Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Σάββας Ιακωβίδης, Αρ. Υπόθεσης: 2544/11, 30/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B120 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2544/11 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Kατηγορούσας Αρχής v Σάββας Ιακωβίδης Κατηγορουμένου ----------------------- Ημερομηνία: 30/06/2014. Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ειρ. Σάββα. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Αλ. Αλεξάνδρου. Κατηγορούμενος: παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες, αυτή της επίθεση με πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορία 1) και αυτή της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης (κατηγορία 2). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των πιο πάνω αδικημάτων, ο κατηγορούμενος στις 29/08/2010 στο Κάθηκα της Επαρχίας Πάφου επιτέθηκε στην DIANA COWARD και της προκάλεσε τις πιο πάνω σωματικές βλάβες που αναφέρονται στις κατηγορίες. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε και τις δύο πιο πάνω κατηγορίες και η κατηγορούσα αρχή για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της κάλεσε πέντε
(5)μάρτυρες κατηγορίας, τον Α/Αστ. 1985 Μάριο Παπαγεωργίου (Μ.Κ.1), την κα Diana Coward (Μ.Κ.2), τον κ. Norman George Coward (Μ.Κ.3), τον Δρ. Μανώλη Γεωργίου (Μ.Κ.4) και την Δρ. Μάρω Σβανά (Μ.Κ.5). Ο κατηγορούμενος μετά που κρίθηκε εκ πρώτης όψεως ένοχος, με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Δεν παρουσίασε οποιουσδήποτε μάρτυρες. Ολόκληρη η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου είναι καταγραμμένη στα πρακτικά και δεν κρίνω αναγκαίο και σκόπιμο για σκοπούς της παρούσας απόφασης να αναφερθώ αυτολεξεί σε αυτήν. Θα αναφερθώ κατωτέρω κατά την αξιολόγηση της στα κυριότερα μέρη αυτής για να διαφανούν και λεπτομερείς θέσεις των μερών. Από αυτήν όμως, προκύπτει ότι η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής είναι ότι στις 29/08/2010 η παραπονούμενη (Μ.Κ.2) οδηγούσε το όχημα της με αρ. εγγραφής KQH 187 στον κύριο δρόμο του χωριού Κάθηκα, έχοντας συνοδηγό το σύζυγο της (Μ.Κ.3) και στα πίσω καθίσματα δύο φίλους τους από την Αγγλία και κατευθύνονταν προς το σπίτι τους, αφού είχαν αναχωρήσει από ταβέρνα στην οποία προηγουμένως βρίσκονταν. Σε κάποιο σημείο του δρόμου αντιλήφθηκαν να τους ακολουθεί ένα αυτοκίνητο και να τους ανάβει τα φώτα του και το οποίο στη συνέχεια τους προσπέρασε και σταμάτησε μπροστά τους. Από αυτό κατέβηκε ο κατηγορούμενος ο οποίος πλησίασε το όχημα της παραπονουμένης, άνοιξε τη πόρτα του οδηγού και άρχισε με έντονο ύφος να της μιλά και να της φωνάζει. Αυτή όταν επιχείρησε να κλείσει τη πόρτα απλώνοντας το χέρι προς το χερούλι για να την τραβήξει, ο κατηγορούμενος την κτύπησε με τη γροθιά του στον δεξιό της βραχίονα και ακολούθως έφυγε από το μέρος. Μετά από ιατρικές εξετάσεις διαπιστώθηκε ότι η παραπονούμενη έφερε μεγάλη εκχύμωση δεξιού αντιβραχίονα συνοδευόμενη με μώλωπα. Της έγινε ακτινογραφία χωρίς να καταδείξει οποιοδήποτε κάταγμα. Μεταγενέστερη ακτινογραφία όμως, κατέδειξε υποψία για κάταγμα και σε συνδυασμό με την κλινική της εικόνα εξάχθηκε το συμπέρασμα ότι η παραπονούμενη έφερε ρογμώδες κάταγμα. Από την αντίπερα όχθη, ο κατηγορούμενος παραδέχεται ότι ακολούθησε το όχημα της παραπονούμενης και ότι σε κάποιο σημείο το προσπέρασε και σταμάτησε. Ο λόγος που το έκανε είπε, είναι ότι είχε διαφορές με την παραπονούμενη για την αγοραπωλησία ενός χωραφιού και το συγκεκριμένο βράδυ ενώ περπατούσε με την μητέρα του στο δρόμο έξω από την εκκλησία του χωριού Κάθηκα, πέρασε με το αυτοκίνητο της η παραπονούμενη και τον εξύβρισε με τις λέξεις «FUCK YOU». Μετά από αυτό πήρε το αυτοκίνητο της μητέρας του και ακολούθησε το όχημα της παραπονουμένης, το ανέκοψε, της άνοιξε την πόρτα και της ζήτησε με έντονο ύφος να μην τον ξαναενοχλήσει. Ο ίδιος αρνείται ότι την κτύπησε ή ότι της προκάλεσε οποιαδήποτε σωματική βλάβη. Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω εκδοχές, επιβάλλεται να προβώ σε αξιολόγηση ολόκληρης της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου με σκοπό να καταλήξω σε συγκεκριμένα ευρήματα και ιδιαίτερα στο τι έλαβε χώρα στο σημείο που σταμάτησε το όχημα της παραπονουμένης και όταν την προσέγγισε ο κατηγορούμενος και κατά πόσο την κτύπησε ή όχι καθώς επίσης και κατά πόσο η παραπονούμενη έφερε οποιοδήποτε τραύμα ένεκα της οποιασδήποτε επίθεσης δέχθηκε από τον κατηγορούμενο και τι έκτασης ήταν αυτό. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Επίσης, διατηρώ κατά νου την πάγια αρχή της νομολογίας ότι το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί τη μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στο σύνολο της είτε εν μέρει, αφού προηγουμένως αιτιολογήσει την προσέγγιση του αυτή και εφόσον ουσιαστικά ο μάρτυρας αυτός κριθεί αξιόπιστος (βλ. Παντελής Λαζάρου v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 633, Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 και Κώστας Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 219/2012, Ημερ. 29/11/2013). Περαιτέρω, έχω υπόψη μου ότι σε υποθέσεις επιθέσεων με πρόκληση σωματικής βλάβης, η ιατρική μαρτυρία αποτελεί και πραγματική μαρτυρία η οποία συνιστά αξιόπιστο βοήθημα για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων (βλ. Ανδρέας Γεωργίου v. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 439). Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε ως ο εξεταστής της υπόθεσης και ανέφερε τις ενέργειες που ο ίδιος έκανε σε σχέση με την υπόθεση αυτή και όλα τα γεγονότα τα οποία περιήλθαν σε γνώση του. Ο μάρτυρας αυτός μου έκανε πολύ καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και κρίνω ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και να αναφέρει τις ενέργειες τις οποίες ο ίδιος έκανε ως εξεταστής της υπόθεσης για σκοπούς διερεύνησης της καταγγελίας της παραπονούμενης. Επίσης, έχω διαπιστώσει ότι ήταν σαφής και ξεκάθαρος στις απαντήσεις του και ήταν σε θέση να διαφωτίσει το Δικαστήριο για όλες τις ενέργειες που ο ίδιος έπραξε και για τα γεγονότα τα οποία περιήλθαν στην αντίληψη του. Κατάθεσε στο Δικαστήριο την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από τον κατηγορούμενο καθώς επίσης και την γραπτή κατάθεση της παραπονουμένης τόσο στην μητρική της γλώσσα όσο και την πιστή μετάφραση αυτής και επεξήγησε τον τρόπο λήψης της και γιατί σε κάποια σημεία υπάρχουν σβησίματα (βλ. τεκμήρια 3Α και 3Β). Αναφορικά με την καταγγελία και το παράπονο της παραπονούμενης, είπε ότι αυτό έλαβε χώρα στις 29/08/2010 χωρίς όμως να προσδιορίσει ακριβή ώρα αυτού, πέραν από την αναφορά του ότι ήταν αργά τη νύκτα. Πέραν των πιο πάνω, κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι όταν η κατηγορούμενη προσήλθε στο Σταθμό ο ίδιος διαπίστωσε ότι το δεξιό της χέρι ήταν κτυπημένο και συγκεκριμένα είπε ότι αυτό ήταν μαυρισμένο στον δεξιό της βραχίονα, από τον αγκώνα προς τη παλάμη. Ακολούθως, της έδωσε παραπεμπτικό για το Νοσοκομείο. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας αυτός κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι κατά την κατάθεση του κατηγορουμένου στην Αστυνομία, στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης, αυτός του ανέφερε ότι η παραπονούμενη στην πλατεία του χωριού τον εξύβρισε. Η αναφορά του αυτή είπε, διερευνήθηκε και καταχωρήθηκε ενώπιον του Ε.Δ. Πάφου υπόθεση εναντίον της παραπονουμένης στην οποία ο ίδιος κατέθεσε ως μάρτυρας αφού η κατηγορούμενη δεν είχε παραδεχθεί ενοχή. Περαιτέρω, αναφέρθηκε στις ακτινογραφίες τις οποίες παρέλαβε από το Νοσοκομείο στις 30/09/2010 και οι οποίες διενεργήθηκαν στις 30/08/2010 (τεκμήριο 4Α) και στις 04/09/2010 (τεκμήριο 4Β). Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω και το περιεχόμενο της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του και να εξάξω ασφαλή ευρήματα γεγονότων και την αποδέχομαι εκτός των αναφορών του για τις οποίες ο ίδιος δεν είχε γνώση και ειδικότερα αυτές που αναφέρονται στην ιατρική γνωμάτευση των ιατρών σε σχέση με τα τραύματα. Επομένως, αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της με την πιο πάνω διευκρίνηση. Η Μ.Κ.2 ήταν η παραπονούμενη η οποία ανέφερε τα γεγονότα που έλαβαν χώρα, κατά τη θέση της, το βράδυ εκείνο υιοθετώντας κατά την προφορική της μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, τις γραπτές της καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία ως μέρος της κυρίως εξέτασης της (βλ. τεκμήρια 3Α και 6Α). Ουσιαστικά η εκδοχή της ήταν ότι ο κατηγορούμενος τους ακολούθησε με το αυτοκίνητο του ενώ αυτή και οι συνεπιβάτες της κατευθύνονταν προς την οικία της και αφού τους άναβε τα φώτα ενόσω ήταν από πίσω τους, τότε αυτοί θεωρώντας ότι ήταν κάποιος που ήθελε να τους περάσει έκαναν στην άκρη. Τότε ο κατηγορούμενος σταμάτησε μπροστά από αυτούς, κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητο της παραπονουμένης, στη θέση του οδηγού όπου καθόταν η ίδια, άνοιξε την πόρτα και άρχισε να της φωνάζει και να την βρίζει και αυτή στην προσπάθεια της να πάρει τη πόρτα από το χερούλι και να την κλείσει, ο κατηγορούμενος την κτύπησε στο δεξί της χέρι. Έχω παρακολουθήσει με πολλή προσοχή τη μάρτυρα αυτή κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα και έχω διεξέλθει το περιεχόμενο της μαρτυρίας της, λαμβάνοντας υπόψη μου παράλληλα και την υπόλοιπη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου. H μάρτυρας αυτή μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και κρίνω ότι είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια και παρέθεσε τα πραγματικά γεγονότα όπως αυτά έλαβαν χώρα. Τυχόν ανακρίβειες ή αδυναμίες υπάρχουν στην μαρτυρία της δεν είναι τέτοιες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την αξιοπιστία της μάρτυρος αυτής. Έλαβα υπόψη μου ότι σε κάποια σημεία της μαρτυρίας της, η ίδια φαινόταν να μην αντιλαμβάνετο κάποιες ερωτήσεις που της υποβάλλονταν και ζητούσε να της επαναληφθούν. Εντούτοις όμως, δεν έχω διαπιστώσει ότι το γεγονός αυτό οφείλεται στο ότι η ίδια δεν έλεγε την αλήθεια ή ότι δεν απαντούσε με αμεσότητα τις ερωτήσεις αυτές με σκοπό να σκεφτεί τι θα απαντήσει ή για οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο. Θεωρώ και είμαι πεπεισμένος ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει λαμβάνοντας υπόψη μου παράλληλα και την ηλικία της μάρτυρος αφού πρόκειται περί ηλικιωμένης γυναίκας 71 χρονών. Πέραν τούτου, δεν έχω διαπιστώσει κάτι μεμπτό στην μαρτυρία της και η εκδοχή της χαρακτηρίζεται από σταθερότητα και σαφήνεια επί των ουσιαστικών ζητημάτων. Ο τρόπος που ο κατηγορούμενος ακολούθησε την παραπονούμενη με το αυτοκίνητο και τι ακριβώς προηγήθηκε του επεισοδίου - εκτός της θέσης του ότι τον ύβρισε στην οποία θα αναφερθώ κατωτέρω - δεν αμφισβητείται από τον κατηγορούμενο. Το ίδιο και ότι αυτός όταν κατέβηκε και προσέγγισε το αυτοκίνητο της παραπονούμενης ήταν νευριασμένος και θυμωμένος και της μιλούσε με άγριο ύφος. Εκείνο που ουσιαστικά αμφισβητείται είναι κατά πόσο στο σημείο εκείνο την κτύπησε ή όχι όπως η παραπονούμενη περιγράφει. Εκτός του ότι η μάρτυρας αυτή συνολικά μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και κρίνω ότι είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια, τα όσα είπε στο Δικαστήριο συνάδουν και με άλλη αποδεκτή μαρτυρία. Συγκεκριμένα, είπε ότι όταν την κτύπησε ήταν σαν να την κτύπησε ένα σφυρί και αμέσως το χέρι της άρχισε να φουσκώνει και να κοκκινίζει. Το γεγονός ότι το χέρι της βρισκόταν σε αυτήν την κατάσταση το επιβεβαιώνει και ο Μ.Κ.1 ο οποίος το διαπίστωσε ο ίδιος βλέποντας το όταν η παραπονούμενη επισκέφθηκε τον Αστυνομικό Σταθμό, κάτι το οποίο φαίνεται και προκύπτει να έλαβε χώρα σε σύντομο χρονικό διάστημα από το όλο επεισόδιο. Η παραπονούμενη αναφέρει ότι αμέσως μετά το κτύπημα και το όλο επεισόδιο επισκέφθηκε την Αστυνομία και της δόθηκε σχετικό έντυπο και ότι σε περίπου μισή ώρα από το επεισόδιο αυτή βρισκόταν στο Νοσοκομείο για περίθαλψη. Η θέση της αυτή δεν έτυχε αμφισβήτησης από την υπεράσπιση. Επίσης, ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει και η ιατρική μαρτυρία, η αξιολόγηση της οποίας ακολουθεί η οποία αναφέρει ότι ένα τέτοιο τραύμα σαν αυτό που έφερε η παραπονουμένη δύναται να προκληθεί με τον τρόπο που αυτή περιέγραψε στο Δικαστήριο. Περαιτέρω, τα ευρήματα σε σχέση με τα τραύματα που έφερε είναι στο σημείο που η ίδια ισχυρίστηκε ότι κτυπήθηκε από τον κατηγορούμενο. Πέραν των πιο πάνω, η μαρτυρία του Δρ. Μανώλη Γεωργίου - Μ.Κ.4- ο οποίος εξέτασε την παραπονούμενη το ίδιο βράδυ, διαπίστωσε τα εν λόγω τραύματα αναφέροντας μάλιστα και ότι για να έχουν αυτή τη μορφή - κοκκίνισμα- σημαίνει ότι ήταν πολύ πρόσφατα. Παρόλο που δεν μπορούσε να καθορίσει πότε ακριβώς επεσυνέβησαν, εντούτοις η μαρτυρία του αυτή θεωρώ ότι συνάδει και με τα όσα η παραπονούμενη περιέγραψε στο Δικαστήριο ότι έλαβα χώρα και πότε. Ανεξάρτητα όμως από τα πιο πάνω, δεν φαίνεται και ούτε μπορεί να προκύψει ότι η παραπονούμενη δημιούργησε η ίδια τα εν λόγω τραύματα ή ότι αυτά προϋπήρχαν ούτε άλλωστε υπάρχει και οποιαδήποτε τέτοια θέση από την υπεράσπιση. Σε κανένα σημείο της μαρτυρίας της έχω διαπιστώσει ότι ενδεχομένως αυτά να προϋπήρχαν ή να τα δημιούργησε από μόνη της η παραπονούμενη, στο βαθμό και έκταση μάλιστα που αυτά εντοπίστηκαν, τόσο κατά την εξέταση της το ίδιο βράδυ όσο και σε μεταγενέστερη εξέταση της, όπως θα διαφανεί κατωτέρω. Κρίνω ότι η μάρτυρας ήταν σταθερή στην εκδοχή της και κατηγορηματική για το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος την κτύπησε το βράδυ εκείνο και δεν περιέπεσε σε καμία αντίφαση. Η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι αυτή ανέφερε ότι έλαβε επιστολές από δικηγόρο του κατηγορουμένου για να μην τον βρίζει και ότι το έγγραφο που κατέθεσε στο Δικαστήριο δεν είναι μια τέτοια επιστολή και ότι αυτό είναι στοιχείο που κλονίζει την αξιοπιστία της, δεν ευσταθεί. Από τα πρακτικά και τις αναφορές της μάρτυρος, εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι η ίδια ουδέποτε παραδέχτηκε ότι έλαβε επιστολές από δικηγόρο του κατηγορούμενου για να μην τον βρίζει. Η μάρτυρας αναφέρθηκε σε μια επιστολή που έλαβε από δικηγόρο και την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 7 η οποία δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με αυτά στα οποία αναφερόταν η υπεράσπιση. Εκείνο που είπε είναι ότι το εν λόγω τεκμήριο ήταν η μόνη επιστολή που έλαβε από δικηγόρο. Επίσης, είναι φανερό ότι η μάρτυρας δεν είχε αντιληφθεί ακριβώς τι ερωτάτο επί του σημείου τούτου. Χαρακτηριστική είναι και η απάντηση που έδωσε σε σχετική ερώτηση «Δεν είμαι σίγουρη αν το έχω καταλάβει αυτό. Αυτή είναι η μόνη επιστολή που έχω ποτέ λάβει από δικηγόρο». Επιπρόσθετα, πέραν των γενικών αναφορών και υποβολών της υπεράσπισης ότι η μάρτυρας έλαβε τέτοιες επιστολές από το δικηγόρο του κατηγορούμενου, ουδεμία τέτοια επιστολή τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και ούτε προωθήθηκε η στοιχειοθέτηση της θέσης αυτής από την υπεράσπιση. Το ίδιο επίσης ισχύει και για τη θέση ότι η μάρτυρας είχε αλλότρια κίνητρα για την καταγγελία αυτή. Πέραν από μια γενική θέση και υποβολή, δεν τεκμηριώθηκε οτιδήποτε άλλο που να συνηγορεί προς αυτήν την κατεύθυνση ή τουλάχιστον να ρίχνει μια σκία στο αληθές και ειλικρινές του παραπόνου. Αναφορικά με το γεγονός ότι η κατηγορούμενη καταδικάστηκε σε άλλη διαδικασία για το αδίκημα της Δημόσιας Εξύβρισης, ως προέκυψε κατά την αντεξέταση της και ότι η ίδια εξακολουθεί να αρνείται στην παρούσα ότι το διέπραξε, δεν θεωρώ ότι είναι στοιχείο που μπορεί να κλονίσει την αξιοπιστία της μάρτυρος στη διαδικασία αυτή. Κατ' αρχή με τα όσα έχουν προκύψει από τις αναφορές της μάρτυρος είναι ότι αυτή δεν είχε παραδεχθεί την εν λόγω κατηγορία και γι αυτό διεξάχθηκε ακροαματική διαδικασία. Δεν θεωρώ ότι η εν λόγω διαδικασία και η απόφαση του άλλου Δικαστηρίου και τα σχετικά ευρήματα του είναι γεγονότα σχετικά με την παρούσα διαδικασία και τα οποία θα πρέπει να θεωρηθούν μάλιστα και ως δεδομένα. Επρόκειτο περί μιας άλλης διαδικασίας, με άλλους διαδίκους και άλλη κατηγορία. Το αν τα γεγονότα της εν λόγω υπόθεσης ενδεχομένως να είναι σχετικά με αυτά της παρούσας ή συναφή ή ακόμη τα ίδια, δεν είναι κάτι που εμποδίζει το παρόν Δικαστήριο από το να αξιολογήσει το ίδιο τους μάρτυρες που καταθέτουν ενώπιον του. Άλλωστε η αξιοπιστία ενός μάρτυρα κρίνεται από το περιεχόμενο της μαρτυρίας του και από την όλη προσαχθείσα μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Κρίσιμο είναι κατά πόσο ο μάρτυρας λέει την αλήθεια ή όχι συνυπολογίζοντας διάφορους παράγοντες όπως το περιεχόμενο της μαρτυρίας του, την εντύπωση που δίνει από το εδώλιο του μάρτυρα κατά την ώρα που καταθέτει καθώς επίσης και οποιαδήποτε άλλα παρεμφερή ζητήματα του τεθούν (βλ. Χαράλαμπος Αντώνη Αεροπόρος και Άλλοι v. Της Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 362 και Γιάννος Ευθυμίου v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 1). Στην παρούσα υπόθεση, τέθηκε στη μάρτυρα το γεγονός ότι σε άλλη διαδικασία καταδικάστηκε σε κατηγορία Δημόσιας Εξύβρισης και ότι σε εκείνη το Δικαστήριο δεν πίστεψε την εκδοχή της, θέση με την οποία συμφώνησε. Παρόλα αυτά η ίδια είπε ότι δεν συμφωνεί με εκείνη την απόφαση και ότι επιμένει στη θέση της ότι δεν εξύβρισε τον κατηγορούμενο. Φαίνεται ότι την ίδια θέση που εξέφρασε στην πιο πάνω υπόθεση επαναλαμβάνει και στην παρούσα. Επομένως, δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε αντιφατική ή διαφορετική στάση της παραπονούμενης στο ζήτημα αυτό. Συγκεκριμένα δεν διαπιστώνεται να είχε δώσει στην άλλη διαδικασία ένορκη μαρτυρία με διαφορετικό περιεχόμενο (βλ. Σπύρος Πουτζιουρής και Άλλος v. Της Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 309). Το αν σε εκείνη τη διαδικασία δεν έγινε πιστευτή δεν είναι κάτι σχετικό με την παρούσα και ούτε δεσμεύει ή εμποδίζει το παρόν Δικαστήριο να την αξιολογήσει με τον τρόπο που το ίδιο κρίνει ορθό, πάντοτε στα πλαίσια και της μαρτυρίας που τίθεται ενώπιον του και όλων των παραμέτρων που διέπουν το ζήτημα αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα. Επομένως, θεωρώ ότι ούτε και γι αυτό το λόγο θα μπορούσε να πληγεί η αξιοπιστία της μάρτυρος. Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, την καλή εντύπωση που η μάρτυρας μου έκανε από το εδώλιο του μάρτυρα, το περιεχόμενο της μαρτυρίας της αντικρίζοντας το, τόσο σφαιρικά όσο και ειδικά σε κάθε ένα ουσιαστικό σημείο καθώς επίσης και την υπόλοιπη μαρτυρία που το Δικαστήριο έκανε ή θα κάνει αποδεκτή κρίνω ότι η μάρτυρας είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Ως εκ τούτου καταλήγω ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία της και να εξάξω ασφαλή ευρήματα γεγονότων γι αυτό την αποδέχομαι στην ολότητα της. Ο Μ.Κ.3 ήταν ο σύζυγος της παραπονουμένης ο οποίος κατάθεσε ως αυτόπτης μάρτυρας του όλου περιστατικού. Υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως του εξέτασης τη κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία, η οποία ουσιαστικά αποτέλεσε ολόκληρη την κυρίως του εξέταση (βλ. τεκμήριο 8Α) στην οποία εξηγεί τον τρόπο που έλαβε χώρα το επεισόδιο. Βασικά αποτέλεσε θέση του μάρτυρα ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, ενώ ήταν συνοδηγός στο όχημα που οδηγούσε η σύζυγος του και παραπονούμενη αντιλήφθηκε ένα όχημα να τους ακολουθεί, να τους αναβοσβήνει τα φώτα και να τους κορνάρει και έτσι είπε της συζύγου του να πάρει στην άκρη για να περάσει διότι είχε αντιληφθεί ότι ενδεχομένως να βιαζόταν. Αφού η σύζυγος του το έπραξε, τότε αντιλήφθηκε το όχημα να τους προσπερνά και να σταματά μπροστά από αυτούς. Στη συνέχεια, ήρθε προς του μέρος τους ο κατηγορούμενος ο οποίος άνοιξε τη πόρτα της παραπονούμενης και άρχισε να της φωνάζει και να τους βρίζει. Ήταν όλοι σοκαρισμένοι και φοβισμένοι από αυτή τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου και προσπαθούσαν να καταλάβουν το λόγο. Ακολούθως και όταν η παραπονούμενη άπλωσε το χέρι της για να πιάσει τη πόρτα να την κλείσει, ο κατηγορούμενος την κτύπησε στο χέρι, τραυματίζοντας της και μετά έφυγε από το μέρος. Έχω παρακολουθήσει επίσης με πολλή προσοχή το μάρτυρα αυτό κατά την ώρα που κατάθετε από το εδώλιο του μάρτυρα και έλαβα υπόψη μου τη σχέση που αυτός έχει με την παραπονούμενη καθώς επίσης και ολόκληρο το περιεχόμενο της μαρτυρίας του σε συνδυασμό και με την υπόλοιπη μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο μάρτυρας αυτός μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και κρίνω ότι είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του έχω διαπιστώσει ότι αυτός ήρθε για να βοηθήσει την εκδοχή της παραπονουμένης παρά να αναφέρει στο Δικαστήριο τα πραγματικά γεγονότα που έλαβαν χώρα. Η βασική θέση και εκδοχή του επίσης, συνάδει με τα όσα η παραπονούμενη εξέθεσε στο Δικαστήριο και αναφέρθηκαν ανωτέρω. Περαιτέρω, τυχόν διαφορετικές αναφορές στη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, αφορούν επουσιώδη σημεία και αυτό όχι μόνο δεν καταρρίπτει την αξιοπιστία της μαρτυρίας του αλλά την ενισχύει αφού καταδεικνύει ότι η μαρτυρία του δεν είναι κατασκευασμένη και ούτε διαπνέεται από αλλότρια κίνητρα (βλ. Ξυδιάς v. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 174, Πέτρου v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 76 και Ιερόθεος Χριστοδούλου άλλως Ρόπας v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 628). Για παράδειγμα ο μάρτυρας αυτός ανέφερε ότι όταν ο κατηγορούμενος τους ακολουθούσε τους κόρναρε κάτι που δεν είπε η παραπονούμενη. Το γεγονός αυτό δεν είναι τέτοιο που να καθιστά την ουσιαστική και βασική του μαρτυρία αναξιόπιστη ή ότι έχει προβάλει διαφορετική εκδοχή από την παραπονούμενη. Επίσης, να αναφερθεί ότι το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος τους ακολούθησε και τους ανέκοψε δεν αμφισβητείται. Πέραν των πιο πάνω, κρίνω ότι τυχόν αδυναμίες ή ανακρίβειες που μπορεί να υπάρχουν στη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, δεν είναι τέτοιες που μπορεί να καταστήσουν τη μαρτυρία του αναξιόπιστη. Το γεγονός ότι δεν μπορούσε να πει τι ο κατηγορούμενος τους έλεγε όταν πήγε στο αυτοκίνητο δεν φάνηκε να αφορά κάποιο αλλότριο κίνητρο. Να σημειωθεί ότι, όπως έχει αναφερθεί από τους μάρτυρες, αυτοί ήταν σοκαρισμένοι από τη συμπεριφορά αυτή του κατηγορούμενου, έχει παρέλθει αρκετό χρονικό διάστημα από το επεισόδιο και εν πάσει περιπτώσει το κατά πόσο ο κατηγορούμενος τους έβρισε ή όχι και τι τους είπε δεν είναι επίδικο θέμα. Επίσης, το ότι αυτός τους φώναζε και ήταν σε έξαλλη κατάσταση δεν φαίνεται να αμφισβητείται. Στο ουσιαστικό σημείο, κατά πόσο δηλαδή ο κατηγορούμενος κτύπησε ή όχι την παραπονούμενη, αυτός ήταν σταθερός και περίγραψε τον τρόπο που αυτό έλαβε χώρα με πάσα λεπτομέρεια. Ανάφερε ότι την ώρα που η παραπονούμενη πήγε να πιάσει το χερούλι της πόρτας για να την κλείσει ο κατηγορούμενος την κτύπησε με τη γροθιά του. Το γεγονός αυτό το είδε ο ίδιος ο οποίος καθόταν ακριβώς δίπλα από την παραπονούμενη στη θέση του συνοδηγού. Αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι ένα τέτοιο επεισόδιο δεν έλαβε χώρα και το γεγονός ότι ο ίδιος δεν αντέδρασε δεν θεωρώ ότι αδυνατίζει την όλη θέση και εκδοχή του. Άλλωστε ο ίδιος έχει δώσει εξηγήσεις για το γεγονός αυτό. Πέραν των πιο πάνω, η εκδοχή του για το τι ακολούθησε μετά το επεισόδιο επιβεβαιώνεται και ενισχύεται και από την υπόλοιπη μαρτυρία που το Δικαστήριο έκανε αποδεκτή. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω και το γεγονός ότι η μαρτυρία ενός μάρτυρα κρίνεται σφαιρικά και όχι μικροσκοπικά, κρίνω ότι ο μάρτυρας αυτός είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια και η κατάληξη είναι ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του και να εξάξω ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Ως εκ τούτου, αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της. Οι Μ.Κ.4 και 5 κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως οι ιατροί οι οποίοι εξέτασαν την παραπονούμενη κατά τον ουσιώδη χρόνο και εξέθεσαν στο Δικαστήριο τα ευρήματα και συμπεράσματα τους. Οι μάρτυρες αυτοί θεωρούνται εμπειρογνώμονες που απώτερο σκοπό και στόχο έχουν να βοηθήσουν το Δικαστήριο να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα. Είναι γνωστές οι αρχές στο Δικαστήριο πώς αξιολογείται μια τέτοια μαρτυρία (βλ. Κωνσταντίνα Σιακόλα v. Aστυνομίας Ποιν. Εφεση Αρ. 53/11, Ημερομηνίας 24/01/2013, Θεοσκέπαστη Φαρμ v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ. 534, Evagelou & Another v. Ambizas & Another
(1982)1 C.L.R. 41, Φιλίππου v. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ. 1 και Μάριος Νικολάου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 841). Εκείνο το οποίο προκύπτει σε σχέση με τους δύο αυτούς μάρτυρες είναι ότι αποτέλεσε κοινό έδαφος ότι αυτοί είναι ιατροί και ότι είναι ειδικοί να αναφερθούν στα τραύματα που εντόπισαν να φέρει η παραπονούμενη. Εκτός εκεί που αμφισβητήθηκε ειδικά η επάρκεια των μαρτύρων αυτών στο να αναφερθούν σε συγκεκριμένο θέμα και ειδικότερα στο θέμα των ακτινογραφιών, αποδέχομαι τους εν λόγω μάρτυρες ως ιατρούς και ειδικούς στα όσα ανέφεραν στο Δικαστήριο. Ο Μ.Κ.4 αναφέρθηκε στα ευρήματα του, μετά από την εξέταση της παραπονούμενης, η οποία επισκέφθηκε το Νοσοκομείο στις 29/08/2010. Κατέθεσε στο Δικαστήριο το τεκμήριο 9 το οποίο υιοθέτησε και στο οποίο αναφέρεται ότι εντόπισε στην παραπονούμενη μεγάλη εκχύμωση δεξιού αντιβραχίονα συνοδευόμενη με μώλωπα 6 Χ 3 cm, χωρίς εικόνα κατάγματος. Με βάση δικές του οδηγίες της ίδιας ημερομηνίας και ώρα 23:55 (βλ. τεκμήριο 10) έγινε ακτινογραφία στον δεξιό αντιβραχίονα χωρίς να εντοπιστεί οποιοδήποτε κάταγμα (βλ. τεκμήριο 4Α). Εξήγησε επίσης στο Δικαστήριο το σημείο στο οποίο έγινε η εν λόγω ακτινογραφία και αναφέρθηκε και στην ακτινογραφία που έγινε στις 04/09/2010 με βάση τις οδηγίες της Δρ. Σβανά για να πει ότι αυτή απεικονίζει πιο λεπτομερώς και άλλο μέρος του χεριού, την πηχεοκαρπική περιοχή (βλ. τεκμήριο 4Β). Η θέση του ήταν ότι με βάση αυτήν την ακτινογραφία εκείνο το οποίο μπορεί να λεχθεί είναι ότι με πολλή φειδώ και πολλή φαντασία θα έλεγε ότι υπάρχει υποψία για ρογμώδες κάταγμα της στυλοειδούς απόφυσης της δεξιάς κερκίδας. Είπε όμως, ότι η εν λόγω υποψία θα μπορούσε να επαληθευτεί με συνεκτίμηση της κλινικής εικόνας της ασθενούς. Ουσιαστικά η μαρτυρία του μάρτυρα αυτού δεν έτυχε αμφισβήτησης από την υπεράσπιση και εκείνο που έγινε προσπάθεια να καταδειχθεί κατά την αντεξέταση του ήταν η ανυπαρξία κατάγματος κατά την εξέταση της παραπονουμένης καθώς επίσης και ο τρόπος και χρόνος που δυνατό να προκλήθηκαν τα τραύματα της παραπονουμένης. Επίσης, υποβλήθηκαν ερωτήσεις διευκρινιστικές σε σχέση με τα τραύματα που ο ίδιος εντόπισε. Θεωρώ ότι ο μάρτυρας αυτός ήρθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει ως εκ της θέσης και ιδιότητας του δηλαδή ως ο ιατρός του Νοσοκομείου ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο εξέτασε την παραπονούμενη. Δεν έχω διαπιστώσει ότι είχε σκοπό να βοηθήσει την εκδοχή κάποιου από τους διαδίκους αλλά σκοπός του ήταν να βοηθήσει το Δικαστήριο να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα. Πέραν τούτου, εξήγησε επαρκώς τα τραύματα που ο ίδιος εντόπισε καθώς επίσης και το τι συνιστά εκχύμωση και μώλωπα. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι είναι η επώδυνη αλλοίωση του δέρματος που οφείλεται σε τραυματισμό και ρήξη μικροαγγείων. Διευκρίνισε ότι η αλλοίωση αυτή του δέρματος και του χρώματος του δεν είναι μελανιά. Η μελανιά είπε είναι συνέπεια της εκχύμωσης αφού περάσει ορισμένο χρονικό διάστημα. Κατά το στάδιο αυτό, δηλαδή της εκχύμωσης το χρώμα του δέρματος είναι προς το κόκκινο. Περαιτέρω, παρόλο που δεν ήταν σε θέση να καθορίσει επ' ακριβώς πότε το εν λόγω τραύμα προκλήθηκε στην παραπονούμενη, εντούτοις ανέφερε ότι από τη στιγμή που δεν είχε μελανιά αυτό πρέπει να ήταν πρόσφατο. Επίσης, ανέφερε ότι ένα τέτοιο τραύμα μπορεί να προκληθεί και με διάφορους τρόπους. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω και συγκεκριμένα το γεγονός ότι ο μάρτυρας αυτός κρίνω ότι είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια, το γεγονός ότι τα ευρήματα του δεν έτυχαν αμφισβήτησης και τις επεξηγήσεις που έδωσε για αυτά, θεωρώ ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του και να προβώ σε σχετικά συμπεράσματα αναφορικά με τον τραυματισμό που έφερε η παραπονούμενη. Η Μ.Κ.5 εξέτασε την παραπονουμένη στις 04/09/2010 και κατά την κλινική της εξέταση διαπίστωσε ότι αυτή έφερε παλιό αιμάτωμα δεξιού πήχεως και άλγος δεξιάς πηχεοκαρπικής. Έγιναν ακτινογραφίες (βλ. τεκμήριο 4Β) και η διάγνωση της ήταν ότι η παραπονούμενη έφερε ρογμώδες κάταγμα δεξιάς πηχεοκαρπικής. Σε αυτό, είπε, κατέληξε τόσο από τις ακτινογραφίες και τη γνωμάτευση του ακτινολόγου ότι υπάρχει υποψία για ρογμώδες κάταγμα όσο και από την κλινική της εξέταση. Επίσης, αναφέρθηκε και στις ακτινογραφίες, τεκμήριο 4Α για να πει ότι αυτές απεικονίζουν το δεξιό αντιβραχίονα, συμπεριλαμβανομένης και της δεξιάς πηχεοκαρπικής αλλά εξήγησε ότι αυτές δεν εστιάζουν σε αυτήν. Αντιθέτως, οι ακτινογραφίες τεκμήριο 4Β απεικονίζουν τη δεξιά πηχεοκαρπική. Επίσης, είπε ότι σύμφωνα με την εκδοχή της παραπονουμένης σε σχέση με τον τρόπο που προκλήθηκαν τα τραύματα της, θα μπορούσε να προκληθεί αυτό το μικρό ρογμώδες κάταγμα. Η μάρτυρας αυτή έτυχε έντονης αμφισβήτησης από την υπεράσπιση σε σχέση με το συμπέρασμα της ότι η παραπονούμενη έφερε ρογμώδες κάταγμα στη δεξιά πηχεοκαρπική. Έχω διεξέλθει με πολλή προσοχή τη μαρτυρία της μάρτυρος αυτής και έλαβα υπόψη μου και την εντύπωση που απεκόμισα από αυτήν κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα. Θεωρώ κατ' αρχή ότι και η μάρτυρας αυτή ήρθε να καταθέσει στο Δικαστήριο με απώτερο σκοπό να το βοηθήσει να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα. Σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας της διέκρινα ότι αυτή έλεγε ψέματα ή προσπαθούσε να παρουσιάσει τα γεγονότα με ευνοϊκό τρόπο για να βοηθήσει την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής. Επομένως, δεν τίθεται θέμα αναξιόπιστου μάρτυρα ή μάρτυρα που έλεγε ψέματα στο Δικαστήριο για να εξυπηρετήσει αλλότριο σκοπό. Εκείνο που πρέπει να εξεταστεί από τη μαρτυρία της όμως, είναι οι επεξηγήσεις που έδωσε και ο τρόπος που κατέληξε στο συμπέρασμα της ότι δηλαδή η παραπονούμενη έφερε ρογμώδες κάταγμα. Το γεγονός ότι στο τεκμήριο 4Α δεν φαινόταν οποιοδήποτε κάταγμα ενώ στο τεκμήριο 4Β υπήρχε υποψία για ένα τέτοιο κάταγμα δεν δημιουργεί οποιοδήποτε πρόβλημα στη μαρτυρία της μάρτυρος αυτής. Παρά τη προσπάθεια της υπεράσπισης να καταδείξει ότι οι δύο αυτές ακτινογραφίες έγιναν στο ίδιο σημείο και στο τεκμήριο 4Α περιλαμβάνεται και η πηχεοκαρπική και ότι οι αναφορές της περί κακής ποιότητας δεν ευσταθούν, εντούτοις δεν διαφάνηκε οποιαδήποτε αντίφαση ή αδυναμία στο κομμάτι αυτό της μαρτυρίας της. Είναι προφανές ότι η εστίαση των δύο αυτών ακτινογραφιών έγινε σε διαφορετικά σημεία και ότι στο τεκμήριο 4Β απεικονίζεται πιο εξειδικευμένα η δεξιά πηχεοκαρπική και με καλύτερη ποιότητας ακτινογραφία. Αυτό εννοούσε η μάρτυρας και γι αυτό είπε ότι στο τεκμήριο 4Α δεν απεικονίζεται ένα τέτοιο κάταγμα. Πέραν τούτου, η μάρτυρας δικαιολόγησε το συμπέρασμα της περί ύπαρξης κατάγματος βασιζόμενη τόσο στην ακτινογραφία όσο και στην κλινική κατάσταση της ασθενούς. Είναι γεγονός ότι σε σχέση με την ακτινογραφία η ίδια βασίστηκε στην έκθεση του ειδικού ακτινολόγου ο οποίος ανέφερε ότι υπήρχε υποψία για κάταγμα και όχι με βεβαιότητα ότι υπήρχε ένα τέτοιο κάταγμα. Η μάρτυρας προχώρησε και είπε όμως, ότι η ύπαρξη ενός κατάγματος δεν αποδεικνύεται με μια έκθεση του ακτινολόγου μόνο και αυτό μπορεί να γίνει και σε συνδυασμό με την κλινική κατάσταση του ασθενούς. Στην παρούσα περίπτωση είπε, η ασθενής είχε άλγος κατά την ψηλάφηση του χεριού, εκτεταμένο αιμάτωμα στο χέρι και οίδημα και σε συνδυασμό με την έκθεση του ακτινολόγου κατέληξε στο συμπέρασμα ότι υπήρχε κάταγμα. Παρόλο που η μάρτυρας συνδυάζει την εικόνα της ακτινογραφίας με τα κλινικά ευρήματα στο να καταλήξει κάποιος σε συμπέρασμα ύπαρξης κατάγματος, εντούτοις κατά την επεξήγηση της σημασίας που έχει η κλινική εικόνα ενός ασθενούς, αναφέρει ότι ακόμη και η ακτινογραφία αλλά και η αξονική ή μαγνητική τομογραφία να μην δείξει οτιδήποτε, αν ο ασθενής επιμένει να πονεί σε κάποιο σημείο και να βλέπεις οίδημα και να υπάρχει άλγος, δεν σημαίνει ότι δεν έχει κάταγμα. Ουσιαστικά με τα πιο πάνω, η μάρτυρας εξουδετερώνει τη σημασία της ακτινογραφίας στο να καταλήξεις σε ένα τέτοιο συμπέρασμα, τη στιγμή που προηγουμένως η ίδια ανέφερε ότι το αποτέλεσμα αυτής συνυπολογίζεται. Αν εννοεί ότι και χωρίς την ακτινογραφία και με μόνο τα κλινικά ευρήματα μπορεί να υπάρχει κάταγμα, τότε διερωτώμαι γιατί να μην μπορεί να καταδειχθεί ένα τέτοιο κάταγμα στην ακτινογραφία. Δεν έχει δοθεί περί τούτου μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου από ειδικό ακτινολόγο για να διαπιστωθεί αν πράγματι μπορεί να υπάρξει αυτό το ενδεχόμενο και για ποιο λόγο η ακτινογραφία να μην καταδεικνύει οτιδήποτε, έστω και υποψία για ένα τέτοιο κάταγμα. Παρά τη σημασία όμως, που η μάρτυρας αυτή απέδωσε στα κλινικά της ευρήματα για να καταλήξει στο συμπέρασμα της ότι στην παρούσα περίπτωση υπήρχε ρογμώδες κάταγμα, εντούτοις ερωτηθείσα κατά την αντεξέταση της κατά πόσο τα κλινικά αυτά ευρήματα μπορεί να είναι συμβατά με οτιδήποτε άλλο εκτός από κάταγμα, απάντησε καταφατικά λέγοντας ότι μπορεί να είναι συμβατά με μια κάκωση. Τέλος, σε υποβολή της υπεράσπισης ότι δεν μπορούμε με ασφάλεια να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι υπήρχε ρογμώδες κάταγμα, η μάρτυρας παρέπεμψε και σε άλλη γνωμάτευση η οποία αναφέρεται σε κάταγμα στυλοειδούς απόφυσης χωρίς όμως να γνωρίζει για ποια γνωμάτευση αναφερόταν αλλά και λέγοντας ότι πιθανόν να θυμάται λάθος. Όλα τα πιο πάνω και οι εξηγήσεις που η μάρτυρας έδωσε αλλά και ο τρόπος που η ίδια κατέληξε στο συμπέρασμα ότι υπήρχε ρογμώδες κάταγμα στην παρούσα περίπτωση, δεν παρέχουν την απαραίτητη ασφάλεια για το Δικαστήριο να εξάξει το συμπέρασμα ότι υπήρχε ένα τέτοιο κάταγμα. Από τη στιγμή μάλιστα που όπως διαφάνηκε η ακτινογραφία δεν ήταν ξεκάθαρη για την ύπαρξη ενός τέτοιου κατάγματος και ότι ουσιαστικά η μάρτυρας επικεντρώθηκε στα κλινικά της ευρήματα, τα οποία όμως είπε ότι μπορεί να συμβαδίζουν και με μια κάκωση παρά με κάταγμα, κρίνω ότι δεν μπορώ να αποδεχθώ τη θέση της περί ύπαρξης κατάγματος. Εγείρονται σοβαρές αμφιβολίες για το ζήτημα αυτό και είναι επικίνδυνο να υιοθετηθεί ένα τέτοιο συμπέρασμα από το Δικαστήριο. Επομένως, το συμπέρασμα της μάρτυρος περί κατάγματος δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό, έχοντας υπόψη μου και τη μαρτυρία του Μ.Κ.4 την οποία το Δικαστήριο έκανε αποδεκτή ότι ένα τέτοιο συμπέρασμα θα ήταν πολύ τραβηγμένο και ότι όλα τα στοιχεία μόνο για υποψία ενός τέτοιου κατάγματος συνηγορούν. Από την αντίπερα όχθη, ο κατηγορούμενος κατάθεσε ενόρκως και υιοθέτησε την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία ημερ. 31/08/2010 (τεκμήριο 2) καθώς και τη συμπληρωματική του κατάθεση ημερ.02/09/2010 (τεκμήριο 13), ως μέρος της κυρίως του εξέτασης. Σε αυτές ουσιαστικά αναφέρει ότι με την παραπονούμενη είχε διαφορές από το 2002 λόγω του ότι όταν αυτός ήθελε να πωλήσει ένα χωράφι στο Κάθηκα, αυτή ενεργούσε ως μεσάζον. Το χωράφι θα το αγόραζε κάποιος φίλος της αλλά τελικά δεν έγινε η πράξη και κατέληξαν στο Δικαστήριο. Από τότε η παραπονούμενη τον κατηγορεί δεξιά και αριστερά, τον βρίζει και του φτύνει και γι αυτό της έστειλε και επιστολές με δικηγόρο για να σταματήσει. Κατά τον ουσιώδη χρόνο και συγκεκριμένα στις 29/08/2010 είδε την παραπονούμενη να κινείται με το αυτοκίνητο της έξω από την εκκλησία και να περνά από πολύ κοντινή απόσταση από κοντά του έχοντας ανοικτό το παράθυρο της και να τον βρίζει με την φράση «Fuck You». Mετά από αυτό ο ίδιος πήρε το αυτοκίνητο της μάνας του και μαζί με αυτή την ακολούθησαν, την προσπέρασαν και αφού είχε σταματήσει και εκείνη κατέβηκε κάτω μπροστά της. Πήγε και της άνοιξε την πόρτα και της είπε σε έντονο ύφος να μην τον ξαναενοχλήσει γιατί θα είχαν περισσότερες φασαρίες αν συνέχιζε. Στη συνέχεια της έκλεισε τη πόρτα και έφυγε. Αρνείται ότι κτύπησε την παραπονούμενη και επίσης, αναφέρει ότι στη σκηνή παρόντες ήταν η μητέρα και η αδελφή του. Έχω παρακολουθήσει τον κατηγορούμενο κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα και η εντύπωση που απεκόμισα από αυτόν, ήταν η αγωνιώδης προσπάθεια του να αποποιηθεί οποιοδήποτε ευθυνών ενδεχομένως να έχει από το όλο επεισόδιο επιμένοντας ότι, ναι μεν ακολούθησε την παραπονούμενη και της άνοιξε την πόρτα του οχήματος της αλλά δε ότι δεν την κτύπησε και το μόνο που έκανε ήταν να της κάνει παρατήρηση σε έντονο ύφος. Η πιο πάνω εκδοχή που πρόβαλε, εκτός του ότι δεν πείθει και δεν συνάδει και με άλλη αποδεκτή μαρτυρία, παρουσιάζει και από μόνη της σοβαρές αδυναμίες κάτι το οποίο την καθιστά ανασφαλές υπόβαθρο στο οποίο το Δικαστήριο να μπορεί να βασιστεί. Κα' αρχή, η θέση του κατηγορούμενου ήταν ότι ουσιαστικά είχε εκνευριστεί από τη συμπεριφορά της παραπονουμένης και συγκεκριμένα από την εξύβριση που δέχθηκε καθότι η συμπεριφορά αυτή της παραπονουμένης δεν ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό. Πάρα τα πιο πάνω και το γεγονός ότι ο ίδιος όπως είπε έκανε αρκετές καταγγελίες στην Αστυνομία και μάλιστα έγινε παρατήρηση στην παραπονουμένη, ουδεμία τέτοια μαρτυρία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που να επιβεβαιώνει όλα τα πιο πάνω. Επίσης, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι έστειλε και δύο επιστολές προς την παραπονούμενη με συγκεκριμένο δικηγόρο. Ουδεμία τέτοια επιστολή ή αντίγραφο αυτής έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου που να επιβεβαιώνει τις πιο πάνω θέσεις του κατηγορούμενου. Η προσπάθεια του κατηγορουμένου να δικαιολογήσει τη συμπεριφορά του το εν λόγω βράδυ ήταν εμφανής, χωρίς όμως να μπορεί να τεκμηριώσει τα όσα ισχυρίστηκε ή τουλάχιστον δεν το έχει πράξει. Περαιτέρω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο ίδιος σε κανένα στάδιο πριν να ειδοποιηθεί από την Αστυνομία προβαίνει σε καταγγελία εναντίον της παραπονούμενης για την ισχυριζόμενη εξύβριση που δέχθηκε παρά μόνο όταν του λαμβάνεται ανακριτική κατάθεση σε σχέση με τη καταγγελία της παραπονουμένης. Ερωτούμενος περί τούτου, είπε ότι τότε είχε παράπονο και αυτός διότι η παραπονούμενη τον κατάγγειλε και είχε και αυτή παράπονο από αυτόν. Δηλαδή, ο λόγος ήταν η καταγγελία της παραπονουμένης και όχι διότι και ο ίδιος είχε έτσι και αλλιώς παράπονο αφού όπως ο ίδιος προσπάθησε να παρουσιάσει τον ενοχλούσε επανειλημμένως η παραπονούμενη. Πέραν των πιο πάνω, αναφορικά με τη θέση του ότι τον εξύβρισε η παραπονούμενη είπε ότι πέρασε ένα αυτοκίνητο από δίπλα του και άκουσε να τον βρίζουν και συνεχίζοντας είπε ότι προς στιγμής δεν έδωσε σημασία. Επίσης, είπε ότι τα αυτοκίνητο είχε τρία άτομα μέσα. Από τις αναφορές του αυτές πάλι υπάρχουν σοβαρές αδυναμίες σε σχέση με το κατά πόσο πράγματι είδε την ίδια την παραπονούμενη να τον εξυβρίζει τη στιγμή εκείνη. Γιατί δεν έδωσε σημασία προς στιγμή αφού είδε και άκουσε την παραπονουμένη να τον βρίζει; Επίσης, με πόση ταχύτητα κινείτο το όχημα και πού αυτός βρισκόταν σε σχέση με αυτό; Όταν τίθεται αντιμέτωπος με αυτά κατά την αντεξέταση του προσπαθεί να παρουσιάσει τα γεγονότα με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε να ενδυναμώσει την εκδοχή του. Ανέφερε ότι το όχημα πέρασε από το σημείο σιγά σιγά ελαττώνοντας ταχύτητα και η παραπονούμενη άνοιξε το παράθυρο και τον εξύβρισε. Περαιτέρω, κατά την αντεξέταση του είπε ότι στο όχημα υπήρχαν τέσσερα άτομα αντί τρία που είπε αρχικά στην κατάθεση του. Επιπρόσθετα, είπε ότι πήρε το αυτοκίνητο της μητέρας του μαζί με αυτή σε αυτό και ακολούθησε την παραπονουμένη και ότι η μητέρα του ήταν δίπλα του όταν πέρασε από κοντά του η παραπονούμενη. Παρά το ότι ο κατηγορούμενος επικαλείται τη μαρτυρία της μητέρας του η οποία με βάση τα λεγόμενα του ήταν παρούσα τόσο στο πρώτο κατ' αυτόν όσο και στο δεύτερο επεισόδιο που ακολούθησε, δεν καλείται ως μάρτυρας στο Δικαστήριο για να ενισχύσει ή να επιβεβαιώσει αυτά που ο κατηγορούμενος αναφέρει στο Δικαστήριο. Επί του σημείου αυτού κατά την αντεξέταση του σε άλλο μέρος αυτής ανάφερε ότι τον ακολούθησαν η μητέρα και η αδελφή του. Τελικά η μητέρα του τον ακολούθησε με την αδελφή του ή ήταν μαζί του στο αυτοκίνητο; Πέραν του ότι, όπως φαίνεται και από τη μαρτυρία της παραπονουμένης, οι σχέσεις του κατηγορουμένου με την παραπονουμένη δεν ήταν καλές, η εκδοχή του κατηγορουμένου για το τι προηγήθηκε και τι έλαβε χώρα τελικά εκείνο το βράδυ δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Εκτός του δεν μου έχει κάνει καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και ότι η προσπάθεια του ήταν να δικαιολογήσει τις πράξεις του, η μαρτυρία του σε σχέση με την εκδοχή αυτή καθεαυτή παρουσιάζει σοβαρές αδυναμίες, αντιφάσεις και ανακρίβειες και το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί σε αυτήν και να εξάξει ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Ως εκ τούτου απορρίπτεται στην ολότητα της. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, τα γεγονότα τα οποία αποτέλεσαν κοινό έδαφος των διαδίκων και/ή τη μαρτυρία η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη, τα κάτωθι αποτελούν τα ευρήματα πραγματικών γεγονότων του Δικαστηρίου: Στις 29/08/2010 και περί ώρα 22:35 η παραπονούμενη (Μ.Κ.2) οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής ΚQH 187 στο κύριο δρόμο του χωριού Κάθηκα, έχοντας ως συνοδηγό τον σύζυγο της (Μ.Κ.3) και δύο φίλους τους από την Αγγλία. Προηγουμένως, η παραπονούμενη μαζί με τα πιο πάνω πρόσωπα βρίσκονταν σε μια ταβέρνα από την οποία αναχώρησαν με προορισμό το σπίτι τους, το οποίο βρισκόταν έξω από το χωριό αλλά πρώτα έπρεπε να περάσουν μέσα από το χωριό. Κατά το πέρασμα τους μέσα από το χωριό είδαν τον κατηγορούμενο, ιδιοκτήτη του εστιατορίου «FARM YARD» να περπατά συνοδευόμενος από μια κοπέλα απέναντι από το καφενείο όπου βρίσκεται η εκκλησία. Σε κάποιο σημείο του δρόμου, η παραπονούμενη αντιλήφθηκε ένα όχημα να την ακολουθεί και να της αναβοσβήνει τα φώτα και ακολούθως η ίδια κινήθηκε προς την άκρια του δρόμου για να το αφήσει να περάσει αφού νόμιζε ότι ήταν κάποιος που βιαζόταν. Αντί αυτού, το αυτοκίνητο την προσπέρασε και σταμάτησε μπροστά της οπόταν είδε να κατεβαίνει από αυτό ο κατηγορούμενος και να κατευθύνεται προς την πόρτα του οδηγού του οχήματος της. Αφού άνοιξε την πόρτα άρχισε να φωνάζει στην παραπονούμενη και ο ίδιος ήταν πολύ θυμωμένος. Η παραπονούμενη σοκαρίστηκε από τη συμπεριφορά αυτή του κατηγορουμένου, φοβήθηκε και παρέμεινε στη θέση της χωρίς να κάνει οτιδήποτε. Η φίλης της η οποία καθόταν στο πίσω κάθισμα προσπάθησε να ηρεμήσει τον κατηγορούμενο όμως αυτός της είπε να μην ανακατεύεται. Σε κάποια στιγμή η παραπονούμενη επιχείρησε να απλώσει το χέρι της για να πιάσει το χερούλι της πόρτας με σκοπό να την κλείσει, οπόταν ο κατηγορούμενος με τη γροθιά του την κτύπησε στο δεξί της χέρι και στη συνέχεια έφυγε από το μέρος μπαίνοντας στο αυτοκίνητο του. Ο κατηγορούμενος και η παραπονούμενη γνωρίζονταν αλλά δεν διατηρούσαν καλές σχέσεις κατά τον ουσιώδη χρόνο ένεκα ενός συμβάντος το οποίο συνέβηκε σχετικά με την πώληση ενός ακινήτου από τον κατηγορούμενο σε κάποιο φίλο της παραπονούμενης. Αυτό έλαβε χώρα προ 10 χρόνων από τον ουσιώδη χρόνο περίπου και έκτοτε δεν είχαν οποιεσδήποτε σχέσεις. Αμέσως μετά το συμβάν η παραπονούμενη τηλεφώνησε στην Αστυνομία και κατάγγειλε το συμβάν και τον ίδιο χρόνο μετέβηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Πέγειας όπου της έδωσαν παραπεμπτικό για ιατρική εξέταση. Το ίδιο βράδυ της 29ης/08/2010 επισκέφθηκε το Νοσοκομείο όπου της έγιναν σχετικές ακτινογραφίες και εξετάστηκε από ιατρό ο οποίος διαπίστωσε ότι η παραπονούμενη έφερε μεγάλη εκχύμωση δεξιού αντιβραχίονα συνοδευόμενη με μώλωπα 6 Χ 3 cm. Επίσης, η παραπονούμενη επισκέφθηκε εκ νέου το Γενικό Νοσοκομείο Πάφου λόγω του ότι είχε έντονο πόνο από τον τραυματισμό που υπέστηκε και εξετάστηκε από την Δρ. Μάρω Σβανά όπου διαπίστωσε ότι η παραπονούμενη έφερε παλιό αιμάτωμα δεξιού πήχεως και άλγος δεξιάς πηχεοκαρπικής. Πέραν των πιο πάνω, έχει προκύψει από την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία ότι η παραπονούμενη είχε κατηγορηθεί από την Αστυνομία για το αδίκημα της Δημόσιας Εξύβρισης με βάση το παράπονο του κατηγορουμένου και ότι η υπόθεση αυτή καταχωρήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, η παραπονούμενη δεν παραδέχθηκε ενοχή και μετά από ακροαματική διαδικασία, αφού απορρίφθηκε η μαρτυρία της, κρίθηκε ένοχη. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Σε σχέση με τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και συγκεκριμένα, αυτά της επίθεσης προκαλούσας βαρίας και πραγματικής σωματικής βλάβης, σχετικά είναι τα άρθρα 231 και 243 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 τα οποία αναφέρουν ότι όποιος διαπράττει επίθεση που προκαλεί αντίστοιχη σωματική βλάβη, δηλαδή βαρία ή πραγματική σωµατική βλάβη είναι ένοχος αδικήματος. Το αδίκημα της επίθεσης προκαλούσα βαρία σωματική βλάβη χαρακτηρίζεται ως κακούργημα και προνοείται ποινή φυλάκισης επτά χρόνων ενώ το αδίκημα της επίθεσης προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη χαρακτηρίζεται ως πλημμέλημα και προνοείται ποινή φυλάκισης τριών χρόνων. Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή με μεγάλη αδιαφορία (recklessly) να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλ. R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788). Η μεγάλη αδιαφορία στην οποία μπορεί να στοιχειοθετηθεί εναλλακτικά το συστατικό στοιχείο της πρόθεσης στο αδίκημα, έχει περιγραφεί στη Νομολογία του κοινοδικαίου ότι καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, αφού συνειδητοποιήσει την ύπαρξη του κινδύνου, παρά ταύτα προβαίνει στις ενέργειες του (βλ. R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974 και R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 964). Βαριά σωματική βλάβη είναι σοβαρός τραυματισμός ο οποίος προκαλείται ένεκα της επίθεσης λαμβανομένου υπόψη όλων των περιστάσεων. Στην Ανδρέας Α. Αεροπόρος v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 275 τραύματα στο πρόσωπο του θύματος τα οποία προκλήθηκαν από δυνατές γροθιές του κατηγορούμενου μεταξύ αυτών και κάταγμα ρινικού οστού αποτελούσαν βαριά σωματική βλάβη. Πραγματική σωματική βλάβη περιλαμβάνει οποιοδήποτε τραύμα εξωτερικό ή εσωτερικό (συμπεριλαμβανομένης και υστερικής νευρικής κατάστασης) που επέρχεται ως αποτέλεσμα της επίθεσης. Στην υπόθεση Georghiades v. Police
(1985)2 C.L.R. 56, επιφανειακή εκδορά στο πρόσωπο με ερέθισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου 243 (βλ. επίσης R. v. Miller
(1954)2 All E.R. 529. 534 και Αστυνομία v. Ιωάννου
(1989)2 Α.Α.Δ. 61). Δεν χρειάζεται το τραύμα να είναι σοβαρό ή μόνιμου χαρακτήρα (βλ. σύγγραμμα Archbold, 36η έκδοση, παρ. 2634). Πριν την τελική κατάληξη μου, θεωρώ ορθό στο στάδιο αυτό να εξετάσω και την εισήγηση της υπεράσπισης στην γραπτή της αγόρευση, ότι η παρούσα υπόθεση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Το επιχείρημα αυτό βασίστηκε στο γεγονός ότι η κατηγορούσα αρχή για το ίδιο τραύμα της παραπονούμενης προώθησε τη θέση ότι, από τη μια συνιστά βαριά σωματική βλάβη ενώ από την άλλη ότι αυτό συνιστά πραγματική σωματική βλάβη. Αυτό αναφέρει η εισήγηση είχε καταπιεστική μορφή για τον κατηγορούμενο. Επίσης, αποτέλεσε θέση της υπεράσπισης ότι η παρούσα αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας καθότι η κατηγορούσα αρχή προώθησε στο Δικαστήριο δυο εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές. Η θέση αυτή αναφέρει, ότι στην Υπόθεση Αρ. 2545/11 Ε.Δ.Πάφου, η κατηγορούσα αρχή προώθησε τη εκδοχή του κατηγορουμένου για το ίδιο επεισόδιο και τα ίδια γεγονότα, ο οποίος σε εκείνη την υπόθεση ήταν παραπονούμενος και κάλεσε το Δικαστήριο να τον κρίνει αξιόπιστο, κάτι το οποίο εν τέλει έγινε. Σε εκείνη την υπόθεση συνεχίζει, η κατηγορούμενη και εδώ παραπονούμενη κρίθηκε αναξιόπιστη και παρόλα αυτά η κατηγορούσε αρχή συνεχίζει να προωθεί την παρούσα υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου. Ήταν η θέση της υπεράσπισης, ότι με την στάση αυτή της κατηγορούσας αρχής τίθεται σε κίνδυνο το κύρος της δικαιοσύνης μας το οποίο το Δικαστήριο έχει καθήκον να προστατέψει. Δεν είναι δυνατό το Α Δικαστήριο να κρίνει αξιόπιστο ένα μάρτυρα και να καταλήγει σε συγκεκριμένα ευρήματα για το ίδιο ακριβώς επεισόδιο και το Β Δικαστήριο να κρίνει τον ίδιο μάρτυρα ως αναξιόπιστο, για τα ίδια πάντοτε γεγονότα και να καταλήξει σε εκ διαμέτρου αντίθετα ευρήματα. Τόσο το πρώτο όσο και το δεύτερο επιχείρημα τα οποία υποστηρίζουν την εισήγηση για καταπίεση του κατηγορουμένου και για κατάχρηση της διαδικασίας δεν ευσταθούν. Κατ' αρχή σε σχέση με το πρώτο επιχείρημα το γεγονός ότι στο κατηγορητήριο περιλήφθηκαν δύο κατηγορίες, η 1η για επίθεση με πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης και η 2η για επίθεση με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης για το ίδιο τραύμα της παραπονούμενης, δεν είναι δυνατό να καταλήγει σε καταπίεση του κατηγορουμένου ούτε αυτός τέθηκε σε δυσμενή θέση ή επηρεάστηκε το δικαίωμα του για δίκαιη δίκη. Οι εν λόγω κατηγορίες είναι άμεσα συνυφασμένες μεταξύ τους με τα ίδια συστατικά στοιχεία εκτός του βαθμού της σωματικής βλάβης που πρέπει να αποδειχθεί για να στοιχειοθετηθεί ανάλογα έκαστη κατηγορία. Δεν προκύπτει να είναι λάθος η συμπερίληψη στο κατηγορητήριο και των δύο αυτών κατηγοριών. Άλλωστε, δεν προκύπτει να είναι και απαραίτητο αφού το Δικαστήριο μπορεί από μόνο του να καταδικάσει, στην περίπτωση κατηγορίας επίθεσης με πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης τον κατηγορούμενο για το αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης εφόσον αποδειχθεί μόνον μια τέτοια σωματική βλάβη ή ακόμη και για κοινή επίθεση αν δεν αποδειχθεί καθόλου σωματική βλάβη (βλ. ARCHBOLD 2009, para. 19-203 κάτω από τον τίτλο «
(4)Αlternative verdicts» και para. 4-453 - 4-464 και Μιχάλης Ανδρέα «Ψύλλας» v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ 353). Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι δεν έχει προκύψει ότι ο κατηγορούμενος υπέστη οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό στην υπεράσπιση του ένεκα της συμπερίληψης των εν λόγω δύο κατηγοριών στο κατηγορητήριο. Η θέση και η γραμμή υπεράσπισης του ήταν ότι δεν επιτέθηκε στην παραπονούμενη και όχι η έκταση των τραυμάτων της. Σε σχέση με τη δεύτερη εισήγηση, αναφορά θα πρέπει να γίνει και στις αρχές που διέπουν το ζήτημα της κατάχρησης της διαδικασίας. Κατ' αρχή το Δικαστήριο έχει σύμφυτη εξουσία να προστατεύει τις δικαστικές διαδικασίες από την χρησιμοποίηση τους με καταχρηστικό τρόπο. Η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να πάρει πολλές μορφές και το Δικαστήριο έχει εξουσία και καθήκον να προστατεύει ένα κατηγορούμενο από την καταπίεση και τον δυσμενή επηρεασμό. Μια τέτοια εξουσία όμως, θα πρέπει να ασκείται με πολλή φειδώ και ζητήματα κατάχρησης μπορούν να εξεταστούν σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας ακόμη και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο (βλ. Connelly v. DPP [1964] A.C. 1254 και ARCHBOLD 2009, para. 4-48 - 4-50, Έλληνας v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 144, Τζεννάρο Περέλλα v. Διευθυντή των Φυλακών
(1995)1 Α.Α.Δ. 217 και Χαραλαμπίδης v. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522). Στην παρούσα υπόθεση η εισήγηση εδράζεται στο γεγονός ότι επειδή η παραπονούμενη στην παρούσα υπόθεση κρίθηκε αναξιόπιστη από άλλο Δικαστήριο για τα ίδια γεγονότα, η κατηγορούσα αρχή καταχρηστικά προωθεί την παρούσα υπόθεση και το Δικαστήριο θα πρέπει να την ανακόψει. Κατ' αρχή θα πρέπει να αναφερθεί ότι από τα όσα έχουν προκύψει ενώπιον μου, η παραπονούμενη στην παρούσα υπόθεση ήταν κατηγορούμενη σε άλλη υπόθεση αντιμετωπίζοντας την κατηγορία της Δημόσιας Εξύβρισης η οποία προέκυψε μετά από παράπονο του κατηγορουμένου στην παρούσα υπόθεση κατά την διερεύνηση της καταγγελίας της παραπονουμένης ότι δέχθηκε επίθεση από αυτόν. Φαίνεται ότι στην άλλη εκείνη υπόθεση, η εδώ παραπονούμενη και εκεί κατηγορούμενη κρίθηκε αναξιόπιστη και ο παραπονούμενος αξιόπιστος και αυτή καταδικάστηκε. Το ερώτημα είναι κατά πόσο το Δικαστήριο αυτό θα πρέπει να θεωρήσει τη προώθηση της παρούσας διαδικασίας καταχρηστική και να την ανακόψει ένεκα των πιο πάνω. Εκείνο το οποίο θα πρέπει να λεχθεί, είναι ότι από ότι φαίνεται στην άλλη διαδικασία ο κατηγορούμενος ήταν άλλο πρόσωπο από τον κατηγορούμενο και συγκεκριμένα η παραπονούμενη και το ζητούμενο ήταν κατά πόσο αυτή τον εξύβρισε ή όχι. Επίσης, η αξιοπιστία της εκεί κατηγορούμενης και εδώ παραπονούμενης κρίθηκε στη βάση της μαρτυρίας που προσάχθηκε σε σχέση με την απόδειξη της εκεί κατηγορίας. Το γεγονός και μόνο ότι ενδεχομένως να έγινε αναφορά και σε γεγονότα που αφορούν άμεσα την παρούσα διαδικασία και συγκεκριμένα κατά πόσο δέχθηκε επίθεση ή όχι από τον κατηγορούμενο, δεν θεωρώ ότι καθιστά την προώθηση της παρούσας διαδικασίας καταχρηστική. Με κανένα τρόπο η συνέχιση της παρούσας διαδικασίας ή η προώθηση της δεν μπορεί να τεκμηριώσει καταπίεση προς τον κατηγορούμενο ούτε επηρεάζει το δικαίωμα του να τύχει δίκαιης δίκης απλά και μόνο για τον πιο πάνω λόγο. Ο ίδιος δεν ήταν κατηγορούμενος στην άλλη διαδικασία και ούτε προσφέρθηκε εναντίον του η ίδια μαρτυρία για τα ίδια αδικήματα και κρίθηκε αναξιόπιστη. Επρόκειτο περί άλλης διαδικασίας, με άλλο κατηγορούμενο και προφανώς με άλλη μαρτυρία αφού το ζητούμενο ήταν άλλο. Αν τέθηκαν γεγονότα συνυφασμένα με την εκεί κατηγορία και συγκεκριμένα αυτά που αφορούν τις παρούσες κατηγορίες και τα οποία δεν έγιναν αποδεκτά από το Δικαστήριο, δεν είναι αρκετό για να καταδειχθεί κατάχρηση της παρούσας διαδικασίας. Ενδεχόμενη αναξιοπιστία ενός μάρτυρα ή παραπονούμενου δεν δικαιολογεί την ανακοπή της διαδικασίας στη βάση της κατάχρησης της διαδικασίας (βλ. Arcbold 2009, para. 4-63a). Πέραν των πιο πάνω, σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος θεωρεί ότι η μαρτυρία της παραπονούμενης είναι αναξιόπιστη είναι ζήτημα το οποίο μπορεί να καταδείξει στο Δικαστήριο υπερασπιζόμενος τον εαυτό του, κάτι το οποίο άλλωστε έπραξε και το οποίο θα αποφασίσει το Δικαστήριο. Το να καλείται το Δικαστήριο να ανακόψει ή ακυρώσει μια δικαστική διαδικασία εκ προοιμίου διότι ένας μάρτυρας και συγκεκριμένα ο παραπονούμενος σε μια άλλη διαδικασία που αφορούσε άλλη κατηγορία και αυτός ήταν κατηγορούμενος κρίθηκε αναξιόπιστος, όχι μόνο δεν είναι ορθό και πρέπον και ούτε αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας, αλλά αντιθέτως συνιστά άρνηση πρόσβασης στο Δικαστήριο και απονομής της δικαιοσύνης. Το κύρος της δικαιοσύνης προστατεύεται με την ακρόαση της υπόθεσης και όχι με την ανακοπή της γι αυτό το λόγο. Ουδεμία βλάβη προξενείται στον κατηγορούμενο ούτε προκύπτει ότι η παρούσα προωθείται από την κατηγορούσα αρχή για οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο. Είναι ξεκάθαρο ότι προωθείται η παρούσα με βάση τη καταγγελία της παραπονούμενης αλλά και με την βάση της υπόλοιπη μαρτυρία που εξασφαλίστηκε κατά τη διερεύνηση της καταγγελίας αυτής, όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω. Το κατά πόσο υπήρξε και άλλη καταγγελία στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης από τον κατηγορούμενο εναντίον της παραπονούμενης είναι κάτι το οποίο εξετάστηκε προφανώς από άλλο Δικαστήριο το οποίο αποφάσισε με τον τρόπο που έκρινε ορθό και δίκαιο. Αυτό με κανένα τρόπο δεν αποστερεί από το παρόν Δικαστήριο το δικαίωμα του αλλά παράλληλα και την υποχρέωση του να αποφασίσει το παράπονο της παραπονούμενης με τον τρόπο που αυτό κρίνει δίκαιο και ορθό με βάση πάντοτε όλα τα στοιχεία και την μαρτυρία που τίθενται ενώπιον του. Ούτε αυτό πλήττει το κύρος της δικαιοσύνης όπως ήταν η εισήγηση της υπεράσπισης. Επομένως, η θέση ότι η παρούσα διαδικασία αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας απορρίπτεται. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Με βάση τις πιο πάνω νομικές αρχές και τα ευρήματα του Δικαστηρίου, εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι η ενέργεια του κατηγορουμένου, κατά τον ουσιώδη χρόνο, να ανοίξει την πόρτα του οδηγού του αυτοκινήτου της παραπονουμένης και με έντονο ύφος και θυμωμένα να της φωνάζει και στη συνέχεια να την κτυπήσει στο χέρι, αναμφίβολα συνιστά επίθεση. Ο κατηγορούμενος κατ' αυτό τον τρόπο είχε πρόθεση να εκφοβίσει την παραπονούμενη ότι θα ασκηθεί εναντίον της βία όπως και έγινε στη συνέχεια αφού ηθελημένα και με την γροθιά του την κτύπησε. Εκείνο το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου σε σχέση με τα τραύματα της παραπονουμένης μπορεί να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της βαριάς σωματικής βλάβης ή αυτό της πραγματικής σωματικής βλάβης ή και τα δύο. Με την απόρριψη της μαρτυρίας της Μ.Κ.5 σε σχέση με την ύπαρξη ρογμώδες κατάγματος στο χέρι της παραπονούμενης ένεκα της επίθεσης που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο, κρίνω ότι η 1η κατηγορία που αφορά την επίθεση με πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης παραμένει εντελώς μετέωρη και έκθετη σε απόρριψη. Με βάση την ερμηνεία της «βαριάς σωματικής βλάβης», τα τραύματα τα οποία έχουν αποδειχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ότι υπέστηκε η παραπονούμενη δεν μπορούν να στοιχειοθετήσουν μια τέτοια βλάβη παρά μόνο πραγματική σωματική βλάβη. Η παραπονούμενη υπέστηκε εκχυμώσεις και μώλωπες από το κτύπημα που της κατάφερε ο κατηγορούμενος, επισκέφθηκε το Νοσοκομείο όπου της παρασχέθηκαν οι Α΄ Βοήθειες και απολύθηκε. Επομένως, η κατάληξη είναι ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον του κατηγορουμένου στον απαιτούμενο βαθμό σε σχέση με την 1ην κατηγορία, ενώ η υπόθεση της σε σχέση με την 2ην κατηγορία έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ως εκ τούτου, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την 1ην κατηγορία που αντιμετωπίζει ενώ κρίνεται ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στην 2ην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.)............ Πρωτοκολλητής Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο