← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΧΑΡΗΣ ΦΩΤΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 6372/2010, 30/6/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΧΑΡΗΣ ΦΩΤΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 6372/2010, 30/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B121 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6372/2010 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΧΑΡΗΣ ΦΩΤΙΟΥ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 30.06.14 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Κατηγορούμενος: παρών και εμφανίζεται αυτοπροσώπως ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες επίθεσης που προκάλεσαν πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 του Κεφ.154 (πρώτη και δεύτερη κατηγορία), δύο κατηγορίες επίθεσης κατά αστυνομικού οργάνου τηρήσεως της τάξης κατά τη δέουσα εκτέλεση του καθήκοντος του κατά παράβαση του άρθρου 244(β) του Κεφ.154 (τρίτη και τέταρτη κατηγορία), κατηγορία αντίστασης κατά της νομίμου συλλήψεως κατά παράβαση του άρθρου 244(α) του Κεφ.154 (πέμπτη κατηγορία), κατηγορία ανησυχίας κατά παράβαση του άρθρου 95 του Κεφ.154 (έκτη κατηγορία), κατηγορία δημόσιας εξύβρισης κατά παράβαση του άρθρου 99 του Κεφ.154 (έβδομη κατηγορία), κατηγορία αλόγιστης ή επικίνδυνης οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 7 του Ν.86/72 (όγδοη κατηγορία), κατηγορία οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών κατά παράβαση του άρθρου 9 του Ν.86/72 (ένατη κατηγορία) και κατηγορία άρνησης παροχής δείγματος εκπνοής για τελική εξέταση κατά παράβαση του άρθρου 7 του Ν.174/86 (δέκατη κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 11.04.10 στην Οδό Ταλάτ Πασά στην Πάφο οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής KKF 154 αλόγιστα, απερίσκεπτα ή επικίνδυνα για το κοινό, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και της χρήσης της οδού ως και του όγκου της τροχαίας που υπήρχε κατά το δεδομένο χρόνο ή που εύλογα θα αναμενόταν να υπάρχει κατά τον εν λόγω χρόνο επί της οδού. Επιπλέον, ο εν λόγω κατηγορούμενος κατηγορείται ότι οδηγούσε το ίδιο όχημα κατά τον προαναφερόμενο χρόνο και τόπο υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών κατά τρόπο ώστε κατά το χρόνο που οδηγούσε η ικανότητα του για ασφαλή οδήγηση να είναι ελαττωματική, ενώ ακόμη κατηγορείται ότι κατά τον προαναφερόμενο χρόνο και σε σχέση με την οδήγηση του ιδίου οχήματος όταν του ζητήθηκε να δώσει δείγμα εκπνοής για τελικό έλεγχο της ποσότητας αλκοόλης που είχε στο αίμα του αυτός αρνήθηκε. Παράλληλα, ο εν λόγω κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στον ίδιο με πιο πάνω τόπο και χρόνο επιτέθηκε εναντίον του αστυφύλακα 2716 Λ.Λοΐζου και ειδικού αστυφύλακα 5398 Κ. Αντωνίου της Τροχαίας Πάφου προκαλώντας τους πραγματική σωματική βλάβη καθώς επίσης ότι επιτέθηκε κατά του αστυφύλακα 1888 Χρ. Λαμπριανίδη και ειδικού αστυφύλακα 5063 Γ. Γεωργίου της Τροχαίας Πάφου κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, αντιστάθηκε στη νόμιμη σύλληψη του προκαλώντας θόρυβο, χωρίς εύλογη αιτία στις εγκαταστάσεις της Τροχαίας Πάφου, κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης. Στις δε εγκαταστάσεις της Τροχαίας Πάφου ο κατηγορούμενος κατηγορείται επιπρόσθετα ότι εξύβρισε τον αστυφύλακα 1888 Χρ. Λαμπριανίδη με την λέξη "γαϊδούρι" και με τη φράση "είσαι γαϊδούρι, γαμώ το κέρατο σου, θα ασκήσω βία και εν να σε πισκαλίσω" κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο να διαπράξει επίθεση. Προσαχθείσα μαρτυρία: Ο κατηγορούμενος είναι δικηγόρος στο επάγγελμα και επέλεξε να χειριστεί προσωπικά την υπόθεση του. Για την απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε 7 μάρτυρες και συγκεκριμένα τους αστυφύλακες 2716 Λοΐζο Λοΐζου (ΜΚ1), 1888 Χρ. Λαμπριανίδη (ΜΚ2), 5063 Γεώργιο Γεωργίου (ΜΚ3), 2456 Μάριο Κωνσταντινίδη (ΜΚ4), τον ειδικό αστυφύλακα 5389 Κυριάκο Αντωνίου (ΜΚ5), τον Λοχία 2235 Χριστάκη Χρίστου (ΜΚ6) και τον Δρ. Γεώργιο Μεταξά (ΜΚ7), χειρούργο ορθοπεδικό του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον τoυ κατηγορουμένου σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ο κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε ένορκη κατάθεση καλώντας παράλληλα ένα μάρτυρα υπεράσπισης και συγκεκριμένα τον δικηγόρο Λοΐζο Χατζηνεοφύτου. Επιπλέον, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατατέθηκαν 17 τεκμήρια. ΜΚ1 είναι ο αστυφύλακας 2716 Λοΐζο Λοΐζου της Τροχαίας Πάφου. Ως μέρος της κυρίως εξέτασης του προσκόμισε σαν Τεκμήριο 1 την γραπτή κατάθεση του ημερομηνίας 11.04.10 μέσα από την οποία αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι στις 11.04.10 και περί ώρα 03:35 ενώ βρισκόταν σε περιπολία μαζί με άλλους συναδέλφους του στη λεωφόρο Μακαρίου με κατεύθυνση την οδό Ταλάτ Πασά στον Μούτταλλο πρόσεξε το προπορευόμενο όχημα με αριθμούς εγγραφής KKF 154 να κινείται πότε στη δεξιά και πότε στην αριστερή πλευρά του δρόμου. Αμέσως μέλη της τροχαίας φώναξαν στον οδηγό να σταματήσει το όχημα, πράγμα που αυτός έπραξε. Συνομιλώντας με τον οδηγό διαπίστωσε ότι επρόκειτο για τον κατηγορούμενο, ο οποίος τραύλιζε και μύριζε έντονα αλκοόλ. Ακολούθως ζητήθηκε από τον οδηγό να δώσει δείγμα εκπνοής σε προκαταρκτικό έλεγχο αλκοόλης και αφού αυτός συμμορφώθηκε η συσκευή έδειξε 58mg αντίς 22mg. Τότε ο εν λόγω μάρτυρας τον πληροφόρησε ότι διέπραξε το αδίκημα της οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος υπό την επήρεια αλκοόλης και αφού τον συνέλαβε αυτόφωρα τον μετέφερε, μετά από άδεια του αξιωματικού υπηρεσίας, με το ιδιωτικό όχημα στην Τροχαία Πάφου για τελική εξέταση. Ύστερα από την μεταφορά του στον αστυνομικό σταθμό, ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο να δώσει δείγμα εκπνοής σε τελική εξέταση αλκοόλης. Σύμφωνα όμως με τον ΜΚ1, ο κατηγορούμενος αρνήθηκε με αποτέλεσμα να τον πληροφορήσουν ότι διέπραξε αδίκημα και ότι θα μεταφερόταν στα κρατητήρια ενώ παράλληλα θα διερευνούσαν υπόθεση εναντίον του. Σύμφωνα πάντοτε με τον ΜΚ1, ο κατηγορούμενος αντέδρασε φωνάζοντας ότι δεν είχε τίποτε άλλο να τους πει, να κάνουν ότι ήθελαν, δεν υπολογίζει τους νόμους τους και ότι θα έφευγε από εκεί. Όπως ο εν λόγω μάρτυρας περαιτέρω περιγράφει στο Τεκμήριο 1, ο κατηγορούμενος κατέβηκε από την σκάλα και κατευθύνθηκε προς την έξοδο διαμαρτυρόμενος, φωνάζοντας δυνατά έξω από το γραφείο παραπόνων και εξέτασης τροχαίων ατυχημάτων ότι δεν είχαν δικαίωμα να τον συλλάβου. Ο κατηγορούμενος προκαλούσε ανησυχία και παρόλο ότι του ζητήθηκε να ηρεμήσει και να επιστρέψει στο γραφείο για την συμπλήρωση της διαδικασίας, αυτός συνέχισε να φωνάζει και να διαμαρτύρεται. Μέλη της τροχαίας προσπάθησαν να τον εμποδίσουν να διαφύγει από το μέρος, ο οποίος όμως τους έσπρωξε με τα χέρια του προς τα πίσω και τους κλώτσησε. Τότε οι αστυφύλακες, κατά τον ΜΚ1, χρησιμοποίησαν την ανάλογη υπό τις περιστάσεις βία για να τοποθετήσουν στον κατηγορούμενο χειροπέδες. Όπως ο ΜΚ1 περιγράφει στην γραπτή κατάθεση του, ο κατηγορούμενος συνέχισε να τους κλωτσά και να τους σπρώχνει αντιστεκόμενος στη σύλληψη του με αποτέλεσμα να κτυπήσει τον ειδικό αστυφύλακα 5398 στο δεξί του χέρι με το δεξί πόδι του αλλά και τον ΜΚ1 στο αριστερό χέρι του με τις χειροπέδες που κατάφερε να του τοποθετήσει στο αριστερό χέρι, με αποτέλεσμα να τραυματιστούν. Παρών στο κατ' ισχυρισμό επεισόδιο ήταν και ο συνοδηγός του οχήματος που οδηγείτο από τον κατηγορούμενο, Λοΐζος Χατζηνεοφύτου. Στη συνέχεια, ο ΜΚ1 μαζί με τον ειδικό αστυφύλακα 5398 επισκέφτηκαν το Γενικό Νοσοκομείο Πάφου για περίθαλψη όπου η επί καθήκον ιατρός διαπίστωσε ότι έφερε εκδορές και μικρού βαθμού απώλεια δέρματος ονυχοφόρου φάλαγγας αριστερής παράμεσου δαχτύλου. Αντίγραφο ενυπόγραφης ιατρικής αναφοράς ημερομηνίας 11.04.10 που αφορά τον ΜΚ1 κατατέθηκε στη δια ζώσης προφορική μαρτυρία της κυρίως εξέτασης του ως Τεκμήριο 2, μέσα από το περιεχόμενο της οποίας διαπιστώνεται κάκωση άνω άκρου παράμεσου αριστερού δακτύλου, εκδορές και μικρού βαθμού απώλεια δέρματος ονυχοφόρου φάλαγγας αριστερού παράμεσου δακτύλου, ενώ μετά από ακτινολογικό έλεγχο δεν παρατηρήθηκε εμφανή οστική κάκωση. Στην δια ζώσης κυρίως εξέταση του ο ΜΚ1 διευκρίνισε ότι ήταν αυτός που οδήγησε το όχημα του κατηγορουμένου στην Τροχαία Πάφου. Επίσης, ο εν λόγω μάρτυρας είπε ότι ο κατηγορούμενος δεν ήθελε να συνεργαστεί με την Τροχαία Πάφου, προκαλούσε οχληρία, ανησυχία και είχε επιθετικές προθέσεις. Χωρίς ο ίδιος να έχει οποιαδήποτε προσωπική σχέση με τον κατηγορούμενο, αισθάνεται προσβεβλημένος από την συμπεριφορά του κατηγορουμένου επειδή αυτή εκδηλώθηκε στην παρουσία άλλων ατόμων. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1, ανάμεσα σ' άλλα, επέμεινε στις προαναφερόμενες τοποθετήσεις του απορρίπτοντας κατηγορηματικά τις πιο κάτω θέσεις του κατηγορουμένου: (α) Ότι το όχημα του κατηγορουμένου διασταύρωσε το δρόμο και ο ΜΚ1 μαζί με τους συναδέλφους του έρχονταν από κάτω. (β) Ότι ουδέποτε ο ΜΚ1 συνέλαβε τον κατηγορούμενο μετά την προκαταρκτική εξέταση αλλά απλά του είπε ότι πρέπει να μεταβεί στο Τμήμα Τροχαίας για τελικό έλεγχο, πράγμα που ο κατηγορούμενος αποδέχτηκε. (γ) Ότι ο αστυφύλακας Λαμπριανίδης συνέλαβε τον κατηγορούμενο μετά που ο κατηγορούμενος του είπε ότι δεν θα μπορούσε να τον συλλάμβανε σε περίπτωση που αρνιόταν να δώσει δείγμα τελικής εκπνοής. (δ) Ότι ο ΜΚ1 μαζί με τους 3 συναδέλφους του κτύπησαν τον κατηγορούμενο. (ε) Ότι ο ΜΚ1 παράνομα συνέλαβε και έθεσε υπό κράτηση τον κατηγορούμενο αλλά αντίθετα ότι τόσο η σύλληψη όσο και η κράτηση του κατηγορουμένου ήταν νόμιμη ενεργώντας με βάση οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα και σχετική γνωμάτευση του Αρχηγού Αστυνομίας, αντίγραφα των οποίων κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 3 και 4 αντίστοιχα. Παράλληλα, ο εν λόγω μάρτυρας συμφώνησε με τον κατηγορούμενο ότι:
(1)Ο ίδιος ζήτησε από τον κατηγορούμενο να του δώσει δείγμα προκαταρκτικής εξέτασης.
(2)Παρόλο ότι ο κατηγορούμενος τον παρακάλεσε να τον αφήσει να μεταβεί στην οικία του που βρισκόταν λίγο πιο κάτω, ο ΜΚ1 επέμενε και έτσι ο κατηγορούμενος έδωσε δείγμα προκαταρκτικού ελέγχου.
(3)Ο κατηγορούμενος δεν αρνήθηκε να μεταβεί στο Τμήμα Τροχαίας όταν ο ΜΚ1 του το ζήτησε για παροχή δείγματος τελικής εξέτασης.
(4)Ο ΜΚ1 είπε στον κατηγορούμενο ότι εφόσον δεν παρείχε δείγμα τελικού ελέγχου του θα μεταφερόταν στα κρατητήρια. ΜΚ2 είναι ο αστυφύλακας 1888 Χριστόδουλος Λαμπριανίδη που τον Απρίλιο 2010 υπηρετούσε στην Τροχαία Πάφου και κατά τον επίδικο χρόνο ήταν παρών όταν ανακόπηκε το όχημα που ο κατηγορούμενος οδηγούσε και δίπλα από τον ΜΚ1 όταν ο τελευταίος ζήτησε από τον κατηγορούμενο να δώσει δείγμα προκαταρκτικής εξέτασης. Ως μέρος της κυρίως εξέτασης του προσκόμισε σαν Τεκμήριο 5 την γραπτή κατάθεση του ημερομηνίας 11.04.10, το περιεχόμενο της οποίας ταυτίζεται με αυτή του ΜΚ1 (Τεκμήριο 1). Συμπληρωματικά η γραπτή κατάθεση του ΜΚ2 σημειώνει ότι στην προσπάθεια να πειστεί ο κατηγορούμενος να εισέλθει στο όχημα που θα τον μετέφερνε στα κρατητήρια απείλησε τον ΜΚ2 ότι θα ασκήσει βία εναντίον του και ότι θα τον κτυπήσει. Επίσης, ότι ο κατηγορούμενος τον εξύβρισε 3 φορές με τη λέξη "γαϊδούρι" ενώ ακόμη σημειώνεται ότι κατά την μεταφορά του σε αστυνομικά κρατητήρια ο κατηγορούμενος ήταν ιδιαίτερα εκνευρισμένος, φώναζε και εκ νέου εξύβρισε τον ΜΚ2 με τις φράσεις "είσαι γαϊδούρι, γαμώ το κέρατο σου θα ασκήσω βία και εν να σε πισκαλίσω." Στην κυρίως εξέταση της δια ζώσης μαρτυρίας του ο εν λόγω μάρτυρας αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι μετά που ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να δώσει δείγμα τελικού ελέγχου παρακαλούσαν τον κατηγορούμενο να εισέλθει σε όχημα για να μεταφερθεί σε αστυνομικά κρατητήρια. Όπως ο μάρτυρας αυτός σημείωσε, σε αντίθεση με τη δική τους συμπεριφορά που ήταν εντάξει απέναντι στον κατηγορούμενο, η συμπεριφορά του κατηγορουμένου απέναντι σον ίδιο ήταν εξευτελιστική. Επίσης, ο ΜΚ2 ανάφερε ότι σε σχέση με την υπόθεση αυτή έχει καταγγελθεί ενώπιον της Ανεξάρτητης Αρχής Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων κατά της Αστυνομίας, όπου και αθωώθηκε μέσα από διαδικασία που ακολουθήθηκε. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2, ανάμεσα σ' άλλα, απέρριψε κατηγορηματικά τις ακόλουθες θέσεις του κατηγορουμένου προβάλλοντας ταυτόχρονα τις δικές του τοποθετήσεις που επίσης καταγράφονται πιο κάτω: (α) Ότι ο κατηγορούμενος δεν συνελήφθηκε αμέσως μετά που έδωσε δείγμα προκαταρκτικής εξέτασης και ότι τον παρακάλεσαν να μεταβεί στην Τροχαία Πάφου για παροχή δείγματος τελικού ελέγχου, σε αντίθεση με τη θέση του ΜΚ2 ότι ο κατηγορούμενος είχε συλληφθεί από τον ΜΚ1 επειδή είχε ένδειξη προκαταρκτικού ελέγχου 58mg αντίς 22mg. (β) Ότι ο κατηγορούμενος δεν τελούσε υπό σύλληψη στο Τμήμα Τροχαίας, σε αντίθεση με τη θέση του ΜΚ2 ότι ο κατηγορούμενος τελούσε ήδη εκεί υπό σύλληψη. (γ) Ότι δεν ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο να δώσει δείγμα τελικού ελέγχου, σε αντίθεση με τη θέση του ΜΚ2 ότι ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο να δώσει τέτοιο δείγμα πλην όμως ο ίδιος αρνήθηκε. (δ) Ότι τα πόδια του κατηγορουμένου ήταν έξω από το όχημα και τα κτυπούσαν με την πόρτα του οχήματος για να κλείσει, σε αντίθεση με τη θέση του ΜΚ2 που είναι ότι ουδέποτε έγινε κάτι τέτοιο. Παράλληλα, ο εν λόγω μάρτυρας συμφώνησε με τον κατηγορούμενο ότι:
(1)Ο ΜΚ2 ήταν παρών όταν ο ΜΚ1 του ζήτησε να δώσει δείγμα για προκαταρκτικό έλεγχο.
(2)Μετά από παράκληση των ΜΚ1 και ΜΚ2 ο κατηγορούμενος έδωσε δείγμα προκαταρκτικού ελέγχου με ένδειξη 58mg αντίς 22mg.
(3)Κατά την μεταφορά του κατηγορουμένου στο Τμήμα Τροχαίας ο ΜΚ1 κάθισε στη θέση του οδηγού του οχήματος, ο δε κατηγορούμενος στη θέση του συνοδηγού και ο Λούης Χατζηνεοφύτου στο πίσω κάθισμα.
(4)Κατά την αναμονή λήψεως δείγματος τελικού ελέγχου από τον κατηγορούμενο παρών στο μέρος ήταν και ο Λούης Χατζηνεοφύτου. Περαιτέρω, ο ΜΚ2 δήλωσε πως ο κατηγορούμενος ήταν αντιδραστικός και έγινε έξω φρενών όταν μεταφέρθηκε στο Τμήμα Τροχαίας και του είχε λεχθεί ότι αν δεν έδιδε δείγμα τελικού ελέγχου θα μεταφερόταν στα αστυνομικά κρατητήρια. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, τότε ήταν που ο κατηγορούμενος κατέβηκε από την σκάλα με σκοπό να διαφύγει. Ακολούθως, όπως ο εν λόγω μάρτυρας είπε, μετά από συνεχείς ανεπιτυχείς παρακλήσεις προς τον κατηγορούμενο να εισέλθει στο όχημα για να μεταφερθεί σε κρατητήριο και αφού ο κατηγορούμενος τους κορόιδευε και τους εξευτέλιζε μπροστά σε άλλα άτομα χρησιμοποιήθηκε η ανάλογη, υπό τις περιστάσεις, βία έτσι ώστε ο κατηγορούμενος να εισέλθει στο όχημα και να μεταφερθεί σε αστυνομικό κελί. Κατά τον μάρτυρα αυτό, σε κάποια στιγμή ο κατηγορούμενος τον αποκάλεσε "γαϊδούρι". ΜΚ3 είναι ο ειδικός αστυφύλακας 5063 Γεώργιος Γεωργίου της Τροχαίας Πάφου. Ως μέρος της κυρίως εξέτασης του προσκόμισε σαν Τεκμήριο 6 την γραπτή κατάθεση του ημερομηνίας 11.04.10, το περιεχόμενο της οποίας ταυτίζεται με αυτή του ΜΚ1 αλλά και αυτή του ΜΚ2 (Τεκμήρια 1 και 5). Στην κυρίως εξέταση της δια ζώσης μαρτυρίας του ο εν λόγω μάρτυρας αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι όταν ο ΜΚ1 ζήτησε από τον κατηγορούμενο να δώσει δείγμα τελικής εξέτασης αυτός άρχισε να αντιδρά, να προσπαθεί να διαφύγει ενώ όταν ο μάρτυρας μαζί με συναδέλφους του προσπάθησαν να τον ανακόψουν άρχισε να φωνάζει, να τους σπρώχνει και να τους κτυπά. Στρεφόμενος στο περιστατικό μεταφοράς του κατηγορουμένου σε αστυνομικά κρατητήρια, ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι παρόλο ότι του συμπεριφέρθηκαν με καλό τρόπο αυτός αντιδρούσε, έβριζε και κορόιδευε στην παρουσία άλλων ατόμων και έτσι αναγκάστηκαν να τον πιάσουν από τις χειροπέδες και να τον τοποθετήσουν στο περιπολικό ενώ αυτός κλωτσούσε την πόρτα και ο γυαλί αυτής. Ακολούθως εξηγώντας τη διαδικασία που εφαρμόζεται στην περίπτωση ανακοπής ενός οχήματος με σκοπό τη διενέργεια αλκοτέστ, ο ΜΚ3 είπε ότι εφόσον φανεί ότι ο οδηγός βρίσκεται υπό την επήρεια αλκοόλ αυτός συλλαμβάνεται και μαζί με το όχημα του που οδηγείται από αστυνομικό κατόπιν εξασφάλισης άδειας από τον αξιωματικό υπηρεσίας μεταφέρεται στο Τμήμα Τροχαίας για τελικό έλεγχο. Στην αντεξέταση του ο μάρτυρας έδωσε μαρτυρία, η οποία κινείται στο ίδιο πλαίσιο με την μαρτυρία των προηγούμενων δύο συναδέλφων του (ΜΚ1 και ΜΚ2). Θεωρώ αχρείαστο να την καταγράψω αφού ουσιαστικά καλύπτεται από τις πιο πάνω αναφορές. Ωστόσο θα προβώ σε αναφορά της εκεί και όπου κριθεί απαραίτητο για σκοπούς αξιολόγησης της. Συμπληρωματικά σημειώνω την παραδοχή του μάρτυρα ότι την νύχτα εκείνη με το που υπήρξε κλήση από το αστυνομικό μεγάφωνο το όχημα που ο κατηγορούμενος οδηγούσε σταμάτησε την πορεία του. Παράλληλα, επισημαίνεται η άρνηση του μάρτυρα στη θέση του κατηγορουμένου ότι ο ΜΚ3 χτύπησε την πόρτα του περιπολικού που επρόκειτο να μεταφέρει τον κατηγορούμενο στα κρατητήρια με βία, μίσος και μένος, λέγοντας πως είναι ο κατηγορούμενος που κτυπούσε την πόρτα, ο οποίος μάλιστα εκφωνούσε προσβλητικές και απειλητικές φράσεις προς τον εν λόγω μάρτυρα και τους συναδέλφους του. Επίσης, κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του ΜΚ3 κατατέθηκαν δικόγραφα της αγωγής υπ' αριθμό 1239/2010 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου με ενάγοντα τον κατηγορούμενο και εναγομένους, μεταξύ άλλων, τους ΜΚ1, ΜΚ2 και ΜΚ
  1. Ειδικότερα, το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 7Α, Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση Εναγομένων 2 και 4 ως Τεκμήριο 7Β και Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση ως Τεκμήριο 7Γ. ΜΚ4 είναι ο αστυφύλακας 2456 Μάριος Κωνσταντινίδης, ο οποίος υπηρετεί στην Τροχαία Πάφου και ήταν ο αστυνομικός εξεταστής της υπόθεσης αυτής. Ως μέρος της κυρίως εξέτασης του προσκόμισε σαν Τεκμήριο 8 την γραπτή κατάθεση του μέσα από την οποία αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι στις 11.04.10 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο στις κατηγορίες της αλόγιστης και επικίνδυνης οδήγησης όπου τέθηκαν σε κίνδυνο ανθρώπινες ζωές ή περιουσία, της οδήγησης υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών σε τέτοιο βαθμό που η ικανότητα του για ασφαλή οδήγηση να είναι μειωμένη και για το ότι αρνήθηκε να δώσει δείγμα εκπνοής για τελική εξέταση αλκοόλης. Το αστυνομικό έντυπο γραπτής κατηγορίας κατατέθηκε στην παρούσα διαδικασία ως Τεκμήριο
  2. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε τις κατηγορίες και δήλωσε ότι επιθυμούσε να δώσει κατάθεση αλλά επειδή ήταν κουρασμένος επιφυλάσσει το δικαίωμα του για αργότερα καθώς και για την υπόδειξη τριών μαρτύρων που κατά την γνώμη του ήταν παρόντες στο επίδικο επεισόδιο. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ4 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως έδωσε χρόνο στον κατηγορούμενο εφόσον αυτός δήλωνε κουρασμένος για να του ληφθεί κατάθεση χωρίς όμως αυτός να επιδείξει ενδιαφέρον να καταγραφεί η εκδοχή του και να προσέλθει έτσι να δώσει γραπτή κατάθεση στην αστυνομία. Σύμφωνα με τον εν λόγω μάρτυρας, η συμπεριφορά αυτή του κατηγορουμένου εκλήφθηκε ως επιθυμία του να μην δώσει κατάθεση στην αστυνομία. ΜΚ5 είναι ο ειδικός αστυφύλακας 5398 Κυριάκος Αντωνίου, ο οποίος τον Απρίλιο 2010 υπηρετούσε στην Τροχαία Πάφου. Ως μέρος της κυρίως εξέτασης του προσκόμισε σαν Τεκμήριο 10 την γραπτή κατάθεση του ημερομηνίας 11.04.10, το περιεχόμενο της οποίας ταυτίζεται με αυτή του ΜΚ1 αλλά και αυτές των ΜΚ2 και ΜΚ3 (Τεκμήρια 1, 5 και 6). Στην κυρίως εξέταση της δια ζώσης μαρτυρίας του ο εν λόγω μάρτυρας αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι κατά τη διάρκεια της προσπάθειας που καταβλήθηκε για τοποθέτηση χειροπεδών στον κατηγορούμενο που αντιδρούσε, έσπρωχνε και κλωτσούσε με σκοπό να διαφύγει, ο τελευταίος κτύπησε τον μάρτυρα στο δεξί του χέρι με αποτέλεσμα να τραυματιστεί. Επισκέφτηκε το Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών και Πρώτων Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου όπου εκεί του τοποθέτησαν νάρθηκα υπό τη μορφή ενός ξυλάκι με επίδεσμο τυλιγμένο στο δεξί αντίχειρα έτσι ώστε να τον κρατεί σταθερό και να μπορέσει να τύχει εξέτασης από ορθοπεδικό. Ο εν λόγω μάρτυρας κατάθεσε σχετική ιατρική αναφορά ως Τεκμήριο 11 όπου σ' αυτή σημειώνεται ότι έγινε ακτινολογικός έλεγχος με βάση τον οποίο υπήρχε εξάρθρημα μετακαρποφαλαγγικής άρθρωσης αντίχειρα δεξιάς άκρας χείρας όπου και του έγινε ανάταξη από ορθοπεδική ακινητοποίηση με τη βοήθεια γύψινου επιδέσμου για 5 εβδομάδες από τον ορθοπεδικό Δρ. Μεταξά του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας έδωσε μαρτυρία που κλίνει στην ίδια κατεύθυνση με την μαρτυρία των προηγούμενων τριών συναδέλφων του (ΜΚ1, ΜΚ2 και ΜΚ3). Θεωρώ ότι η διατύπωση της δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε σκοπό αφού ουσιαστικά περιέχεται στις πιο πάνω αναφορές. Θα κάνω όμως αναφορά σ' αυτή εκεί και όπου κριθεί αναγκαίο για λόγους αξιολόγησης της. ΜΚ6 είναι ο Λοχίας 2235 Χριστάκης Χρίστου που υπηρετεί στον αστυνομικό σταθμό Παναγιάς με καθήκοντα σταθμάρχη. Ως μέρος της κυρίως εξέτασης του προσκόμισε σαν Τεκμήριο 12 την γραπτή κατάθεση του ημερομηνίας 11.04.10 μέσα από την οποία αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι στις 11.04.10 και μεταξύ των ωρών 13:25-13:35 κατηγόρησε τον κατηγορούμενο στο Γραφείο Μικροπαραβάσεων Πάφου στις κατηγορίες ανησυχίας, αντίστασης με σκοπό την ματαίωση της νόμιμης σύλληψης του, επίθεσης κατά αστυνομικών προκαλώντας τους πραγματική σωματική βλάβη και δημόσια εξύβρισης, ο οποίος τις αρνήθηκε λέγοντας πως επειδή ήταν κουρασμένος επιθυμούσε να δώσει γραπτή κατάθεση σε μεταγενέστερο στάδιο παρουσιάζοντας και 3 μάρτυρες που ήταν παρόντες κατά το επεισόδιο. Το αστυνομικό έντυπο γραπτής κατηγορίας κατατέθηκε στην παρούσα διαδικασία ως Τεκμήριο
  3. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ6, ανάμεσα σ' άλλα, διευκρίνισε ότι τότε έλαβε οδηγίες από τον αξιωματικό υπηρεσίας να κατηγορήσει και να απολύσει τον κατηγορούμενο, πράγμα που έπραξε όταν διάβασε τις διαθέσιμες καταθέσεις που βρίσκονταν στο φάκελο και αφού πρώτα καταστάλαξε στις κατηγορίες. ΜΚ7 είναι ο ειδικός ορθοπεδικός χειρούργος του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου Δρ. Γεώργιος Μεταξάς, ο οποίος στην κυρίως εξέταση του ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι με βάση τον ιατρικό φάκελο στις 11.04.10 εξέτασε τον ΜΚ5 όπου και διαπίστωσε εξάρθρωμα της μετακαρποφαλαγγικής άρθρωσης του δεξιού αντίχειρα. Έγινε ανάταξη και ακινητοποίηση με γύψινο επίδεσμο και συνεστήθη η παρακολούθηση του στα εξωτερικά ιατρεία. Όπως ο εν λόγω μάρτυρας εξήγησε, το εξάρθρωμα είναι η ρήξη του αρθρικού θύλακα και ενός ή περισσοτέρων συνδέσμων της αρθρώσεως με αποτέλεσμα την πλήρη παρεκτόπιση μεταξύ των αρθρικών επιφανειών. Σύμφωνα με τον εν λόγω ιατρό, στην προκειμένη περίπτωση το εξάρθρωμα προκλήθηκε λόγω άσκησης βίας ή ραιβότητα στον αντίχειρα με αποτέλεσμα να επέλθει η ρήξη. Ο αντίχειρας παρεκτοπίστηκε προ της πλευρά των άλλων δακτύλων με αποτέλεσμα να επέλθει ρήξη του θυλάκου και του κερκιδικού φαλαγγικού συνδέσμου και να επέλθει πλήρης παρεκτόπιση μεταξύ των οστών που αποτελούν την άρθρωση μετακαρποφαλαγγικής. Στον ΜΚ5 χορηγήθηκε άδεια ασθενείας μέχρι τις 16.05.
  4. Ως αποτέλεσμα της εξέτασης του ΜΚ5, ο ΜΚ7 ετοίμασε σχετική ιατρική βεβαίωση ημερομηνίας 16.04.10, την οποία και κατάθεσε ως Τεκμήριο
  5. Όπως ο Δρ. Μεταξάς περαιτέρω εξήγησε, το εξάρθρωμα χαρακτηρίζεται από πόνο, παραμόρφωση της άρθρωσης, οίδημα και εκχυμώσεις και κατάργηση της λειτουργικότητας της άρθρωσης. Κατά τον εν λόγω ιατρό, η ακινητοποίηση του μέρους διαρκεί 5-6 εβδομάδες και στη συνέχεια υπάρχει φυσιοθεραπεία για την αποκατάσταση της λειτουργικότητας της αρθρώσεως. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ7 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως θα ήταν αδύνατο για τον ΜΚ5 να γράψει με στυλό, δυνατό αλλά συνάμα παρακινδυνευμένο να οδηγήσει όχημα, δύσκολο να δακτυλογραφήσει και δυνατό να χρησιμοποιήσει το ποντίκι ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή. Ανατρέχοντας στο φάκελο του ΜΚ5, ο ιατρός είπε ότι δεν παρατηρεί να τον είχε εξετάσει το παρελθόν με συμπτώματα εξάρθρωσης. Ο Δρ. Μεταξάς επανέλαβε ότι στην παρούσα περίπτωση ασκήθηκε βία στον αντίχειρα με αποτέλεσμα ο αντίχειρας να μετακινηθεί ραιβά προς την κατεύθυνση των άλλων δαχτύλων και έτσι επήλθε το εξάρθρωμα. Η κυρίως εξέταση του κατηγορουμένου αποτελείτο από γραπτή δήλωση, η οποία κατατέθηκε στην παρούσα διαδικασία ως Τεκμήριο
  6. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της, στις 11.04.10 και περί ώρα 03:30 ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα του παρά τη συμβολή των οδών Σινασή Μπεή και Φελάχογλου με συνοδηγό τον συνάδελφο του Λοΐζο Χατζηνεοφύτου όταν αντιλήφθηκε περιπολικό να τον ακολουθεί με τους φάρους του αναμμένους. Εισήλθε στην οδό Σινασή Μπεή και βρήκε ένα ασφαλές σημείο για να σταθμεύσει το όχημα του με το περιπολικό της τροχαίας να σταθμεύει ακριβώς από πίσω του. Τότε τον προσέγγισαν οι ΜΚ1 και ΜΚ2 οι οποίοι τον πληροφόρησαν ότι θα προχωρούσαν στη λήψη από αυτόν δείγματος προκαταρκτικού ελέγχου. Ο κατηγορούμενος τους ζήτησε να τον αφήσουν να πάει στην οικία του αλλά οι αστυνομικοί επέμειναν. Επειδή η προκαταρκτική εξέταση έδειξε άνω του επιτρεπόμενου ορίου του ζήτησαν, χωρίς όμως να τον συλλάβουν, να μεταβεί μαζί τους στο κτίριο της Τροχαίας Πάφου για να δώσει δείγμα τελικού ελέγχου, πράγμα που έγινε με τον ΜΚ1 να οδηγεί το όχημα του κατηγορουμένου, τον κατηγορούμενο να κάθετα στη θέση του συνοδηγού και τον Λοΐζο Χατζηνεοφύτου να είναι συνεπιβάτης στο πίσω κάθισμα. Φθάνοντας στην Τροχαία Πάφου οι ΜΚ1, ΜΚ2, ΜΚ3, ΜΚ5, ο κατηγορούμενος και ο Λοΐζος Χατζηνεοφύτου ανέβηκαν στον 1ο όροφο του κτιρίου όπου εκεί υπήρχαν και άλλοι πολίτες και αστυνομικοί. Όπως επίσης καταγράφεται στο Τεκμήριο 15, ενώ ο κατηγορούμενος ανάμενε τη σειρά του για παροχή δειγμάτων τελικού ελέγχου, ο ΜΚ2 τον πληροφόρησε ότι όταν θα ερχόταν η σειρά του θα του ζητούσε να δώσει δείγμα τελικού ελέγχου και ότι αν αρνηθεί ή αν δεν έδινε ικανοποιητικό δείγμα θα το συλλάμβανε. Τότε ο κατηγορούμενος του υπέδειξε ότι είχε δικαίωμα να τον κατηγορήσει αλλά δεν έχει δικαίωμα να τον συλλάβει και να τον θέσει υπό κράτηση. Στο άκουσμα της θέσης αυτής ο ΜΚ2 εξοργίστηκε και είπε στον κατηγορούμενο ότι είναι υπό σύλληψη και με τη βοήθεια συναδέλφων του του επιτέθηκαν άγρια με σκοπό να του περάσουν χειροπέδες προκαλώντας του πόνο στα χέρια που του έστριβαν και γενικότερα τραυματίζοντας τον. Επίσης, αστυνομικοί του επιτέθηκαν κατά την προσπάθεια τους να τον επιβιβάσουν σε αστυνομικό όχημα και να το μεταφέρουν στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Πάφου. Ειδικότερα, ενώ ο κατηγορούμενος ήταν δεμένος με χειροπέδες τον τραβούσαν από το σακάκι για να τον εξαναγκάσει να εισέλθει στο περιπολικό, τον εξανάγκασαν με βία να ξαπλώσει στο πίσω κάθισμα του περιπολικού και ο ΜΚ2 προσπαθούσε με βία να κλείσει την πόρτα του οχήματος τραυματίζοντας τα πόδια του κατηγορουμένου που εξείχαν. Κατά τη διάρκεια της κράτησης του ο κατηγορούμενος ένιωθε έντονους πόνους στο δεξιό του καρπό με αποτέλεσμα να οδηγηθεί στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου όπου η επί καθήκον ιατρός τον περίθαλψε δεόντως δένοντας του το χέρι με επίδεσμο. Ο κατηγορούμενος κρατήθηκε μέχρι τις 13:
  7. Στα πλαίσια της δια ζώσης κυρίως εξέταση του ο κατηγορούμενος κατάθεσε σαν Τεκμήριο 16 άσπρο επίδεσμο ως αυτό που ισχυρίζεται ότι χρησιμοποιήθηκε στην περίπτωση της περίθαλψης του. Μέσα από την αντεξέταση του ο κατηγορούμενος επέμεινε στις θέσεις του, οι οποίες έχουν ήδη καταγραφεί πιο πάνω. Δεν θα προβώ σε εκ νέου διατύπωση τους καθότι κάτι τέτοιο δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε σκοπό. ΜΥ1 είναι ο δικηγόρος Λοΐζος Χατζηνεοφύτου, του οποίου η κυρίως εξέταση επίσης αποτελείται από γραπτή δήλωση που κατατέθηκε στην παρούσα διαδικασία ως Τεκμήριο 17, το περιεχόμενο της οποίας βασικά ταυτίζεται με αυτό της γραπτής δήλωσης του κατηγορουμένου (Τεκμήριο 15). Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ1 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως δεν έχει σαφή εικόνα ποιος ακριβώς αστυνομικός είχε ζητήσει από τον κατηγορούμενο να προβεί σε δείγμα προκαταρκτικού ελέγχου. Ακολούθως, ο μάρτυρας παραδέχτηκε ότι μπορεί οι αστυνομικοί να είχαν συλλάβει τον κατηγορούμενο μετά που έδωσε δείγμα προκαταρκτικού ελέγχου και ο ίδιος να μην το άκουσε. Ο ίδιος δεν γνωρίζει αν ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε ή όχι τότε αλλά η αντίληψη του είναι ότι δεν έγινε κάτι τέτοιο τη δεδομένη εκείνη στιγμή. Είναι η θέση του μάρτυρα αυτού ότι δεν ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο να δώσει δείγμα τελικής εξέτασης παρόλο ότι η πρόθεση των αστυνομικών ήταν αυτή και ότι όταν ο τελευταίος υπέδειξε στον αστυνομικό που του είπε ότι αν αρνιόταν ή αν δεν έδινε ικανοποιητικό δείγμα τελικής εξέτασης θα τον συλλάμβανε ότι θα έπρεπε μόνο να τον κατηγορούσε ο εν λόγω αστυνομικός τον συνέλαβε με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να ξεκινήσει να κατεβαίνει τις σκάλες του πρώτου ορόφου του κτιρίου της Τροχαίας Πάφου με σκοπό να φύγει όταν όρμησαν αστυνομικοί για να τον θέσουν σε περιορισμό. Ακόμη ο εν λόγω μάρτυρας δήλωσε πως ο ίδιος δεν πρόσεξε αστυνομικούς να επιτίθενται στον κατηγορούμενο, ούτε άκουσε τον κατηγορούμενο να εξυβρίζει τον ΜΚ2, ούτε γνωρίζει αν ο κατηγορούμενος φώναζε στο χώρο αν και κάτω από τον πρώτο όροφο που αυτός παρέμεινε για λίγη ώρα προκλήθηκε φασαρία. Ούτε όμως ο εν λόγω μάρτυρας γνωρίζει αν ο κατηγορούμενος επιτέθηκε εναντίον των ΜΚ1, ΜΚ2 και ΜΚ
  8. Επιπλέον, ο ΜΥ1 ανάφερε ότι στο προαύλιο της Τροχαίας Πάφου οι αστυνομικοί προσπαθούσαν για αρκετή ώρα να πείσουν τον κατηγορούμενο να εισέλθει στο περιπολικό παρακαλώντας τον, πλην όμως αυτό αντιστεκόταν με αποτέλεσμα να τον σπρώξουν και να τον βάλουν ξαπλωτό στο αστυνομικό όχημα. Τελικές Αγορεύσεις: Αμφότερες οι πλευρές στις αγορεύσεις τους προσπάθησαν με νομική επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μερών της προσκομισθείσας μαρτυρίας να πείσουν για την ορθότητα των θέσεων και εισηγήσεων τους. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος ευσεβάστως υπέβαλε ότι συνελήφθηκε παράνομα και τέθηκε υπό κράτηση παράνομα ενώ παράλληλα κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει την μαρτυρία όλων των μαρτύρων κατηγορίας ως αναξιόπιστη. Είναι η θέση του κατηγορουμένου ότι δεν διέπραξε οποιοδήποτε αδίκημα και ως εκ τούτου θα πρέπει να αθωωθεί σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Αντίθετη ήταν η νομική επιχειρηματολογία της εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής, η οποία ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι η σύλληψη του κατηγορουμένου ήταν καθόλα νόμιμη. Η δε συμπεριφορά του κατηγορουμένου, σύμφωνα με την κυρία Παπαλαζάρου, εκτός από το ότι χαρακτηριζόταν από έλλειψη συνεργασίας ήταν απαξιωτική προς τη διαδικασία που ακολουθείται με αποκορύφωμα την προσπάθεια του να εγκαταλείψει το χώρο προκειμένου να αποφύγει να δώσει δείγμα τελικού ελέγχου. Είναι ακόμη η θέση της κυρίας Παπαλαζάρου ότι με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία έχουν αποδειχτεί όλες οι κατηγορίες του κατηγορητηρίου και ως εκ τούτου στη βάση αυτής ο κατηγορούμενος θα πρέπει να κριθεί από το Δικαστήριο ένοχος σε όλες. Μη αμφισβητούμενα γεγονότα: Μέσα από την προσαχθείσα μαρτυρία κατά την εκδίκαση της υπόθεσης τα πιο κάτω αποτελούν κοινό έδαφος των μερών:
(1)Στις 11.04.10 και περί ώρα 03:35 ο ΜΚ1, ο οποίος βρισκόταν σε υπηρεσία και συγκεκριμένα σε περιπολία μαζί με άλλους συναδέλφους του, ζήτησε από τον κατηγορούμενο που εκείνη τη στιγμή οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής KKF 154 στην λεωφόρο Μακαρίου με κατεύθυνση την οδό Ταλάτ Πασά στον Μούτταλλο της επαρχίας Πάφου να του δώσει δείγμα εκπνοής για προκαταρκτική εξέταση.
(2)Παρόλο ότι ο κατηγορούμενος τον παρακάλεσε να τον αφήσει να μεταβεί στην οικία του που βρισκόταν λίγο πιο κάτω, ο ΜΚ1 επέμενε και έτσι ο κατηγορούμενος έδωσε δείγμα προκαταρκτικού ελέγχου.
(3)Μετά από παράκληση των ΜΚ1 και ΜΚ2 ο κατηγορούμενος έδωσε δείγμα εκπνοής σε προκαταρκτικό έλεγχο αλκοόλης χρησιμοποιώντας τη συσκευή προκαταρκτικού ελέγχου υπ' αριθμό 017013 με ένδειξη 58mg αντίς 22mg εις 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής.
(4)Ο κατηγορούμενος δεν αρνήθηκε να μεταβεί στο Τμήμα Τροχαίας όταν ο ΜΚ1 του το ζήτησε για παροχή δείγματος τελικής εξέτασης.
(5)Ο ΜΚ2 ήταν παρών όταν ο ΜΚ1 του ζήτησε να δώσει δείγμα εκπνοής για προκαταρκτικό έλεγχο.
(6)Κατά την μεταφορά του κατηγορουμένου στο Τμήμα Τροχαίας ο ΜΚ1 κάθισε στη θέση του οδηγού του οχήματος, ο δε κατηγορούμενος στη θέση του συνοδηγού και ο Λοΐζος Χατζηνεοφύτου στο πίσω κάθισμα.
(7)Κατά την αναμονή λήψεως δείγματος τελικού ελέγχου από τον κατηγορούμενο παρών στο μέρος ήταν και ο Λοΐζος Χατζηνεοφύτου. Τα πιο πάνω μη αμφισβητούμενα γεγονότα αποτελούν αυτόματα μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Επίσης, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί την μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητα της είτε μέρος της, η οποία ασκείται στη βάση των αρχών που το Εφετείο επισήμανε στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερ. 29.11.13. Η προσέγγιση που το Δικαστήριο υιοθετεί στο θέμα αποδοχής ή όχι μιας μαρτυρίας υπόκειται στον περιορισμό της αιτιολόγησης (Λαζάρου v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Το ακόλουθο απόσπασμα από την Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 εξηγεί με σαφήνεια τα πιο πάνω: "... ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με την άποψη την οποία έχει σχηματίσει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο, είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. (Γεωργιάδης v. Αστυνομίας
(1985)1 Α.Α.Δ. 56). Στις περιπτώσεις όμως όπου ένας μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος για καλό λόγο, σίγουρα δεν υπάρχει διαθέσιμη μια τέτοια επιλογή μερών μαρτυρίας. (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168). " Με γνώμονα τα πιο πάνω το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του. Ο ΜΚ1 ήταν απλός και ουσιαστικός στην μαρτυρία του. Ο εν λόγω μάρτυρας απαντούσε ευθέως στις ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν χωρίς έτσι προσχεδιασμό. Έδωσε σαφείς και πειστικές εξηγήσεις σχετικά με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης αυτής δίχως τάση υπερβολής και περιοριζόμενος σε γεγονότα που ενέπιπταν στη σφαίρα των προσωπικών γνώσεων του. Σε κάθε περίπτωση ο μάρτυρας αυτός δημιούργησε εικόνα φιλαλήθη προσώπου που ήλθε στο Δικαστήριο και εξιστόρησε τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης που ο ίδιος αντιλήφθηκε και όπως πραγματικά διαδραματίστηκαν. Παρά την πιεστική και σε κάποιες στιγμές σκληρή αντεξέταση που υπέστη, ο μάρτυρας αυτός δεν υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις που θα κλόνιζαν την αξιοπιστία του ως μάρτυρα αλλά αντίθετα παρουσίασε θέσεις που παρέμειναν μέχρι το τέλος σταθερές και συνεπείς. Ορισμένα δε μέρη της μαρτυρίας του επαληθεύονται από αδιαμφισβήτητα γεγονότα ενώ κάποια άλλα ενισχύονται από πραγματική μαρτυρία όπως είναι το Τεκμήριο
  1. Για τους λόγους αυτούς αποδέχομαι την μαρτυρία του στην ολότητα της και ειδικότερα τόσο τη γραπτή κατάθεση του (Τεκμήριο 1) όσο και τη δια ζώσης μαρτυρία του, ως αληθή και αξιόπιστη σε ότι βέβαια αφορά μόνο τα γεγονότα. Τυχόν ερμηνείες νομοθεσιών ή έκφραση άποψης επί νομικών θεμάτων από μέρους του μάρτυρα αυτού αγνοούνται από το Δικαστήριο. Μέρος της μαρτυρίας του αποτελεί και η ιατρική αναφορά ημερομηνίας 11.04.10 του επί καθήκον ιατρού του Τμήματος Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικού του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου σε σχέση με ιατρική εξέταση που ο ίδιος είχε εκεί, ήτοι το Τεκμήριο 2, το οποίο κατόπιν αξιολόγησης του και με δεδομένο ότι το περιεχόμενο του ουδέποτε αμφισβητήθηκε από τον κατηγορούμενο, κρίνεται επιστημονικά ορθό και αξιόπιστο. Αντίθετα, ένας ψηφιακός δίσκος που υποδείχτηκε στον εν λόγω μάρτυρα κατά την αντεξέταση του από τον κατηγορούμενο μέσω φορητού ηλεκτρονικού υπολογιστή χωρίς όμως να κατατεθεί ως τεκμήριο, δίχως ημερομηνία λήψεως, χωρίς αποκάλυψη ποιος, με ποιο τρόπο και κάτω από ποιες συνθήκες το έλαβε και δίχως να αναγνωρίζεται οποιοσδήποτε να προβαίνει σε οποιαδήποτε επιλήψιμη συμπεριφορά, δεν μπορεί παρά να έχει μηδενική αποδεικτική αξία. Το γεγονός ότι το περιεχόμενο και ο τύπος γραμματοσειράς της γραπτής κατάθεσης του (Τεκμήριο 1) ταυτίζεται με αυτό των γραπτών καταθέσεων των συναδέλφων του ΜΚ2, ΜΚ3 και ΜΚ5 δεν αποδεικνύει ότι πρόκειται για κατασκευασμένη μαρτυρία ως αποτέλεσμα μεταξύ τους προσυνεννόησης, όπως λανθασμένα ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος. Στην απουσία χειροπιαστών στοιχείων που να μπορούν να δικαιολογήσουν την ύπαρξη ενός τέτοιου ενδεχομένου, το επιχείρημα αυτό καταρρέει ως ανυπόστατο. Την ίδια στιγμή αν κάποιος υιοθετούσε το σκεπτικό αυτό του κατηγορουμένου ως ορθό αλλά στη δική του περίπτωση θα μπορούσε εύλογα να υποθέσει ότι η ίδια γραμματοσειρά, ο τύπος γραμμάτων και το πανομοιότυπο περιεχόμενο της γραπτής δήλωσης του κατηγορουμένου, δικηγόρου στο επάγγελμα με αυτά της γραπτής δήλωσης του μοναδικού μάρτυρα υπεράσπισης, επίσης δικηγόρου στο επάγγελμα, οδηγούν σε προσυνεννοημένη μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου έτσι ώστε αυτή να παρουσιαστεί χωρίς μεταξύ τους αντιθέσεις και αντιφάσεις προκειμένου να υποστηριχτούν οι θέσεις του κατηγορουμένου. Όσον αφορά το Τεκμήριο 3 που φαίνεται να είναι γραπτές οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα καθώς επίσης το Τεκμήριο 4 που είναι σχετική γνωμάτευση του Αρχηγού Αστυνομίας, το Δικαστήριο δεν τους αποδίδει οποιαδήποτε βαρύτητα καθότι τα περιεχόμενο τους είναι αμιγώς νομικό χωρίς δεσμευτική για το Δικαστήριο ισχύ αλλά ούτε και αποτελεί καθοδηγητική πηγή για να βασιστεί πάνω σ' αυτή στα πλαίσια έκδοσης της παρούσας απόφασης. Ο κατηγορούμενος παραπονιέται ότι στην παρούσα υπόθεση ο ΜΚ1 μαζί με τους υπόλοιπους συναδέλφους του άσκησαν βία εναντίον του όταν του τοποθετήθηκαν χειροπέδες. Το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει ότι σκοπός της μετάβασης του κατηγορουμένου στο κτίριο της Τροχαίας Πάφου ήταν η από μέρους του παροχή δειγμάτων τελικής εξέτασης. Από τη στιγμή που ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να το πράξει και στη συνέχεια προχώρησε προς την έξοδο με σκοπό να αποχωρήσει από το κτίριο ενώ ήταν υπό σύλληψη φωνάζοντας, διαμαρτυρόμενος σε έντονο ύφος και ψηλό τόνο προκαλώντας έτσι ανησυχία και αναστάτωση στο χώρο όπου εκεί βρίσκονταν και άλλα άτομα καθώς επίσης αντιδρούσε σπρώχνοντας με τα χέρια του προς τα πίσω αστυνομικούς που του έφραξαν το δρόμο αλλά και κλωτσώντας τους με τα πόδια του και παρά τις νουθεσίες και εκκλήσεις τους ο κατηγορούμενος δεν ηρεμούσε και ούτε έδειχνε πρόθεση να επιστρέψει στο χώρο για τη τελική εξέταση, ο ΜΚ1 μαζί τους ΜΚ2, ΜΚ3 και ΜΚ5 υποχρεώθηκαν να χρησιμοποιήσουν την ανάλογη υπό τις περιστάσεις βία προκειμένου να αποκαταστήσουν την τάξη, ηρεμία και ησυχία στο χώρο εκείνο περιφρουρώντας το κύρος, την αξιοπρέπεια και την αξιοπιστία του αστυνομικού σώματος. Συνεπώς, μεταξύ άλλων από την μαρτυρία του ΜΚ1 αποδέχομαι ως γεγονότα ότι στις 11.04.10 ο συγκεκριμένος μάρτυρας βρισκόταν σε περιπολία μαζί με τους συναδέλφους του ΜΚ2, ΜΚ3 και ΜΚ5 στη λεωφόρο Μακαρίου με κατεύθυνση την οδό Ταλάτ Ππασά στο Μούτταλλο της επαρχίας Πάφου όταν περί ώρα 03:35 αντιλήφθηκε ότι το όχημα με αριθμούς εγγραφής KKF 154 που οδηγείτο από τον κατηγορούμενο και με συνοδηγό τον ΜΥ1 πορευόταν πότε στη δεξιά και πότε στην αριστερή μεριά του δρόμου. Με τη βοήθεια του ΜΚ2 ειδοποίησαν τον κατηγορούμενο και σταμάτησε και επειδή ο κατηγορούμενος μύριζε έντονα αλκοόλ και η ομιλία του τραύλιζε προχώρησε και έλαβε από αυτό δείγμα εκπνοής σε προκαταρκτικό έλεγχο αλκοόλης χρησιμοποιώντας τη συσκευή προκαταρκτικού ελέγχου υπ' αριθμό 017013 με ένδειξη 58mg αντίς 22mg εις 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής, αφού πρώτα τον πληροφόρησε ότι τυχόν άρνηση ή αποφυγή του να δώσει ικανοποιητικό τέτοιο δείγμα εκπνοής δυνατό να συνιστούσε ποινικό αδίκημα και θα υπόκειται σε σύλληψη. Ένα ζήτημα που προβλημάτισε το Δικαστήριο είναι ποιο είναι το αδίκημα που ο ΜΚ1 θεώρησε ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε τη δεδομένη εκείνη στιγμή και τον συνέλαβε αυτόφωρα. Από το περιεχόμενο των μαρτυριών των ΜΚ1, ΜΚ2, ΜΚ3 και ΜΚ5 και παρά το λεκτικό που ο ΜΚ1 χρησιμοποίησε στην γραπτή κατάθεση του (Τεκμήριο 1-'Στη συνέχεια πληροφόρησα τον Φωτίου για το αδίκημα που διέπραξε δηλαδή της οδήγησης μ/ο υπό την επήρεια οινοπνεύματος.') προκύπτει ότι ο ΜΚ1 συνέλαβε αυτόφωρα τον κατηγορούμενο στην παρουσία του ΜΚ2 λόγω του δείγματος εκπνοής στην προκαταρκτική εξέταση και παράλληλα για να μεταφερθεί στην Τροχαία Πάφου και να παρέχει δείγματα τελικής εξέτασης, επικαλούμενος μάλιστα εγκύκλιο του Γενικού Εισαγγελέα και γραπτές οδηγίες του Αρχηγού Αστυνομίας, αντίγραφα των οποίων κατάθεσε ως Τεκμήρια 3 και
  2. Συνεπώς, δέχομαι ότι μετά την ένδειξη του προκαταρκτικού ελέγχου ο εν λόγω μάρτυρας συνέλαβε αυτόφωρα τον κατηγορούμενο θεωρώντας ότι διέπραξε το ποινικό αδίκημα της οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος έχοντας, κατά την γνώμη του, καταναλώσει ποσότητα αλκοόλης, της οποίας η αναλογία στην εκπνοή ή το αίμα αυτού υπερέβαινε το καθορισθέν όριο (άρθρο 5 Ν.174/86). Περαιτέρω, δέχομαι ότι παρά την περί του αντιθέτου επιθυμία του κατηγορουμένου να τον αφήσει να πάει στην οικία του, ο ΜΚ1 οδήγησε το όχημα του κατηγορουμένου με συνοδηγό τον κατηγορούμενο στο κτίριο της Τροχαίας Πάφου με σκοπό ο κατηγορούμενος να δώσει δείγματα τελικής εξέτασης. Όταν όμως ο ΜΚ1 ζήτησε από τον κατηγορούμενο να δώσει τέτοια δείγματα στην παρουσία των ΜΚ2, ΜΚ3, ΜΚ5 και του ΜΥ1 και αφού πρώτα τον ενημέρωσε ότι τυχόν άρνηση ή αποφυγή του να δώσει τέτοια δείγματα δυνατό να συνιστά ποινικό αδίκημα, ο κατηγορούμενος αρνήθηκε. Ακόμη δέχομαι ότι τότε ο κατηγορούμενος πληροφορήθηκε ότι διέπραξε αδίκημα και θα μεταφερόταν στα κρατητήρια αλλά ο κατηγορούμενος αντέδρασε φωνάζοντας, διαμαρτυρόμενος σε έντονο και δυνατό τόνο και ύφος προκαλώντας ανησυχία, θόρυβο και ταραχή έξω από το γραφείο παραπόνων και εξέτασης τροχαίων δυστυχημάτων στην παρουσία άλλων ατόμων και συνέχιζε να επιδεικνύει τέτοια συμπεριφορά παρόλο ότι τόσο ο ΜΚ1 όσο και οι άλλοι συνάδελφοι του ζήτησαν από αυτόν να ηρεμήσει και να σταματήσει να φωνάζει και να διαμαρτύρεται. Περαιτέρω, δέχομαι ότι ο κατηγορούμενος εκδήλωσε πρόθεση να αποχωρήσει από το μέρος με αποτέλεσμα ο ΜΚ1 μαζί με τους ΜΚ2, ΜΚ3 και ΜΚ5 να τον παρεμποδίσουν φράσσοντας του το δρόμο προς την έξοδο, οι οποίοι μάταια προσπάθησαν να τον πείσουν να επιστρέψει για να λάβουν από αυτόν δείγματα τελικής εξέτασης. Επιπλέον δέχομαι ότι μπροστά στη θέα ότι δεν μπορούσε να διαφύγει, ο κατηγορούμενος έσπρωξε με τα χέρια του τους ΜΚ1 και ΜΚ2 με αποτέλεσμα να ακολουθήσει θερμό επεισόδιο κατά τη διάρκεια του οποίου χρησιμοποιήθηκε η ανάλογη υπό τις περιστάσεις βία έτσι ώστε ο ΜΚ1 να καταφέρει να τοποθετήσει στον κατηγορούμενο χειροπέδες, ο οποίος αντιστεκόταν σπρώχνοντας και κλωτσώντας τους αστυνομικούς που έλαβαν μέρος στην ακινητοποίηση του. Επιπροσθέτως, δέχομαι ότι μέσα από το θερμό επεισόδιο ο ΜΚ1 τραυματίστηκε όταν ο κατηγορούμενος τον χτύπησε στο αριστερό χέρι του με μία από τις δύο χειροπέδες. Τέλος δέχομαι ότι ο ΜΚ1, αφού πληροφόρησε τον κατηγορούμενο ότι διέπραξε, κατά τη γνώμη του, αδικήματα, μετέβηκε ευθύς στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου όπου ο επί καθήκον ιατρός του Τμήματος Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών διαπίστωσε εκδορά και μικρού βαθμού απώλεια δέρματος ονυχοφόρου φάλαγγας στο αριστερό παράμεσο δάχτυλο, ιατρικό εύρημα που κατέγραψε σε σχετική ιατρική αναφορά ημερομηνίας 11.04.10 (Τεκμήριο 2). Ο ΜΚ2 έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του ήταν σαφής και κατατοπιστική χωρίς να περιέχει στοιχεία υπερβολής. Παράλληλα, η μαρτυρία του συνάδει με τη χρονική πτυχή των γεγονότων που παρουσιάστηκαν και ταυτόχρονα μέρος αυτής επιβεβαιώνεται από τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα και μέρος αυτής από την μαρτυρία του ΜΚ1 με αποτέλεσμα να καθίσταται πειστική απέναντι στο Δικαστήριο. Οι απαντήσεις που αυτός έδωσε, οι περισσότερες από τις οποίες κάτω από έντονη και πιεστική αντεξέταση, χαρακτηρίζονται από αμεσότητα, ευθύτητα, αυθορμητισμό και σταθερότητα. Σε καμία περίπτωση ο εν λόγω μάρτυρας έδωσε την εικόνα του ατόμου που προσχεδίαζε τις τοποθετήσεις του. Εξάλλου η αντεξέταση στην οποία υπεβλήθηκε ήταν τέτοιου ρυθμού και τρόπου που δεν είχε περιθώριο για κάτι τέτοιο. Θεωρώ ότι το συγκεκριμένο άτομο ήταν μάρτυρας αλήθειας. Χωρίς η μαρτυρία του να υποπέσει σε ουσιώδεις αντιφάσεις, κρίνω ότι αυτή παρέμεινε ακλόνητη μέχρι τέλους. Ως εκ τούτου, αποδέχομαι την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα στην ολότητα της, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 5 που αποτελεί μέρος της, ως αληθή και αξιόπιστη σε ότι βέβαια αφορά μόνο τα γεγονότα. Τυχόν ερμηνείες νομοθεσιών ή έκφραση άποψης επί νομικών θεμάτων από μέρους του μάρτυρα αυτού αγνοούνται από το Δικαστήριο. Επομένως δείγμα της μαρτυρίας του που αποδέχομαι είναι εκεί που μαζί με τον ΜΚ3 παρακαλούσαν για αρκετή ώρα ανεπιτυχώς τον κατηγορούμενο να εισέλθει στο αστυνομικό όχημα στην παρουσία της Σοφίας Χατζηενοφύτου με αποτέλεσμα και αφού πρώτα ο κατηγορούμενος αποκάλεσε τρεις φορές τον ΜΚ2 'γαϊδούρι' να χρησιμοποιηθεί η ανάλογη υπό τις περιστάσεις βία προκειμένου ο κατηγορούμενος να εισέλθει στο αστυνομικό όχημα, ο οποίος εκείνη τη στιγμή αντιδρούσε και αντιστεκόταν. Ακόμη δέχομαι ότι κατά την μεταφορά του στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Πάφου ο κατηγορούμενος εκστόμισε εναντίον του ΜΚ2 την φράση 'είσαι γαϊδούρι, γαμώ το κέρατο σου, θα ασκήσω βία και εν να σε πισκαλίσω.' Ο ΜΚ3 επίσης έκανε καλή εντύπωση. Ομοίως, όπως και οι άλλοι δύο πιο πάνω συνάδελφοι του, απαντούσε στις ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν με ευθύτητα και σαφήνεια χωρίς τάση προσχεδιασμού και δόση υπερβολής. Η μαρτυρία του συνάδει με τη χρονική αλληλουχία των γεγονότων που παρουσιάστηκαν ενώ παράλληλα ενισχύεται τόσο από τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα όσο και από τις μαρτυρίες των ΜΚ1 και ΜΚ2 με αποτέλεσμα να καθίσταται πειστική απέναντι στο Δικαστήριο. Θεωρώ ότι ήλθε στο Δικαστήριο και περίγραψε τα γεγονότα που προσωπικά βίωσε ότι πραγματικά διαδραματίστηκαν και χωρίς να υποπέσει σε ουσιώδεις αντιφάσεις που θα έπλητταν ανεπανόρθωτα την εικόνα του ως μάρτυρα, το υψηλό επίπεδο αξιοπιστίας της μαρτυρίας του παρέμεινε αλώβητο. Κατά συνέπεια, αποδέχομαι την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα στην ολότητα της, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 6 που αποτελεί μέρος της, ως αληθή και αξιόπιστη σε ότι βέβαια αφορά μόνο τα γεγονότα. Τυχόν ερμηνείες νομοθεσιών ή έκφραση άποψης επί νομικών θεμάτων από μέρους του μάρτυρα αυτού αγνοούνται από το Δικαστήριο. Σε σχέση με τα Τεκμήρια 7Α, 7Β και 7Γ που είναι δικόγραφα της αγωγής 1239/2010 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου με ενάγοντα τον κατηγορούμενο και ανάμεσα στους εναγομένους τους ΜΚ1, ΜΚ2, ΜΚ3 και ΜΚ5 μέσα από τα οποία παρουσιάζεται η εκδοχή των μερών στη βάση κατ' ισχυρισμό γεγονότων για την ίδια υπόθεση, ο κατηγορούμενος επικαλείται διάσταση στις θέσεις του ΜΚ3 ως προς το ότι ενώ η υπεράσπιση αναφέρει ότι οι ΜΚ1, ΜΚ2, ΜΚ3 και ΜΚ5 διαπίστωσαν ότι κατά τη διάρκεια του ελέγχου ο κατηγορούμενος μύριζε έντονα αλκοόλ και τραύλιζε ενώ στην εδώ μαρτυρία του είπε ότι δεν εμπλάκηκε στον προκαταρκτικό έλεγχο. Αυστηρώς ομιλούντες κάποιος θα έλεγε η προγενέστερη δήλωση του εν λόγω μάρτυρα δεν ταυτίζεται με τη θέση που ο ίδιος εξέφρασε στην παρούσα ποινική υπόθεση. Με δεδομένο το αναντίλεκτο αποτέλεσμα της προκαταρκτικής εξέτασης σε συνδυασμό με τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης μαζί με τα επίδικα θέματα όπως αυτά προκύπτουν από τις εκδοχές των μερών μέσα από τις κατηγορίες του κατηγορητηρίου, το επίμαχο ζήτημα δεν είναι ουσιώδες για να κλονίσει την αξιοπιστία του μάρτυρα. Η δε μελέτη των έγγραφων προτάσεων δεν οδηγεί, πέραν του προαναφερόμενου επουσιώδες σημείου, σε διαπίστωση ύπαρξης προγενέστερων δηλώσεων ή αναφορών του ΜΚ3 που να έρχονται σε ουσιαστική αντίθεση τόσο με το Τεκμήριο 6 όσο και με τη δια ζώσης μαρτυρία του. Η μαρτυρία του ΜΚ4, ήταν τυπικής φύσεως αφού εστιάζεται και ταυτόχρονα περιορίζεται στο γεγονός ότι στις 11.04.10 και μεταξύ των ωρών 13:35-13:45 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο υπό την ιδιότητα του αστυνομικού εξεταστή της υπόθεσης. Η ενέργεια του αυτή δεν αμφισβητήθηκε από τον κατηγορούμενο. Εξ' ου και ο μάρτυρας αυτός ουσιαστικά δεν αντεξετάστηκε από τον κατηγορούμενο επί του θέματος αυτού. Κάτω από αυτά τα δεδομένα αποδέχομαι ως αληθή και αξιόπιστη την μαρτυρία του ΜΚ4 ως αστυνομικού εξεταστή της υπόθεσης που περιστρέφεται γύρω από την αναντίλεκτη ενέργεια που αυτός έκαμε στα πλαίσια διερεύνησης αυτής της υπόθεσης περιλαμβανομένου της γραπτής κατάθεσης του που είναι το Τεκμήριο
  3. Επίσης, κατόπιν αξιολόγησης του, αποδέχομαι το Τεκμήριο 9, που είναι η γραπτή κατηγορία προς τον κατηγορούμενο μόνο ως αδιαμφισβήτητη ενέργεια που έγινε από μέρους του μάρτυρα αυτού. Οποιαδήποτε τυχόν ερμηνεία νομοθεσίας ή έκφραση άποψης επί νομικών θεμάτων από μέρους του μάρτυρα αυτού αγνοούνται από το Δικαστήριο. Ο κατηγορούμενος παραπονιέται ότι ο εν λόγω μάρτυρας διερεύνησε την υπόθεση σύμφωνα με τις καταθέσεις των συναδέλφων του χωρίς να του δοθεί η ευκαιρία να δώσει γραπτώς την δική του εκδοχή. Έχω μελετήσει το Τεκμήριο 9 και μέσα από το περιεχόμενο του παρατηρώ ότι καταγράφεται η λεκτική επιθυμία του κατηγορουμένου να δώσει, σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα λόγω κούρασης, γραπτή κατάθεση στην αστυνομία καθώς και να υποδείξει άλλους 3 μάρτυρες που κατά τη γνώμη του ήταν παρόντες στο επίδικο επεισόδιο. Χωρίς να αμφισβητώ τη θέση του ΜΚ4 ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε μετέτρεψε σε πράξη την λεκτική επιθυμία του, ανεξαρτήτως ποια μπορεί να ερμηνευτεί ότι μπορεί να ήταν τελικά η πρόθεση του κατηγορουμένου στο θέμα αυτό μέσω της συμπεριφοράς του αυτής, θεωρώ ότι, ως αστυνομικός εξεταστής της υπόθεσης, θα έπρεπε για σκοπούς ορθότερης και ολοκληρωμένης διερεύνησης και κατ' επέκτασης εξιχνίασης της υπόθεσης, προτού κατηγορήσει γραπτώς τον κατηγορούμενο, να επιχειρούσε ο ίδιος να επικοινωνήσει με τον κατηγορούμενο και να τον καλέσει για να του ληφθεί ανακριτική κατάθεση σε συγκεκριμένο τόπο και εντός καθορισμένου χρόνου ενώ παράλληλα να επιδιώξει τα ονόματα των 3 προσώπων που ο κατηγορούμενος επικαλείται λαμβάνοντας και από αυτά γραπτές καταθέσεις, αν και εφόσον έκρινε κάτι τέτοιο αναγκαίο (άρθρο 5 Κεφ.155). Η πιο πάνω παράλειψη του ΜΚ4 δεν επηρεάζει την αξιολόγηση του μάρτυρα στη βάση των προαναφερόμενων παραμέτρων που σχετίζονται μόνο με το συγκεκριμένο ρόλο του στην υπόθεση αυτή. Όλα όσα ανάφερα για τον ΜΚ4 ισχύουν ακριβώς και για τον ΜΚ6, προς τον οποίο ανατέθηκε το ειδικό και αποκλειστικό καθήκον να κατηγορήσει γραπτώς τον κατηγορούμενο σε επιπλέον κατηγορίες, πράγμα που έπραξε στις 11.04.10 και μεταξύ των ωρών 13:25-13:
  4. Η ενέργεια του αυτή δεν αμφισβητήθηκε από τον κατηγορούμενο. Εξ' ου και ο μάρτυρας αυτός ουσιαστικά δεν αντεξετάστηκε από τον κατηγορούμενο επί του θέματος αυτού. Κάτω από αυτά τα δεδομένα αποδέχομαι ως αληθή και αξιόπιστη την μαρτυρία του ΜΚ6 ως προς την αναντίλεκτη ενέργεια του περιλαμβανομένου της γραπτής κατάθεσης του που είναι το Τεκμήριο
  5. Επίσης, κατόπιν αξιολόγησης του, αποδέχομαι το Τεκμήριο 13, που είναι η γραπτή κατηγορία προς τον κατηγορούμενο μόνο ως αδιαμφισβήτητη ενέργεια που έγινε από μέρους του μάρτυρα αυτού. Ο ΜΚ5 ήταν ακόμη ένας ειλικρινής μάρτυρας, ο οποίος ήλθε και κατάθεσε τα γεγονότα που πραγματικά εκτυλίχτηκαν με τον τρόπο που ο ίδιος προσωπικά τα αντιλήφθηκε. Οι απαντήσεις του χαρακτηρίζονται από θετικότητα, ευθύτητα και σαφήνεια χωρίς να δίδει την εντύπωση ότι της κατασκεύαζε. Η δε μαρτυρία του είναι απαλλαγμένη από ουσιώδεις αντιφάσεις ενώ παράλληλα συνάδει με τη χρονική αλληλουχία των γεγονότων που παρουσιάστηκαν και ταυτόχρονα ενισχύεται τόσο από τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα όσο και από τις μαρτυρίες των ΜΚ1, ΜΚ2 και ΜΚ3 αλλά και από πραγματική μαρτυρία όπως είναι το Τεκμήριο 11 με αποτέλεσμα να καθίσταται πειστική απέναντι στο Δικαστήριο. Στη βάση των πιο πάνω αποδέχομαι την μαρτυρία του στην ολότητα της και ειδικότερα τόσο τη γραπτή κατάθεση του (Τεκμήριο 10) όσο και τη δια ζώσης μαρτυρία του, ως αληθή και αξιόπιστη σε ότι βέβαια αφορά μόνο τα γεγονότα. Τυχόν ερμηνείες νομοθεσιών ή έκφραση άποψης επί νομικών θεμάτων από μέρους του μάρτυρα αυτού αγνοούνται από το Δικαστήριο. Μέρος της μαρτυρίας του αποτελεί και η ιατρική αναφορά ημερομηνίας 11.04.10 του επί καθήκον ιατρού του Τμήματος Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικού του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου σε σχέση με ιατρική εξέταση που ο ίδιος είχε εκεί, ήτοι το Τεκμήριο 11, το οποίο κατόπιν αξιολόγησης του και με δεδομένο ότι το περιεχόμενο του ουδέποτε αμφισβητήθηκε από τον κατηγορούμενο, κρίνεται επιστημονικά ορθό και αξιόπιστο. Παράλληλα, οι προσπάθειες του κατηγορουμένου μέσα από ισχυρισμούς τόσο να αποσυνδέσει τον τραυματισμό του εν λόγω μάρτυρα από το επίδικο συμβάν όσο και να τον παρουσιάσουν ως ψεύτικο πέφτουν στο κενό και συνεπώς απορρίπτονται ως αβάσιμοι. Ομοίως καταρρίπτεται ως αβάσιμος ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι ο ΜΚ5 λόγω του τραυματισμού του δεν θα μπορούσε να δακτυλογραφήσει το κείμενο της γραπτής κατάθεσης του σε ηλεκτρονικό υπολογιστή αφού δεν φαίνεται να επαληθεύεται από την επιστημονική μαρτυρία του Δρ. Μεταξά (ΜΚ7). Ένα δείγμα της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα που αποδέχομαι είναι εκεί που έγινε προσπάθεια να τοποθετηθούν χειροπέδες στον κατηγορούμενο μετά την άρνηση του να δώσει δείγματα τελικού ελέγχου. Ο κατηγορούμενος αντιστεκόταν και κατά τη διάρκεια του επεισοδίου αυτού κλώτσησε το δεξί χέρι του μάρτυρα με το δεξί του πόδι. Ο ΜΚ5 μετέβηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου όπου ο επί καθήκον ιατρός του Τμήματος Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών του τοποθέτησε νάρθηκα υπό τη μορφή ενός ξυλάκι με επίδεσμο τυλιγμένο στο δεξί αντίχειρα έτσι ώστε να τον κρατεί σταθερό και να μπορέσει να τύχει εξέτασης από ορθοπεδικό. Ακολούθως υπεβλήθηκε σε ακτινολογικό έλεγχο καθώς επίσης εξετάστηκε από τον Δρ. Μεταξά, ορθοπεδικό του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου, ο οποίος διαπίστωσε εξάρθρημα μετακαρποφαλαγγικής άρθρωσης αντίχειρα δεξιάς άκρας χείρας όπου και του έγινε ανάταξη από ορθοπεδική ακινητοποίηση με τη βοήθεια γύψινου επιδέσμου για 5 εβδομάδες. Ο ΜΚ7 έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Έδωσε σαφείς και επιστημονικά τεκμηριωμένες απαντήσεις στις ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν περιοριζόμενος πάντοτε στον τομέα της ειδικότητας του αλλά και στα γεγονότα που ο ίδια βίωσε και διαπίστωσε προσωπικά μέσα από την κλινική και ακτινολογική εξέταση του ΜΚ
  6. Ολόκληρη η μαρτυρία του παρέμεινε βασικά αναντίλεκτη. Στη βάση αυτών, αποδέχομαι την μαρτυρία του στο βαθμό και την έκταση που ήταν διαφωτιστική για το Δικαστήριο. Μαζί με αυτά αποδέχομαι και το Τεκμήριο 14 που είναι η ενυπόγραφη από τον ίδιο ιατρική βεβαίωση ημερομηνίας 16.04.10, η οποία αποτελεί μέρος της μαρτυρίας του που ουσιαστικά δεν έχει αμφισβητηθεί από τον κατηγορούμενο. Συγκεκριμένα, ανάμεσα σ' άλλα, αποδέχομαι ότι στις 11.04.10 ο ΜΚ7 μέσα από κλινικό και ακτινολογικό έλεγχο εξέτασε τον ΜΚ5 όπου και διαπίστωσε ότι αυτός υπέστηκε εξάρθρημα μετακαρποφαλαγγικής άρθρωσης αντίχειρα δεξιάς άκρας χείρας. Ο ίδιος προέβηκε σε ανάταξη του εξαρθρήματος και ορθοπεδικής ακινητοποίησης με γύψινο επίδεσμο για 5 εβδομάδες. Ο ΜΥ1 δεν έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Δεν απαντούσε με ευθύτητα και σαφήνεια στις ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν. Ούτε ήταν θετικός στις τοποθετήσεις του. Αντίθετα, η εντύπωση που το Δικαστήριο αποκόμισε ήταν ότι ο εν λόγω μάρτυρας απέφευγε να απαντήσει επί της ουσίας τους ερωτήσεις που σχετίζονταν με σημαντικά ζητήματα της υπόθεσης και προσπαθούσε να τις προσπεράσει λέγοντας γενικόλογα και αοριστολογίες. Οι δε διαφοροποιήσεις με τις οποίες η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται σε συνδυασμό με την επιλεκτική μνήμη που παρουσίασε δημιούργησαν την εικόνα ενός ατόμου που ήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να βοηθήσει την εκδοχή του κατηγορουμένου, ο οποίος είναι φίλος και συνάδελφος του. Συγκεκριμένα, ενώ ήταν συνοδηγός στο όχημα που ο κατηγορούμενος οδηγούσε δεν ήταν σε θέση να αναφέρει ποιος αστυνομικός προέβηκε σε λήψη δείγματος για προκαταρκτική εξέταση του κατηγορουμένου. Ακολούθως, ενώ στην γραπτή δήλωση του προβαίνει σε διαπίστωση ότι μέχρι την στιγμή που το όχημα του κατηγορουμένου μεταφέρθηκε στο κτίριο της Τροχαίας Πάφου ο κατηγορούμενος δεν είχε τεθεί υπό σύλληψη, στην αρχή της αντεξέτασης του διευκρινίζει ότι δεν άκουσε οποιονδήποτε αστυνομικό να συλλαμβάνει τον κατηγορούμενο και στη συνέχεια, μετά από επιμονή της εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής, ανασκευάζει λέγοντας πως είναι δυνατό ο κατηγορούμενος να είχε συλληφθεί στο στάδιο του προκαταρκτικού ελέγχου και να μην το άκουσε. Η δε παραδοχή του ότι εξ' όσον θυμάται ο ίδιος δεν μετακινήθηκε από τη θέση του συνοδηγού που βρισκόταν τη στιγμή που η προκαταρκτική εξέταση διεξήχθη πίσω από το περιπολικό της αστυνομίας είναι μαρτυρία που ο ίδιος αποκάλυψε για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση του. Παρόλα αυτά προσπάθησε εκ νέου να υποστηρίξει τη θέση του κατηγορουμένου στο θέμα της κατ' ισχυρισμό μη σύλληψης του εκφράζοντας προσωπική άποψη στηριζόμενη σε λογικές κατά τη γνώμη του παραμέτρους και όχι σε γεγονότα, ως μάρτυρας γεγονότων που ήταν. Ερχόμενος στα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον πρώτο όροφο, ο εν λόγω μάρτυρας και πάλι, παρόλο που δήλωσε παρών, απέφυγε να πει ποιος αστυνομικός ήταν που προειδοποιούσε τον κατηγορούμενο τι θα συνέβαινε σε περίπτωση που αυτός αρνιόταν ή απέφευγε να δώσει δείγματα τελικής εξέτασης. Ακόμη εμφανής είναι η προσπάθεια του ΜΥ1 να αποσυνδέσει τον εαυτό του από το θερμό επεισόδιο που διαδραματίστηκε κάτω από τον πρώτο όροφο προωθώντας θέση ότι παρέμεινε παθητικά στον πρώτο όροφο παρόλο ότι άκουγε ότι γινόταν φασαρία με εμπλεκόμενο τον φίλο του. Σε ερώτηση δε που του υπεβλήθηκε αν υπήρχε άλλο τρόπος ο κατηγορούμενος να εισέλθει στο αστυνομικό περίπολο αφού όπως και ο ίδιος παρατήρησε όλες οι προσπάθειες και τα παρακάλια των αστυνομικών προς τον κατηγορούμενο έπεσαν στο κενό και ο ίδιος φαινόταν να μην συνεργάζεται, ο εν λόγω μάρτυρας απέφυγε να απαντήσει. Επίσης, αξιοσημείωτη είναι η αδυναμία του να πει κατά πόσο ο κατηγορούμενος εκστόμισε τις φράσεις που του αποδίδονται στον ΜΚ2, παρόλο ότι ήταν παρών. Αίσθηση ακόμη προκαλεί αποφυγή του να τοποθετηθεί εάν οι φράσεις είναι ή όχι υβριστικού περιεχομένου, δεδομένης της επαγγελματικής ιδιότητας του. Στη βάση των πιο πάνω δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΥ1 ως αληθή και αξιόπιστη περιλαμβανομένου και του Τεκμηρίου
  7. Ο κατηγορούμενος δεν έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Τα γεγονότα δεν φαίνονται να διαδραματίστηκαν με τον τρόπο που περίγραψε στο Δικαστήριο. Μέσα από την μαρτυρία του επικαλέστηκε την παρουσία ατόμων στο επίδικο επεισόδιο όπως κάποιο Ρένο Πίτρο, κάποια Σοφία Χατζηνεοφύτου, πλην όμως ουδείς ήλθε στο Δικαστήριο να ενισχύσει την εκδοχή του, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι ήταν υποχρέωση του να το πράξει και δίχως ασφαλώς να ανατρέπει το καθήκον της κατηγορούσας αρχής να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ο μοναδικός μάρτυρας υπεράσπισης που κλήθηκε φάνηκε να διατηρεί σε κάποια μέρη της παρουσίας του παθητικά ουδέτερη στάση δείχνοντας έτσι την προτίμηση του να μην είχε σχέση με την υπόθεση αυτή μη συμμεριζόμενος έτσι τις θέσεις του κατηγορουμένου. Με πρωτοφανές μένος ο κατηγορούμενος επιχείρησε να επιρρίψει ευθύνες στο αστυνομικό σώμα. Η εμπάθεια του προς τους μάρτυρες της αστυνομίας και γενικότερα προς το αστυνομικό σώμα ήταν κάτι περισσότερο από εμφανής. Τα περιττά σχόλια στα οποία συχνά προέβαινε έναντι των αστυνομικών μαρτύρων αλλά και της αστυνομίας γενικότερα παρά τις ουκ ολίγες υποδείξεις και παρατηρήσεις του Δικαστηρίου καθώς και η σκληρή και θα τολμούσα να έλεγα κάποιες φορές ειρωνική μέθοδος αντεξέτασης τους επαληθεύουν με χαρακτηριστικό τρόπο την πιο πάνω διαπίστωση. Το συναίσθημα αυτό του κατηγορουμένου ήταν έντονο και μη ελεγχόμενο και σε βαθμό που να επηρεάσει την αξιοπιστία του. Σε σχέση με τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι το περιεχόμενο των γραπτών καταθέσεων των ΜΚ1, ΜΚ2, ΜΚ3 και ΜΚ5 είναι προσυνεννοημένο και κατ' επέκταση κατασκευασμένο ένεκα της ταύτισης τους αλλά και της ίδιας γραμματοσειράς που παρατηρείται, το Δικαστήριο έχει ήδη ασχοληθεί με το θέμα αυτό. Ο κατηγορούμενος πρόταξε ισχυρισμό περί καταχώρησης της παρούσας υπόθεσης για εκδικητικούς σκοπούς χωρίς όμως να παρουσιάσει συγκεκριμένα και χειροπιαστά στοιχεία που να τον αποδεικνύουν με αποτέλεσμα ο ισχυρισμός του αυτός να παραμείνει σε θεωρητικό επίπεδο και έτσι να απορρίπτεται ως αβάσιμος. Σύμφωνα με τον ίδιο, ενοχλήθηκε όταν ο ΜΚ2 τον πληροφόρησε ότι τυχόν άρνηση ή αποφυγή του να δώσει δείγμα τελικής εξέτασης δυνατό να συνιστά ποινικό αδίκημα και θα συλλαμβανόταν αλλά δεν έδειξε να ενοχλείται σε παρόμοια ενημέρωση που έτυχε από τον ΜΚ1 σε σχέση με το δείγμα εκπνοής της προκαταρκτικής εξέτασης που του λήφθηκε. Ουδείς μπορεί να αντιληφθεί τι εμπόδιζε τον κατηγορούμενο να δώσει δείγματα τελικής εξέτασης, ανεξαρτήτως τι του είχε πει προηγουμένως ο ΜΚ2 στα πλαίσια μιας θεωρητικής, όπως ο ίδιος χαρακτήρισε την μεταξύ τους κατ' ισχυρισμό προγενέστερη συνομιλία και μετά να επιχειρήσει να εγκαταλείψει το κτίριο της Τροχαίας Πάφου. Η ακατανόητη ενέργεια του κατηγορουμένου να κατευθυνθεί προς την έξοδο του κτιρίου μόνο ως προσπάθεια του να αποφύγει την παροχή δείγματος τελικής εξέτασης δημιουργώντας τεχνητή ενόχληση από μέρους του και μέσα από αυτή να πετύχει κάλυψη ως προς την πρόθεση του αυτή, μπορεί να εκληφθεί. Παράλληλα, με την πιο πάνω συμπεριφορά του ο κατηγορούμενος φαίνεται να επιδίωκε να δημιουργήσει εικονικό-πλασματικό υπόβαθρο για απαλλαγή του από προδιαγραφόμενη ποινική υπόθεση που αντιλαμβανόταν ότι πιθανότατα να σχηματιζόταν εναντίον του σε περίπτωση που έδιδε δείγματα για τελικό έλεγχο. Επίσης, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι συνελήφθηκε και επρόκειτο να μεταφερθεί στα κρατητήρια χωρίς να χρειαστεί να του ληφθούν δείγματα τελικού ελέγχου που ήταν η ουσία και ο σκοπός που αστυνομικοί και κατηγορούμενος βρέθηκαν στον πρώτο όροφο του κτιρίου της Τροχαίας Πάφου αντιστρατεύεται τη λογική. Δεν μπορεί να γίνει κατανοητό για ποιο λόγο, με βάση πάντοτε την εκδοχή του κατηγορουμένου, ο αστυνομικός που συμμετείχε στη διαδικασία λήψης δειγμάτων για τελική εξέταση να μην αναμένει πρώτα τον κατηγορούμενο να δώσει τέτοια δείγματα ή να αρνηθεί προτού τον συλλάβει και/ή τον μεταφέρει στα κρατητήρια. Η εκδοχή που παρουσίασε ο κατηγορούμενος στερείται λογικοφάνειας και κατά συνέπεια δεν κρίνεται πειστική στο Δικαστήριο. Επιπλέον ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι του επιτέθηκαν άγρια 4 αστυνομικοί αλλά στην ουσία είναι αυτός που τραυμάτισε δύο από αυτούς, οι οποίοι κατέφυγαν στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου για περίθαλψη. Ο ίδιος είπε ότι έτυχε περίθαλψη σε νοσοκομείο αλλά κανένα ιατρικό πιστοποιητικό προσκομίστηκε και κανένας ιατρός ήλθε ενώπιον του Δικαστηρίου για να επαληθεύσει τον ισχυρισμό του αυτό. Η προσκόμιση ενός άσπρου επιδέσμου (Τεκμήριο 16) δεν προσθέτει οτιδήποτε το ουσιαστικό και δεν ανατρέπει την πιο πάνω πολύ φτωχή εικόνα που ως μάρτυρας δημιούργησε στο Δικαστήριο. Με βάση τα προαναφερόμενα το Δικαστήριο δεν αποδέχεται την μαρτυρία του κατηγορουμένου ως αληθή και αξιόπιστη και ότι αυτή εκφράζει την αληθινή όψη των γεγονότων και να βασιστεί έτσι σ' αυτή για να καταλήξει σε ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα. Ως μέρος της μαρτυρίας που το Δικαστήριο δεν αποδέχεται είναι και τα Τεκμήρια 15 και
  8. Ευρήματα: Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, τα τεκμήρια που κατατέθηκαν κατά την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης αυτής και λαμβάνοντας υπόψη μου τα γεγονότα που τελικά δεν αμφισβητήθηκαν, όπως αυτά προκύπτουν μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα που αφορούν τα πραγματικά και αληθή ουσιώδη γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο: Στις 11.04.10 ο ΜΚ1 μαζί με τους συνάδελφους του ΜΚ2, ΜΚ3 και ΜΚ5 βρίσκονταν σε περιπολία στη λεωφόρο Μακαρίου με κατεύθυνση την οδό Ταλάτ Ππασά στο Μούτταλλο της επαρχίας Πάφου όταν περί ώρα 03:35 αντιλήφθηκαν το όχημα με αριθμούς εγγραφής KKF 154 που οδηγείτο από τον κατηγορούμενο και με συνοδηγό τον ΜΥ1 να κινείται πότε στη δεξιά και πότε στην αριστερή μεριά του δρόμου. Αμέσως ο ΜΚ2 με τη βοήθεια του αστυνομικού μεγαφώνου ειδοποίησε τον κατηγορούμενο να ακινητοποιήσει το όχημα του, πράγμα που αυτός έπραξε. Τότε ο ΜΚ1 προσέγγισε το όχημα του κατηγορουμένου και διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος μύριζε έντονα αλκοόλ και η ομιλία του τραύλιζε. Ο ΜΚ1 στην παρουσία του ΜΚ2 πληροφόρησε τον κατηγορούμενο ότι θα του λάμβανε δείγμα εκπνοής στα πλαίσια προκαταρκτικής εξέτασης και ότι τυχόν άρνηση ή αποφυγή του να δώσει ικανοποιητικό τέτοιο δείγμα εκπνοής δυνατό να συνιστούσε ποινικό αδίκημα και θα υπόκειται σε σύλληψη. Ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι είχε καταναλώσει αλκοόλ και παρόλο ότι παρακάλεσε τον ΜΚ1 να τον αφήσει να μεταβεί στην οικία του που βρισκόταν λίγο πιο κάτω, ο ΜΚ1 επέμεινε και έτσι ο κατηγορούμενος έδωσε δείγμα εκπνοής σε προκαταρκτικό έλεγχο αλκοόλης χρησιμοποιώντας τη συσκευή προκαταρκτικού ελέγχου υπ' αριθμό 017013 με ένδειξη 58mg αντίς 22mg εις 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής. Ως αποτέλεσμα της εξέλιξης αυτής, ο ΜΚ1 συνέλαβε αυτόφωρα τον κατηγορούμενο και του είπε ότι θα έπρεπε να μεταβεί στο Τμήμα Τροχαίας για παροχή δείγματος τελικής εξέτασης, πράγμα που ο κατηγορούμενος δεν αρνήθηκε. Κατά την μεταφορά του κατηγορουμένου στο Τμήμα Τροχαίας ο ΜΚ1 κάθισε στη θέση του οδηγού του οχήματος, ο δε κατηγορούμενος στη θέση του συνοδηγού και ο ΜΥ1 συνεπιβάτης στο πίσω κάθισμα. Ο κατηγορούμενος συνοδευόμενος από τον ΜΥ1 αλλά και από τους αστυνομικούς ΜΚ1, ΜΚ2, ΜΚ3 και ΜΚ5 μετέβηκαν στον πρώτο όροφο του κτιρίου της Τροχαίας Πάφου όπου εκεί θα παρέχονταν τα δείγματα τελικής εξέτασης. Όταν όμως ο ΜΚ1 ζήτησε από τον κατηγορούμενο να δώσει τέτοια δείγματα στην παρουσία των ΜΚ2, ΜΚ3, ΜΚ5 και του ΜΥ1 και αφού πρώτα τον ενημέρωσε ότι τυχόν άρνηση ή αποφυγή του να δώσει τέτοια δείγματα δυνατό να συνιστά ποινικό αδίκημα, ο κατηγορούμενος αρνήθηκε. Τότε ο κατηγορούμενος πληροφορήθηκε ότι διέπραξε αδίκημα και θα μεταφερόταν στα κρατητήρια αλλά ο κατηγορούμενος αντέδρασε φωνάζοντας, διαμαρτυρόμενος σε έντονο και δυνατό τόνο και ύφος προκαλώντας ανησυχία, θόρυβο και ταραχή έξω από το γραφείο παραπόνων και εξέτασης τροχαίων δυστυχημάτων στην παρουσία άλλων ατόμων και συνέχιζε να επιδεικνύει τέτοια συμπεριφορά παρόλο ότι τόσο ο ΜΚ1 όσο και οι άλλοι συνάδελφοι του ζήτησαν από αυτόν να ηρεμήσει και να σταματήσει να φωνάζει και να διαμαρτύρεται. Ο κατηγορούμενος εκδήλωσε πρόθεση να αποχωρήσει από το μέρος κατεβαίνοντας τις σκάλες και κατευθυνόμενος προς την έξοδο του κτιρίου με αποτέλεσμα ο ΜΚ1 μαζί με τους ΜΚ2, ΜΚ3 και ΜΚ5 να τον παρεμποδίσουν φράσσοντας του το δρόμο, οι οποίοι μάταια προσπάθησαν να τον πείσουν να επιστρέψει για να λάβουν από αυτόν δείγματα τελικής εξέτασης. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος έσπρωξε με τα χέρια του τους ΜΚ1 και ΜΚ2 με αποτέλεσμα όταν οι πιο πάνω αστυνομικοί επιχείρησαν να του περάσουν χειροπέδες ο κατηγορούμενος τους έσπρωχνε και τους κλωτσούσε. Χρησιμοποιήθηκε η ανάλογη υπό τις περιστάσεις βία έτσι ώστε ο ΜΚ1 να καταφέρει να τοποθετήσει στον κατηγορούμενο χειροπέδες. Επιπροσθέτως, μέσα από το θερμό επεισόδιο ο ΜΚ1 τραυματίστηκε όταν ο κατηγορούμενος τον χτύπησε στο αριστερό χέρι του με μία από τις δύο χειροπέδες καθώς επίσης τραυματίστηκε και ο ΜΚ5 όταν ο κατηγορούμενος κλώτσησε το δεξί του χέρι με το δεξί του πόδι. Τόσο ο ΜΚ1 όσο και ο ΜΚ5 αμέσως μετά μετέβηκαν στο Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου όπου ο επί καθήκον ιατρός διαπίστωσε στον ΜΚ1 εκδορά και μικρού βαθμού απώλεια δέρματος ονυχοφόρου φάλαγγας στο αριστερό παράμεσο δάχτυλο. Σε σχέση με τον ΜΚ5 τοποθετήθηκε νάρθηκας υπό τη μορφή ενός ξυλάκι με επίδεσμο τυλιγμένο στο δεξί αντίχειρα έτσι ώστε να το κρατεί σταθερό και να μπορέσει να τύχει εξέτασης από ορθοπεδικό. Ακολούθως ο ΜΚ5 υπεβλήθηκε σε ακτινολογικό έλεγχο καθώς επίσης εξετάστηκε από τον Δρ. Μεταξά, ορθοπεδικό του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου, ο οποίος διαπίστωσε εξάρθρημα μετακαρποφαλαγγικής άρθρωσης αντίχειρα δεξιάς άκρας χείρας όπου και του έγινε ανάταξη από ορθοπεδική ακινητοποίηση με τη βοήθεια γύψινου επιδέσμου για 5 εβδομάδες. Σχετικές ιατρικές αναφορές ημερομηνίας 11.04.10 ετοιμάστηκαν από τον επί καθήκον ιατρό καθώς επίσης σχετική ενυπόγραφη ιατρική βεβαίωση ημερομηνίας 16.04.10 συντάχτηκε από τον Δρ. Μεταξά. Στο μεταξύ ο ΜΚ2 μαζί με τον ΜΚ3 παρακαλούσαν για αρκετή ώρα ανεπιτυχώς τον κατηγορούμενο να εισέλθει στο αστυνομικό όχημα για να μεταφερθεί στα κρατητήρια του Κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού στην παρουσία του ΜΥ1 και της αδελφή του, Σοφίας Χατζηνεοφύτου με αποτέλεσμα και αφού πρώτα ο κατηγορούμενος αποκάλεσε τρεις φορές τον ΜΚ2 'γαϊδούρι' να χρησιμοποιηθεί η ανάλογη υπό τις περιστάσεις βία προκειμένου να επιτευχθεί ο πιο πάνω σκοπός με τον κατηγορούμενο να αντιδρά και να αντιστέκεται σε κάτι τέτοιο. Ακόμη δέχομαι ότι κατά την μεταφορά του στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Πάφου ο κατηγορούμενος εκστόμισε εναντίον του ΜΚ2 την φράση 'είσαι γαϊδούρι, γαμώ το κέρατο σου, θα ασκήσω βία και εν να σε πισκαλίσω.' Ακολούθως, την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 13:25-13:35 και 13:35-13:45 οι ΜΚ6 και ΜΚ4 που ήταν ο αστυνομικός εξεταστής της υπόθεσης κατηγόρησαν γραπτώς τον κατηγορούμενο με τις κατηγορίες που καταγράφονται στα Τεκμήρια 9 και 13 αντίστοιχα, τις οποίες ο κατηγορούμενος αρνήθηκε. Μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου αποτελούν και όλα αυτά που θα προσδιοριστούν πιο κάτω κατά την εξαγωγή συμπερασμάτων από το Δικαστήριο. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα: Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Προτού προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία ενός εκάστου αδικήματος που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μέσα από το παρόν κατηγορητήριο, θα ασχοληθώ με τη θέση του κατηγορουμένου ότι η σύλληψη του στο στάδιο που του λήφθηκε δείγμα εκπνοής για προκαταρκτικό έλεγχο αλκοόλης ήταν παράνομη. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο ΜΚ1 συνέλαβε αυτόφωρα τον κατηγορούμενο για τη διάπραξη του αδικήματος της οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος έχοντας καταναλώσει ποσότητα αλκοόλης, της οποίας η αναλογία στην εκπνοή ή το αίμα αυτού υπερέβαινε το καθορισθέν όριο (άρθρο 5 Ν.174/86). Η εξουσία ενός αστυνομικού οργάνου να συλλαμβάνει αυτόφωρα ένα πολίτη διέπεται από το άρθρο 14 του Κεφ.155, οι πρόνοιες του οποίου θα πρέπει να διαβάζονται, ερμηνεύονται και εφαρμόζονται υπό το φως των προνοιών του άρθρου 11
(3)του Συντάγματος. Στο κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας' του Α.Ν. Λοΐζου, σελίδα 73 τονίζεται ότι τα άρθρα 14 και 15 του Κεφ.155 που προνοούν σύλληψη προσώπου από αστυνομικό ή από άλλο πολίτη χωρίς ένταλμα σε ορισμένες περιπτώσεις θεωρούνται σε όση έκταση δίδουν την άσκηση αυτού του δικαιώματος με βάση την εύλογη υποψία ως αντίθετα προς το άρθρο 11
(3)του Συντάγματος. Αυτό σημαίνει ότι το άρθρο 14
(1)(α) του Κεφ.155 δεν εφαρμόζεται. Στην υπόθεση Kyriakides v. The Republic 1R.S.C.C.66 το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο δίδοντας τον ορισμό του όρου 'αυτόφωρο' εξήγησε ότι σημαίνει η διάπραξη του αδικήματος και η σύλληψη πρέπει να ακολουθούν η μια την άλλη χρονικά άμεσα και σε αλληλουχία ('directly in point of time and in sequence'). Η πιο πάνω αρχή επαναλαμβάνεται και μέσα από το κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Criminal Procedure in Cyprus' των Α.Ν. Λοΐζου και Γ.Μ. Πική, σελίδα 16 όπου σημειώνονται τα εξής: "The provisions of sections 14 and 15 of the Criminal Procedure Law, Cap.155, dealing, inter alia, with the power of a police officer and a private citizen to make an arrest on grounds of reasonable suspicion must be read and applied subject to the provisions of Article 11 of the Constitution and must be construed as reading that there is power to make an arrest without a warrant only where an offence is flagrantly committed before such a person." Το κρίσιμο ερώτημα που προκύπτει είναι κατά πόσο κατά το χρόνο της αυτόφωρης σύλληψης είχε διαπραχτεί στην παρουσία του ΜΚ1 ως αστυνομικού σε καθήκον το αδίκημα που περιέχεται στο άρθρο 5 του Ν.174/86 και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης έτσι ώστε να θεωρείται δικαιολογημένη η ενέργεια του ΜΚ1 να συλλάβει αυτόφωρα τον κατηγορούμενο και κατ' επέκταση νόμιμη η σύλληψη του δυνάμει του άρθρου 14
(1)(β) του Κεφ.
  1. Το αποτέλεσμα της προκαταρκτικής εξέτασης αποτελεί ένδειξη ότι δυνατό να διαπράχτηκε το αδίκημα αυτό. Το δείγμα αυτό είναι βοηθητικό για να επιβεβαιώσει ο ΜΚ1 την εύλογη υποψία του προτού προχωρήσει σε διερεύνηση, με τελική εξέταση, κατά πόσο ο κατηγορούμενος έχει διαπράξει το αδίκημα του άρθρου 5 του Ν.174/
  2. Η διάπραξη όμως του αδικήματος πραγματοποιείται, αναλόγως της επιβεβαίωσης ή όχι της ένδειξης της προκαταρκτικής εξέτασης, με το αποτέλεσμα που λαμβάνεται από την παροχή δειγμάτων τελικής εξέτασης με την μεταφορά του κατηγορουμένου σε χώρο όπου υπάρχει ο κατάλληλος τεχνικός εξοπλισμός για το σκοπό αυτό. Τα εδάφια
(1),
(2)και
(3)του άρθρου 7 του Ν.174/86 προνοούν τη λήψη δύο τέτοιων δειγμάτων με τον τρόπο, στο χρόνο και στον τόπο που ρητά περιγράφει προς το σκοπό διερεύνησης εάν έχει διαπραχτεί το αδίκημα αυτό. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε αυτόφωρα αμέσως μετά το αποτέλεσμα της προκαταρκτικής εξέτασης και προτού ακόμη μεταφερθεί στον κτίριο της Τροχαίας Πάφου για να δώσει δείγματα τελικής εξέτασης. Συνεπώς, από τα ενώπιον μου δεδομένα ο ΜΚ1 δεν είχε εξουσία τη δεδομένη εκείνη χρονική στιγμή να συλλάβει αυτόφωρα τον κατηγορούμενο επειδή τότε δεν είχε διαπραχτεί το αδίκημα του άρθρου 5 του Ν.174/
  1. Σχετική είναι η υπόθεση Τιμοθέου v. Αστυνομίας, Πολιτική Έφεση Αρ. 24/2012, ημερομηνίας 23.10.
  2. Συνεπώς, ο ΜΚ1 δεν είχε δικαίωμα και συνάμα εξουσία να συλλάβει, όπως ενέργησε, τον κατηγορούμενο για τη διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 5 του Ν.174/86 με αποτέλεσμα η σύλληψη του κατηγορουμένου να είναι, υπό τις περιστάσεις, παράνομη. Η ενέργεια του ΜΚ1 να οδηγήσει το όχημα του κατηγορουμένου στο κτίριο της Τροχαίας Πάφου για να δώσει δείγματα τελικής εξέτασης με τον τελευταίο να κάθεται στη θέση του συνοδηγού συνοδεύεται από την προγενέστερη ενέργεια του εν λόγω μάρτυρα να τον θέσει αυτόφωρα υπό σύλληψη. Παρά τα πιο πάνω, ο κατηγορούμενος ήταν στο στάδιο εκείνο φιλικός, ευγενικός, συνεργάσιμος και με τη θέληση του έδωσε το όχημα του στον ΜΚ1 να το οδηγήσει. Ο κατηγορούμενος όχι μόνο δέχτηκε αδιαμαρτύρητα να ακολουθήσει τον εν λόγω μάρτυρα στην Τροχαία Πάφου για να δώσει δείγματα τελικής εξέτασης αλλά ο ίδιος έδειχνε ότι συμφωνούσε να ολοκληρωθεί η διαδικασία στο κτήριο της Τροχαίας Πάφου. Η πιο πάνω συμπεριφορά του κατηγορουμένου ήταν τέτοια που ο ΜΚ1 δεν αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει την αυτόφωρη σύλληψη του για να τον θέσει υπό περιορισμό. Ο κατηγορούμενος μετέβηκε στην Τροχαία Πάφου χωρίς να φέρει χειροπέδες. Το καθεστώς αυτό ίσχυε μέχρι τη στιγμή που ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να δώσει δείγμα για τελική εξέταση. Μέχρι τη στιγμή της άρνησης του να δώσει δείγμα για τελική εξέταση, η συμπεριφορά της αστυνομίας, δεδομένης και της απόλυτης συνεργασίας του κατηγορουμένου, ήταν τέτοια που αντικειμενικά δεν μετέδωσε την εντύπωση ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν υπό κράτηση ή περιορισμό. Ούτε ο κατηγορούμενος αισθάνθηκε καθ' οιονδήποτε στιγμή μέχρι που αποφάσισε να εγκαταλείψει το χώρο που βρισκόταν ότι τελούσε υπό κράτηση ή περιορισμό. Η θέση αυτή επαληθεύεται από την αυθόρμητη κίνηση του κατηγορουμένου να φύγει από το κτίριο της Τροχαίας Πάφου, θεωρώντας έτσι ο ίδιος ότι μέχρι τη στιγμή εκείνη είχε επιλογή να εγκαταλείψει το χώρο στον οποίο βρισκόταν. Εξάλλου η εκδοχή του κατηγορουμένου ήταν ο ίδιος ήταν ήρεμος και ευγενικός με τον ΜΚ1 με τον οποίο συνεργάστηκε και ότι με τη θέληση του έδωσε το όχημα στον εν λόγω μάρτυρα για να μεταβεί στην Τροχαία Πάφου και να δώσει δείγματα για τελική εξέταση κατόπιν παράκλησης του ΜΚ1, επιβεβαιώνοντας έτσι ότι η συμπεριφορά της αστυνομίας ήταν τέτοια που ο κατηγορούμενος δεν αντιλήφθηκε ότι βρισκόταν υπό κράτηση ή περιορισμό αλλά ούτε και αισθάνθηκε κάτι τέτοιο μέχρι το σημείο που αποφάσισε να εγκαταλείψει το κτίριο της Τροχαίας Πάφου. Η ενέργεια του κατηγορουμένου να κατευθυνθεί προς την έξοδο του κτιρίου της Τροχαίας Πάφου αποτελεί εκδήλωση πρόθεσης του να αποχωρήσει από το χώρο εκείνο που βρισκόταν και κατ' επέκταση επιλογή του να ασκήσει το δικαίωμα του για ελεύθερη διακίνηση. Παράλληλα, η αντίδραση του ΜΚ1 να τον πληροφορήσει ότι θα μεταφερθεί στα κρατητήρια σε συνδυασμό με την ενέργεια του να φράξει το δρόμο του κατηγορουμένου προς την έξοδο προκειμένου να παρεμποδίσει την αποχώρηση του από το κτίριο της Τροχαίας Πάφου χρησιμοποιώντας την βοήθεια των ΜΚ2, ΜΚ3 και ΜΚ5 για να τον ακινητοποιήσει συνιστά παράνομη κράτηση και ταυτόχρονα παράνομο περιορισμό των κινήσεων του κατηγορουμένου καθότι δεδομένης της παράνομης αυτόφωρης σύλληψης δεν είχαν δικαίωμα και ταυτόχρονα στερούνταν εξουσίας για κάτι τέτοιο. Η παράνομη κράτηση και ο περιορισμός του κατηγορουμένου συνεχίστηκαν με την τοποθέτηση του στο περιπολικό της αστυνομίας και μεταφορά του στα αστυνομικά κρατητήρια οπότε και τερματίστηκαν με την απόλυση του. Το θέμα τώρα που χρήζει εξέτασης είναι κατά πόσο τα γεγονότα που επακολούθησαν είναι φυσική απόρροια της σύλληψης, κράτησης και του περιορισμού του κατηγορουμένου ή η συμπεριφορά που ο κατηγορούμενος επέδειξε είναι κάτι το ανεξάρτητο και η σύνδεση της με την σύλληψη, κράτηση και τον περιορισμό του δεν δικαιολογείται. Το ζήτημα είναι πραγματικό και θα κριθεί μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης και τα περιστατικά που την περιβάλουν. Σαφώς η παράνομη σύλληψη, περιορισμός και κράτηση του κατηγορουμένου δεν του δίδει το δικαίωμα να διαπράξει αδικήματα άλλα από αυτό για το οποίο παράνομα συνελήφθηκε. Οποιαδήποτε περί του αντιθέτου θέση θα ήταν άτοπη και λανθασμένη. Κλασσικό παράδειγμα που ενισχύει την ορθότητα της θέσης αυτής είναι η περίπτωση όταν κατηγορούμενος αισθανόμενος αδικημένος για παράνομη σύλληψη του πυροβολεί και σκοτώνει αστυνομικό που τον συνέλαβε. Σε καμία περίπτωση η παράνομη σύλληψη του τον απαλλάσσει από το αδίκημα που ακολούθως διέπραξε καθότι ουδεμία σχέση ή σύνδεση υπάρχει μεταξύ τους. Συνεπώς, η άσκηση νομοθετικών και/ή συνταγματικών δικαιωμάτων δεν δίδει κάλυψη σε κάποιο για να διαπράττει ποινικά αδικήματα. Η πληροφόρηση στον κατηγορούμενο ότι ένεκα της άρνησης του να δώσει δείγμα για τελική εξέταση θα μεταφερόταν στα κρατητήρια δικαιολογεί μια ειρηνική διαμαρτυρία από μέρους του. Η διεκδίκηση των νομίμων δικαιωμάτων του μπορούσε να γίνει από τον κατηγορούμενο ήρεμα και ήσυχα. Ο ίδιος, ως δικηγόρος που είναι, γνώριζε πολύ καλά τι ένδικα μέσα είχε στη διάθεση του καθώς και σε τι νομικά διαβήματα μπορούσε να είχε προβεί κατά τρόπο ήρεμο και ειρηνικό αλλά ταυτόχρονα αποτελεσματικό. Ωστόσο οτιδήποτε πέραν από τα πιο πάνω και συνάμα η επίδειξη εκφοβιστικής, ειρωνικής, μη ευπρεπούς και προσβλητικής στάσης από αυτόν έναντι μελών της αστυνομίας στην παρουσία άλλων ατόμων όχι μόνο δεν του παρέχει νέα ή επιπρόσθετα δικαιώματα αναφορικά με το ολίσθημα της αστυνομίας σε σχέση με την σύλληψη, κράτηση και περιορισμό του αλλά αντίθετα τον αφήνει νομικά ακάλυπτο. Με το ίδιο σκεπτικό ο κατηγορούμενος δεν νομιμοποιείται να κτυπήσει οποιοδήποτε αστυνομικό που εκείνη τη στιγμή βρισκόταν σε υπηρεσία στην προσπάθεια του έτσι να φύγει από το κτίριο της Τροχαίας Πάφου. Σπρωξίματα με τα χέρα και κλοτσήματα με τα πόδια σε 4 αστυνομικούς και παραπομπή δύο από αυτών στο νοσοκομείο είναι ενέργειες που αφήνουν τον κατηγορούμενο νομικά εκτεθειμένο. Στη βάση των πιο πάνω προχωρώ ευθύς να εξετάσω αν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των κατηγοριών που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μέσα από το παρόν κατηγορητήριο. Με την πρώτη και δεύτερη κατηγορία ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι διέπραξε το αδίκημα της επίθεσης που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη. Το αδίκημα αυτό διέπεται από το άρθρο 243 του Κεφ.154, το οποίο ρητά προνοεί κατά λέξη τα εξής: " Όποιος διαπράττει επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων." Μελέτη των προνοιών του πιο πάνω άρθρου καθιστά σαφές ότι τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) Ο κατηγορούμενος να επιτεθεί στον ΜΚ1 και/ή ΜΚ5 και (β) να προκαλέσει σε οποιοδήποτε από αυτούς πραγματική σωματική βλάβη. Επίθεση αποτελεί οιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή ακόμη και απερίσκεπτα ή αδιάφορα (recklessly) και δημιουργεί στον άλλο την αντίληψη ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλέπε R v. Venna [1975] 3 All E.R 788). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας από κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς την συγκατάθεση του. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το θύμα (βλέπε R. v. Rolphe [1953] 36 Cr. App. R. 4, Fagon v. Metropolitan Police Commissioner [1988] 3 All E.R. 445 και Archbold Pleading and Practice 39η έκδοση, παρ. 2634, σελ. 1071-1072), ούτε βέβαια και απαιτείται η πρόκληση οποιουδήποτε τραύματος για να συντελεστεί το αδίκημα. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί ακόμη και με ένα απλό άγγιγμα. Επομένως, το πεδίο εμβέλειας της επίθεσης καλύπτει τις αγγλικές νομικές έννοιες 'assault', που είναι η σκόπιμη ή απερίσκεπτη ή αδιάφορη πρόκληση αντίληψης στο θύμα για άσκηση άμεσης και παράνομης βίας εναντίον του και 'battery', που είναι η φυσική επαφή. Η δε πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης συντελείται με τη δημιουργία οποιουδήποτε τραύματος εξωτερικό ή εσωτερικό (συμπεριλαμβανομένης και υστερικής νευρικής κατάστασης) που επέρχεται ως αποτέλεσμα της επίθεσης. Στην υπόθεση Georghiades v. Police
(1985)2 C.L.R. 56 επιφανειακή εκδορά στο πρόσωπο με ερέθισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου 243 (βλέπε επίσης R. v. Miller
(1954)2 All E.R. 529 και Αστυνομία v. Ιωάννου
(1989)2 Α.Α.Δ. 61). Δεν χρειάζεται το τραύμα να είναι σοβαρό ή μόνιμου χαρακτήρα (βλέπε αγγλικό νομικό σύγγραμμα Archbold, 36η έκδοση, παρ. 2634). Στην παρούσα περίπτωση αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος έσπρωξε με τα χέρια του τους ΜΚ1 και ΜΚ5 όταν αυτοί μαζί με τους ΜΚ2 και ΜΚ3 του έφραξαν το δρόμο προς την έξοδο. Επίσης, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι όταν οι πιο πάνω αστυνομικοί επιχείρησαν να του περάσουν χειροπέδες ο κατηγορούμενος τους έσπρωχνε και τους κλωτσούσε. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος κτύπησε τον ΜΚ1 στο αριστερό χέρι του με μία από τις δύο χειροπέδες και παράλληλα κλώτσησε το δεξί χέρι του ΜΚ5 με το δεξί του πόδι Η αντιδραστική συμπεριφορά αυτή του κατηγορουμένου με τον τρόπο και την μορφή που περιγράφτηκε πιο πάνω αποτελεί επίθεση προς τους ΜΚ1 και ΜΚ
  1. Αμέσως μετά το πιο πάνω επεισόδιο, ως είναι εύρημα του Δικαστηρίου, τόσο ο ΜΚ1 όσο και ο ΜΚ5 επισκέφτηκαν το Γενικό Νοσοκομείο Πάφου όπου κατόπιν ιατρικής εξέτασης τους διαπιστώθηκε ότι ο μεν ο ΜΚ1 υπέστηκε εκδορά και μικρού βαθμού απώλεια δέρματος ονυχοφόρου φάλαγγας στο αριστερό παράμεσο δάχτυλο ενώ ο δε ΜΚ5 υπέστηκε εξάρθρημα μετακαρποφαλαγγικής άρθρωσης αντίχειρα δεξιάς άκρας χείρας όπου και του έγινε ανάταξη από ορθοπεδική ακινητοποίηση με τη βοήθεια γύψινου επιδέσμου για 5 εβδομάδες. Σε σχέση με τον τραυματισμό του ΜΚ1, η μαρτυρία του ιδίου που έγινε αποδεκτή σε συνάρτηση με την αμέσως μετά το επεισόδιο επίσκεψη του στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου και το ιατρικό συμπέρασμα για το τραύμα του χωρίς να αμφισβητηθεί από μέρους του κατηγορουμένου και στην απουσία οποιασδήποτε άλλης εκδοχής στη βάση συγκεκριμένων στοιχείων ως προς την αιτία πρόκλησης του τραύματος, με οδηγούν στο ασφαλές συμπέρασμα ότι συνεπεία της επίθεσης ο κατηγορούμενος προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη στον ΜΚ
  2. Όσον αφορά το τραύμα του ΜΚ2, το είδος, η μορφή, ο βαθμός και η έκταση αυτού δεν αμφισβητήθηκαν από τον κατηγορούμενο. Αυτό που ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε είναι ότι το τραύμα αυτό προϋπήρχε και για το οποίο ο ΜΚ5 είχε προγενέστερα τύχει εξέτασης και πάλι από το Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Ωστόσο ο ΜΚ7 δεν επιβεβαίωσε κάτι τέτοιο μελετώντας τον ιατρικό φάκελο του ΜΚ
  3. Ούτε όμως ο κατηγορούμενος παρουσίασε οποιαδήποτε χειροπιαστά στοιχεία που να τεκμηριώνουν τον εν λόγω ισχυρισμό του. Από την άλλη, η μαρτυρία του ΜΚ5 που έγινε αποδεκτή σε συνάρτηση με την αμέσως μετά το επεισόδιο επίσκεψη του στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου και το ιατρικό συμπέρασμα για το τραύμα και η απουσία οποιασδήποτε άλλης αποδεκτής μαρτυρίας που θα οδηγούσε σε διαφορετικό αποτέλεσμα ως προς την αιτία πρόκλησης του τραύματος, με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ως αποτέλεσμα της επίθεσης ο κατηγορούμενος προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη στον ΜΚ
  4. Τα πιο πάνω δεδομένα τεκμηριώνουν σωρευτικά στον απαιτούμενο βαθμό όλα τα συστατικά του εν λόγω αδικήματος. Στην τρίτη και τέταρτη κατηγορία ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι επιτέθηκε στους ΜΚ2 και ΜΚ3 που εκείνη τη στιγμή ήταν επί καθήκον αστυνομικοί. Με το αδίκημα αυτό ασχολείται το άρθρο 244(β) του Κεφ.154, το οποίο προνοεί τα εξής: " επιτίθεται ή αντιστέκεται ή εσκεμμένα παρεμποδίζει όργανο τήρησης της τάξης κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντός του ή άλλο που παρέχει συνδρομή σε τέτοιο όργανο τήρησης της τάξης." Από το περιεχόμενο του πιο πάνω άρθρου καθίσταται σαφές ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) Ο κατηγορούμενος επιτίθεται ή (β) αντιστέκεται ή εσκεμμένα παρεμποδίζει όργανο τήρησης της τάξης, (γ) κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντός του ή (δ) άλλο άτομο που παρέχει συνδρομή σε τέτοιο όργανο τήρησης της τάξης. Τα όσα αναφέρθηκαν προηγούμενος για το θέμα της επίθεσης ισχύουν και εδώ. Το ότι οι ΜΚ2 και ΜΚ3 κατά τον ουσιώδη χρόνο του κατηγορητηρίου ήταν επί καθήκον αστυνομικοί είναι ένα γεγονός που παρέμεινε αναντίλεκτο μέσα από την εκδίκαση της υπόθεσης. Παράλληλα, η συμπεριφορά του κατηγορουμένου να σπρώχνει και να κλωτσά τους ΜΚ2 και ΜΚ3 συνιστά επίθεση κατά των εν λόγω αστυνομικών οργάνων που εκείνη τη στιγμή βρίσκονταν σε εντεταλμένη υπηρεσία. Συνεπώς, πληρούνται σωρευτικά όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού. Στην πέμπτη κατηγορία ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι προέβαλε αντίσταση κατά της νομίμου συλλήψεως του. Σε σχέση με το αδίκημα αυτό, το οποίο πραγματεύεται το άρθρο 244(α) του Κεφ.154, το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει οποιαδήποτε αντίσταση ή αντίδραση του κατηγορουμένου κατά το χρόνο που αυτός συνελήφθηκε και συγκεκριμένα αμέσως μετά την προκαταρκτική εξέταση. Αντίθετα, αυτό που διαπιστώνεται είναι ότι ο κατηγορούμενος είχε ακολουθήσει τον ΜΚ1 στον αστυνομικό σταθμό για τελικό δείγμα μετά που του ανακοινώθηκε η σύλληψη του χωρίς οποιοδήποτε παράπονο ή αντίδραση. Το τι βέβαια διαδραματίστηκε στη συνέχεια είναι κάτι που δεν ανατρέπει την κατάληξη του Δικαστηρίου στο θέμα αυτό. Με την έκτη κατηγορία ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι προκάλεσε ανησυχία. Το εν λόγω αδίκημα διέπεται από το άρθρο 95 του Κεφ.154 και προνοεί τα εξής: " Όποιος χωρίς εύλογη αιτία προκαλεί θόρυβο ή ταραχή σε δημόσιο χώρο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να οδηγήσει σε ανησυχία τους περίοικους ή να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών μηνών." Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου καθίσταται αντιληπτό ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: (α) Ο κατηγορούμενος χωρίς εύλογη αιτία προκαλεί θόρυβο ή ταραχή, (β) σε δημόσιο χώρο, (γ) με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να οδηγήσει σε ανησυχία τους περίοικους ή (δ) να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης. Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση σημειώνω ότι αποτελεί εύρημα ότι όταν πληροφορήθηκε ότι διέπραξε το αδίκημα της άρνησης να δώσει τελικό δείγμα εκπνοής και ότι θα μεταφερόταν στα κρατητήρια ο κατηγορούμενος άρχισε να φωνάζει, να διαμαρτύρεται σε έντονο και δυνατό τόνο και ύφος προκαλώντας αναστάτωση θόρυβο και ταραχή έξω από το γραφείο παραπόνων και εξέτασης τροχαίων δυστυχημάτων στην παρουσία άλλων ατόμων και συνέχιζε να επιδεικνύει τέτοια συμπεριφορά παρόλο ότι τόσο ο ΜΚ1 όσο και οι άλλοι συνάδελφοι του ζήτησαν από αυτόν να ηρεμήσει και να σταματήσει να φωνάζει και να διαμαρτύρεται. Όπως φαίνεται από τα πιο πάνω, η συμπεριφορά του κατηγορουμένου, η οποία διασάλευσε την ειρήνη και διαπράχτηκε σε δημόσιο χώρο όπως είναι το κτίριο της Τροχαίας Πάφου στο οποίο το κοινό έχει ανά πάσα στιγμή πρόσβαση, στερείται εύλογης αιτίας. Ακόμη και αν θεωρηθεί ότι η συμπεριφορά αυτή του κατηγορουμένου εκδηλώθηκε λόγω της προσπάθειας των αστυνομικών να τον θέσουν υπό περιορισμό, αν και παράνομη, εντούτοις δεν δικαιολογείται έτσι ώστε να εκληφθεί ως απόρροια της παράνομης κράτησης του. Στη βάση αυτών στοιχειοθετούνται όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού. Μέσα από την έβδομη κατηγορία ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι διέπραξε το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης. Το εν λόγω αδίκημα διέπεται από το άρθρο 99 του Κεφ.154, οι διατάξεις του οποίου προνοούν ότι: " Όποιος, σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός μήνα ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εβδομήντα πέντε λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές." Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: (α) η εξύβριση ατόμου, (β) σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, (γ) με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση. Σε ότι αφορά τον 'δημόσιο χώρο' η έννοια του όρου οριοθετείται από το άρθρο 4 του Κεφ.154 που είναι το ερμηνευτικό πλαίσιο της εν λόγω νομοθεσίας και έχει επεξηγηθεί στην υπόθεση Ιωάννου v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 493, μέσα από τα οποία σημειώνεται πως 'δημόσιος χώρος' ή 'δημόσιο υποστατικό' περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτίριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης όπου το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής, καθώς και κτίριο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση. Σύμφωνα δε με το ίδιο άρθρο, 'δημόσια διάβαση' καλύπτει κάθε κύρια οδό, αγορά, πλατεία, οδό, γέφυρα ή άλλη διάβαση, που χρησιμοποιείται νόμιμα από το κοινό. Στην υπόθεση Αχιλλέως v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 98 αποφασίστηκε ότι το ερώτημα κατά πόσο συγκεκριμένη συμπεριφορά είναι υβριστική αποτελεί θέμα πραγματικό. Στις λέξεις που εκστομίζονται πρέπει να αποδίδεται το συνηθισμένο τους νόημα. Δεν χρειάζεται απόδειξη ότι προκλήθηκε οποιοσδήποτε παρευρισκόμενος να επιτεθεί. Είναι αρκετό ότι ήταν ενδεχόμενο από την εξύβριση να αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο. Επίσης, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ναταλία Καζίνα
(1999)2 Α.Α.Δ.503 υποδείχτηκε πως το κριτήριο είναι κατά πόσο ο μέσος λογικός άνθρωπος θα προκληθεί. Δεν χρειάζεται μαρτυρία ειδικού από την κατηγορούσα αρχή για να ερμηνεύσει την υβριστική φράση, δεδομένου ότι ο παραπονούμενος κατάλαβε τι του λέχθηκε και θεώρησε την φράση υβριστική. Όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Bolster ν. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 89, η εξύβριση στοιχειοθετείται όταν το χρησιμοποιηθέν υπό συνθήκες αντιπαράθεσης λεκτικό δεν είναι δυνατόν να εκληφθεί ως μη υβριστικό. Επομένως, η ακριβής λεκτική απόδοση των εκφρασθέντων στερείται οιασδήποτε ουσιώδους σημασίας. Ο Ποινικός Κώδικας δεν καθορίζει τι ακριβώς αποτελεί εξύβριση. Ως αναφέρθηκε πιο πάνω, το ζήτημα της εξύβρισης είναι πραγματικό και ως τέτοιο που είναι αποφασίζεται από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των γεγονότων της υπόθεσης και έχοντας υπόψη τις επικρατούσες απόψεις περί ηθικής και ευπρέπειας. Το κριτήριο που χρησιμοποιείται είναι αντικειμενικό και όπως ειπώθηκε στην αγγλική υπόθεση Brutus v. Cozens
(1972)2 ALL ER 1297: "An ordinary sensible man knows an insult when he sees or hears it." Στην παρούσα υπόθεση αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος εκστόμισε τις φράσεις "γαϊδούρι" και "είσαι γαϊδούρι, γαμώ το κέρατο σου, θα ασκήσω βία και εν να σε πισκαλίσω" προς το πρόσωπο του ΜΚ2. Το Δικαστήριο κρίνει ότι οι φράσεις που εκστόμισε ο κατηγορούμενος είναι υβριστικού περιεχομένου καθότι δεν φανερώνουν επίπεδο ευγένειας, ηθικής και ευπρέπειας από μέρους του. Δεν πρόκειται για φράσεις για τις οποίες κάποιος θα έπρεπε να νιώθει κολακευμένος όταν απευθύνονται προς το πρόσωπο του. Ο ΜΚ2 δικαιολογημένα όχι μόνο δεν ένιωσε κολακευμένος από τη συμπεριφορά αυτή του κατηγορουμένου αλλά αντίθετα αισθάνθηκε προσβεβλημένος και εξευτελισμένος εκλαμβάνοντας τις φράσεις που εκστομίστηκαν μειωτικές προς το πρόσωπο του προς το οποίο απευθύνθηκαν. Ως εκ τούτου, το πρώτο συστατικό στοιχείο έχει τεκμηριωθεί. Το περιστατικό αυτό, με βάση εύρημα του Δικαστηρίου, διαδραματίστηκε στο κτίριο της Τροχαίας Πάφου στην παρουσία άλλων ατόμων, πολιτών και αστυνομικών. Ο χώρος αυτός θεωρείται δημόσιος καθότι πρόκειται για μέρος που το κοινό έχει πρόσβαση. Συνεπώς, τεκμηριώνεται και το δεύτερο συστατικό στοιχείο. Αναφορικά με το τρίτο συστατικό στοιχείο, το περιεχόμενο των προαναφερόμενων φράσεων είναι τέτοιο που θα μπορούσε να προκαλέσει την άμεση αντίδραση οποιουδήποτε παρευρισκομένου στοιχειοθετώντας έτσι και το τρίτο συστατικό στοιχείο. Με την όγδοη κατηγορία ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι διέπραξε το αδίκημα της αλόγιστης ή επικίνδυνης οδήγησης. Τα συστατικά στοιχεία στοιχειοθέτησης του άρθρου αυτού περιέχονται στο άρθρο 7 του Ν.86/72 και αυτά είναι: (α) Ο κατηγορούμενος να οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα, (β) σε οδό, (γ) αλόγιστα, επικίνδυνα ή απερίσκεπτα για το κοινό, λαμβανομένων υπόψη της φύσεως, της καταστάσεως και της χρήσεως της οδού καθώς και του όγκου της τροχαίας που πραγματικά υπάρχει κατά τον δεδομένο χρόνο ή που εύλογα αναμενόταν να υπάρχει κατά το χρόνο εκείνο στην εν λόγω οδό. Στην παρούσα περίπτωση αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι εκείνο το πρωί το όχημα με αριθμούς εγγραφής KKF 154 οδηγείτο από τον κατηγορούμενο και εντοπίστηκε από τους επί καθήκον αστυνομικούς να κινείται πότε στη δεξιά και πότε στην αριστερή μεριά του δρόμου στη λεωφόρο Μακαρίου με κατεύθυνση την οδό Ταλάτ Ππασά στο Μούτταλλο της επαρχίας Πάφου. Ο τρόπος με τον οποίο εκείνη τη στιγμή κινείτο το συγκεκριμένο όχημα σε δρόμο που είναι λεωφόρος και που εύλογα αναμένεται εκείνη τη στιγμή να υπήρχε τροχαία εκεί σε συνδυασμό με τα πιο πάνω οδηγεί σε σωρευτική απόδειξη των συστατικών στοιχείων του αδικήματος αυτού. Με την ένατη κατηγορία ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι διέπραξε το αδίκημα της οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών. Το αδίκημα αυτό διέπεται από το άρθρο 9 του Ν.86/72, μελέτη του οποίου καθιστούν αντιληπτό ότι τα συστατικά στοιχεία αυτού είναι τα εξής: (α) Ο κατηγορούμενος οδηγεί ή αποπειράται να οδηγήσει μηχανοκίνητο όχημα, (β) σε οδό ή άλλο δημόσιο χώρο, (γ) τελεί υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών, ναρκωτικών ή φαρμάκων, (δ) κατά το χρόνο οδήγησης η ικανότητα του για ασφαλή οδήγηση είναι ελαττωμένη. Στην υπόθεση Σάββα v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 115 λέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι για να αποδειχτεί ότι κάποιος οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος δεν απαιτείται η προσκόμιση επιστημονικής μαρτυρίας. Όπως υποδείχτηκε ο επηρεασμός αποδεικνύεται και με μαρτυρία για ασταθή οδήγηση ή δυστύχημα στο οποίο δεν θα εμπλεκόταν κανονικός οδηγός μαζί με μαρτυρία για κατανάλωση οινοπνεύματος και περαιτέρω με μαρτυρία για την κατάσταση του οδηγού και πως αυτή οφείλεται σε οινόπνευμα και όχι σε ασθένεια. Στην παρούσα υπόθεση αποτελούν, ανάμεσα σ' άλλα, ευρήματα του Δικαστηρίου τα εξής: (α) Στις 11.04.10 και περί ώρα 03:35 ο κατηγορούμενος οδηγούσε πότε δεξιά και πότε αριστερά το όχημα με αριθμούς εγγραφής KKF 154 στη λεωφόρο Μακαρίου με κατεύθυνση την οδό Ταλάτ Ππασά στο Μούτταλλο της επαρχίας Πάφου. (β) Κατά τον πιο πάνω χρόνο ο κατηγορούμενος μύριζε έντονα αλκοόλ και η ομιλία του τραύλιζε, στοιχεία που εντόπισαν οι ΜΚ1 και ΜΚ2 που προσέγγισαν τον κατηγορούμενο όταν αυτός ακινητοποίησε το όχημα του κατόπιν έκκλησης από την αστυνομική μεγαφωνική. (γ) Το δείγμα εκπνοής για προκαταρκτική εξέταση που ο ΜΚ1 έλαβε από τον κατηγορούμενο έφερε ένδειξη 58mg αλκοόλης εις 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής. Όλα τα πιο πάνω ευρήματα σε συνδυασμό με την παραδοχή του κατηγορουμένου ότι αμέσως προηγουμένως της ανακοπής του οχήματος του έχει καταναλώσει οινοπνευματώδη ποτά, φανερώνουν με ασφάλεια ότι ο κατηγορούμενος τη δεδομένη εκείνη χρονική στιγμή τελούσε υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών και ταυτόχρονα η ικανότητα του να οδηγεί δεόντως ήταν μειωμένη. Συνεπώς, πληρούνται σωρευτικά όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού. Με τη δέκατη κατηγορία ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι διέπραξε το αδίκημα της άρνησης παροχής δείγματος εκπνοής για τελική εξέταση. Μελέτη του άρθρου 7
(4)του Ν.174/86 καθιστά αντιληπτό ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού είναι: (α) Ο κατηγορούμενος χωρίς εύλογη αιτία αρνείται ή αποφεύγει να παρέχει δείγμα τελικής εξέτασης, (β) όταν του ζητηθεί. Στην προκειμένη περίπτωση αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος μόλις του ζητήθηκε από τον ΜΚ1 να δώσει δείγμα για τελική εξέταση αρνήθηκε. Αποτελεί ακόμη εύρημα του Δικαστηρίου ότι προτού ζητηθεί από τον κατηγορούμενο να δώσει δείγμα τελικής εξέτασης, πληροφορήθηκε τυχόν άρνηση ή αποφυγή του να δώσει τέτοια δείγματα δυνατό να συνιστά ποινικό αδίκημα. Στη βάση αυτών έχει τόσο ικανοποιηθεί η υποχρεωτική νομοθετική προϋπόθεση του άρθρου 7
(5)όσο και έχουν σωρευτικά στοιχειοθετηθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού, όπως καθορίζονται μέσα από το άρθρο 7
(4)του Ν.174/86. Υπό το φως όλων των πιο πάνω, η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας σε σχέση με τις κατηγορίες 1, 2, 3, 4, 6, 7, 8, 9 και 10, στις οποίες ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος ενώ απέτυχε να το πράξει στην κατηγορία 5, στην οποία ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/I Final Judgment Αναφορά: Ποινικό/Επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη-Επίθεση κατά αστυνομικού οργάνου τηρήσεως της τάξης κατά τη δέουσα εκτέλεση του καθήκοντος του-Αντίσταση κατά νομίμου σύλληψης-Ανησυχία-Δημόσια Εξύβριση-Τροχαία Αδικήματα/Τελική Απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.