← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. NAEM ABDELMAGID, Αρ. Υπόθεσης: 4090/2014, 20/6/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. NAEM ABDELMAGID, Αρ. Υπόθεσης: 4090/2014, 20/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B114 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4090/2014 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. NAEM ABDELMAGID Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 20.06.14 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου (η κα Παπασάββα για ν' ακούσει απόφαση) Για Κατηγορούμενο: κος Δανιήλ (ο κ. Κ. Δημητρίου για ν' ακούσει απόφαση) Κατηγορούμενος: παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, σε δύο κατηγορίες κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου κατά παράβαση του άρθρου 339 του Κεφ.154 (τρίτη και τέταρτη κατηγορία) και σε κατηγορίες παράνομης εισόδου και παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά παράβαση των άρθρων 6

(1)(κ), 12, 19
(1)(λ) και 20 του Κεφ.105 (έκτη και όγδοη κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, ο κατηγορούμενος, ενώ είναι αλλοδαπός από την Συρία εισήλθε το έτος 2001 στο νησί από μη εγκεκριμένο λιμάνι και ειδικότερα από τα κατεχόμενα εδάφη όπου και παρέμεινε μέχρι τις 24.05.14 χωρίς άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Περαιτέρω, στις 24.05.14 ο κατηγορούμενος, εν γνώσει του και δολίως, έθεσε σε κυκλοφορία στο αεροδρόμιο Πάφου το πλαστό βουλγάρικο διαβατήριο υπ' αριθμό 358795022 στο όνομα Ivanov Nikolay Ivanov καθώς επίσης το πλαστό βουλγάρικο δελτίο ταυτότητας με αριθμό 625826308 εις το ίδιο όνομα παρουσιάζοντας τα στον αστυφύλακα 2821 Μ. Νικολάου του αεροδρομίου Πάφου. Αναφορικά με την πρώτη, δεύτερη, πέμπτη και έβδομη κατηγορία του κατηγορητηρίου η κατηγορούσα αρχή προέβηκε στη διακοπή τους και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος απαλλάχτηκε σ' αυτές. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως έχουν εκτεθεί από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, είναι τα ακόλουθα: Στις 24.05.14 παρουσιάστηκε στο αεροδρόμιο Πάφου για αναχώρηση ο κατηγορούμενος όπου παρουσίασε στον αστυφύλακα 2821 Μ. Νικολάου το βουλγάρικο διαβατήριο υπ' αριθμό 358795022 καθώς και το βουλγάρικο δελτίο ταυτότητας με αριθμό 625826308 και τα δύο εκδομένα εις το όνομα Ivanov Nikolay Ivanov. Επειδή στον εν λόγω αστυφύλακα δημιουργήθηκαν υποψίες ως προς τη γνησιότητα των εγγράφων, διεξήχθη ενδελεχής έλεγχος όπου διαπιστώθηκε ότι: (α) στη σελίδα με τα βιογραφικά του διαβατηρίου δεν υπήρχε το υδατογράφημα που παρατηρείται στα βουλγάρικα διαβατήρια, (β) η αντίδραση της προαναφερόμενης σελίδας του διαβατηρίου στο φωτισμό διέφερε από αυτή που παρατηρείται στα γνήσια βουλγάρικα διαβατήρια, (γ) οι κωδικοί ελέγχου στη μηχανοαναγνώσιμη ζώνη της ταυτότητας ήταν λανθασμένοι και (δ) η φωτογραφία που υπήρχε στην εν λόγω ταυτότητα ήταν εκτυπωμένη με διαφορετικό τρόπο από αυτό στις γνήσιες βουλγάρικες ταυτότητες. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω ο κατηγορούμενος ανακρίθηκε προφορικά όπου ανάφερε ότι ήταν Σύριος και πρόθεση του ήταν να μεταβεί στην Αγγλία. Επίσης, ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι εισήλθε στην Κυπριακή Δημοκρατία μέσω των κατεχομένων εδαφών το έτος 2011 και έκτοτε παραμένει στο νησί χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή. Ακολούθως ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε και σε γραπτή ανακριτική κατάθεση του στην αστυνομία επανέλαβε τα πιο πάνω που είπε προηγουμένως προφορικά προσθέτοντας ότι είχε αγοράσει το διαβατήριο και το δελτίο ταυτότητας δίδοντας το συριακό διαβατήριο του. Όταν κατηγορήθηκε γραπτώς είπε "Δεν έχω δουλειά. Έχω οικογένεια." Μέλη της αστυνομίας κατάσχεσαν τα εν λόγω ταξιδιωτικά έγγραφα και μέσα από έλεγχο που πραγματοποίησαν με την Interpol διαπίστωσαν ότι το δελτίο ταυτότητας είναι δηλωμένο ως κλεμμένο, ενώ ουδεμία καταχώρηση υπήρχε σε σχέση με το διαβατήριο. Καταλήγοντας η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής δήλωσε πως ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου ενώ ανάφερε ότι δεν έχουν δημιουργηθεί έξοδα σε σχέση με την υπόθεση αυτή. Λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι διέπραξε, το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για την ετοιμασία έκθεσης από το Γραφείο Ευημερίας, πράγμα που έγινε. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της, ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 40 ετών, έγγαμος και πατέρας 6 ανήλικων παιδιών με το μεγαλύτερο παιδί του να είναι 16 ετών και το μικρότερο 3 ετών. Η οικογένεια του κατηγορουμένου στηρίζεται οικονομικά αποκλειστικά από τα εισοδήματα του ιδίου. Ο ίδιος προέρχεται από πολυμελή οικογένεια χαμηλής οικονομικής κατάστασης. Ο πατέρας του σκοτώθηκε το 2012 σε βομβιστική επίθεση που έγινε στην περιοχή που διέμενε η οικογένεια. Η μητέρα του είναι ηλικίας 65 ετών και παρουσιάζει σακχαρώδη διαβήτη. Τον τελευταίο χρόνο δεν έχει επικοινωνία με τα αδέλφια του επειδή η οικογένεια του διασκορπίστηκε σε γειτονικές χώρες εξαιτίας των πολιτικών αναταραχών που επικρατούν στη Συρία. Ο κατηγορούμενος εισήλθε στην Κυπριακή Δημοκρατία για πρώτη φορά το 2005 μέσω των μη ελεγχόμενων περιοχών. Εγκαταστάθηκε στην Πάφο και χωρίς να διαθέτει άδεια προσωρινής παραμονής απασχολείτο ευκαιριακά ως εργάτης. Ένα χρόνο αργότερα επέστρεψε οικειοθελώς στην πατρίδα του. Εισήλθε στην Κυπριακή Δημοκρατία για δεύτερη φορά το 2007 με τον ίδιο προαναφερόμενο τρόπο όπου παρέμεινε εκ νέου παράνομα στην Πάφο. Το 2011 εισήλθε για τρίτη φορά στην Κυπριακή Δημοκρατία όπου διέμενε ξανά παράνομα στην Πάφο μέχρι τη σύλληψη του. Όπως ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε στην αρμόδια λειτουργό, προέβηκε στη διάπραξη των αδικημάτων για οικονομικούς λόγους αλλά και για προσωπική του ασφάλεια. Χωρίς να αμφισβητήσει επί της ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθηκαν από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης αφού ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος απολογείται για την αξιόποινη συμπεριφορά του, την οποία απέδωσε στην οικονομική κατάσταση του αλλά και στην επικρατούσα κατάσταση στη Συρία, επισήμανε στο Δικαστήριο την παραδοχή του τόσο στις αστυνομικές αρχές όσο και στο Δικαστήριο. Σε σχέση με τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του, ο εν λόγω συνήγορος υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας. Αναμφίβολα όλα τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι διέπραξε είναι σοβαρά. Η σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων αντανακλάται, κατ' αρχήν, μέσα από τις προβλεπόμενες από το νόμο ποινές. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Δεσπόζουσα θέση σοβαρότητας κατέχουν τα αδικήματα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου. Η διάπραξη τέτοιου αδικήματος όταν αφορούν επίσημα έγγραφα, όπως είναι το διαβατήριο και το δελτίο ταυτότητας στην παρούσα περίπτωση, επισύρει, σύμφωνα με τα άρθρα 337 και 339 του Κεφ.154, ποινή φυλάκισης 10 ετών. Σοβαρή όμως είναι και η διάπραξη των αδικημάτων της παράνομης εισόδου και παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας που τιμωρούνται, δυνάμει των άρθρων 12
(1)
(5)και 19
(1)(λ) του Κεφ.105 αντίστοιχα, έκαστο με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει το 1 έτος ή με χρηματική ποινή μέχρι €1.708,60 ή και με τις δύο αυτές ποινές. Το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού επισήμου εγγράφου θεωρείται σοβαρό για τον επιπλέον λόγο ότι ενέχει το στοιχείο της σοβαρής παρανομίας και της εξαπάτησης αρχών και ατόμων (Ιωάννου άλλως Μουσικός v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ματθαίου άλλως Μαλέγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1). Η φύση του είδους του πλαστογραφημένου εγγράφου που χρησιμοποιείται και τίθεται σε κυκλοφορία σκοπεύει να επιτρέψει ή να βοηθήσει τη διακίνηση ανθρώπων με πλαστή ταυτότητα από χώρα σε χώρα, επιπρόσθετα προς άλλες χρήσεις στις οποίες μπορεί να τεθεί. Πρόκειται για αδίκημα με διεθνείς προεκτάσεις, η διάπραξη του οποίου δημιουργεί προβλήματα στις σχέσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας με άλλα κράτη τόσο της Ευρώπης όσο και του υπολοίπου κόσμου, πλήττοντας έτσι τα συμφέροντα του νησιού. Εύκολα μπορεί να χαρακτηριστεί σαν ένα διεθνές έγκλημα και η Κύπρος δεν μπορεί να είναι ένας πρόσφορος τόπος για τη διάπραξη τέτοιων εγκλημάτων. Οι κυπριακές αρχές έχουν καθήκον να εφαρμόζουν το νόμο καθώς και τις ευρωπαϊκές αλλά και διεθνείς συμβάσεις και ασφαλώς να μην επιτρέπουν τη διακίνηση προσώπων με ψευδή ταυτότητα. Το νησί αυτό προσφέρει φιλοξενία στους αλλοδαπούς με πλήρη κατανόηση των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν στις χώρες τους αλλά και αυτοί πρέπει να αντιληφθούν ότι η κατάχρηση αυτής της φιλοξενίας συνεπάγεται κυρώσεις και ότι ταυτόχρονα μειώνει την προσφορά ευκαιριών στους ιδίους και σε άλλους συμπατριώτες τους από του να βρίσκονται με τόση ευκολία στην Κύπρο. Η σοβαρότητα των αδικημάτων της παράνομης εισόδου και παραμονής στην Κύπρο έγκειται στις αλυσιδωτές επιπτώσεις που η διάπραξη τους προκαλεί στην κυπριακή οικονομία και κοινωνία γενικότερα. Πέρα όμως του πιο πάνω, τέτοιου είδους αδικήματα στρέφονται ευθέως κατά του κράτους και της έννομης τάξης, ενώ ταυτόχρονα υπονομεύουν τη δυνατότητα των αρμοδίων αρχών για άσκηση αποτελεσματικού ελέγχου στην επικράτεια της, προκειμένου να γνωρίζουν ανά πάσα στιγμή ποιος εισέρχεται στο νησί, ποιος παραμένει εδώ και για ποιο λόγο. Η Κύπρος είναι φιλόξενη χώρα και συνάμα συντεταγμένο κράτος το οποίο διέπεται από νόμους, οι οποίοι ρυθμίζουν τον τρόπο άσκησης των δικαιωμάτων τόσο των πολιτών της όσο και αυτών άλλων κρατών. Σε ότι αφορά τους τελευταίους, η παραμονή στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας επιτρέπεται, όχι όμως ανεξέλεγκτα, αλλά σύμφωνα με τους όρους και προϋποθέσεις που καθορίζει ο Νόμος. Παρόλο ότι τα Δικαστήρια δεν μπορούν παρά να εκφράζουν τη συμπάθεια τους σε πρόσωπα που εγκαταλείπουν τις χώρες καταγωγής τους αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον στη χώρα μας, εντούτοις την ίδια στιγμή αναμένουν να γίνει απόλυτα κατανοητό ότι τα άτομα αυτά οφείλουν να σέβονται τους νόμους του κράτους στο οποίο επιζητούν φιλοξενία. Έχει τονιστεί επανειλημμένως σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι το φαινόμενο της λαθρομετανάστευσης στη χώρα μας πρέπει να παταχθεί. Το Δικαστήριο έχει επίσης καθήκον και υποχρέωση να προστατεύσει το κύρος της νόμιμα εκλεγμένης Κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας, η οποία, λόγω της τουρκικής εισβολής του 1974 και της μεταγενέστερης και μέχρι σήμερα κατοχής κυπριακών εδαφών από τα τουρκικά στρατεύματα, δεν μπορεί να ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματά της στα κατεχόμενα εδάφη μας. Αυτό όμως δεν σημαίνει σε καμιά περίπτωση ότι η κατοχή θα πρέπει να χρησιμοποιείται από τους αλλοδαπούς για να εισέρχονται στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας από μη ελεγχόμενες περιοχές. Θα πρέπει να αντιληφθούν και οι ίδιοι ότι ο συγκεκριμένος τρόπος εισόδου στο έδαφος της Κύπρου δεν είναι επιτρεπτός. Όλα τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι διέπραξε θεωρούνται σοβαρά για τον επιπρόσθετο λόγο ότι η συνδυασμένη διάπραξη τους από αλλοδαπούς παρουσιάζει ιδιαίτερα ανησυχητική έξαρση στο νησί, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. Η εξ' αντικειμένου σοβαρή φύση των αδικημάτων αυτών σε συνδυασμό με τις επιζήμιες επιπτώσεις που προκαλούν καθώς και η δραματική αυξητική τάση που έχει προσλάβει η διάπραξη τους τα εντάσσει στην κατηγορία αδικημάτων που χρήζουν αντιμετώπισης με αποτρεπτικές ποινές. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια τα Δικαστήρια, επιτελώντας την αποστολή τους για εφαρμογή του νόμου, προσπαθούν να προστατέψουν την κυπριακή κοινωνία από τις οδυνηρές συνέπειες που η διάπραξη τέτοιων αδικημάτων επισύρουν πατάσσοντας στη ρίζα τους τέτοια φαινόμενα, πράγμα που έχει ιδιαίτερη σημασία για την Κύπρο (Ματούρ και άλλοι v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 36, Khalife v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 315, Kandiah v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 324 και Khaknegad v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 148/2010, ημερομηνίας 24.05.11). Θεώρηση της νομολογίας καταδεικνύει ότι για τέτοιου είδους αδικήματα η ποινή φυλάκισης είναι το μόνο ενδεδειγμένο είδος ποινής. Στην υπόθεση Tabrizi v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 421 το ακόλουθο απόσπασμα επιβεβαιώνει την πιο πάνω θέση του Δικαστηρίου: "Αδικήματα που αφορούν την παράνομη είσοδο και παραμονή αλλοδαπών στην Κύπρο ή που σχετίζονται με τέτοια αδικήματα αντιμετωπίζονται ως σοβαρά. Έχει επισημανθεί στη σχετική νομολογία ότι τόσο η παράνομη είσοδος στο έδαφος της Δημοκρατίας όσο και η παράνομη παραμονή προσώπων που εισήλθαν αρχικά νόμιμα έχει φθάσει σε τέτοια επίπεδα που δημιουργούνται σοβαρά προβλήματα κοινωνικής και οικονομικής φύσεως αλλά και προβλήματα αστυνόμευσης. Ακόμη ότι η Κύπρος είναι φιλόξενη χώρα αλλά ο καθένας που επιθυμεί να ζήσει εδώ οφείλει να συμμορφώνεται με τους Νόμους και Κανονισμούς της χώρας αυτής. Όπου ένα αδίκημα είναι από τη φύση του σοβαρό ή όπου διαπράττεται με μεγάλη συχνότητα δικαιολογείται η αντιμετώπιση του με ποινές αποτρεπτικού χαρακτήρα έτσι που πέραν από την τιμωρία του κατηγορούμενου να εξυπηρετείται και ο στόχος της αποτροπής διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων στο μέλλον είτε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο είτε από άλλα πρόσωπα." Χαρακτηριστικό είναι ακόμη το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Nazari ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 231, το οποίο από μόνο του αποτυπώνει την σοβαρότητα της κατάστασης: "Η Κύπρος, πρέπει να γίνει κατανοητό, είναι μια μικρή χώρα, με τεράστια προβλήματα. Η περιφρούρηση της Κυπριακής Επικράτειας αποτελεί θεμελιώδες καθήκον. Δεν υποτιμούμε την αγωνία των όπου γης ανθρώπων για την εξασφάλιση εργασίας και, γενικά, τη βελτίωση των συνθηκών της ζωής τους. Όμως, στην περίπτωση της Κύπρου, πρέπει να γίνει καθολικά σεβαστό ότι συντρέχουν ιδιαίτερα ισχυροί λόγοι για την αυστηρή εφαρμογή της αρχής του διεθνούς δικαίου που επιτρέπει τον αποκλεισμό αλλοδαπών προς διασφάλιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας. Στην δε υπόθεση Tutunciyan v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 524, η οποία αφορά το αδίκημα της παράνομης εισόδου στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω των κατεχομένων περιοχών, λέχθηκε ότι η χρήση των λιμανιών στα κατεχόμενα αποτελεί σοβαρό αδίκημα αφού πλήττει το κύρος της δημοκρατίας και ενισχύει την κατοχή και γι' αυτό η επιβολή ποινής φυλάκισης δεν είναι ως θέμα αρχής εσφαλμένη. Στην υπόθεση Ali Riza Mohamet v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 295 ο εφεσείοντας καταδικάστηκε κατόπιν δικής του παραδοχής στο αδίκημα της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειας παραμονής του κατά παράβαση του άρθρου 19
(1)(λ) του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου Κεφ.105 μετά των συναφών τροποποιήσεων, όπως στην παρούσα υπόθεση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο του επέβαλε ποινή φυλάκισης 5 μηνών. Ο εφεσείοντας ήταν Ιρανός, ηλικίας 31 ετών και πατέρας ενός ανήλικου τέκνου ηλικίας 3 ετών. Εισήλθε στην Κύπρο με άδεια παραμονής η οποία έληγε στις 24.01.
  1. Μετά παρέμεινε στην Κύπρο παράνομα. Αυτό διαπιστώθηκε από την Αστυνομία στις 10.10.
  2. Ο εφεσείων εφεσίβαλε την ποινή ως έκδηλα υπερβολική. Το Εφετείο τονίζοντας την αυξητική τάση που παρατηρείται στην παράνομη παραμονή στην Κύπρο αλλοδαπών που εισήλθαν νόμιμα, τις δυσμενείς επιπτώσεις που δημιουργούνται στον τόπο από τη διάπραξη του αδικήματος αυτού σε διάφορους τομείς, όπως οικονομικούς, κοινωνικούς και άλλους και ότι στην περίπτωση της Κύπρου θα πρέπει να γίνει καθολικά σεβαστό ότι συντρέχουν ιδιαίτερα ισχυροί λόγοι για την αυστηρή εφαρμογή της αρχής του διεθνούς δικαίου που επιτρέπει τον αποκλεισμό αλλοδαπών προς διασφάλιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας έκρινε ότι δεν συνέτρεχε λόγος για επέμβαση. Το στίγμα της παρούσας περίπτωσης δίδεται ακόμη μέσα από το απόσπασμα της προαναφερόμενης υπόθεσης Ali Riza Mohamet v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 295: Έπειτα, το δικαστήριο εξήγησε ότι λόγω της παρατηρούμενης έξαρσης αυτών των αδικημάτων, με έκδηλες τις αρνητικές επιπτώσεις στη ζωή του τόπου, καθίστατο αναγκαία η επιβολή αποτρεπτικών ποινών όπως άλλωστε τονίστηκε και στις πρόσφατες αποφάσεις του Εφετείου στις υποθέσεις Mohamed El Feky και άλλοι ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 166 και Nazari v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 231. Τελευταία η Κύπρος αντιμετωπίζει πράγματι οξύ πρόβλημα τόσο από την παράνομη είσοδο στην Κύπρο αλλοδαπών όσο και από την παράνομη παραμονή αλλοδαπών που εισήλθαν νόμιμα. Έχει σημειωθεί μια κατακόρυφη αυξητική τάση και ο αριθμός του συνόλου των ευρισκομένων στην Κύπρο παράνομα έχει φτάσει σε επίπεδο τόσο ψηλό ώστε αφενός να καθίσταται δύσκολη η αποτελεσματική αστυνόμευση και αφετέρου να δημιουργούνται δυσμενείς επιπτώσεις σε διάφορους τομείς, οικονομικούς, κοινωνικούς αλλά και γενικότερα." Περαιτέρω, στην υπόθεση Al Jibouri κ.ά v. Αστυνομίας
(1992)2 A.A.Δ. 143, στην οποία αλλοδαποί που παρέμειναν στην Κυπριακή Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειας παραμονής τους καταδικάστηκαν σε ένα μήνα φυλάκιση έκαστος, το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναφορά σε νομολογία, σημείωσε ότι οι προσωπικές περιστάσεις των κατηγορουμένων όσο και αν, όπως σε κάθε περίπτωση, είναι παράγοντες σχετικοί με την επιμέτρηση της ποινής, είναι περιορισμένης σημασίας και σίγουρα δεν μπορούν να αφεθούν να οδηγήσουν σε αναποτελεσματική εφαρμογή του νόμου σε υποθέσεις όπως η παρούσα, στις οποίες οι ποινές είναι αναγκαίο να είναι αποτρεπτικές. Επιπλέον, στην υπόθεση Kandiah v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 324 επιβλήθηκε συντρέχουσα ποινή φυλάκισης 12 μηνών για τα αδικήματα της πλαστοπροσωπίας, πλαστογραφίας διαβατηρίου και κυκλοφορία τέτοιου πλαστού εγγράφου, η οποία επικυρώθηκε κατ' έφεση. Αξίζει να σημειωθεί ότι στην υπόθεση αυτή ο εφεσείοντας χρησιμοποίησε το πλαστογραφημένο διαβατήριο με απώτερο σκοπό να πετύχει την είσοδό του στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου διέμενε ο αδελφός του. Σφοδρή επιθυμία του εφεσείοντα που άνηκε στην κοινότητα "Ταμίλ", ήταν να εγκαταλείψει τη χώρα του για να αποφύγει την καταπίεση που υφίσταντο μέλη της κοινότητάς του. Επίσης, στην υπόθεση Khaknegad v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 148/2010 ημερομηνίας 24.05.11 επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 15 μηνών σε αδικήματα πλαστογραφίας διαβατηρίου και κυκλοφορίας τέτοιου πλαστού εγγράφου, 3 μηνών σε αδίκημα πλαστοπροσωπίας, 2 μηνών για τη διάπραξη των αδικημάτων της παράνομης εισόδου και παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας και 15 μηνών στο αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη των προαναφερόμενων αδικημάτων σε άτομο από το Ιράν που ήλθε στην Κύπρο επειδή κινδύνευε η ζωή του. Επρόκειτο για άτομο που προερχόταν από γονείς χαμηλής οικονομικής κατάστασης, με τον πατέρα του να είχε αποβιώσει 2 χρόνια προηγουμένως, την μητέρα του να παρουσιάζει προβλήματα υγείας και να είχε άλλα 10 αδέλφια, 4 από τα οποία διέμεναν με την μητέρα του. Επιπροσθέτως, είχε τονιστεί ότι τον τελευταίο χρόνο κινδύνευε η προσωπική του ασφάλεια στη χώρα καταγωγής του εξαιτίας πολιτικών συγκρούσεων που επικρατούν εκεί και για αυτό αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα του και να αιτηθεί πολιτικό άσυλο σε ευρωπαϊκή χώρα. Παρά τη συμπάθεια που το Δικαστήριο έδειξε, εντούτοις τονίστηκε ότι η συμπεριφορά του αλλοδαπού θα έπρεπε να ήταν διαφορετική. Περαιτέρω, στην υπόθεση Bhatti v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 661 επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 9 μηνών και 5 μηνών αντίστοιχα σε πρόσωπο που διέπραξε τα αδικήματα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου που ήταν διαβατήριο και της πλαστοπροσωπίας, οι οποίες επικυρώθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο δεν έκρινε ότι οι θέσεις του εφεσείοντα πως η πράξη του ήταν μεμονωμένη και ανόητη, πως έπεσε θύμα άλλου προσώπου, η υπόσχεση του πως δεν πρόκειται να διαπράξει άλλο αδίκημα ενόσω είναι σ' αυτή τη χώρα και πως έχει υποβάλει αίτηση για άσυλο δεν αποτελούσαν λόγο για επέμβαση του. Στη δε υπόθεση Khalife v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 315 ποινή φυλάκισης ενός έτους που επιβλήθηκε σε πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου, με ομολογία και παραδοχή, συνεργασία με τις αστυνομικές αρχές και με δύσκολες οικογενειακές περιστάσεις που διέπραξε το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου που ήταν διαβατήριο μειώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στους 9 μήνες εξαιτίας σοβαρού προβλήματος υγείας που παρουσιάστηκε μετά τη φυλάκιση του εφεσείοντα και δεν είχε τεθεί ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου για να ληφθεί υπόψη. Στην υπόθεση εκείνη όμως το πρωτόδικο δικαστήριο έλαβε υπόψη του ότι ο εφεσείοντας αισθανόταν κίνδυνο στη γη του, ένεκα του στρατοκρατικού καθεστώτος, όπως όλοι οι κάτοικοι της περιοχής αυτής. Ήταν το πρώτο από 9 παιδιά μιας πάμπτωχής οικογένειας. Οι γονείς του δεν μπορούσαν, λόγω ηλικίας και υγείας, να εργαστούν και ο εφεσείοντας έπρεπε μόνος του να τους φρόντιζε όπως και τα αδέλφια του. Κάποιοι εκμεταλλευόμενοι την άσχημη οικονομική του κατάσταση και τη δυσκολία του να εξεύρει δουλειά, του πήραν το ποσό των 3.000 δολαρίων Αμερικής και του εξήγησαν, ότι μπορούσε να έλθει στην Κύπρο, με το Ιταλικό διαβατήριο και αφού θα είχε τη σφραγίδα της Κύπρου, εύκολα θα γινόταν δεκτός στην Ευρώπη. Επιπλέον, στην υπόθεση Ματούρ και άλλοι v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 36 επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 15 μηνών σε έκαστο από τους τρεις εφεσείοντες λευκού ποινικού μητρώου, συνεργασία με την αστυνομία και με οικονομικές δυσκολίες που διέπραξαν τα αδικήματα της πλαστογραφίας διαβατηρίου και κυκλοφορίας τέτοιου πλαστού εγγράφου, οι οποίες επικυρώθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο. Στην υπόθεση αυτή ο πρώτος εφεσείοντας, Παλαιστίνιος στην καταγωγή ήταν νυμφευμένος και πατέρας τεσσάρων ανηλίκων τέκνων, στερείτο οποιασδήποτε περιουσίας, το μόνο δε εισόδημα του ήταν οι απολαβές του από την εργασία του σαν μεταπωλητής ταξιδιωτικών εισιτηρίων και ανερχόταν στο ποσό των $300 το μήνα. Ήταν απόφοιτος πανεπιστημίου με δίπλωμα στη διαχείριση επιχειρήσεων. Διέμενε και εργαζόταν στη Βουλγαρία όπου κατέφυγε για να αποφύγει τη σύλληψη του από τους Σύριους, στόχος του δε ήταν να φέρει κοντά του και την οικογένεια του η οποία διέμενε στο Λίβανο. Υπέφερε με δισκοπάθεια και υποβαλλόταν σε θεραπεία. Ο δεύτερος εφεσείοντας ήταν ηλικίας 28 χρόνων και πατέρας δύο ανήλικων παιδιών. Διέμενε με την οικογένεια του στη Βουλγαρία όπου και επαγγελλόταν το μηχανικό. Στερείτο οποιασδήποτε περιουσίας και αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Ο σκοπός της επίσκεψης του στην Κύπρο ήταν η εξεύρεση οικονομικών πόρων μετανάστευσης του ιδίου και της οικογένειας του από τη Βουλγαρία στην Αμερική. Αντιμετώπιζε προβλήματα με την υγεία του λόγω τραυμάτων που υπέστη σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Ο τρίτος εφεσείοντας ήταν ηλικίας 25 ετών, φοιτητής οικονομικών και διέμενε με τη μητέρα του και τα τρία μικρότερα αδέλφια του στη Βεγγάζη της Λιβύης όπου μετοίκησε το 1975 από το Λίβανο μετά το θάνατο του πατέρα του. Παράλληλα απασχολείτο περιοδικά στις οικοδομές απ' όπου κέρδιζε $600 περίπου το μήνα, χρήματα που χρησιμοποιούνταν για τη συντήρηση του ιδίου και της οικογένειας του. Αντιμετώπιζε ψυχολογικά προβλήματα και κατά διαστήματα παρακολουθείτο από ψυχίατρο. Ισχυρίστηκε ότι έτυχε εκμετάλλευσης από αυτούς που έδειξε τυφλή εμπιστοσύνη. Επιπροσθέτως, στην υπόθεση William v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 431 ποινή φυλάκισης 9 μηνών που επιβλήθηκε σε άτομο που διέπραξε το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου που ήταν διαβατήριο και συνελήφθηκε κατά τον έλεγχο διαβατηρίων στο αεροδρόμιο Λάρνακας ενώ αναχωρούσε με προορισμό το Λονδίνο, επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Επίσης, στην υπόθεση Borisov v. Αστυνομίας (Αρ.1)
(2004)2 Α.Α.Δ. 204 επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 15 μηνών για αδικήματα της κυκλοφορίας πλαστού διαβατηρίου και παράνομης εισόδου στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας σε άτομο που δήλωσε παραδοχή και συνεργάστηκε με τις αστυνομικές αρχές, οι οποίες επικυρώθηκαν κατ' έφεση. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Εν πάσει περιπτώσει, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας των αδικημάτων ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση παρατηρώ ότι τα γεγονότα και οι συνθήκες που περιβάλουν τη διάπραξη των αδικημάτων τα καθιστούν σοβαρά. Συγκεκριμένα, η σοβαρότητα των αδικημάτων έγκειται: (α) Στο ότι ο κατηγορούμενος δεν αρκέστηκε στο να εισέλθει παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας εκμεταλλευόμενος την ιδιόρρυθμη κατάσταση που επικρατεί στο νησί και καταπατώντας κάθε έννοια νομιμότητας και ευαισθησίας στο διαχρονικό πρόβλημα της Κυπριακής Δημοκρατίας και σεβασμού προς τους νόμους αυτής, αλλά προχώρησε στη διάπραξη και άλλων σοβαρότερων αδικημάτων, επιδεικνύοντας μία κατά συρροή αξιόποινη συμπεριφορά. (β) Στο ότι με την είσοδο του 3 φορές στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω των κατεχομένων εδαφών, ο κατηγορούμενος επέδειξε πλήρη ασέβεια και απαξίωση στους νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας καθώς και υποτίμηση στο ρόλο των αρμοδίων κυπριακών αρχών και κυβερνητικών υπηρεσιών, χρησιμοποιώντας τέτοιες μεθόδους προκειμένου να υλοποιήσει τους παράνομους σκοπούς του. (γ) Στο ότι ο κατηγορούμενος με την αξιόποινη συμπεριφορά του προσπάθησε να εξαπατήσει τις αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας. (δ) Στο ότι ο κατηγορούμενος δεν 'ικανοποιήθηκε' με την εξασφάλιση πλαστού διαβατηρίου που έθεσε σε κυκλοφορία και προχώρησε στο να προμηθευτεί και πλαστό δελτίο ταυτότητας το οποίο επίσης έθεσε σε κυκλοφορία χρησιμοποιώντας το. (ε) Στον εντοπισμό στοιχείου οργανωμένης συμπεριφοράς από μέρους του κατηγορουμένου ο οποίος όχι μόνο προμηθεύτηκε πλαστό βουλγάρικο διαβατήριο και πλαστό βουλγάρικο δελτίο ταυτότητας αλλά τα έθεσε σε κυκλοφορία προκειμένου να ξεγελάσει τις κυπριακές αρχές και να εισχωρήσει στο έδαφος της Αγγλίας όπου φαίνεται να ήταν ο τελικός προορισμός του. (στ) Παρόλο ότι δεν υπήρξε οικονομικό όφελος, εντούτοις υπήρξε προμελέτη και προσπάθεια εκτέλεσης ενός σχεδίου με σκοπό την αποκόμιση οφέλους, το οποίο όμως ανατράπηκε με τη σύλληψη του στο αεροδρόμιο της Πάφου από τις αστυνομικές αρχές τη στιγμή που επιχειρούσε να αναχωρήσει με προορισμό το εξωτερικό. (ζ) Το ότι η κατά συρροή αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου τερματίστηκε τελικά μόνο με την παρέμβαση των αστυνομικών αρχών κατά τον έλεγχο των ταξιδιωτικών εγγράφων και τη στιγμή που ο κατηγορούμενος ήταν έτοιμος να αναχωρήσει για το εξωτερικό. (η) Το ότι αν δεν υπήρχε έγκαιρη παρέμβαση από τις αστυνομικές αρχές η αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου θα είχε και συνέχεια δια της προσπάθειας εξαπάτησης και άλλης ευρωπαϊκής χώρας και συγκεκριμένα της Αγγλίας που φαίνεται να ήταν ο τελικός προορισμός του, χωρίς να αποκλείεται και η προσπάθεια εξαπάτησης και άλλης χώρας. (ι) Το μεγάλο χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος διέμενε παράνομα στην Κύπρο και συγκεκριμένα από το έτος
  1. Όλα τα πιο πάνω σαφώς αποτελούν επιβαρυντικά στοιχεία για τον κατηγορούμενο, τα οποία και λαμβάνονται υπόψη. Προς όφελος του κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Την συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές και την ομολογία του στη διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων οδηγώντας έτσι στην εξιχνίαση της υπόθεσης αυτής. (β) Την άμεση παραδοχή του στο Δικαστήριο. (γ) Το λευκό ποινικό μητρώο του. (δ) Την απολογία του όπως αυτή εκφράστηκε δια του συνηγόρου του. (ε) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, όπως αυτές περιέχονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και ειδικότερα ότι: · ηλικίας 40 ετών, έγγαμος και πατέρας 6 ανήλικων παιδιών · προέρχεται από πολυμελή οικογένεια χαμηλής οικονομικής κατάστασης. · το 2012 ο πατέρας του σκοτώθηκε σε βομβιστική επίθεση · η μητέρα του είναι ηλικίας 65 ετών και παρουσιάζει σακχαρώδη διαβήτη · η οικογένεια του κατηγορουμένου στηρίζεται οικονομικά αποκλειστικά από τα εισοδήματα του ιδίου Το Δικαστήριο ακόμη δεν παραγνωρίζει τον ισχυρισμό που πρόταξε στην αρμόδιο λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας και συγκεκριμένα ότι εγκατέλειψε την πατρίδα του για οικονομικούς λόγους καθώς και για λόγους προσωπικής ασφάλειας. Ουδείς μπορεί να του αποδώσει ευθύνη γι' αυτό. Από την άλλη όμως η προσπάθεια του αυτή σε καμία περίπτωση πρέπει να προσκρούει στη διάπραξη ποινικών αδικημάτων, ακόμη χειρότερα όταν αυτά που διαπράττονται είναι σοβαρά όπως είναι στη δική μας περίπτωση. Η συμπάθεια και κατανόηση που το Δικαστήριο επιδεικνύει στην παρούσα περίπτωση δεν μπορούν να δικαιολογήσουν ούτε και να ανατρέψουν τη σοβαρότητα των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος διέπραξε, ιδιαίτερα όταν σ' αυτά επιβάλλεται ποινή αποτρεπτικής φύσεως. Στη βάση των γεγονότων και δεδομένων της παρούσας υπόθεσης το Δικαστήριο ανάμενε από τον κατηγορούμενο να επιδείκνυε συμπεριφορά διαφορετική από αυτή που προέκυψε μέσα από τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που περιβάλουν την υπόθεση αυτή. Ειδικότερα δεν θα έπρεπε εξ' αρχής να ερχόταν στις ελεύθερες περιοχές μέσω των κατεχομένων εδαφών. Θα έπρεπε από την αρχή να ερχόταν στην Κύπρο μέσω των αναγνωρισμένων αεροδρομίων ή λιμένων στις ελεύθερες περιοχές. Ανεξαρτήτως όμως αυτού, θα έπρεπε να είχε παρουσιαστεί ο ίδιος από μόνος του στις αρμόδιες αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αντί αυτού παρέμεινε παράνομα στο νησί μέχρι που συνελήφθηκε επειδή στην πορεία διέπραξε και άλλα ποινικά αδικήματα. Το όλο ιστορικό του κατηγορουμένου σε σχέση με την παρουσία του στην Κύπρο, όπως αυτό καταγράφηκε με λεπτομέρεια πιο πάνω, του στερεί τη δυνατότητα από του να τύχει σοβαρής κατανόησης και αφαιρεί από την αξιοπιστία των λόγων που προβάλλει, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο κατηγορούμενος τιμωρείται για το παρελθόν του. Αντίθετα, όπως σημειώθηκε πιο πάνω, το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου λαμβάνεται υπόψη ως ένας από τους μετριαστικούς παράγοντες. Καθοδηγούμενος από τη σχετική επί του θέματος νομολογία και συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή πηγάζει μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής σε συνδυασμό με την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, καθιστά αναπόφευκτη την επιβολή στον κατηγορούμενο ποινή στερητικής της ελευθερίας του. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας και συχνότητας διάπραξης των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και των περιστατικών της υπόθεσης αυτής, για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Καταληκτικά επιβάλλονται στον κατηγορούμενο οι εξής ποινές: 3η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 15 μηνών 4η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 15 μηνών 6η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 2 μηνών 8η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 30 ημερών Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο συντρέχουν. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα αυτεπάγγελτα εάν οι ποινές που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο θα πρέπει να οδηγήσουν στην άμεση φυλάκιση του ή δύναται να ανασταλούν δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/
  2. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Κατόπιν προσεκτικής μελέτης των περιστάσεων της υπόθεσης καθώς και των προσωπικών συνθηκών του κατηγορουμένου, κρίνω ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος ή παράγοντας που να δικαιολογεί την έκδοση διαταγής για αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί. Παρόλα αυτά, όλοι οι ελαφρυντικοί παράγοντες λήφθηκαν υπόψη για τη δραστική μείωση της ποινής που του επιβλήθηκε (βλέπε άρθρο 3
(2)του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72, Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09, Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 και Λεωνίδου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 663). Η έκτιση της ποινής του κατηγορουμένου θα αρχίσει από τις 29.05.14, δηλαδή από την ημερομηνία που τελεί υπό κράτηση για την παρούσα υπόθεση. Επιπλέον, δυνάμει των εξουσιών που μου παρέχει ο νόμος διατάζω όπως το βουλγάρικο διαβατήριο υπ' αριθμό 358795022 καθώς επίσης το πλαστό βουλγάρικο δελτίο ταυτότητας με αριθμό 625826308 κατασχεθούν και καταστραφούν. Τα έξοδα του μεταφραστή που ανέρχονται στο ποσό των €17,00 να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence Αναφορά: Ποινικό/Κυκλιοφορία πλαστού εγγράφου- Παράνομη είσοδος και παραμονή/Ποινή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.