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. αποφασίστηκε ότι ένας κρεοπώλης διέπραξε το αδίκημα της εισόδου σε ξένη περιουσία με σκοπό να ενοχλήσει το κάτοχο της όταν εισήλθε στο Κεντρικό Σφαγείο που τελούσε υπό την κατοχή του Κεντρικού Σφαγείου Κοφίνου, εκτελών χρέη του οποίου ειδοποίησε την αστυνομία για την αξιόποινη συμπεριφορά του πιο πάνω προσώπου και υποβάλλοντας σχετικό παράπονο. Ένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι η είσοδος του κατηγορουμένου σε ξένη περιουσία είτε παράνομα είτε νόμιμα αλλά παραμένει σ' αυτή παράνομα. Συνεπώς στα πλαίσια στοιχειοθέτησης του εν λόγω αδικήματος ο προσδιορισμός της θέσης του κατηγορουμένου 1 κατά τον επίδικο χρόνο που του αποδίδεται ότι διέπραξε το αδίκημα στη βάση μαρτυρίας είναι προαπαιτούμενο. Όταν δε υπάρχει το δεδομένο ότι το τεμάχιο του παραπονούμενου συνορεύει με το τεμάχιο του κατηγορουμένου 1 αλλά και το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι τη στιγμή του περιστατικού ο κατηγορούμενος 1 βρισκόταν μαζί με λειτουργό του Τμήματος Κτηματολογίου στα πλαίσια αίτησης που έγινε από τον ίδιο για εξέταση συνοριακής διαφοράς των εν λόγω τεμαχίων μαζί με το κατά πόσο ο κατηγορούμενος 1 έχει δικαίωμα διάβασης από το μονοπάτι που σύμφωνα με τον ίδιο διαπερνάει μέσω του τεμαχίου του σε απόσταση 5 μέτρων υπό τη μορφή διαπλάτυνσης μονοπατιού-δρόμου, μαρτυρία που εκ πρώτης όψεως να δείχνει ή έστω τείνει να δείξει τη θέση του κατηγορουμένου 1 να είναι εντός του τεμαχίου που φέρεται να τελεί υπό την κατοχή του παραπονούμενου είναι αναγκαία. Στην προκειμένη περίπτωση η κατηγορούσα αρχή δεν έχει προσκομίσει μαρτυρία που να καθορίζει με ακρίβεια το σημείο που ο κατηγορούμενος 1 βρισκόταν τη δεδομένη χρονική στιγμή του επεισοδίου. Η απλά γενική και αόριστη λεκτική διατύπωση του παραπονούμενου ότι είδε τον κατηγορούμενο 1 να εισέρχεται εντός του τεμαχίου του χωρίς να συνοδεύεται από οποιοδήποτε στοιχεία που να καθορίζουν τη θέση αυτή ή ακόμη το σημείο της κατ' ισχυρισμό εισόδου στο επίδικο τεμάχιο ή την κατ' ισχυρισμό διαδρομή που ακολούθησε εντός του επιδίκου τεμαχίου, υπό το φως των πιο πάνω παραγόντων, δεν είναι θετική μαρτυρία τέτοια ισχύος και επάρκειας που έστω για σκοπούς του σταδίου αυτού να τείνει να καταδείξει είσοδο του κατηγορουμένου 1 στο τεμάχιο που ο παραπονούμενος φέρεται να κατέχει. Με γνώμονα αυτό και στην απουσία προσκόμισης οποιασδήποτε σαφούς και ξεκάθαρης μαρτυρίας στη βάση της οποίας να φαίνεται εκ πρώτης όψεως είσοδος και κατ' επέκταση παρουσία του κατηγορουμένου 1 τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή του περιστατικού εντός του τεμαχίου που φέρεται να βρίσκεται υπό την κατοχή του παραπονούμενου, η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει το συστατικό στοιχείο της εισόδου του κατηγορουμένου 1 στο επίδικο ακίνητο. Η κατηγορία της απειλής βιαιοπραγίας κατά παράβαση του άρθρου 91(γ) του Κεφ.154, την οποία ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει, προνοεί επί λέξει τα ακόλουθα: "Όποιος— ........ (γ) με σκοπό υποκίνησης οποιουδήποτε προσώπου για να διενεργήσει πράξη την οποία αυτό δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει ή για να παραλείψει πράξη την οποία αυτό έχει νομικό δικαίωμα να διενεργήσει, απειλεί άλλον ότι δυνατόν να προξενήσει βλάβη στο πρόσωπο, την υπόληψη, ή την περιουσία του ή στο πρόσωπο ή την υπόληψη οποιουδήποτε για τον οποίο ενδιαφέρεται εναντίον του οποίου γίνονται οι απειλές, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων." Μελέτη των πιο πάνω διατάξεων καθιστά σαφές ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της απειλής βιαιοπραγίας δυνάμει του άρθρου 91(γ) είναι τα πιο κάτω: (α) Ο κατηγορούμενος 2 απειλεί τον παραπονούμενο ότι δυνατό να προξενήσει βλάβη στο πρόσωπο, την υπόληψη ή την περιουσία του, (β) με σκοπό να τον υποκινήσει για να διενεργήσει πράξη την οποία αυτό δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει ή (γ) με σκοπό να τον υποκινήσει για να παραλείψει πράξη την οποία αυτό έχει νομικό δικαίωμα να διενεργήσει. Στην υπόθεση Νετζιήπ v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 1 λέχθηκε ότι η 'απειλή' πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ' αντικειμένου τη δυνατότητα εκφοβισμού. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 91(γ) του Κεφ.154, η απειλή πρέπει να αποσκοπεί στο να υποκινήσει τον παραπονούμενο για να διενεργήσει πράξη την οποία αυτός δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει ή με σκοπό να τον υποκινήσει για να παραλείψει πράξη την οποία αυτός έχει νομικό δικαίωμα να διενεργήσει (Βοσκού v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 510). Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση είναι σημαντικό να διατυπωθεί εκ νέου το περιεχόμενο της επίμαχης φράσης. Συγκεκριμένα, υπάρχει ισχυρισμός ότι ο κατηγορούμενος 2 είπε στον παραπονούμενο τη φράση "Όπου και να πάεις θα πληρώσω να σε φάσει." Παρά το λεκτικό της πιο πάνω φράσης δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να δείχνει ότι ο παραπονούμενος φοβήθηκε όταν την άκουσε. Αντίθετα, το Τεκμήριο 1 καταγράφει ως αντίδραση του παραπονούμενου στο άκουσμα της πιο πάνω φράσης αυτής την εκστόμιση ειρωνικής απάντησης προς τον κατηγορούμενο 2 δια της φράσεως "Είναι λίγα τα λεφτά σου." Παράλληλα, το περιεχόμενο της επίμαχης φράσης δεν παραπέμπει σε σκόπιμη υποκίνηση του παραπονούμενου από τον κατηγορούμενο 2 είτε να προβεί σε ενέργεια για την οποία δεν έχει νομική υποχρέωση να κάνει είτε να παραλείψει να διενεργήσει πράξη για την οποία έχει νομικό δικαίωμα να διενεργήσει. Το λεκτικό και η έννοια της φράσης αυτής κάθε άλλο φανερώνουν πρόθεση να υποχρεωθεί ο παραπονούμενος να κάνει κάτι που δεν πρέπει ή να μην κάνει κάτι που δικαιούται. Ούτε και υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία, εξ' όψεως και αντικειμενικά εξεταζόμενη, που τείνει να καταδείξει οποιαδήποτε από τα πιο πάνω διαζευκτικά ενδεχόμενα. Κατά συνέπεια, η κατηγορούσα αρχή δεν έχει στοιχειοθετήσει οποιοδήποτε συστατικό στοιχείο του αδικήματος αυτού. Οι πιο πάνω ελλείψεις, κενά και αδυναμίες σφραγίζουν τη μοίρα της υπόθεσης αυτής. Η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, αντικειμενικά ιδωμένη, δεν οδηγεί σε απόδειξη των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων που περιέχονται στις κατηγορίες του κατηγορητηρίου. Το Δικαστήριο αισθάνεται πως αν οι κατηγορούμενοι κληθούν σε απολογία θα κληθούν όχι για να υπερασπίσουν τον εαυτό τους, αλλά για να διορθώσουν τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ' ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή. Με αυτά τα δεδομένα η κλήση και των δύο κατηγορουμένων σε απολογία δεν δικαιολογείται. Υπό το φως των πιο πάνω δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον και των δύο κατηγορουμένων και ως εκ τούτου έκαστος από αυτούς αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Έξοδα €200,00 να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Interim Αναφορά: Ποινικό/Ενδιάμεση Απόφαση/Εκ πρώτης όψεως υπόθεση/Είσοδος σε ξένη περιουσία/ Απειλή βιαιοπραγίας/Άρθρα 280 και 91(γ) Κεφ.154 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο