Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Ιωάννη Δημητριάδη κ.α., Αρ.Υπόθεσης: 4464/13, 13/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B110 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης: 4464/13 Μεταξύ Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου -ν-
- Ιωάννη Δημητριάδη
- Tetiana Kozhemiako Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 13 Ιουνίου, 2014 Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Νεοκλέους Για Κατηγορούμενους 1 και 2: κα Γεωργιάδου Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες Π Ο Ι Ν Η Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 μετά από δική τους παραδοχή κρίθηκαν ένοχοι στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Συγκεκριμένα ο Κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει τις ακόλουθες τρεις κατηγορίες
- Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος ενώ ισχύει δικαστική στέρηση ικανότητας άδειας οδήγησης.
- Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος άνευ ασφάλειας έναντι κινδύνου τρίτου μέρους και
- Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς την συγκατάθεση του ιδιοκτήτη. Η δε Κατηγορούμενη 2 στην τέταρτη κατηγορία κατηγορείται για παράλειψη ασφαλούς φύλαξης μηχανοκίνητου οχήματος. Τα γεγονότα τα οποία δεν έχουν αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση, έχουν ως οι λεπτομέρειες των αδικημάτων. Σύμφωνα με αυτές ο Κατηγορούμενος 1 την 21.08.12 στη Λεωφόρο Ποσειδώνος στην Πάφο, οδήγησε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΗΡΑ135 ενώ είχε στερηθεί της δυνατότητας του να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδήγησης για περίοδο 6 μηνών, ήτοι από 06.06.12 μέχρι και 05/12/12, από το Ε.Δ. Πάφου στα πλαίσια της υπόθεσης με αρ. 5385/
- Περαιτέρω, κατά τον πιο πάνω αναφερόμενο τόπο και χρόνο οδήγησε το εν λόγω όχημα χωρίς να υπάρχει ασφάλεια κατά των κινδύνων έναντι τρίτου και χωρίς την συγκατάθεση της ιδιοκτήτριας του. Αναφορικά με την Κατηγορούμενη 2 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της τέταρτης κατηγορίας, κατά τον πιο πάνω αναφερόμενο επίδικο χρόνο και ενώ ήταν ιδιοκτήτρια του μηχανοκίνητου οχήματος με αρ. εγγραφής ΗΡΑ135 παρέλειψε να λάβει τα απαραίτητα εύλογα μέτρα για αποτροπή της χρησιμοποίησης του από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο με αποτέλεσμα να το οδηγήσει ο Κατηγορούμενος
- Η ευπαίδευτη συνήγορος των Κατηγορουμένων αναγνώρισε ευθύς εξαρχής την σοβαρότητα των αδικημάτων και ιδιαίτερα αυτού της πρώτης κατηγορίας που αφορά τον Κατηγορούμενο
- Κατά την αγόρευση της για μετριασμό της ποινής των πελατών της αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στην παραδοχή των Κατηγορουμένων, στο λευκό ποινικό μητρώο τους και μετέφερε στο Δικαστήριο την απολογία και μεταμέλεια τους. Ειδικότερα όσον αφορά τον Κατηγορούμενο 1 η κα. Γεωργιάδου ανέφερε πως η χρησιμοποίηση του οχήματος από τον Κατηγορούμενο 1 οφείλεται σε επιπολαιότητα της στιγμής, καθώς ο Κατηγορούμενος 1 προέβη στην εν λόγω ενέργεια για να μεταβεί στον πατέρα του ο οποίος ήταν άρρωστος. Αναφέρθηκε επίσης στις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου 1 και υιοθέτησε τα όσα αναλυτικά καταγράφονται στην κοινωνικοοικονομική έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας. Σύμφωνα με αυτή, ο Κατηγορούμενος 1 κατάγεται από τη Γεωργία, είναι σήμερα ηλικίας 25 ετών και πατέρας ενός βρέφους 6 μηνών. Διαμένει με την αρραβωνιαστικιά του, το παιδί του και τους γονείς του. Προέρχεται από οικογένεια χαμηλής κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. Ο Κατηγορούμενος 1 διέκοψε τη φοίτηση του από το Λύκειο λόγω σοβαρού τραυματισμού που υπέστη, τα κατάλοιπα του οποίου ακόμη ταλαιπωρούν τον Κατηγορούμενο
- Επιπροσθέτως των πιο πάνω, η κα. Γεωργιάδου πρόσθεσε ότι η αρραβωνιαστικιά του Κατηγορούμενου 1 είναι έγκυος στο δεύτερο παιδί τους και κατέθεσε προς τούτο σχετική ιατρική βεβαίωση ως Τεκμήριο Α. Περαιτέρω, ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος 1 εξηύρε πρόσφατα μόνιμη εργασία σε Ξενοδοχείο ως γκαρσόνι. Το σοβαρότερο αδίκημα, χωρίς ασφαλώς να παραγνωρίζεται η σοβαρότητα και των υπολοίπων, είναι αυτό της πρώτης κατηγορίας δηλαδή της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος ενώ ισχύει δικαστική στέρηση της ικανότητας άδειας οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 19 και 19Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Νόμου Ν.86/72, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί (στο εξής ο «Νόμος»). To άρθρο 19Α του Νόμου προβλέπει τα ακόλουθα: «Πρόσωπο, το οποίο έχει αποστερηθεί µε απόφαση ή διάταγµα του δικαστηρίου, της ικανότητας να κατέχει ή λαµβάνει άδεια οδήγησης µηχανοκίνητου οχήµατος για συγκεκριµένο χρονικό διάστηµα και το οποίο οδηγεί µηχανοκίνητο όχηµα κατά παράβαση της πιο πάνω απόφασης ή διατάγµατος, είναι ένοχο αδικήµατος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση για διάστηµα που δεν υπερβαίνει τα τέσσερα
(4)έτη ή σε χρηµατική ποινή που δεν υπερβαίνει τα έξι χιλιάδες οκτακόσια τριάντα τέσσερα ευρώ (€6.834) ή και στις δύο αυτές ποινές.» Στην υπόθεση Διευθυντή Τμήματος Υπηρεσίας Κοινωνικής Ευημερίας ν Ντούμα κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 133 αναφέρθηκε ότι πρόσωπο εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί Δικαστικό διάταγμα οφείλει να συμμορφώνεται με τις πρόνοιες του διατάγματος αυτού. Το αδίκημα της ανυπακοής είναι ιδιαίτερα σοβαρό, αφού πλήττει το θεμέλιο της έννομης τάξης και η συμμόρφωση σε Δικαστικά διατάγματα είναι αναγκαία προϋπόθεση για την ύπαρξη του κράτους δικαίου. Τούτων δεδομένων, η ποινή που θα επιβληθεί πρέπει να είναι ανάλογη της σοβαρότητας της ανυπακοής. Παραπέμπω περαιτέρω, σε απόσπασμα από την υπόθεση Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 227, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Παρακοή σε διαταγή του Δικαστηρίου πλήττει το θεμέλιο της έννομης τάξης. Η συνέχιση της (παρακοής) τείνει να το ανατρέψει. Ανάλογη με την σοβαρότητα της ανυπακοής είναι και η τιμωρία η οποία επιβάλλεται. Η τιμωρία για τη συνεχιζόμενη παρακοή σε διαταγή του δικαστηρίου είναι κατά κανόνα η φυλάκιση. Όταν επέλθει συμμόρφωση παρέχεται η δυνατότητα για επιεικέστερη αντιμετώπιση του παραβάτη, χωρίς όμως να διαγράφεται η σοβαρότητα του αδικήματος». Στην σχετικά πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση CCC LAUNDRIES (PAPHOS) LIMITED v. Ελισάβετ Θεοφάνους
(2010)2 Α.Α.Δ 288, επανατονίστηκε η σοβαρότητα του αδικήματος της απείθειας και ότι τέτοιες συμπεριφορές δεν μπορεί να γίνονται αποδεκτές από τα Δικαστήρια. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση: «Οι έννοιες «Κράτος Δικαίου» και «Έννομη Τάξη» είναι άρρηκτα συνυφασμένες. Η επικράτηση τους στηρίζεται, μεταξύ άλλων, και στο καθήκον σεβασμού και υπακοής των δικαστικών διαταγών και διαταγμάτων. Η απείθεια σε διαταγή του Δικαστηρίου ενέχει το στοιχείο της καταφρόνησης του Δικαστηρίου. Πρόκειται για σοβαρό αδίκημα η τέλεση του οποίου πλήττει ευθέως την απονομή της δικαιοσύνης και κλονίζει την εμπιστοσύνη του κοινού στην αξιοπιστία του συστήματος για αποτελεσματική εφαρμογή των δικαστικών αποφάσεων και την εμπέδωση του νόμου και της τάξης. Τέτοιου είδους συμπεριφορά ποτέ δεν έγινε ανεκτή. Οι παραβάτες όταν είναι φυσικά πρόσωπα κατά κανόνα τιμωρούνται με φυλάκιση. Η χρηματική ποινή μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις πρέπει να επιβάλλεται Βλ. Kay v. Municipality of Larnaca
(1982)2 A.A.Δ. 236. Oι πολίτες σε όποια κοινωνική τάξη θεωρούν ότι ανήκουν ή σε όποια θέση βρίσκονται, υπέχουν αυστηρή υποχρέωση υπακοής στα δικαστικά διατάγματα που τους αφορούν. Αυτό επιβάλει η αρχή της ισονομίας. Οι δικαστές προσηλωμένοι στην αποστολή τους με πλήρη διαφάνεια και αυξημένο αίσθημα ευθύνης εκτελούν το καθήκον τους. Συμπεριφορές οι οποίες υπονομεύουν το έργο τους δεν μπορεί να γίνονται ανεκτές.» Για τον επιλογή και καθορισμό της ποινής θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη διάφοροι παράγοντες σε τέτοιες περιπτώσεις, όπως η φύση του διατάγματος, οι συνέπειες από την παραβίαση του και οι λόγοι παρακοής του. Στο σύγγραμμα SENTENCING IN CYPRUS, 2nd Edition του πρώην Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Γ.Μ. Πική, στην σελ. 196 αναφέρονται τα ακόλουθα: « The nature of the order, the likely repercussions of its breach and the reasons for disregarding it, are considerations relevant to the choice of punishment on a charge of breaching terms of an order of the court.» Η επιβολή ποινής είναι ένα πολύ λεπτό έργο, καθώς το Δικαστήριο θα πρέπει να εξισορροπήσει το γενικό συμφέρον της δικαιοσύνης από την μία και να εξατομικεύσει την ποινή στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη από την άλλη. Έχει ασφαλώς κατ' επανάληψη νομολογηθεί ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί στην εξουδετέρωση των στοιχείων εκείνων που σχετίζονται με τη σοβαρότητα του αδικήματος και την ανάγκη για προστασία της κοινωνίας. Η έκδοση διατάγματος στέρησης της άδειας οδηγήσεως αποτελεί μία ύστατη προσπάθεια του Δικαστηρίου να αλλάξει την οδική συμπεριφορά Κατηγορουμένου και τα Δικαστήρια οφείλουν να δώσουν ξεκάθαρο μήνυμα ότι ανυπακοή σε διατάγματα τέτοια θα αντιμετωπίζεται σοβαρά. Σε μια περίοδο που τα τροχαία αδικήματα βρίσκονται, δυστυχώς, σε έξαρση, τα Δικαστήρια έχουν υποχρέωση να εξασφαλίζουν την τήρηση των διαταγμάτων στέρησης άδειας οδηγού στην προσπάθεια καταστολής τους και αναμόρφωσης της οδικής συμπεριφοράς των παραβατών. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου τη φύση του διατάγματος και τις συνέπειες από την παραβίαση του. Ο ίδιος ο Κατηγορούμενος 1 δεν έχει προσποριστεί οποιοδήποτε όφελος από τη παραβίαση του διατάγματος αυτού ούτε έχει ζημιώσει οποιοσδήποτε άλλος πολίτης. Παραβίαση όμως, διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο ο Κατηγορούμενος στερείται του δικαιώματος να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδήγησης, δεν σχετίζεται με την αποκόμιση οφέλους από τον παραβάτη σε βάρος των δικαιωμάτων άλλων πολιτών. Έχει να κάνει γενικότερα με την κοινωνία, το σεβασμό των διαταγμάτων των Δικαστηρίων και τη διατήρηση της έννομης τάξης και της αξιοπιστίας του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης, την οποία τα Δικαστήρια έχουν υποχρέωση να διατηρήσουν στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό. Πέραν των πιο πάνω, λαμβάνω υπόψη μου προς όφελος του Κατηγορουμένου την παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου έστω και στο στάδιο που αυτή έλαβε χώρα. Σύμφωνα με τη νομολογία η παραδοχή ενοχής αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή (βλ. Χαρτούμπαλος v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28). Επίσης, λαμβάνω υπόψη μου την απολογία και μεταμέλεια του η οποία εκφράστηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο του, καθώς επίσης και τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του συνθήκες όπως αυτές αναφέρονται στην σχετική έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας. Επιπρόσθετα, λαμβάνω υπόψη μου και το γεγονός ότι ο ίδιος αντιλήφθηκε και συνειδητοποίησε τη σοβαρότητα των αδικημάτων που έχει διαπράξει. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου το χρονικό διάστημα που παρήλθε από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι και σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή. Να σημειωθεί όμως, ότι το χρονικό αυτό διάστημα δεν είναι τέτοιο έτσι ώστε να μπορούσε να διαφοροποιήσει το είδος της ποινής που θα επιβληθεί. Όπως φαίνεται από τα πρακτικά της υπόθεσης και ο ίδιος ο κατηγορούμενος φέρει ευθύνη για την καθυστέρηση αυτή με την στάση και συμπεριφορά του, αφού αρχικά δεν είχε παραδεχτεί τις κατηγορίες και η αλλαγή της απάντησης του από μη παραδοχή σε παραδοχή έγινε στις 09.05.14. Κατά συνέπεια θεωρώ ότι δεν μπορεί να δοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα στο γεγονός αυτό καθώς και ο ίδιος με την συμπεριφορά του συνέτεινε στην καθυστέρηση της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του (βλ. Μελάς v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ 412). Περαιτέρω, ούτε και τα υπόλοιπα ελαφρυντικά του Κατηγορούμενου 1, θεωρώ ότι μπορούν να επηρεάσουν το είδος της ποινής αλλά απλώς το εύρος της. Όπως ανέφερα και πιο πάνω, το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας είναι πολύ σοβαρό και υπάρχει ανάγκη για αποτροπή της διάπραξης αδικημάτων τέτοιας φύσης. Σε τέτοιες περιπτώσεις οι προσωπικές περιστάσεις είναι ήσσονος σημασίας. (βλ. Μάριος Παναγιώτου v. Aστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 540). Είναι καθήκον του Δικαστηρίου να στείλει το μήνυμα ότι τέτοιες συμπεριφορές δεν μπορεί να γίνουν αποδεκτές από οποιοδήποτε και για οποιονδήποτε λόγο. Τούτων δεδομένων, το είδος της ποινής που θα επιβληθεί δεν μπορεί να είναι άλλο από ποινή στερητική της ελευθερίας. Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω και εξασκώντας τη μέγιστη επιείκεια προς το πρόσωπο του Κατηγορουμένου 1 επιβάλλονται σε αυτόν οι ακόλουθες ποινές: Στην πρώτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 30 ημερών . Στην δεύτερη κατηγορία ποινή φυλάκισης 20 ημερών. Στην τρίτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 5 ημερών. Οι πιο πάνω αναφερόμενες ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Αναφορικά με την Κατηγορούμενη 2, συνεκτιμώντας όλα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου και επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια προς το πρόσωπο της, κρίνω ότι η αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή είναι η επιβολή ποινής προστίμου. Ως εκ τούτου επιβάλλω στην Κατηγορούμενη 2 στην τέταρτη κατηγορία ποινή προστίμου ύψους €200,00. Έχοντας αποφασίσει την επιβολή των πιο πάνω ποινών φυλάκισης στον Κατηγορούμενο 1, θα προχωρήσω να εξετάσω την εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου του για αναστολή εκτέλεσης των εν λόγω ποινών. Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373) Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου N95/72, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, και το οποίο αναφέρει ότι, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Είναι φανερό από το λεκτικό του άρθρου 3
(2)ότι ο νομοθέτης διεύρυνε τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου στο θέμα της αναστολής της ποινής φυλάκισης.(βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ 161). Στην υπόθεση Τζιαουχάρη (πιο πάνω) επαναλήφθηκε εκ νέου η αρχή ότι ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή της ποινής φυλάκισης. Εν προκειμένω, σε σχέση με τις περιστάσεις της υπόθεσης λαμβάνω υπόψη μου το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος 1 δεν απεκόμισε οποιοδήποτε οικονομικό όφελος από τις παράνομες ενέργειες του. Ως προς τις προσωπικές του περιστάσεις προσδίδω ιδιαίτερη βαρύτητα στο πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος 1, καθώς και στην μεταβολή των προσωπικών συνθηκών του από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και σήμερα. Ο Κατηγορούμενος 1 αρραβωνιάστηκε, απέκτησε ένα παιδί ηλικίας σήμερα 6 μηνών και η αρραβωνιαστικιά του είναι έγκυος στο δεύτερο παιδί τους. Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος 1 είναι ο προστάτης της οικογένειας του, πρόσφατα εξηύρε σταθερή εργασία και στηρίζει οικονομικά την οικογένεια του. Η επιβολή άμεσης φυλάκισης ενδεχομένως να ανέτρεπε την θετική πορεία που φαίνεται ότι έχει λάβει η ζωή του Κατηγορουμένου 1 και θα προκαλούσε σοβαρές συνέπειες στα μέλη της οικογένειας του. Επομένως, ισοζυγίζοντας το σύνολο των πιο πάνω αναφερόμενων περιστάσεων, χωρίς να παραγνωρίζω την σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων, κρίνω ότι δικαιολογείται η παραχώρηση μίας δεύτερης ευκαιρίας στον Κατηγορούμενο 1. Κατά συνέπεια θα ασκήσω την διακριτική μου ευχέρεια και θα αναστείλω την ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο 1 για περίοδο τριών ετών από σήμερα. (Υπ.) ............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο