← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΙΑΚΩΒΟΣ ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ, Αρ. Υπόθεσης: 4460/2011, 3/6/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΙΑΚΩΒΟΣ ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ, Αρ. Υπόθεσης: 4460/2011, 3/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B103 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4460/2011 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΙΑΚΩΒΟΣ ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 03.06.14 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Για Κατηγορούμενο: κ. A. Αλεξάνδρου Κατηγορούμενος: παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, στην κατηγορία του τραυματισμού κατά παράβαση του άρθρου 234(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων και στην κατηγορία της μεταφοράς μάχαιρας απολήγουσα σε αιχμηρό άκρο κατά παράβαση του άρθρου 82

(2)του Κεφ.
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, ο κατηγορούμενος στις 14.12.08 στην Κάτω Πάφο μετέφερε εκτός της οικίας του μαχαίρι που καταλήγει σε μυτερή άκρη με το οποίο τραυμάτισε τον Αγαθάγγελο Σεργίου από την Πάφο. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως έχουν εκτεθεί από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, είναι τα ακόλουθα: Στις 14.12.08 και περί ώρα 02:00 ο Αγαθάγγελος Σεργίου, παραπονούμενος στην υπόθεση αυτή, μετέβηκε για διασκέδαση μαζί με άλλα φιλικά του πρόσωπα στο νυχτερινό κέντρο "Θεσσαλονικιά" το οποίο βρίσκεται στην Κάτω Πάφο. Όταν ο παραπονούμενος σε κάποια στιγμή σηκώθηκε να πάει στο χώρο που είναι οι τουαλέτες δέχτηκε επίθεση από ένα μαχαίρι στο δεξιό ημιθωράκιο. Τότε ο παραπονούμενος άρχισε να φωνάζει και εξήλθε αιμορραγώντας από τις τουαλέτες. Αμέσως μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου από την Δέσποινα Κυριάκου (Μ2) και Abdul Majid Kmayha (M3) όπου εκεί είπε ότι τον μαχαίρωσαν. Ο παραπονούμενος εισήχθηκε στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών και Πρώτων Βοηθειών και κατόπιν εξέτασης του τραύματος από τον επί καθήκον ιατρό αλλά και από τον χειρούργο Δρ. Παναγιώτη Παπαδόπουλο (Μ5) που κλήθηκε διαπιστώθηκε ότι έφερε τραύμα από αιχμηρό όργανο στο δεξιό ημιθωράκιο και ειδικότερα τραύμα από νύσσον όργανο, παραστερνικά δεξιά (δίπλα από το στέρνο), μήκους τριάμισι εκατοστών περίπου, με φόρα προς τα κάτω στο τρίτο μεσοπλεύριο διάστημα. Ο παραπονούμενος αμέσως μεταφέρθηκε στο χειρουργικό θάλαμο και κρατήθηκε στη μονάδα εντατικής θεραπείας για νοσηλεία. Στη συνέχεια ενημερώθηκε η Αστυνομία για το συμβάν και ο αστυφύλακας 50 Ι. Αγαθοκλέους (Μ19) μετέβηκε αμέσως στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών και Πρώτων Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου όπου και παρέλαβε από το νοσοκομείο ως τεκμήρια τα ρούχα του παραπονούμενου. Παράλληλα οι αστυφύλακες 1286 Α. Δημητρίου (Μ6) και 2607 Μ. Χριστοδούλου (Μ7) μετέβησαν στο προαναφερόμενο κέντρο και συγκεκριμένα στη σκηνή του τραυματισμού όπου και απέκλεισαν με αστυνομική κορδέλα το μέρος αλλά και το έθεσαν υπό φρούρηση. Επίσης στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης λήφθηκαν φωτογραφίες από τον παραπονούμενο, δόθηκαν καταθέσεις από τον ιδιοκτήτη του πιο πάνω κέντρου, έγιναν εξετάσεις στο χώρο των τουαλετών του πιο πάνω κέντρου, παραλήφθηκαν δέκα δειγματοληψίες από εκείνο το χώρο από την αστυφύλακα 2543 Τ. Τρύφωνος (Μ10) καθώς λήφθηκε και ένα αποτσίγαρο από το ουρητήριο των τουαλετών των αντρών. Την ίδια μέρα και μεταξύ των ωρών 09:45 και 10:35 μετέβηκε επί τόπου ο ιατροδικαστής Δρ. Νικόλας Χαραλάμπους (Μ11), ο οποίος αφού έκανε αυτοψία στη σκηνή πήγε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου όπου προέβηκε σε ιατροδικαστική εξέταση του παραπονούμενου μέσα από την οποία έκρινε ότι το τραύμα είναι 3,5 εκατοστών και έχει προκληθεί από νύσσον και τέμνων όργανο. Ο εν λόγω ιατροδικαστής διαπίστωσε ακόμη ότι ο παραπονούμενος φέρει ιατρογενή παροχέτευση στη δεξιά πλάγια θωρακική χώρα. Αντίγραφο ιατροδικαστικής εκθέσεως κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  2. Στις 16.12.08 υποδείχθηκε ένα φωτογραφικό album στον παραπονούμενο στο οποίο υπήρχαν περίπου 12 φωτογραφίες. Μέσα από αυτό ο παραπονούμενος είδε και αναγνώρισε σε μια από αυτές τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που του είχε επιτεθεί. Ως αποτέλεσμα της εξέλιξης αυτής στις 16.12.08 και ώρα 18:00 εκδόθηκε δικαστικό ένταλμα σύλληψης εναντίον του κατηγορουμένου, ο οποίο και αναζητήθηκε. Στις 11.01.09 ο αστυφύλακας 1698 Κ. Κυριάκου (Μ14) συνέλαβε τον κατηγορούμενο και αφού του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του αυτός απάντησε "δεν παραδέχομαι". Στη συνέχεια διεξήχθη έρευνα στην οικία του κατηγορουμένου χωρίς να εντοπιστεί οτιδήποτε το επιλήψιμο. Την ίδια μέρα της σύλληψης ο κατηγορούμενος κλήθηκε να δώσει ανακριτική κατάθεση στην αστυνομία υπό την μορφή ερωτοαπαντήσεων χωρίς όμως να απαντήσει σε οποιαδήποτε ερώτηση που του υπέβαλε ο αστυφύλακας 1031 Μ. Τρύφωνος (Μ15). Στις 13.01.09 λήφθηκαν παρειακά επιχρίσματα του κατηγορουμένου κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του και μαζί με όλα τα τεκμήρια που στο μεταξύ περισυλλέγησαν αποστάληκαν για εξετάσεις στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής, τα αποτελέσματα των οποίων αναφέρουν ότι το γενετικό υλικό που απομονώθηκε σε μία από τις δειγματοληψίες που λήφθηκαν από τη σκηνή ταυτίζεται με το γενετικό υλικό που ανήκει στον κατηγορούμενο. Περαιτέρω, την ίδια ημέρα ο αστυφύλακας 50 Ι. Αγαθοκλέους έλαβε από τον κατηγορούμενο γραπτή συγκατάθεση όπως αυτός τύχει επιθεώρησης από διάφορους μάρτυρες που θα περάσουν από τα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου. Ακολούθως την ίδια ημέρα ο παραπονούμενος, είδε και αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που του είχε προκαλέσει τον τραυματισμό του. Τότε επιστήθηκε η προσοχή του κατηγορουμένου στο νόμο χωρίς όμως να δώσει οποιαδήποτε απάντηση. Κατόπιν αιτήματος του κατηγορουμένου και τη συναίνεση της εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής, τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τα γεγονότα της ποινικής υπόθεσης υπ' αριθμό 1240/14 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου με σκοπό να ληφθούν υπόψη στην επιβολή ποινής. Τα γεγονότα της εν λόγω ποινικής υπόθεσης είναι συνοπτικά τα εξής: Μετά από κάποιο συμβάν που διαδραματίστηκε στις 23.06.11 στο οποίο εμπλάκηκε το όχημα με αριθμούς εγγραφής ZKMT 970 δόθηκε κάποια μαρτυρία στη βάση της οποίας αναζητείτο ο κατηγορούμενος. Κατόπιν τούτου εναντίον του κατηγορούμενου εκδόθηκε δικαστικό ένταλμα σύλληψης και αναζητήθηκε χωρίς όμως να γίνει δυνατός ο εντοπισμός του. Από εξετάσεις που διενεργήθηκαν διαπιστώθηκε ότι το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΖΚΜΤ 970 ανήκει στην εταιρεία ενοικιάσεως αυτοκινήτων KOUANTO CAR RENTALS LTD ιδιοκτησίας του Αντώνη Κουρσάρου. Την 24.06.11 το πιο πάνω αυτοκίνητο βρέθηκε παρκαρισμένο έξω από τα γραφεία της εταιρείας KOUANTO CAR RENTALS LTD στην Λεωφόρο Τάφοι των Βασιλέων αρ.
  3. Κατόπιν τούτου στο μέρος μετέβησαν μέλη του ΤΑΕ Πάφου για διενέργεια εξετάσεων στο εν λόγω αυτοκίνητο. Στη συνέχεια και μεταξύ των ωρών 13:30 - 13:40 κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του Αντώνη Κούρσαρου, ο αστυφύλακας 2790 Σ. Νεοφύτου διενήργησε έρευνα εντός του πιο πάνω αυτοκινήτου στην παρουσία του Γιώργου Κούρσαρου όπου βρήκε και παρέλαβε ως τεκμήριο ποσότητα που ομοίαζε με πράσινη ξηρή φυτική ύλη κάνναβης. Αμέσως ο εν λόγω αστυφύλακας υπέδειξε την ποσότητα που ομοίαζε με πράσινη ξηρή φυτική ύλη στον Γιώργο Κούρσαρο και τον πληροφόρησε ότι πρόκειται για ουσία που ομοιάζει με κάνναβη της οποίας η κατοχή και χρήση απαγορεύεται και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο αυτός δεν έδωσε καμία απάντηση. Η ουσία αυτή αποστάληκε στο Γενικό Κρατικό Χημείο για επιστηνομικές εξετάσεις, τα αποτελέσματα των οποίων επιβεβαίωσαν στις 29.06.11 ότι επρόκειτο για κάνναβη από την οποία δεν έχει εξαχθεί η ρητίνη και είχε συνολικό βάρος 0,2558 γραμμάρια. Σε κατάθεση που λήφθηκε από τον Αντώνη Κούρσαρο μεταξύ των ωρών 14:20 - 14:30 της ίδιας ημέρας ο Αντώνης Κούρσαρος ανάφερε ότι είναι ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής ΖΚΜΤ 970, το οποίο στις 21.06.11 παραχώρησε στον Γιώργο Κούρσαρο ο οποίος είναι αδελφός του και συνεργάτης στην εταιρεία του, για να το παραχωρήσει στον κατηγορούμενο με τον οποίο είναι φίλοι. Μεταξύ των ωρών 14:40 - 15:15 της ίδιας ημέρας ο Γιώργος Κούρσαρος ανακρίθηκε γραπτώς όπου μεταξύ άλλων επιβεβαίωσε όσα προανάφερε ο Αντώνης Κούρσαρος στην κατάθεση του. Την ίδια ημέρα εναντίον του κατηγορούμενου εκδόθηκε από την ΥΚΑΝ Πάφου δικαστικό ένταλμα σύλληψης σε σχέση με τα ναρκωτικά τα οποία ανευρέθηκαν στο αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΖΚΜΤ
  4. Στιs 27.06.11 και ώρα 11:55 στα γραφεία της ΥΚΑΝ Πάφου ο αστυφύλακας 2790 Σ. Νεοφύτου συνέλαβε τον κατηγορούμενο δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης και αφού του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο αυτός απάντησε "Αφού εν θα σου πω τίποτε". Στα γραφεία της ΥΚΑΝ Πάφου ο αστυφύλακας 2790 Σ. Κυριάκου ζήτησε από τον κατηγορούμενο να δώσει δείγμα γενετικού υλικού για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης και ο κατηγορούμενος ανταποκρίθηκε θετικά και υπέγραψε και την σχετική γραπτή συγκατάθεση. Την ίδια ημέρα και ώρα 12:05 μετά από σχετική γραπτή συγκατάθεση του κατηγορουμένου παρελήφθηκαν από τον κατηγορούμενο δύο παρειακά επιχρίσματα τα οποία και αποστάληκαν για επιστημονικές εξετάσεις, τα αποτελέσματα των οποίων δεν έδειξαν οποιοδήποτε ενοχοποιητικό στοιχείο εναντίον του κατηγορούμενου. Την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 12:30 - 13:30 ανακρινόμενος στα γραφεία της ΥΚΑΝ Πάφου από τον αστυφύλακα 2790 Σ. Νεοφύτου, ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να απαντήσει στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν. Στις 27.03.12 ο αστυφύλακας 2790 Σ. Νεοφύτου κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για τα αδικήματα που προέκυψαν εναντίον του και αφού του επέστησε γραπτώς την προσοχή του στον Νόμο αυτός απάντησε "Δεν παραδέχομαι". Καταλήγοντας, η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου ενώ παράλληλα δήλωσε ότι έχουν δημιουργηθεί έξοδα ύψους €105,00 αναφορικά με την υπόθεση αυτή. Επίσης, η κυρία Παπαλαζάρου υπενθύμισε το Δικαστήριο ότι ο παραπονούμενος με προηγούμενη δήλωση του είπε ότι δεν έχει οποιοδήποτε παράπονο εναντίον του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ζήτησε την κατάσχεση και καταστροφή 10 δειγματοληψιών, ενός αποτσίγαρου, μίας τελαντωτής φανέλας, ενός πουκαμίσου μάρκας Springfield και 2 παρειακών επιχρισμάτων του κατηγορουμένου. Λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι διέπραξε, το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για την ετοιμασία έκθεσης από το Γραφείο Ευημερίας, πράγμα που έγινε. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της, ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 36 ετών, έγγαμος, άνεργος τους τελευταίους δύο μήνες και πατέρας δύο ανήλικων παιδιών ηλικίας 14 και 13 ετών αντίστοιχα. Η σύζυγος και τα παιδιά του διαμένουν μόνιμα στην Αμερική. Με τα παιδιά του έχει συχνή τηλεφωνική επικοινωνία. Ο κατηγορούμενος προέρχεται από προσφυγική οικογένεια. Μετά την αποφοίτηση του από την Τεχνική Σχολή Κλάδου Ξενοδοχειακών ο κατηγορούμενος μετακινήθηκε στην Αμερική μαζί με τον αδελφό του για σκοπούς εργασίας. Εκεί ο κατηγορούμενος δημιούργησε την οικογένεια του. Τέλεσε το γάμο του το 1998 και παρέμεινε στην Αμερική για 10 χρόνια. Το έτος 2005 επέστρεψε στην Κύπρο και αποφάσισε να παραμείνει στο νησί για να βοηθήσει στα προβλήματα που η πατρική οικογένεια του αντιμετώπιζε. Ωστόσο η σύζυγος και τα παιδιά του αρνήθηκαν να τον ακολουθήσουν στην Κύπρο και παρέμειναν στην Αμερική. Έκτοτε ο κατηγορούμενος δεν έχει δει τα παιδιά του αλλά διατηρεί σχεδόν καθημερινή τηλεφωνική επικοινωνία μαζί τους και τους στηρίζει οικονομικά όταν εργάζεται. Στην Κύπρο ο κατηγορούμενος δημιούργησε την δική του επιχείρηση, την λειτουργία της οποίας τερμάτισε μετά από 4 χρόνια. Από τότε ο κατηγορούμενος εργαζόταν περιστασιακά σε νυκτερινά κέντρα αναψυχής και πρακτορεία στοιχημάτων φιλικών του προσώπων. Ο πατέρας του κατηγορουμένου απεβίωσε τον Δεκέμβριο του έτους 2013 μετά από μακρύ χρονικό διάστημα που υπήρξε κλινήρης αντιμετωπίζοντας τη νόσο Πάρκινσον. Η μητέρα του είναι άνεργη χωρίς εισοδήματα με προβλήματα υγείας ορθοπεδικής φύσεως αλλά και άσθμα. Επιπλέον, το έτος 2008 ο κατηγορούμενος ενεπλάκη σε τροχαίο δυστύχημα όπου το όχημα του καταστράφηκε ολοσχερώς και ο ίδιος υπέστηκε κάταγμα στο πόδι του και στον αυχένα. Υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση όπου τοποθετήθηκε πλατίνα στο πόδι του αλλά ευτυχώς τα προβλήματα αυτά έχουν αποκατασταθεί. Το δε έτος 2012 ο κατηγορούμενος βίωσε το θάνατο του μικρότερου αδελφού του σε επεισόδιο καταδίωξης του από την αστυνομία. Χωρίς να αμφισβητήσει επί της ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθηκαν από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής τόσο στην κυρίως υπόθεση όσο και στην ποινική υπόθεση που θα ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης αφού είπε ότι ο κατηγορούμενος απολογείται για την αξιόποινη συμπεριφορά του απέδωσε την αδικαιολόγητη, όπως ο ίδιος χαρακτήρισε, πράξη του κατηγορουμένου, πρώτο στο ότι παραπλανήθηκε από την τότε φιλενάδα του η οποία του είχε πει ότι ο παραπονούμενος την παρενοχλούσε και δεύτερο στο ότι βρισκόταν κάτω από κατάσταση μέθης καθότι είχε στο μεταξύ καταναλώσει αρκετή ποσότητα αλκοόλ μαζί με την παρέα του στο νυκτερινό κέντρο που βρισκόταν. Ο εν λόγω συνήγορος κάλεσε ακόμη το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος συμφιλιώθηκε με τον παραπονούμενο, ο οποίος τον συγχώρεσε, δεν έχει οποιοδήποτε παράπονο εναντίον του αλλά και ούτε επιθυμεί οποιαδήποτε αποζημίωση. Ο κύριος Αλεξάνδρου ευσεβάστως εισηγήθηκε πως θα πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ο χρόνος που διέρρευσε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα, ο οποίος συνοδεύεται από ορισμένα γεγονότα που στο μεσοδιάστημα διαδραματίστηκαν. Ερχόμενος στις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, ο συνήγορος υπεράσπισης υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας συμπληρώνοντας ότι ο πελάτης του είναι ο μόνος που στηρίζει και συμπαραστέκεται στη μητέρα του καθότι ο μεγαλύτερος αδελφός του έχει τη δική του οικογένεια ενώ η αδελφή του αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας. Καταλήγοντας, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως εισηγήθηκε πως σε περίπτωση που το Δικαστήριο προσανατολίζεται να επιβάλει στον κατηγορούμενο ποινή στερητικής της ελευθερίας του να ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια του και να την αναστείλει καθότι όπως υποστήριξε συντρέχουν οι προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο. Αναμφίβολα τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι διέπραξε είναι σοβαρά. Η σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων αντανακλάται, κατ' αρχήν, μέσα από τις προβλεπόμενες από το νόμο ποινές. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Συγκεκριμένα, η διάπραξη του αδικήματος του παράνομου τραυματισμού προσώπου τιμωρείται, δυνάμει του άρθρου 234 του Κεφ.154, με ποινή φυλάκισης 3 χρόνων. Το δε αδίκημα της μεταφοράς μαχαιριού που καταλήγει σε μυτερή άκρη εκτός της οικίας επισύρει, με βάση το άρθρο 82
(2)του Κεφ.154, ποινή φυλάκισης ενός έτους. Όσον αφορά το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως 'Β', ήτοι κάνναβη, τιμωρείται, με βάση το άρθρο 6
(2)και τον Τρίτο Πίνακα του άρθρου 30 του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου, Ν. 29/77μετά των συναφών τροποποιήσεων, σε ποινή φυλάκισης 8 ετών ή σε πρόστιμο ή και στις δύο αυτές ποινές. Τα αδικήματα του παράνομου τραυματισμού και της μεταφοράς μαχαιριού που καταλήγει σε μυτερή άκρη εκτός της οικίας θεωρούνται σοβαρά για τον επιπλέον λόγο ότι η συνδυασμένη διάπραξη τους δημιουργεί στο θύμα αισθήματα ανησυχίας, φόβου και πόνου ενώ παράλληλα μπορεί να επιφέρει σοβαρό τραυματισμό, βλάβη σε περιουσία ενώ δεν αποκλείεται ακόμη να προκαλέσουν και το θάνατο σε πρόσωπο. Όταν δε ένα μαχαίρι βρίσκεται στην κατοχή ενός ατόμου που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο και τελεί σε κατάσταση μέθης ή είναι τυφλωμένος από πάθος ή συμβαίνουν και τα δύο είναι ωσάν να υπάρχει μια ωρολογιακή βόμβα έτοιμη να εκραγεί με θύματα αυτούς που βρίσκονται γύρω από αυτή. Δυστυχώς, όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Παναγίδη v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104, η θλιβερή διαπίστωση είναι πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στην Κύπρο όχι μόνο δεν δείχνει σημεία κάμψης αλλά αντίθετα παρουσιάζει αυξητική τάση. Είναι γεγονός ότι έχουν πρόσφατα αυξηθεί κρούσματα επιθέσεων, παράνομης χρήσης μαχαιριών και άλλων αιχμηρών αλλά και επιθετικών αντικειμένων, τραυματισμών ατόμων και βλάβης σε περιουσίες, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις ενώπιον μου υποθέσεις. Η συχνότητα και η ευκολία διάπραξης τέτοιων αδικημάτων ενισχύει το βαθμό σοβαρότητας που τα χαρακτηρίζει. Είναι γι' αυτό που τα Δικαστήρια αντιμετωπίζουν τέτοια απαράδεκτα και συνάμα επικίνδυνα φαινόμενα με αυστηρότητα σε μια προσπάθεια να προστατεύσουν την κοινωνία από την ανεξέλεγκτη και παράνομη χρήση ωμής βίας και ταυτόχρονα να διαβιβάσουν το μήνυμα ότι στους παραβάτες ότι τέτοιου είδους συμπεριφορές δεν είναι ανεκτές και δεν έχουν χώρο στην κυπριακή κοινωνία. Οι πολίτες δεν μπορούν κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες να επιλύουν τις διαφορές τους με βία και ένταση. Σίγουρα οι παλικαρισμοί και η επίδειξη ισχύος δεν εξυπηρετούν κανένα λογικό σκοπό και ο νόμος οπωσδήποτε δεν τους αποδέχεται. Ουδείς έχει το δικαίωμα, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, να παίρνει το νόμο στα χέρια του και να επιτίθεται σε άλλο συνάνθρωπο του, αλλά να επιδεικνύει αυτοσυγκράτηση και να εφαρμόζει μηχανισμό αυτοελέγχου έστω και αν προκαλείται ή εξωθείται για κάτι τέτοιο. Με ειρηνικό τρόπο και πνεύμα αλληλοκατανόησης οι πολίτες θα πρέπει να καταλήγουν σε μια φιλική συνεννόηση μεταξύ τους. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95 το Ανώτατο Δικαστήριο εξέφρασε την αποδοκιμασία του στη χρήση βίας από ένα άτομο σε συνάνθρωπο του μέσω του πιο κάτω αποσπάσματος: "Η χρήση βίας κατά των συνανθρώπων συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας. Πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το άρθρο 7.1 του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπεια του. Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης είτε ως μέσο εκδίκησης είτε ως μέσο τιμωρίας δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωση της πρέπει να τιμωρείται με αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς." Το πιο πάνω απόσπασμα υιοθετήθηκε στην υπόθεση Χριστοφή v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 504. Εν πάσει περιπτώσει, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας των αδικημάτων ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Στην παρούσα υπόθεση τα γεγονότα και οι συνθήκες που περιβάλουν τη διάπραξη των αδικημάτων τα καθιστούν σοβαρά. Το ότι ο κατηγορούμενος προέβηκε στον τραυματισμό του παραπονούμενου χρησιμοποιώντας μαχαίρι με αιχμηρή άκρη, συνδυάζοντας έτσι τη διάπραξη δύο σοβαρών αδικημάτων επιφέροντας τον φόβο, πόνο και τραυματισμό στον παραπονούμενο είναι σαφώς ένας σοβαρός επιβαρυντικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη. Το ότι εκείνη τη νύκτα αποφεύχθηκε το μοιραίο οφείλεται καθαρά, μέσα από τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα, στον παράγοντα τύχη. Παρόλα αυτά ο τραυματισμός και η ταλαιπωρία που το θύμα υπέστη δεν είναι κάτι που πρέπει να αγνοηθεί ή ακόμη να υποτιμηθεί αλλά αντίθετα λαμβάνεται υπόψη. Επίσης, το γεγονός ότι ο τραυματισμός του παραπονούμενου διεξήχθη σε δημόσιο χώρο είναι ακόμη ένας επιβαρυντικός παράγοντας για τον κατηγορούμενο. Η μετάβαση του κατηγορουμένου στο χώρο των τουαλετών όπου βρισκόταν ο παραπονούμενος και η εναντίον του χρήση μαχαιριού με αιχμηρή άκρη δείχνει πρόθεση να τον τραυματίσει. Ακόμη δείχνει τη βία και την ένταση που ο κατηγορούμενος επέδειξε εις βάρος του παραπονούμενου. Δεν μπορεί ακόμη να παραγνωριστεί η εξίσου καταδικαστέα ενέργεια του κατηγορουμένου να εγκαταλείψει αβοήθητο τον παραπονούμενο στο χώρο των τουαλετών που στιγμές προηγουμένως ο ίδιος τον είχε εκεί τραυματίσει αφήνοντας τον να αιμορραγεί και ουσιαστικά θέτοντας τη ζωή του συμπολίτη του σε κίνδυνο. Ευτυχώς που για καλή τύχη του παραπονούμενου κάποια άλλα άτομα προθυμοποιήθηκαν και τον μετέφεραν αμέσως στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου εμποδίζοντας έτσι τα χειρότερα. Όλοι αυτοί είναι επιπλέον παράγοντες που επιβαρύνουν τη θέση του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, δεν παραγνωρίζεται το γεγονός ότι η αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου έγινε γνωστή μόνο μέσα από τις έρευνες και προσπάθειες της αστυνομίας. Προς όφελος του κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Το λευκό ποινικό μητρώο του. (β) Την παραδοχή του στο Δικαστήριο έστω και αν αυτή έγινε σ' αυτό το καθυστερημένο στάδιο (γ) Την απολογία του όπως αυτή εκφράστηκε δια του συνηγόρου του. (δ) Το ότι ο κατηγορούμενος συμφιλιώθηκε με τον παραπονούμενο, ο οποίος τον συγχώρησε και δεν έχει οποιοδήποτε παράπονο εναντίον του. (ε) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, όπως αυτές περιέχονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας αλλά και έχουν αναφερθεί από τον συνήγορο υπεράσπισης και ειδικότερα το ότι: · Εδώ και δύο μήνες είναι άνεργος. · Είναι πατέρας δύο ανήλικων παιδιών ηλικίας 14 και 13 ετών αντίστοιχα τα οποία διαμένουν μόνιμα στην Αμερική μαζί με την μητέρα τους χωρίς ο ίδιος να έχει καταφέρει να τα δει εδώ από το έτος 2005, πλην όμως διατηρεί σχεδόν καθημερινή τηλεφωνική επικοινωνία μαζί τους και τους στηρίζει οικονομικά όταν εργάζεται. · Αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα. · Το ότι ο μικρότερος αδελφός του κατηγορουμένου με τον οποίο ήταν στενά συνδεδεμένος απεβίωσε το έτος 2012. · Το ότι ο πατέρας του κατηγορουμένου απεβίωσε το έτος 2013 μετά από μακρύ χρονικό διάστημα που υπήρξε κλινήρης αντιμετωπίζοντας τη νόσο Πάρκινσον. · Η μητέρα του είναι άνεργη χωρίς εισοδήματα με προβλήματα υγείας ορθοπεδικής φύσεως αλλά και άσθμα. · Το ότι η αδελφή του αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας. · Είναι ο μόνος που στηρίζει και συμπαραστέκεται στην άρρωστη μητέρα του. Ένας άλλος μετριαστικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη είναι η κατάσταση μέθης στην οποία ο κατηγορούμενος βρισκόταν την στιγμή του επεισοδίου μετά από προγενέστερη κατανάλωση αλκοολούχων ποτών μαζί με την παρέα του στο κέντρο όπου διασκέδαζε. Το γεγονός είναι ότι η διάπραξη των αδικημάτων προέκυψε μετά την κατανάλωση των αλκοολούχων ποτών χωρίς μεταξύ τους να υπάρχει οποιαδήποτε σύνδεση ή σχέση. Η κατάσταση μέθης στην οποία ο κατηγορούμενος βρισκόταν ένεκα της κατανάλωσης αλκοόλ τον κατέστησε ευάλωτο στην παραπλανητική πληροφόρηση που έτυχε από την τότε φιλενάδα του ότι δήθεν ο παραπονούμενος την παρενοχλούσε καθώς επίσης στην συνέχεια διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην απώλεια του αυτοελέγχου του και ταυτόχρονα τον υποβοήθησε στη διάπραξη των αδικημάτων. Περαιτέρω, από τα γεγονότα της υπόθεσης δεν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κατανάλωσε αλκοόλ για να τον διευκολύνει στη διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων. Συνεπώς, υπό τις περιστάσεις, η μέθη εδώ προσμετρείται ως ελαφρυντικός παράγοντας για τον κατηγορούμενο. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Γενικός Εισαγγελέας ν. Τσιολή
(1991)2 Α.Α.Δ. 194 και Φανάρας κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 50. Βέβαια εδώ θα πρέπει να τονιστεί ότι οι παράνομες πράξεις και η αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου είναι σαφώς καταδικαστέες και δεν περιποιούν τιμή για τον ίδιο και δεν δικαιολογούνται. Ένας άλλος ελαφρυντικός παράγοντας είναι ο χρόνος που διέρρευσε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή. Αποτελεί πάγια θέση της νομολογίας ότι η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης με την καταχώρηση της υπόθεσης λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής. Ο λόγος για τον οποίο προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των προσωπικών συνθηκών του παραβάτη. Όπου όμως ο κατηγορούμενος ευθύνεται για την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης δεν μπορεί να την επικαλείται ως ελαφρυντικό παράγοντα (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Πεγειώτη και άλλης (Αρ.2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 617). Παρόλα αυτά, η παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι την ημερομηνία επιβολής ποινής, είναι ένας παράγοντας που από μόνος του λαμβάνεται σοβαρά υπόψη στην επιβολή της ποινής, ιδιαίτερα αν η σοβαρότητα του αδικήματος δικαιολογεί την επιβολή ποινής φυλάκισης (Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδης
(1993)2 Α.Α.Δ. 358 και Μυροφόρα ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 84).. Στην παρούσα υπόθεση, έχοντας υπόψη τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που εκτέθηκαν αλλά και κατόπιν μελέτης του δικαστηριακού φακέλου, παρατηρώ ότι ενώ τα αδικήματα διαπράχτηκαν στις 14.12.08 και στις 13.01.09 ο παραπονούμενος αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που τον τραυμάτισε αλλά και την ημέρα εκείνη συνδέθηκε επιστημονικά με το επίδικο περιστατικό, η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στις 08.04.
  1. Βέβαια δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι πρόκειται για επανακαταχώρηση της υπόθεσης αφού αρχικά δεν κατέστη δυνατός ο εντοπισμός του κατηγορουμένου για να προσαχθεί ενώπιον της δικαιοσύνης. Από την καταχώρηση του κατηγορητηρίου και μέχρι σήμερα διαπιστώνω ότι ο κατηγορούμενος είναι συνυπεύθυνος στο χρόνο που διέρρευσε λόγω του ότι στις 31.05.11 εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του καθότι δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο, στις 04.07.11, 06.09.11 και 12.10.11 ομοίως, στις 05.10.12 το ίδιο, στις 13.01.14 και 18.03.14 λόγω αιτημάτων αναβολής της εκδίκασης της υπόθεσης από μέρους του ιδίου τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο, ενώ στις 09.05.14 προέβηκε σε αλλαγή απάντησης από μη παραδοχή σε παραδοχή, ως είναι δικαίωμα του, ζητώντας χρόνο για την ετοιμασία έκθεσης από το Γραφείο Ευημερίας αλλά και για την ετοιμασία από το συνήγορο υπεράσπισης αγόρευσης για μετριασμό της ποινής. Εν πάσει περιπτώσει, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αγνοήσει το χρονικό διάστημα των 5,5 ετών περίπου από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή στον κατηγορούμενο, το οποίο και λαμβάνει υπόψη, ιδιαίτερα όταν παρατηρείται ότι στο μεσοδιάστημα υπήρξε ουσιώδης μεταβολή των προσωπικών, οικογενειακών και οικονομικών συνθηκών του αφού το έτος 2012 βίωσε προσωπικά το θάνατο του αδελφού του με τον οποίο ήταν στενά συνδεδεμένος, το δε επόμενο χρόνο (δηλαδή το έτος 2013) έζησε εκ νέου την εμπειρία θανάτου στενού οικογενειακού προσώπου του όταν απεβίωσε ο πατέρας του μετά από προβλήματα υγείας, είναι πλέον ο μόνος που στηρίζει και συμπαραστέκεται στην άρρωστη μητέρα του ενώ τους τελευταίους 2 μήνες είναι άνεργος. Γενικά, λαμβάνω υπόψη μου οτιδήποτε άλλο έχει αναφερθεί ή τεθεί ενώπιον μου και αποτελεί ελαφρυντικό στοιχείο για τον κατηγορούμενο. Καθοδηγούμενος από τη σχετική επί του θέματος νομολογία και συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων καθώς και όλους τους επιβαρυντικούς παράγοντες οι οποίοι σημειώθηκαν πιο πάνω, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή πηγάζει μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής σε συνδυασμό με την ανάγκη επιβολής αυστηρών ποινών, καθιστά αναπόφευκτη την επιβολή στον κατηγορούμενο ποινή στερητικής της ελευθερίας του. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας και συχνότητας διάπραξης των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και των περιστατικών της υπόθεσης αυτής, για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Καταληκτικά επιβάλλεται στον κατηγορούμενο οι εξής ποινές: 1η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 6 μηνών 2η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 2 μηνών Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο συντρέχουν. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα εάν οι ποινές που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο θα πρέπει να οδηγήσουν στην άμεση φυλάκιση του ή δύναται να ανασταλούν δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/
  2. Αυτό εξάλλου ήταν και το αίτημα του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου και εκτός από την ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 1240/14 που λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής στην παρούσα υπόθεση δεν φαίνεται να έχει απασχολήσει ξανά τη δικαιοσύνη. Επίσης, η ενέργεια του κατηγορουμένου να αναζητήσει τη συμφιλίωση και ταυτόχρονα συγχώρεση από το θύμα του με αποτέλεσμα ο παραπονούμενος να μην έχει πλέον παράπονο εναντίον του είναι στοιχείο της εκ των υστέρων θετικής διαγωγής του. Περαιτέρω, ο χρόνος των 5,5 ετών που διέρρευσε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα που συνοδεύεται από την ουσιώδη μεταβολή των προσωπικών, οικογενειακών και οικονομικών συνθηκών του κατηγορουμένου με αποκορύφωμα την ανάγκη συνέχιση στήριξης της άρρωστης μητέρας του ως το μοναδικό πρόσωπο που παραμένει κοντά της και της συμπαραστέκεται, παρά την ευθύνη που και αυτός φέρει στην διαρροή του, είναι παράγοντες που δεν μπορούν να αγνοηθούν και συνάμα καθιστούν ανεπιθύμητη την επιβολή ποινής άμεσης φυλάκισης δίδοντας έτσι μια δεύτερη ευκαιρία στον κατηγορούμενο κατόπιν βαθύ προβληματισμού αλλά και εξάντλησης κάθε δυνατής επιείκειας προς το πρόσωπο του. Με βάση τα πιο πάνω συντρέχουν τέτοιες προϋποθέσεις που συνηγορούν στην αναστολή των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο. Ως εκ τούτου, διατάσσεται όπως οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο ανασταλούν για περίοδο τριών ετών από σήμερα. (Εξηγείται στον κατηγορούμενο η έννοια της αναστολής της ποινής φυλάκισης). Έπεται ότι το αίτημα του συνηγόρου υπεράσπισης εγκρίνεται. Στην επιμέτρηση της ποινής στην παρούσα υπόθεση λήφθηκε υπόψη η ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 1240/14 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Έξοδα €105,00 να καταβληθούν αυθημερόν από τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω, δέκα δειγματοληψίες, ένα αποτσίγαρο, μία τελαντωτή φανέλα, ένα πουκάμισο μάρκας Springfield και 2 παρειακά επιχρίσματα του κατηγορουμένου να κατασχεθούν και να καταστραφούν. Επίσης, σε περίπτωση που έχει εντοπιστεί το μαχαίρι που καταλήγει σε μυτερή άκρη και χρησιμοποιήθηκε στο επίδικο περιστατικό αυτό επίσης να κατασχεθεί και να καταστραφεί. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence Αναφορά: Ποινικό/Παράνομος τραυματισμός -Μεταφορά μαχαιριού που καταλήγει σε μυτερή άκρη/Ποινή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.