Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Θωμάς Μουτσουρή, Αρ.Υπόθεσης: 8045/13, 23/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B115 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης: 8045/13 Μεταξύ Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου -ν- Θωμάς Μουτσουρή Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 23 Ιουνίου, 2014 Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Νεοκλέους Για Κατηγορούμενο: κα Φλωράκη Κατηγορούμενος: Παρών Π Ο Ι Ν Η Ο Κατηγορούμενος μετά από δική του παραδοχή κρίθηκε ένοχος στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Συγκεκριμένα, ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες
- Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος ενώ ισχύει δικαστική στέρηση ικανότητας άδειας οδήγησης.
- Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος άνευ ασφάλειας έναντι κινδύνου τρίτου μέρους και
- Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος καθ' ον χρόνο η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή υπερέβαινε το καθορισθέν όριο Τα γεγονότα τα οποία δεν έχουν αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση, έχουν ως οι λεπτομέρειες των αδικημάτων. Σύμφωνα με αυτές ο Κατηγορούμενος την 09.03.13 στην οδό Αγίου Αγαπητικού στην Πάφο, οδήγησε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΕΖΗ503 ενώ είχε στερηθεί από το Ε.Δ. Αμμοχώστου στα πλαίσια της υπόθεσης με αρ. 8096/12 της δυνατότητας του να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδήγησης για περίοδο 30 ημερών, ήτοι από τις 13.02.13 - 14.03.
- Περαιτέρω, κατά τον πιο πάνω αναφερόμενο τόπο και χρόνο οδήγησε το εν λόγω όχημα χωρίς να υπάρχει ασφάλεια κατά των κινδύνων έναντι τρίτου και ενώ η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή του υπερέβαινε το καθορισθέν από το Νόμο όριο, δηλαδή είχε 77 αντί 22 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου αλκοόλης σε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής.. Η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορούμενου αναγνώρισε ευθύς εξαρχής την σοβαρότητα των αδικημάτων και ιδιαίτερα αυτού της πρώτης κατηγορίας. Κατά την αγόρευση της για μετριασμό της ποινής του πελάτη της αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στην παραδοχή του, στο λευκό ποινικό μητρώο του και μετέφερε στο Δικαστήριο την απολογία και ειλικρινή μεταμέλεια του. Όσον αφορά τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος η κα. Φλωράκη ανέφερε ότι οφείλεται στον λανθασμένο υπολογισμό του Κατηγορούμενου σε σχέση με την περίοδο που του είχε επιβληθεί η ποινή της στέρησης της άδεας οδήγησης του. Για την γνησιότητα του προβαλλόμενου ισχυρισμού η ευπαίδευτη συνήγορος του παρέπεμψε στην κατάθεση του Κατηγορούμενου στην Αστυνομία στην οποία είχε προβάλει εξαρχής τον συγκεκριμένο ισχυρισμό. Το πιο πάνω γεγονός σημειώνω ότι επιβεβαιώθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. Περαιτέρω, η κα. Φλωράκη τόνισε ότι πρόκειται για ένα μεμονωμένο περιστατικό. Ως προς τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου υιοθέτησε τα όσα αναλυτικά καταγράφονται στην κοινωνικοοικονομική έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας. Σύμφωνα με αυτή, ο Κατηγορούμενος είναι σήμερα ηλικίας 53 ετών και είναι πατέρας 2 τέκνων ηλικίας 22 και 11 ετών και εργάζεται ως οικοδόμος. Ο Κατηγορούμενος διαμένει μόνος του, καθώς είναι διαζευγμένος και καταβάλλει διατροφή για τα παιδιά του. Οι σχέσεις του μαζί τους είναι πολύ καλές, όπως και με τις πρώην συζύγους του. Ειδικότερα όσον αφορά την δεύτερη κατηγορία, η κα. Φλωράκη ανέφερε ότι αυτή απορρέει από την πρώτη κατηγορία, καθώς υπήρχε κατά τον επίδικο χρόνο πιστοποιητικό ασφάλισης, του οποίου όμως η ισχύ είχε ανασταλεί για την περίοδο κατά την οποία είχε επιβληθεί στον Κατηγορούμενο ποινή στέρησης της άδειας οδήγησης του. Το σοβαρότερο αδίκημα, χωρίς ασφαλώς να παραγνωρίζεται η σοβαρότητα και των άλλων δύο αδικημάτων, είναι αυτό της πρώτης κατηγορίας δηλαδή της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος ενώ ισχύει δικαστική στέρηση της ικανότητας άδειας οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 19 και 19Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Νόμου Ν.86/72, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί (στο εξής ο «Νόμος»). To άρθρο 19Α του Νόμου προβλέπει τα ακόλουθα: «Πρόσωπο, το οποίο έχει αποστερηθεί µε απόφαση ή διάταγµα του δικαστηρίου, της ικανότητας να κατέχει ή λαµβάνει άδεια οδήγησης µηχανοκίνητου οχήµατος για συγκεκριµένο χρονικό διάστηµα και το οποίο οδηγεί µηχανοκίνητο όχηµα κατά παράβαση της πιο πάνω απόφασης ή διατάγµατος, είναι ένοχο αδικήµατος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση για διάστηµα που δεν υπερβαίνει τα τέσσερα
(4)έτη ή σε χρηµατική ποινή που δεν υπερβαίνει τα έξι χιλιάδες οκτακόσια τριάντα τέσσερα ευρώ (€6.834) ή και στις δύο αυτές ποινές.» Στην υπόθεση Διευθυντή Τμήματος Υπηρεσίας Κοινωνικής Ευημερίας ν Ντούμα κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 133 αναφέρθηκε ότι πρόσωπο εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί Δικαστικό διάταγμα οφείλει να συμμορφώνεται με τις πρόνοιες του διατάγματος αυτού. Το αδίκημα της ανυπακοής είναι ιδιαίτερα σοβαρό, αφού πλήττει το θεμέλιο της έννομης τάξης και η συμμόρφωση σε Δικαστικά διατάγματα είναι αναγκαία προϋπόθεση για την ύπαρξη του κράτους δικαίου. Τούτων δεδομένων, η ποινή που θα επιβληθεί πρέπει να είναι ανάλογη της σοβαρότητας της ανυπακοής. Παραπέμπω περαιτέρω, σε απόσπασμα από την υπόθεση Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 227, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Παρακοή σε διαταγή του Δικαστηρίου πλήττει το θεμέλιο της έννομης τάξης. Η συνέχιση της (παρακοής) τείνει να το ανατρέψει. Ανάλογη με την σοβαρότητα της ανυπακοής είναι και η τιμωρία η οποία επιβάλλεται. Η τιμωρία για τη συνεχιζόμενη παρακοή σε διαταγή του δικαστηρίου είναι κατά κανόνα η φυλάκιση. Όταν επέλθει συμμόρφωση παρέχεται η δυνατότητα για επιεικέστερη αντιμετώπιση του παραβάτη, χωρίς όμως να διαγράφεται η σοβαρότητα του αδικήματος». Στην σχετικά πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση CCC LAUNDRIES (PAPHOS) LIMITED v. Ελισάβετ Θεοφάνους
(2010)2 Α.Α.Δ 288, επανατονίστηκε η σοβαρότητα του αδικήματος της απείθειας και ότι τέτοιες συμπεριφορές δεν μπορεί να γίνονται αποδεκτές από τα Δικαστήρια. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση: «Οι έννοιες «Κράτος Δικαίου» και «Έννομη Τάξη» είναι άρρηκτα συνυφασμένες. Η επικράτηση τους στηρίζεται, μεταξύ άλλων, και στο καθήκον σεβασμού και υπακοής των δικαστικών διαταγών και διαταγμάτων. Η απείθεια σε διαταγή του Δικαστηρίου ενέχει το στοιχείο της καταφρόνησης του Δικαστηρίου. Πρόκειται για σοβαρό αδίκημα η τέλεση του οποίου πλήττει ευθέως την απονομή της δικαιοσύνης και κλονίζει την εμπιστοσύνη του κοινού στην αξιοπιστία του συστήματος για αποτελεσματική εφαρμογή των δικαστικών αποφάσεων και την εμπέδωση του νόμου και της τάξης. Τέτοιου είδους συμπεριφορά ποτέ δεν έγινε ανεκτή. Οι παραβάτες όταν είναι φυσικά πρόσωπα κατά κανόνα τιμωρούνται με φυλάκιση. Η χρηματική ποινή μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις πρέπει να επιβάλλεται Βλ. Kay v. Municipality of Larnaca
(1982)2 A.A.Δ. 236. Oι πολίτες σε όποια κοινωνική τάξη θεωρούν ότι ανήκουν ή σε όποια θέση βρίσκονται, υπέχουν αυστηρή υποχρέωση υπακοής στα δικαστικά διατάγματα που τους αφορούν. Αυτό επιβάλει η αρχή της ισονομίας. Οι δικαστές προσηλωμένοι στην αποστολή τους με πλήρη διαφάνεια και αυξημένο αίσθημα ευθύνης εκτελούν το καθήκον τους. Συμπεριφορές οι οποίες υπονομεύουν το έργο τους δεν μπορεί να γίνονται ανεκτές.» Για τον επιλογή και καθορισμό της ποινής θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη διάφοροι παράγοντες σε τέτοιες περιπτώσεις, όπως η φύση του διατάγματος, οι συνέπειες από την παραβίαση του και οι λόγοι παρακοής του. Στο σύγγραμμα SENTENCING IN CYPRUS, 2nd Edition του πρώην Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Γ.Μ. Πική, στην σελ. 196 αναφέρονται τα ακόλουθα: « The nature of the order, the likely repercussions of its breach and the reasons for disregarding it, are considerations relevant to the choice of punishment on a charge of breaching terms of an order of the court.» Η επιβολή ποινής είναι ένα πολύ λεπτό έργο, καθώς το Δικαστήριο θα πρέπει να εξισορροπήσει το γενικό συμφέρον της δικαιοσύνης από την μία και να εξατομικεύσει την ποινή στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη από την άλλη. Έχει ασφαλώς κατ' επανάληψη νομολογηθεί ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί στην εξουδετέρωση των στοιχείων εκείνων που σχετίζονται με τη σοβαρότητα του αδικήματος και την ανάγκη για προστασία της κοινωνίας. Η έκδοση διατάγματος στέρησης της άδειας οδηγήσεως αποτελεί μία ύστατη προσπάθεια του Δικαστηρίου να αλλάξει την οδική συμπεριφορά Κατηγορουμένου και τα Δικαστήρια οφείλουν να δώσουν ξεκάθαρο μήνυμα ότι ανυπακοή σε διατάγματα τέτοια θα αντιμετωπίζεται σοβαρά. Σε μια περίοδο που τα τροχαία αδικήματα βρίσκονται, δυστυχώς, σε έξαρση, τα Δικαστήρια έχουν υποχρέωση να εξασφαλίζουν την τήρηση των διαταγμάτων στέρησης άδειας οδηγού στην προσπάθεια καταστολής τους και αναμόρφωσης της οδικής συμπεριφοράς των παραβατών. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου τη φύση του διατάγματος και τις συνέπειες από την παραβίαση του. Ο ίδιος ο Κατηγορούμενος δεν έχει προσποριστεί οποιοδήποτε όφελος από την παραβίαση του διατάγματος αυτού ούτε έχει ζημιώσει οποιοσδήποτε άλλος πολίτης. Παραβίαση όμως, διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο ο Κατηγορούμενος στερείται του δικαιώματος να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδήγησης, δεν σχετίζεται με την αποκόμιση οφέλους από τον παραβάτη σε βάρος των δικαιωμάτων άλλων πολιτών. Έχει να κάνει γενικότερα με την κοινωνία, το σεβασμό των διαταγμάτων των Δικαστηρίων και τη διατήρηση της έννομης τάξης και της αξιοπιστίας του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης, την οποία τα Δικαστήρια έχουν υποχρέωση να διατηρήσουν στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό. Πέραν των πιο πάνω, λαμβάνω υπόψη μου προς όφελος του Κατηγορουμένου την παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου, έστω και αν αυτή έγινε σε καθυστερημένο στάδιο. Σύμφωνα με τη νομολογία η παραδοχή ενοχής αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή (βλ. Χαρτούμπαλος v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28). Επίσης, λαμβάνω υπόψη μου την απολογία και μεταμέλεια του η οποία εκφράστηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο του, καθώς επίσης και τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του συνθήκες όπως αυτές αναφέρονται στην σχετική έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας. Επιπρόσθετα, λαμβάνω υπόψη μου τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων και το γεγονός ότι ο ίδιος αντιλήφθηκε και συνειδητοποίησε τη σοβαρότητα των αδικημάτων που έχει διαπράξει. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου το χρονικό διάστημα που παρήλθε από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι και σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή. Να σημειωθεί όμως, ότι το χρονικό αυτό διάστημα δεν είναι τέτοιο έτσι ώστε να μπορούσε να διαφοροποιήσει το είδος της ποινής που θα επιβληθεί. Περαιτέρω, ούτε και τα υπόλοιπα ελαφρυντικά του Κατηγορούμενου, θεωρώ ότι μπορούν να επηρεάσουν το είδος της ποινής αλλά απλώς το εύρος της. Όπως ανέφερα και πιο πάνω, το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας είναι πολύ σοβαρό και υπάρχει ανάγκη για αποτροπή της διάπραξης αδικημάτων τέτοιας φύσης. Σε τέτοιες περιπτώσεις οι προσωπικές περιστάσεις είναι ήσσονος σημασίας. (βλ. Μάριος Παναγιώτου v. Aστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 540). Είναι καθήκον του Δικαστηρίου να στείλει το μήνυμα ότι τέτοιες συμπεριφορές δεν μπορεί να γίνουν αποδεκτές από οποιοδήποτε και για οποιονδήποτε λόγο. Τούτων δεδομένων, το είδος της ποινής που θα επιβληθεί δεν μπορεί να είναι άλλο από ποινή στερητική της ελευθερίας. Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω και εξασκώντας τη μέγιστη επιείκεια προς το πρόσωπο του Κατηγορουμένου επιβάλλω στην πρώτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 30 ημερών. Στη δεύτερη κατηγορία δεν θα επιβάλω οποιαδήποτε ποινή, καθώς αυτή απορρέει από την πρώτη κατηγορία ενόψει του ότι υπήρχε ασφαλιστήριο έγγραφο του οποίου όμως η ισχύς αναστάληκε για την περίοδο που ο Κατηγορούμενος είχε στερηθεί της άδειας οδήγησης του. Στην τρίτη κατηγορία επιβάλλω ποινή φυλάκισης 15 ημερών και 3 βαθμούς ποινής. Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στις κατηγορίες 1 και 3 να συντρέχουν. Έχοντας αποφασίσει την επιβολή ποινής φυλάκισης στον Κατηγορούμενο, θα προχωρήσω να εξετάσω την εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου του για αναστολή της εκτέλεσης της. Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373) Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου N95/72, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, και το οποίο αναφέρει ότι, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Είναι φανερό από το λεκτικό του άρθρου 3
(2)ότι ο νομοθέτης διεύρυνε τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου στο θέμα της αναστολής της ποινής φυλάκισης.(βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ 161). Στην υπόθεση Τζιαουχάρη (πιο πάνω) επαναλήφθηκε εκ νέου η αρχή ότι ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή της ποινής φυλάκισης. Εν προκειμένω, σε σχέση με τις περιστάσεις της υπόθεσης λαμβάνω υπόψη μου το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος δεν απεκόμισε οποιοδήποτε οικονομικό όφελος από τις παράνομες ενέργειες του, καθώς και τις συνθήκες υπό τις οποίες ο Κατηγορούμενος διέπραξε τα αδικήματα που παραδέχθηκε. Ως προς τις προσωπικές του περιστάσεις προσδίδω ιδιαίτερη βαρύτητα στο λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου, το γεγονός ότι συντηρεί οικονομικά τα δύο του τέκνα των οποίων οι μητέρες τους είναι άνεργες. Επομένως, ισοζυγίζοντας το σύνολο των πιο πάνω αναφερόμενων περιστάσεων, χωρίς να παραγνωρίζω την σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων, κρίνω ότι δικαιολογείται η παραχώρηση μίας δεύτερης ευκαιρίας στον Κατηγορούμενο. Κατά συνέπεια, θα ασκήσω την διακριτική μου ευχέρεια και θα αναστείλω τις ποινές φυλάκισης που του επιβλήθηκαν για περίοδο τριών ετών από σήμερα. (Υπ.) ............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο