← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ZAZA ASANIDJE κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 7537/2011, 12/6/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ZAZA ASANIDJE κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 7537/2011, 12/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B109 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7537/2011 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v.

  1. ZAZA ASANIDJE
  2. ZURAB KHATIASHVILI
  3. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 12.06.14 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Σ. Συμεού Για Κατηγορούμενο 3: κα Α. Σαββίδου Κατηγορούμενος 3: παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος 3 βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, σε κατηγορίες διάρρηξης και κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 294(α), 20 και 255 του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων (κατηγορίες 2 και 6). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, στις 12.06.11 ο κατηγορούμενος 3 μαζί με άλλα άτομα διέρρηξαν και εισήλθαν στα γραφεία της εργοληπτικής εταιρείας 'Kouroushi Bros' που βρίσκονται στη λεωφόρο Τάφοι των Βασιλέων 69 στην Κάτω Πάφο από τα οποία έκλεψαν ένα ρουπινέττο και ένα καθρέφτη συνολικής αξίας €50,
  4. Αναφορικά με την κατηγορίες 1 και 3 του κατηγορητηρίου η κατηγορούσα αρχή προέβηκε στη διακοπή τους με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος 3 να απαλλαγεί σ' αυτές. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως έχουν εκτεθεί από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, είναι τα ακόλουθα: Στις 12.06.11 και περί ώρα 11:15 π.μ. o Ονούφριος Ονουφρίου (Μ1) τηλεφώνησε στην αστυνομία και ανάφερε ότι πρόσεξε 3 άτομα να επιβαίνουν σ' ένα όχημα μάρκας Golf, σε κάποια στιγμή να κατεβαίνουν από αυτό και να πηγαίνουν προς λυόμενο γραφείο της εταιρείας 'Kouroushi Bros' όπου εκεί ανεγειρόταν ξενοδοχείο και από παράθυρο που άνοιξαν να εισέρχονται στο εν λόγω γραφείο. Αμέσως μέλη της αστυνομίας μετέβηκαν στο χώρο και εντόπισαν τον κατηγορούμενο 3 ως ένα από τα εμπλεκόμενα άτομα ενώ διαπίστωσαν ότι από το πιο πάνω γραφείο είχαν κλαπεί ένα ρουπινέττο και ένας καθρέφτης συνολικής αξίας €50,
  5. Σε έρευνα που έγινε και στα 3 άτομα εντοπίστηκαν τα πιο πάνω κλαπέντα αντικείμενα στην κατοχή του κατηγορουμένου
  6. Τόσο ο κατηγορούμενος 3 όσο και τα άλλα δύο άτομα συνελήφθηκαν για τα αδικήματα της διάρρηξης και κλοπής και αφού τους επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο ο κατηγορούμενος 3 απάντησε 'Απολογούμαι. Νομίσαμε ήταν εγκαταλειμμένο το συγκεκριμένο υποστατικό.' Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος 3 προέβηκε σε θεληματική κατάθεση μέσα από την οποία παραδέχεται τη διάπραξη των αδικημάτων διάρρηξης και κλοπής. Καταλήγοντας, ο κύριος Συμεού ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος 3 είναι λευκού ποινικού μητρώου ενώ παράλληλα δήλωσε ότι έχουν δημιουργηθεί €105,00 σε σχέση με την υπόθεση αυτή, εκ των οποίων στον κατηγορούμενο 3 αναλογούν €75,00 και τα υπόλοιπα €30,00 στην Κυπριακή Δημοκρατία. Λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για ετοιμασία έκθεσης από το Γραφείο Ευημερίας. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της, ο κατηγορούμενος 3 είναι ηλικίας 31 ετών, άνεργος, έγγαμος και πατέρας δύο ανηλίκων τέκνων ηλικίας 9 ετών και 2 μηνών αντίστοιχα. Έχει άλλα δύο αδέλφια. Ο πατέρας του απεβίωσε το έτος
  7. Ο ίδιος φοίτησε μέχρι την Γ' τάξη Γυμνασίου και στη συνέχεια εργάστηκε ως υδραυλικός. Ήλθε στην Κύπρο για εργασία το έτος 2001 και σήμερα διαμένει μαζί με την οικογένεια του σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα στην Πάφο. Τους τελευταίους 4 μήνες είναι άνεργος και αναζητεί εργασία ενώ η σύζυγος του εργάζεται ως πωλήτρια με μηνιαίο μισθό €873,
  8. Χωρίς να αμφισβητήσει επί της ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθηκαν από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης αφού σημείωσε ότι ο πελάτης της απολογείται για την αξιόποινη συμπεριφορά του ανάφερε ότι δεν υπήρχε προσχεδιασμός στη διάπραξη των αδικημάτων αλλά βρέθηκε στο μέρος από περιέργεια αποδίδοντας τις πράξεις του σε απερισκεψία και επιπολαιότητα. Όπως η εν λόγω συνήγορος είπε, εκείνη την ημέρα ο κατηγορούμενος 3 έκανε βόλτα μαζί με φίλους του στο αυτοκίνητο του ενός από αυτούς όταν πρόσεξαν το λυόμενο γραφείο που έμοιαζε να είναι εγκαταλειμμένο. Εισήλθαν σ' αυτό από παράθυρο-πόρτα που ήταν μεν κλειστό αλλά όχι ασφαλισμένο. Το εν λόγω γραφείο χρησιμοποιείτο από την εταιρεία 'Kouroushi Bros' όταν ανεγειρόταν το διπλανό ξενοδοχείο επ' ονόματι Capital Coast κάποια χρόνια πριν από τη διάπραξη των αδικημάτων. Το λυόμενο αυτό γραφείο βρισκόταν σε διπλανό γραφείο και χρησιμοποιείτο ως βοηθητικό γραφείο. Όπως ακόμη λέχθηκε, για ένα μήνα ουδείς από την εταιρία είχε μεταβεί στο συγκεκριμένο γραφείο. Η κυρία Σαββίδου ευσεβάστως επισήμανε ότι τα κλαπέντα αντικείμενα είναι ευτελούς αξίας, τα οποία ο πελάτης της θεωρούσε εγκαταλειμμένα. Περαιτέρω, η εν λόγω συνήγορος επισήμανε ότι η παραδοχή του στην αστυνομία ήταν άμεση προτάσσοντας τη δική του εκδοχή ενώ απολογήθηκε για την συμπεριφορά του. Ερχόμενη στις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορουμένου 3, η ευπαίδευτη συνήγορος υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας. Η κυρία Σαββίδου ακόμη κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από τη διάπραξη των αδικημάτων ενώ, όπως η ίδια είπε, παρόλο ότι στο παρόν κατηγορητήριο υπήρχαν 3 ονόματα εντούτοις μόνο ο πελάτης της αντιμετωπίζει την επιβολή ποινής. Επιπλέον η εν λόγω συνήγορος υπενθύμισε τη δήλωση του διευθυντή της παραπονούμενης εταιρίας ότι δεν ενδιαφέρεται για αποζημίωση και δεν έχει οποιοδήποτε παράπονο από τον κατηγορούμενο
  9. Τέλος η συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια του και να αναστείλει ποινή φυλάκισης στην περίπτωση που προσανατολίζεται να επιβάλει στον πελάτη της αυτό το είδος ποινής καθότι όπως ευσεβάστως εισηγήθηκε συντρέχουν οι προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο. Αναμφίβολα όλα τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος 3 παραδέχτηκε ότι διέπραξε είναι πολύ σοβαρά. Η σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων αντανακλάται, κατ' αρχήν, μέσα από τις προβλεπόμενες από το νόμο ποινές. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας

(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Συγκεκριμένα, το αδίκημα της διάρρηξης γραφείου, ανεξαρτήτως εάν είναι εγκαταλειμμένο ή όχι, θεωρείται κακούργημα και τιμωρείται, με βάση το άρθρο 294(α) του Κεφ.154, με ποινή φυλάκισης 7 ετών. Το δε αδίκημα της κλοπής επισύρει, με βάση το άρθρο 262 του Κεφ.154, ποινή φυλάκισης 3 ετών εκτός αν λόγω των περιστάσεων της κλοπής ή της φύσης του πράγματος που κλάπηκε προβλέπεται κάποια άλλη ποινή. Όλα τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος 3 παραδέχτηκε ότι διέπραξε θεωρούνται αρκετά σοβαρά για τον επιπρόσθετο λόγο ότι η συνδυασμένη διάπραξη τους παρουσιάζει σήμερα ιδιαίτερα ανησυχητική έξαρση στο νησί, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. Ιδιαίτερα πρόσφατα στην επαρχία Πάφου η ραγδαία αύξηση της συχνότητας διάπραξης του αδικήματος της διάρρηξης, κλοπής καθώς και άλλων ομοειδών αδικημάτων έλαβε πολύ ανησυχητικές διαστάσεις (Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος v. Ασυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 565). Πρόκειται για αδικήματα που φανερώνουν ασέβεια και καταπατούν κατάφωρα τα συνταγματικά δικαιώματα της κατοχής και απόλαυσης περιουσίας. Επίσης, είναι αδικήματα που η διάπραξη τους προκαλεί αισθήματα φόβου και ανασφάλειας στους πολίτες για επικράτηση της παρανομίας. Είναι γεγονός ότι τέτοιου είδους αδικήματα προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη (Παναγίδης v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104). Στην υπόθεση Nabokov v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 381 παρατίθενται προγενέστερες αποφάσεις που αντικατοπτρίζουν την ανησυχητικά αυξητική τάση και έκταση διαρρήξεων και κλοπών στον τόπο μας: "Στη Γ. Εισαγγελέας v. Cham & άλλων
(1993)2 Α.Α.Δ. 129, αδικήματα διάρρηξης και κλοπής κατέστησαν, ως χαρακτηρίζεται, 'μάστιγα για την κυπριακή κοινωνία.', η οποία δεν μπορεί να αφεθεί ανέλεγκτη. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Εφετείου Παναγίδη v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104 συνοψίζει την κρατούσα κατάσταση, όπως και το καθήκον της Δικαιοσύνης προς διαφύλαξη της έννομης τάξης (σελ. 105-106): Η θλιβερή διαπίστωση είναι πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στην Κύπρο παρουσιάζει αυξητική τάση. Οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται, αντίθετα, έξαρση. Τα δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφαλείας του πολίτη." Τα Δικαστήρια, μέσα από επισημάνσεις και υποδείξεις της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αντιμετωπίζουν τέτοιας φύσης αδικήματα με αυστηρότητα μέσω της επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε μια προσπάθεια αναχαίτισης τους και προστασίας της κοινωνίας (Παναγιώτου (Αντάρτης) v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 138, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέου
(1994)2 Α.Α.Δ. 194, Dirazo ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 197, Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 113, AI - Awar κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 160 και Lungu κ.α. v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 545). Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Φραντζίδης v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 77 είναι επιτακτική ανάγκη αυτού του είδους η εγκληματικότητα να ανακοπεί γιατί έχει κλονίσει σοβαρά την εμπιστοσύνη του κοινού στους θεσμούς της δημόσιας ασφάλειας. Θεώρηση της νομολογίας επισημαίνει ότι για τα αδικήματα της διάρρηξης και κλοπής η συνήθης ποινή που επιβάλλεται είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Η επιβολή αποτρεπτικών ποινών και συνήθως στερητικής της ελευθερίας στα αδικήματα διάρρηξης και κλοπής είναι ένας τρόπος πάταξης του φαινομένου (Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστάκη Αναστασίου
(2005)2 Α.Α.Δ. 125, Francis Kenneth Smith and another v. The Police
(1969)2 C.L.R. 189, Yiannakou v. The Police
(1982)2 C.L.R. 37, Nicolaou and another v. The Republic
(1982)2 C.L.R. 156. Charitou v. The Republic
(1987)2 C.L.R. 170, Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας
(1993)2 C.L.R. 158 και Nabokov v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 381). Την ανάγκη για τιμωρία των παραβατών που διαπράττουν τέτοιου είδους αδικήματα με αυστηρότητα εύστοχα υπέδειξε ο κύριος Σιαηλής επειδή όπως είπε οι σοβαρές συνέπειες που επιφέρουν προκαλούν την αποστροφή της κοινωνίας. Ενδεικτικά παραπέμπω στην υπόθεση Ψύλλας v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 430 όπου επικυρώθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 6 μηνών για κλοπή ποσών Λ.Κ.£350,00 και Λ.Κ.£20,00. Ακόμη στην υπόθεση Χαραλάμπους v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 222 το Ανώτατο Δικαστήριο επέβαλε ποινή φυλάκισης 3 μηνών σε άτομο που έκλεψε από σταθμευμένο αυτοκίνητο ραδιομαγνητόφωνο αξίας Λ.Κ.£350,00 μαζί με τον άλλο συγκατηγορούμενο του, το οποίο εγκατέστησε στο αυτοκίνητο του. Όταν συνελήφθηκε ομολόγησε αμέσως την πράξη του. Παραδέχθηκε ενοχή και στην επιμέτρηση της ποινής λήφθηκε υπόψη και άλλη παρόμοια υπόθεση. Στη δε υπόθεση Lungu κ.α. v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 545 το Ανώτατο Δικαστήριο μειώνοντας την ποινή των 6 μηνών του πρωτόδικου δικαστηρίου επέβαλε ποινή φυλάκισης 4 μηνών για αδικήματα της διάρρηξης και κλοπής σε κάθε εφεσείοντα που ήταν άτομα νεαρής ηλικίας 22, 20 και 20 ετών αντιστοίχως, χωρίς προηγούμενες καταδίκες, οι οποίοι συνεργάστηκαν με την αστυνομία για τη διαλεύκανση της υπόθεσης και παραδέχθηκαν ενοχή. Η αξία της κλαπείσας περιουσίας ήταν Λ.Κ.£280, της οποίας μεγάλο μέρος βρέθηκε και θα επιστρεφόταν στον ιδιοκτήτη της. Στην επιμέτρηση της ποινής λήφθηκε υπόψη απουσία ιδιαίτερου προσχεδιασμού καθώς επίσης δύσκολες προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες. Επίσης, στην υπόθεση Φραντζίδης v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 158 ο εφεσείων ηλικίας 26 ετών παραδέχτηκε ενοχή σε 19 κατηγορίες διαρρήξεων κατοικίας, στις περισσότερες από τις οποίες κατά τη διάρκεια της νύχτας, καθώς και κλοπές. Λήφθηκαν υπόψη άλλες 11 υποθέσεις, 9 εκ των οποίων παρόμοιας φύσης. Ο εφεσείων βαρυνόταν ακόμη με 4 προηγούμενες καταδίκες. Το Εφετείο τονίζοντας τη σοβαρότητα τέτοιας φύσης αδικημάτων και ειδικότερα των νυχτερινών διαρρήξεων κατοικίας, επικύρωσε την ποινή φυλάκισης των 4 ετών που επέβαλε το πρωτόδικο δικαστήριο. Επιπλέον, στην υπόθεση Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος v. Ασυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 565 το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε ποινή φυλάκισης 2,5 ετών που το πρωτόδικο δικαστήριο επέβαλε σε άτομο του οποίου η εγκληματική συμπεριφορά συνοψίστηκε σε 6 διαρρήξεις επαγγελματικών υποστατικών, 33 διαρρήξεις εκκλησιών, 3 κλοπές από κλειδωμένα κιβώτια εισφορών εκκλησιών και 8 κοινές κλοπές, ήτοι 5 από οχήματα και 3 από κουτιά εισφορών. Μετρητά που δεν βρέθηκαν ανέρχονταν σε £860,50 πλέον $35 Αυστραλίας, μετρητά που βρέθηκαν £41,45, περιουσία που δεν ανευρέθηκε αξίας £1.011,65 και περιουσία που ανευρέθηκε αξίας £960,00. Περαιτέρω, στην υπόθεση Κλεοβούλου v. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 57 που αφορούσε υπόθεση διάρρηξης κατοικίας και κλοπής στην οποία λήφθηκαν υπόψη άλλες 10 παρόμοιες υποθέσεις όπου μέρος των κλαπέντων επιστράφηκε με τον εφεσείοντα να έχει 6 προηγούμενες καταδίκες επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 3,5 ετών που επικυρώθηκε κατ' έφεση. Επιπροσθέτως, στην υπόθεση Κλεοβούλου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 485 που αφορούσε διάρρηξη κατοικίας με συνολικό ποσό κλαπέντων αντικειμένων ανερχόμενο σε £2.795,00 από το οποίο επιστράφηκε ποσό £760,00 με τον εφεσείοντα να βαρύνεται με 5 προηγούμενες καταδίκες και στην οποία υπόθεση λήφθηκαν υπόψη 10 παρόμοιες υποθέσεις όπως και μία άλλη που αφορούσε κλοπή οχήματος £1.000,00 που καταστράφηκε ενώ βρισκόταν στην κατοχή του εφεσείοντος, επιβλήθηκε πενταετής φυλάκιση η οποία δεν κρίθηκε έκδηλα υπερβολική από το Ανώτατο Δικαστήριο. Στην δε πρόσφατη υπόθεση Petrica v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 159/12 ημερ. 28.03.13 ποινή φυλάκισης 2 ετών που επιβλήθηκε σε 2 κατηγορίες διάρρηξης κτιρίου κατά τη διάρκεια νύχτας και κλοπής μειώθηκε κατόπιν προβληματισμού από το Ανώτατο Δικαστήριο σε 15 μήνες. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Εν πάσει περιπτώσει, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση σαφώς η διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων από τον κατηγορούμενο 3 αποτελεί σοβαρή αξιόποινη συμπεριφορά η οποία επιβαρύνει τη θέση του. Η ολοένα αυξανόμενη συχνότητα διάπραξης τέτοιων αδικημάτων είναι ένα άλλος επιβαρυντικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη. Παρόλο ότι από τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μου δεν μπορούν να αποδώσουν στον κατηγορούμενο 3 την εκ των προτέρων εκπόνηση ενός σχεδίου στη βάση οργανωμένης επιχείρησης, εντούτοις είναι πρόδηλο ότι από τη στιγμή που εντόπισε το λυόμενο γραφείο αποφάσισε να εισέλθει εντός αυτού εξερευνώντας μηχανισμό παράνομης εισόδου και παράλληλα σχεδιάζοντας την κλοπή αντικειμένων από αυτό. Αυτός είναι ένας ακόμη επιβαρυντικός παράγοντας που δυσχεραίνει τη θέση του κατηγορουμένου
  1. Το ότι ουδείς υπάλληλος της εταιρείας δεν είχε για ένα μήνα επισκεφτεί το συγκεκριμένο γραφείο δεν του προσδίδει την ταυτότητα του εγκαταλειμμένου υποστατικού υπό την έννοια να δημιουργεί παραπλανητική εικόνα μιας παραμελημένης κατάστασης του στον κάθε περαστικό. Η δε κλοπή αντικειμένων μικρής αξίας σε καμία περίπτωση μειώνει τη σοβαρότητα τουλάχιστο της διάρρηξης υποστατικού. Δεν διαφεύγει ακόμη της προσοχής του Δικαστηρίου το γεγονός ότι η αξιόποινη συμπεριφορά του εν λόγω κατηγορουμένου αποκαλύφτηκε μόνο μετά από ενημέρωση συγκεκριμένου προσώπου προς την αστυνομία που παρακολούθησε τις ενέργειες του κατηγορουμένου 3 και κατόπιν μεταγενέστερης παρέμβασης μελών της αστυνομίας. Από την άλλη, προς όφελος του κατηγορουμένου 3 για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Την συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές και την ομολογία του στη διάπραξη των αδικημάτων που διέπραξε. (β) Την παραδοχή του στο Δικαστήριο. (γ) Το λευκό ποινικό μητρώο του. (δ) Την απολογία του όπως αυτή εκφράστηκε στο Δικαστήριο δια της συνηγόρου του. (ε) Η μικρή αξία της κλοπιμαίας περιουσίας για την οποία η παραπονούμενη εταιρεία δήλωσε δια του διευθυντή της ότι δεν επιθυμεί αποζημίωση. (στ) Το ότι η παραπονούμενη εταιρεία δεν έχει οποιοδήποτε παράπονο από τον κατηγορούμενο
  2. (ζ) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου 3, όπως αυτές εκτέθηκαν μέσα από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και ειδικότερα ότι: · Είναι ηλικίας 31 ετών, άνεργος, νυμφευμένος και πατέρας 2 ανηλίκων παιδιών ηλικίας 9 ετών και 2 μηνών αντίστοιχα. · Έχασε τον πατέρα του σε ηλικία 17 ετών. · Μοναδικό εισόδημα της οικογένειας του προέρχεται στο παρόν στάδιο από το μηνιαίο μισθό της συζύγου του που εργάζεται ως πωλήτρια και ανέρχεται στο ποσό των €873,
  3. Η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης επικαλέστηκε ως μετριαστικό παράγοντα το γεγονός ότι ενώ στο παρόν κατηγορητήριο υπήρχαν 3 ονόματα εντούτοις μόνο ο πελάτης της αντιμετωπίζει την επιβολή ποινής. Το Δικαστήριο δεν θεωρεί ότι προκαλείται οποιαδήποτε δυσμένεια ή αδικία εις βάρος του κατηγορουμένου
  4. Ούτε και εντοπίζω η περίπτωση του εν λόγω κατηγορουμένου να έτυχε άνισης μεταχείρισης, ιδιαίτερα μετά τις εξηγήσεις που η κατηγορούσα αρχή κλήθηκε και έδωσε. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να επιρρίψει ευθύνη στην κατηγορούσας αρχή όταν αυτή συνέλαβε και τα τρία εμπλεκόμενα άτομα, διερεύνησε την υπόθεση αυτή σε σχέση και με τους τρεις τότε υπόπτους και καταχώρησε ποινική υπόθεση εναντίον όλων. Αν εκ των υστέρων οι υπόλοιποι, πλην του κατηγορουμένου, διέφυγαν στο εξωτερικό με αποτέλεσμα να υπάρχει αδυναμία εκτέλεσης των ενταλμάτων σύλληψης που εκδόθηκαν μετά από αντίστοιχα αιτήματα της κατηγορούσας αρχής, αυτό δεν καθιστά την κατηγορούσα αρχή υπόλογο και ούτε θεωρώ ότι η παράνομη αυτή συμπεριφορά των υπολοίπων ατόμων πρέπει να αποβεί προς όφελος του κατηγορουμένου
  5. Ένα ζήτημα που η ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης έθιξε και το Δικαστήριο προχωρεί αμέσως στην εξέταση του είναι ο χρόνος που διέρρευσε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα που θα επιβληθεί ποινή. Αποτελεί πάγια θέση της νομολογίας ότι η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης με την καταχώρηση της υπόθεσης λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής. Ο λόγος για τον οποίο προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των προσωπικών συνθηκών του παραβάτη. Όπου όμως ο κατηγορούμενος ευθύνεται για την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης δεν μπορεί να την επικαλείται ως ελαφρυντικό παράγοντα (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Πεγειώτη και άλλης (Αρ.2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 617 και Γενικός Εισαγγελέας v. Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223). Παρόλα αυτά, η παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι την ημερομηνία επιβολής ποινής, είναι ένας παράγοντας που από μόνος του λαμβάνεται σοβαρά υπόψη στην επιβολή της ποινής, ιδιαίτερα αν η σοβαρότητα του αδικήματος δικαιολογεί την επιβολή ποινής φυλάκισης (Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδης
(1993)2 Α.Α.Δ. 358 και Μυροφόρα ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 84). Η πάροδος μακρού χρόνου από το χρόνο της διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον κατηγορούμενο. Εκτός από τις περιπτώσεις όπου θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος (Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 Α.Α.Δ. 5, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 77, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 Α.Α.Δ. 267, Γενικός Εισαγγελάς κ.ά. ν. Πότση κ.ά.
(2000)2 Α.Α.Δ. 252, Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαρνάβα
(1999)2 Α.Α.Δ. 638 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 272). Μια προσεκτική εξέταση των γεγονότων όπως προκύπτουν από το σχετικό φάκελο του Δικαστηρίου δείχνει ότι το αδίκημα διαπράχτηκε στις 12.06.11 και η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στις 14.06.
  1. Συνεπώς, δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε ολιγωρία από μέρους των ανακριτικών αρχών ως προς την προώθηση της υπόθεσης αυτής ενώπιον της δικαιοσύνης. Από την καταχώρηση της υπόθεσης και έπειτα διαπιστώνεται ότι, παρόλο που ο κατηγορούμενος 3 είχε συνεργαστεί με τις ανακριτικές αρχές δηλώνοντας από την πρώτη στιγμή παραδοχή στη διάπραξη των αδικημάτων, την πρώτη φορά που η υπόθεση τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου δήλωσε παραδοχή στην πρώτη και δεύτερη κατηγορία και μη παραδοχή στην τρίτη κατηγορία αλλά στην πορεία δήλωσε, ως ήταν δικαίωμα του, μη παραδοχή σε όλες τις κατηγορίες του κατηγορητηρίου. Ακολούθως, αναλώθηκε περισσότερος χρόνος στο διορισμό νέου δικηγόρου που θα εκπροσωπούσε τους κατηγορουμένους περιλαμβανομένου του κατηγορουμένου 3 εις αντικατάσταση του αρχικού που αποσύρθηκε μετά από άδεια του Δικαστηρίου. Στη συνέχεια υπήρξε νέα αλλαγή απάντησης από μέρους του κατηγορουμένου 3, πάντοτε ως είναι δικαίωμα του. Η αναχώρηση του κατηγορουμένου 3 στο εξωτερικό και συγκεκριμένα η παραμονή του στη Γεωργία από 01.06.13 μέχρι 22.06.13 σηματοδότησε νέα αναβολή εκδίκασης της υπόθεσης που ήταν προγραμματισμένη για τις 20.06.
  2. Στις 20.12.13, ημερομηνία που η παρούσα υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση αναβλήθηκε λόγω απουσίας του κατηγορουμένου 3 με αποτέλεσμα να εκδοθεί ένταλμα σύλληψης εναντίον του. Συνεπώς, κάτω από αυτές τις περιστάσεις, κρίνω ότι ο κατηγορούμενος, παρόλο ότι δεν ευθύνεται αποκλειστικά για όλο το χρόνο που διέρρευσε, είναι συνυπεύθυνος για την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης. Εν πάσει όμως περιπτώσει, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του το συνολικό χρονικό διάστημα των 3 ετών που διέρρευσε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα που καλείται να του επιβάλει ποινή. Καθοδηγούμενος από τη σχετική επί του θέματος νομολογία και συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται από την μια οι επιβαρυντικοί λόγοι και από την άλλη οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο 3 είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή πηγάζει μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής σε συνδυασμό με την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, καθιστά αναπόφευκτη την επιβολή στον κατηγορούμενο 3 ποινή στερητικής της ελευθερίας του. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας και συχνότητας διάπραξης των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και των περιστατικών της υπόθεσης αυτής, για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Καταληκτικά επιβάλλονται στον κατηγορούμενο 3 οι εξής ποινές: 2η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 12 μηνών 6η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 4 μηνών Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο 3 συντρέχουν. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα εάν οι ποινές που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο 3 θα πρέπει να οδηγήσουν στην άμεση φυλάκιση του ή δύναται να ανασταλούν δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/
  3. Εξάλλου αυτό ήταν και το αίτημα της συνηγόρου υπεράσπισης. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος 3 είναι άτομο που έχει λευκό ποινικό μητρώο. Από την πρώτη στιγμή δήλωσε παραδοχή στις αστυνομικές αρχές, απολογήθηκε και ζήτησε συγχώρεση. Παρόλο ότι έχουν περάσει περίπου 3 χρόνια από τότε που διέπραξε τα αδικήματα του παρόντος κατηγορητηρίου εντούτοις δεν απασχόλησε ξανά την δικαιοσύνη. Επιπλέον, η παραδοχή του στο Δικαστήριο, η μη ύπαρξη παραπόνου ή απαίτησης από μέρους της παραπονούμενης εταιρείας καθώς και τα αισθήματα άγχους και ανησυχίας που τον διακατέχουν για το μέλλον του ιδίου και της οικογένειας του φανερώνουν ένα άτομο που έχει αντιληφθεί το λάθος του έχει μετανιώσει και έμπρακτα μεταμελήσει για την αξιόποινη συμπεριφορά του συνθέτοντας έτσι το πλαίσιο μιας εκ των υστέρων θετικής διαγωγής. Παράλληλα, το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει το συνολικό χρονικό διάστημα που διέρρευσε εντός του οποίου ο κατηγορούμενος 3 έγινε για δεύτερη φορά πατέρας, γεγονός που αναβαθμίζει το ρόλο του και ταυτόχρονα αυξάνει τις ευθύνες και υποχρεώσεις του απέναντι στην διευρυμένη οικογένεια του, η οποία χρειάζεται τώρα τη στήριξη και βοήθεια του περισσότερο από ποτέ. Με γνώμονα τα πιο πάνω και εξαντλώντας έτσι κάθε δυνατή επιείκεια προς το πρόσωπο του κατηγορουμένου 3, το Δικαστήριο, κατόπιν βαθύ προβληματισμού, κρίνει ότι θα πρέπει να δώσει στον εν λόγω κατηγορούμενο μία δεύτερη ευκαιρία ελπίζοντας ότι αυτός θα την αδράξει προς όφελος του ιδίου αλλά και της οικογένειας του. Συνεπώς, θεωρώ ότι συντρέχουν τέτοιες προϋποθέσεις που κλίνουν την πλάστιγγα υπέρ της αναστολής των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο 3. Ως εκ τούτου, διατάσσεται όπως οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο 3 ανασταλούν για περίοδο τριών ετών από σήμερα. Έπεται ότι το αίτημα της ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης εγκρίνεται. (Εξηγείται στον κατηγορούμενο 3 η έννοια της αναστολής των ποινών φυλάκισης). Έξοδα ύψους €75,00 να καταβληθούν αυθημερόν από τον κατηγορούμενο 3. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence Αναφορά: Ποινικό/Διάρρηξη-Κλοπή -Παράνομη κατοχή περιουσίας/Ποινή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.