Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Π&Π ΔΙΟΓΕΝΟΥΣ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 13457/2011, 30/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B122 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13457/2011 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v.
- Π&Π ΔΙΟΓΕΝΟΥΣ ΛΙΜΙΤΕΔ
- ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΔΙΟΓΕΝΟΥΣ
- ALI HMIDI Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 30.06.14 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Σ. Συμεού (η κα Παπασάββα για ν' ακούσει απόφαση Για Κατηγορουμένους 1, 2 & 3: κος Ε. Κορακίδης Κατηγορούμενοι 2 & 3: παρόντες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Έκαστος από τους κατηγορουμένους 1 και 2 αντιμετωπίζει κατηγορία παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού κατά παράβαση του άρθρου 14Β του Κεφ.105 μετά των συναφών τροποποιήσεων (πρώτη και δεύτερη κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, τόσο κατηγορούμενος 1 όσο και ο κατηγορούμενος 2 κατηγορούνται ότι στις 12.10.11 στο πρατήριο καυσίμων με την ονομασία "Agip" που βρίσκεται στη λεωφόρο Μεσόγης στην Πάφο εργοδοτούσαν παράνομα τον κατηγορούμενο 3 χωρίς άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Ο δε κατηγορούμενος 3 αντιμετωπίζει κατηγορίες παράνομης απασχόλησης και παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά παράβαση των άρθρων 2, 6, 19 και 20 του Κεφ.105 (τρίτη και τέταρτη κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, ο κατηγορούμενος 3 κατηγορείται ότι, ενώ είναι αλλοδαπός από τη Συρία που αφίχθηκε στην Κύπρο στις 12.12.03 με άδεια παραμονής και εργασίας στην κατηγορούμενη 1 εταιρεία στην Πάφο και στη συνέχεια στις 02.02.10 τέλεσε γάμο με ευρωπαία υπήκοο από τη Βουλγαρία και στις 07.07.10 υπέβαλε αίτηση για να εγγραφεί ως σύζυγος ευρωπαίας πολίτιδος αλλά η αίτηση του απορρίφθηκε στις 05.05.11 και τα στοιχεία του βρίσκονται στον κατάλογο των αναζητουμένων προσώπων από τις 09.03.11 ως ένα από αυτά, έκτοτε παρέμεινε παράνομα στην Κύπρο χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή ενώ στις 12.10.11 εργαζόταν παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία για λογαριασμό των κατηγορουμένων 1 και
- Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής ακούστηκε μαρτυρία από ένα μάρτυρα και συγκεκριμένα από την Ανδρούλλα Χριστοφόρου (ΜΚ1), λειτουργό στο Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Παράλληλα, προσκομίστηκε μία επιστολή ημερομηνίας 15.04.14 από το Τμήμα Μετανάστευσης του Υπουργείου Εσωτερικών ως Τεκμήριο 1 και ένα γραπτό μήνυμα ημερομηνίας 09.03.11 από μέρους της αστυνομίας ως Τεκμήριο 'Α' προς αναγνώριση. Περαιτέρω, κατά την παρουσίαση της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής δηλώθηκαν εκ συμφώνου από τα μέρη ως παραδεκτά γεγονότα ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο του κατηγορητηρίου ο κατηγορούμενος 3 προσελήφθηκε από τον κατηγορούμενο 2 και εργοδοτείτο από την κατηγορούμενη 1 εταιρεία, της οποίας διευθυντής είναι ο κατηγορούμενος 2, ο οποίος και ενεργούσε για σκοπούς αυτής της εργοδότησης. Τα εν λόγω παραδεκτά γεγονότα εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, όπως προκύπτει από την μαρτυρία της προαναφερόμενης μάρτυρας, συνοψίζεται ως εξής: Στην κυρίως εξέταση της η εν λόγω μάρτυρας ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι ο κατηγορούμενος 3 αποτάθηκε στο αρμόδιο κυβερνητικό τμήμα ως σύζυγος ευρωπαίας πολίτη υποβάλλοντας σχετική αίτηση αλλά όταν μέλη της υπηρεσίας αλλοδαπών και μετανάστευσης μετέβησαν να ελέγξουν την εγκυρότητα του γάμου δεν τον εντόπισαν στην δηλωμένη διεύθυνση του. Σύμφωνα με την μάρτυρα αυτή, ως αποτέλεσμα του πιο πάνω η αίτηση του κατηγορουμένου 3 απορρίφτηκε και προς ενημέρωση του αποστάληκε σχετική επιστολή, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1, χωρίς όμως να γνωρίζει αν έχει παραληφθεί από το εν λόγω κατηγορούμενο αλλά ούτε να έχει επιστραφεί πίσω στην υπηρεσία από όπου αποστάληκε. Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας αυτή δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως η ευρωπαία σύζυγος του κατηγορουμένου 3 εγγράφηκε σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία στις 07.07.10 ενώ την ίδια ημέρα ο κατηγορούμενος 3 υπέβαλε αίτηση για να του χορηγηθεί δελτίο διαμονής ως σύζυγος ευρωπαίας πολίτη. Εκείνη την ημέρα, στα πλαίσια εξέτασης της αίτησης του, ο κατηγορούμενος 3 υπέβαλε διάφορα έγγραφα όπως το έντυπο MU2, αντίγραφο του διαβατηρίου του, αντίγραφο βεβαίωσης εγγραφής του ευρωπαίου πολίτη, βεβαίωση συμβίωσης του ζεύγους από τον κοινοτάρχη, το πιστοποιητικό γάμου, χαρτί ελευθερίας και των δύο και το συμβόλαιο της κατοικίας που κατοικούν. Κατόπιν επιστολής ημερομηνίας 03.12.10 από την υπηρεσία αλλοδαπών μετανάστευσης, ο κατηγορούμενος 3 προσκόμισε ακόμη έγγραφα που να αποδεικνύουν την εργοδότηση του καθώς επίσης και απόδειξη πληρωμής εισφορών στα ταμεία κοινωνικών ασφαλίσεων για την περίοδο που εργαζόταν με δηλωμένο εργοδότη του την κατηγορούμενη 1 εταιρεία. Η αίτηση του απορρίφθηκε στις 05.05.11 αλλά η επιστολή συντάχθηκε στις 26.04.
- Με βάση το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 η αίτηση του κατηγορουμένου 3 απορρίφθηκε επειδή κατόπιν εξετάσεων της υπηρεσίας μετανάστευσης διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος 3 δεν διέμενε στην διεύθυνση που τους είχε δηλώσει. Η εν λόγω μάρτυρας δεν γνωρίζει ποιος έλαβε την απόφαση. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως εισηγήθηκε, με βάση το άρθρο 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον όλων των κατηγορουμένων στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν και ότι το Δικαστήριο πρέπει να τους αθωώσει σε αυτό το στάδιο. Είναι η θέση του εν λόγω συνηγόρου ότι εφόσον ο κατηγορούμενος 3 υπέβαλε τη σχετική αίτηση και προσκόμισε τα έγγραφα που το άρθρο 12
(1)του Ν.7(Ι)/2007 απαιτεί, η αρμόδια αρχή δεν είχε δικαίωμα να απαιτήσει την προσκόμιση περαιτέρω εγγράφων ενώ παράλληλα θα έπρεπε να είχε συμμορφωθεί με την χρονική προθεσμία των 6 μηνών εκδίδοντας το δελτίο διαμονής, το οποίο απλά πιστοποιεί δικαίωμα διαμονής χωρίς έτσι η έκδοση του να αποτελεί προϋπόθεση για τη διαμονή ενός μέλους της οικογένειας ευρωπαίου πολίτη. Σύμφωνα με τον κύριο Κορακίδη, η ιδιότητα του κατηγορουμένου 3 ως συζύγου πολίτη ευρωπαίας πολίτη η οποία είχε εξασφαλίσει βεβαίωση εγγραφής στην Κυπριακή Δημοκρατία του έδιδε δικαίωμα διαμονής στην Κύπρο και αφού είχε ένα τέτοιο δικαίωμα τότε δυνάμει του άρθρου 21 του Ν.7(Ι)/2007 είχε δικαίωμα να αναλαμβάνει μισθωτή ή μη μισθωτή δραστηριότητα. Όσον αφορά το Τεκμήριο 1, είναι η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι δεν έχουν προσκομιστεί στοιχεία που να καταδεικνύουν λήψη απόφασης για απόρριψη της αίτησης του κατηγορουμένου 3 αλλά ούτε και στοιχεία που να δείχνουν αποστολή του. Ο δε λόγος που προβάλλεται στο Τεκμήριο 1 όχι μόνο δεν υποστηρίχτηκε από την κατηγορούσα αρχή αλλά απορρίφτηκε. Καταλήγοντας ο κύριος Κορακίδης ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχτηκε η διάπραξη των αδικημάτων από τους κατηγορουμένους 1, 2 και 3. Από την άλλη ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι μέσα από τη μαρτυρία που προσκομίστηκε έχουν αποδειχτεί όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων του κατηγορητηρίου και γι' αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να καλέσει όλους τους κατηγορουμένους 1, 2 και 3 σε απολογία στις εν λόγω κατηγορίες. Μέσα από τη δική του νομική επιχειρηματολογία ο κύριος Συμεού ευσεβάστως επισήμανε ότι υπό το φως των παραδεκτών γεγονότων το μόνο ζήτημα που χρήζει εξέτασης είναι αν η εργοδότηση ήταν παράνομη. Η μη συμμόρφωση του κατηγορουμένου 3 με τις οδηγίες εγγραφής ως συζύγου ευρωπαίας πολίτη οδήγησε στην απόρριψη της αίτησης του, γεγονός που του κοινοποιήθηκε με την αποστολή σχετικής επιστολής. Όπως ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ευσεβάστως εισηγήθηκε, έχουν αποδειχτεί όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων για τα οποία οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται και ως εκ τούτου δικαιολογείται η κλήση τους σε απολογία. Πλήρης έκταση των όσο ανέφεραν για υποστήριξη των θέσεων τους αμφότεροι οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους έχουν καταγραφεί στα πρακτικά και αποτελούν μέρος του φακέλου της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους από το Δικαστήριο και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί στην παρούσα απόφαση επειδή κάτι τέτοιο δεν εξυπηρετεί κανένα πρακτικό σκοπό. Αναφορικά με την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν το θέμα έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 C.L.R 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
- Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
- Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
- Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή υποκειμενική αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του αλλά περιορίζεται σε αντικειμενική και προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και να έχει ως αντικειμενικό έρεισμα ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα, χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που έχει δοθεί με την συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. (βλέπε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας και άλλος
(2000)2 Α.Α.Δ. 191, Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 και Γενικός Εισαγγελέας v. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Χαρακτηριστικό ακόμη είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείνει η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας". Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως" υποδηλώνει, η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως δηλαδή μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας." Ως προς τον βαθμό απόδειξης που πρέπει να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: "Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. ............................. Στην υπόθεση R ν. Hipson
(1969)Cr. L.R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η κατηγορούσα αρχή." Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Δράκου κ.α., Ποινικές Εφέσεις 5-9/2012 ημερομηνίας 11.12.12 (απόφαση πλειοψηφίας) έγινε ανασκόπηση της νομολογίας αναφορικά με το εκ πρώτης όψεως στάδιο. Μία από τις υποθέσεις στην οποία γίνεται αναφορά είναι η αγγλική υπόθεση R v. Galbraith
(1981)2 All E.R. 1060 στην οποία με το πιο κάτω απόσπασμα καταγράφεται η προσέγγιση που καλείται το Δικαστήριο να υιοθετήσει στο στάδιο ολοκλήρωσης της παρουσίασης της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής: "How then should be judge approach a submission of ´no case´?
(1)If there is no evidence that the crime alleged has been committed by the defendant, there is no difficulty. The judge will of course stop the case.
(2)The difficulty arises where there is some evidence but it is of a tenuous character, for example because of inherent weakness or vagueness or because it is inconsistent with other evidence. (
- a)Where the judge comes to the conclusion that the prosecution evidence, taken at its highest, is such that a jury properly directed could not properly convict upon it, it is his duty, upon a submission being made, to stop the case. (
- b)Where however the prosecution evidence is such that its strength or weakness depends on the view to be taken of a witness´s reliability, or other matters which are generally speaking within the province of the jury and where on one possible view of the facts there is evidence upon which a jury could properly come to the conclusion that the defendant is guilty, then the judge should allow the matter to be tried by the jury." Η υιοθέτηση της πιο πάνω αγγλικής υπόθεσης στην κυπριακή νομολογία (Azinas et al v. Police
(1981)2 CLR 9, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191) την κατέστησε καθοδηγητική αυθεντία. Ειδικότερα στην υπόθεση Παναγιώτου ν. Αστυνομίας και άλλος
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, που δεν είναι η θέση των εφεσειόντων επί του προκειμένου, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί." Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, θα εξετάσω κατά πόσο οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 θα πρέπει να κληθούν σε απολογία για τις κατηγορίες που έκαστος από αυτούς αντιμετωπίζει στη βάση της προσκομισθείσας από την κατηγορούσα αρχή μαρτυρίας αντικειμενικά ιδωμένη, χωρίς να υπεισέρχομαι σε κρίση επί της αξιοπιστίας αυτής και δίχως να καταλήγω σε οποιαδήποτε ευρήματα και συμπεράσματα. Σύμφωνα με την τέταρτη κατηγορία, ο κατηγορούμενος 3 κατηγορείται ότι διέμενε παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το αδίκημα αυτό περιέχεται στο άρθρο 19
(1)(λ) του Κεφ.105, οι διατάξεις του οποίου προνοούν τα εξής: "19.—
(1)Πρόσωπο το οποίο — (λ) αφού έχει εισέλθει στη Δημοκρατία ως προσωρινός κάτοικος για περιορισμένη περίοδο παραμένει στη Δημοκρατία μετά την εκπνοή της περιόδου αυτής χωρίς να έχει εξασφαλίσει άδεια από τον Διευθυντή·" Μελέτη του πιο πάνω άρθρου καθιστά αντιληπτό ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα εξής: (α) Ο κατηγορούμενος 3 εισέρχεται στην Κυπριακή Δημοκρατία, (β) ως προσωρινός κάτοικος, (γ) για περιορισμένη περίοδο, (δ) παραμένει στο νησί μετά την εκπνοή της περιόδου αυτής, (ε) χωρίς να έχει εξασφαλίσει άδεια από την αρμόδια αρχή. Αντικειμενική θεώρηση της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής καταδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος 3 εισήλθε στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας ως προσωρινός κάτοικος για περιορισμένη περίοδο έχοντας προηγουμένως εξασφαλίσει άδεια παραμονής και εργασίας στην κατηγορούμενη
- Στην πορεία ο κατηγορούμενος 3 νυμφεύτηκε με ευρωπαία πολίτη και αφού η σύζυγος του εγγράφηκε στην Κύπρο ως ευρωπαία πολίτης ο ίδιος υπέβαλε αίτηση για χορήγηση δελτίου διαμονής δυνάμει των άρθρων 11 και 12 του Ν.7(Ι)/2007, ο οποίος ουσιαστικά κωδικοποιεί τις διατάξεις της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2004/38ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29ης Απριλίου
- Ωστόσο ενώπιον μου ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε που εκ πρώτης όψεως να καταδεικνύει ότι προτού ο κατηγορούμενος 3 τελέσει τον γάμο του με την ευρωπαία σύζυγο του η περίοδος που αρχικά του είχε χορηγηθεί είχε εκπνεύσει. Παράλληλα, η κατηγορούσα αρχή δεν παρουσίασε μαρτυρία που να δείχνει ότι όντως λήφθηκε απόφαση από αρμόδιο όργανο σε σχέση με την αίτηση του κατηγορουμένου
- Πέραν και ανεξαρτήτως όμως αυτού η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να προσκομίσει σαφή και θετική μαρτυρία που τείνει να καταδείξει πότε ακριβώς λήφθηκε τέτοια απορριπτική απόφαση. Από τη μία η κατάθεση του Τεκμηρίου 1 ημερομηνίας 26.04.11 που αναφέρει ότι η αίτηση του κατηγορουμένου 3 απορρίφτηκε επειδή δεν εντοπίστηκε στη διεύθυνση που είχε δηλώσει στην αρμόδια αρχή και από την άλλη η μαρτυρία της ΜΚ1 ότι η αίτηση του κατηγορουμένου 3 τελικά απορρίφθηκε στις 05.05.11 ένεκα μη γνησιότητας του γάμου οδηγεί σε αλληλοαναίρεση τους και μόνο σύγχυση προκαλεί τόσο σε σχέση με τον λόγο της κατ' ισχυρισμό απορριπτικής απόφασης όσο και με το χρόνο που αυτή κατ' ισχυρισμό λήφθηκε, χωρίς παράλληλα να προσκομίζεται οποιοδήποτε αποδεικτικό υλικό αναφορικά με την αποστολή τέτοιας γραπτής κοινοποίησης είτε στις 26.04.11 είτε στις 05.05.
- Μπροστά σε αυτά τα δεδομένα καταδεικνύεται ότι δεν έχει ληφθεί οποιαδήποτε απορριπτική απόφαση στην αίτηση του κατηγορουμένου 3 ως μέλους οικογένειας ευρωπαίας πολίτη και εν πάσει περιπτώσει καμία απόφαση της αρμόδιας αρχής φαίνεται να έχει κοινοποιηθεί γραπτώς στον κατηγορούμενο 3 για να αποφάσιζε κατά πόσο θα την προσέβαλλε. Αυτό σημαίνει ότι ο κατηγορούμενος 3 δεν έλαβε γνώση της απορριπτικής απόφασης στην αίτηση του. Χωρίς καθ' οιονδήποτε τρόπο να κρίνω την ορθότητα ή νομιμότητα μιας τέτοιας απόφασης από την αρμόδια αρχή ακόμη και απόφαση να θεωρηθεί ότι υπάρχει από την αρμόδια αρχή αυτή εξόφθαλμα φαίνεται να μην είναι τελεσίδικη ένεκα της πασιφανούς απουσίας στοιχείων που να αποδεικνύουν την αποστολή της στον κατηγορούμενο
- Η νομολογία υποδεικνύει ότι από τη στιγμή που το επηρεαζόμενο και άμεσα ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν λαμβάνει τέτοια γνώση τότε δεν είναι δυνατό να επέλθουν έννομα αποτελέσματα (Δήμος Παραλιμνίου v. Κακουλλή
(2010)3 Α.Α.Δ. 173 και Zaharjevic v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2011)3 Α.Α.Δ. 56). Έτσι και στη δική μας περίπτωση ακόμη και να θεωρηθεί ότι εκδόθηκε απόφαση η μη κοινοποίηση της στον κατηγορούμενο 3 σημαίνει ότι αυτός δεν έλαβε γνώση του περιεχομένου της και έτσι αυτή δεν επέφερε έννομα αποτελέσματα. Ως εκ τούτου, η τέταρτη κατηγορία εξ' αντικειμένου δεν στοιχειοθετείται. Στην τρίτη κατηγορία ο κατηγορούμενος 3 κατηγορείται ότι διέπραξε το αδίκημα της παράνομης απασχόλησης. Το αδίκημα αυτό διέπεται από το άρθρο 19
(1)(κ) του Κεφ.105 και ρητά αναφέρει τα πιο κάτω: "19.—
(1)Πρόσωπο το οποίο — (μ) αν και είναι κάτοχος άδειας που χορηγήθηκε βάσει του Νόμου αυτού ή οποιωνδήποτε Κανονισμών που εκδόθηκαν βάσει αυτού, παραβαίνει οποιοδήποτε όρο ή προϋπόθεση που περιέχεται σε τέτοια άδεια ή αναλαμβάνει οποιοδήποτε είδος εργασίας χωρίς να έχει εξασφαλίσει την άδεια του Διευθυντή δυνάμει του Κανονισμού 11 των περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Κανονισμών·" Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) Ο κατηγορούμενος 3 είναι κάτοχος άδειας που του χορηγήθηκε βάσει νομοθεσίας ή κανονισμών και (β) παραβαίνει οποιοδήποτε όρο ή προϋπόθεση που περιέχεται σε τέτοια άδεια ή (γ) αναλαμβάνει οποιοδήποτε είδος εργασίας χωρίς να έχει εξασφαλίσει την άδεια της αρμόδιας αρχής. Στην προκειμένη περίπτωση είναι παραδεκτό γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 3 εργαζόταν στην υπηρεσία της κατηγορουμένης 1 εταιρείας ως εργοδοτούμενος της. Ο γάμος του με ευρωπαία πολίτη του παρέχει το δικαίωμα και ταυτόχρονα την υποχρέωση να εγγραφεί στο Αρχείο Πληθυσμού εντός προθεσμίας 4 μηνών από την ημερομηνία άφιξης του στην Κύπρο (άρθρο 11
(2)(α) Ν.7(Ι)/2007). Δεν έχω οποιαδήποτε στοιχεία που να δείχνουν εκ πρώτης όψεως ότι η αίτηση του κατηγορουμένου 3 ημερομηνίας 07.07.10 υπεβλήθηκε εκπρόθεσμα με βάσει τον πιο πάνω χρονικό περιορισμό του Ν.7(Ι)/2007. Από εκεί και πέρα η διαμονή του κατηγορουμένου 3, ως μέλος της οικογένειας πολίτη της Ένωσης που δεν είναι υπήκοος κράτους μέλους, πιστοποιείται με τη χορήγηση δελτίου διαμονής το οποίο εκδίδεται από την αρμόδια αρχή κατόπιν σχετικής αίτησης το αργότερο εντός 6 μηνών από την υποβολή της αίτησης (άρθρο 12
(1)Ν.7(Ι)/2007). Με βάση το άρθρο 12
(2)του Ν.7(Ι)/2007 το δελτίο διαμονής χορηγείται εφόσον:
(1)καταβληθεί τέλος €20,00 και
(2)προσκομιστούν τα εξής έγγραφα - (α) διαβατήριο που βρίσκεται σε ισχύ, (β) έγγραφο το οποίο πιστοποιεί την ύπαρξη δεσμού συγγένειας, (γ) τη βεβαίωση εγγραφής του πολίτη της Ένωσης στην Κυπριακή Δημοκρατία. Στην παρούσα υπόθεση υπάρχει μαρτυρία από την ΜΚ1 ότι ο κατηγορούμενος 3 προσκόμισε όλα τα προαναφερόμενα έγγραφα ενώ παράλληλα δεν υπάρχει μαρτυρία ότι δεν έχει καταβάλει το τέλος των €20,00. Χωρίς καθ' οιονδήποτε τρόπο να κρίνεται επί της ουσίας της η ορθότητα και/ή νομιμότητα οποιασδήποτε ενέργειας ή απόφασης της αρμόδιας αρχής, ο κατηγορούμενος 3 φαίνεται να πληροί τις προϋποθέσεις της προαναφερόμενης νομοθεσίας που του επιτρέπει την χορήγηση δελτίου εγγραφής υπό το καθεστώς της αίτησης. Επιπλέον, υπάρχει μαρτυρία από την ΜΚ1 που καταδεικνύει ότι η ευρωπαία σύζυγος του κατηγορουμένου 3 προχώρησε στην εγγραφή της στο Αρχείο Πληθυσμού εξασφαλίζοντας σχετική βεβαίωση εγγραφής της (άρθρο 10
(1)και
(2)του Ν.7(Ι)/2007). Στην απουσία οποιασδήποτε σαφούς και θετικής μαρτυρίας περί ύπαρξης εικονικού γάμου από τον κατηγορούμενο 3 και δίχως να εξετάζω ή να κρίνω επί της ουσίας την ορθότητα και/ή νομιμότητα οποιασδήποτε ενέργειας ή απόφασης της αρμόδιας αρχής, ο κατηγορούμενος 3 φαίνεται να δικαιούται διαμονής στην Κυπριακή Δημοκρατία και ως αποτέλεσμα δικαιώματος διαμονής μέσω της χορήγησης δελτίου διαμονής από την αρμόδια αρχή να δικαιούται να απασχολείται με την ανάληψη είτε μισθωτής είτε μη μισθωτής δραστηριότητας (άρθρο 21 του Ν.7(Ι)/2007). Παρά τα πιο πάνω διαφαινόμενα δικαιώματα του, τα οποία ενυπάρχουν και απορρέουν μέσα από την κείμενη νομοθεσία, χωρίς πάντοτε να κρίνεται επί της ουσίας της η ορθότητα και/ή νομιμότητα οποιασδήποτε ενέργειας ή απόφασης της αρμόδιας αρχής, το δικαίωμα απασχόλησης του κατηγορουμένου 3 μέσω ανάληψης είτε μισθωτής είτε μη μισθωτής δραστηριότητας ασκείται εφόσον του χορηγηθεί το δελτίο διαμονής έστω και αν αυτό έχει ρόλο πιστοποίησης για τη διαμονή του. Η πιστοποίηση είναι είδος άδειας και μορφή ελέγχου τέτοιου δικαιώματος. Γι' αυτό άλλωστε το δελτίο εγγραφής που για να χορηγηθεί θα πρέπει να πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 12
(2)του Ν.7(Ι)/2007, έχει καθορισμένη διάρκεια ισχύος και σε περίπτωση εξασφάλισης του απαιτείται η υποβολή σχετικής αίτησης. Στην παρούσα υπόθεση καλώς ή κακώς, χωρίς να εξετάζεται ή να κρίνεται επί της ουσίας η ορθότητα και/ή νομιμότητα οποιαδήποτε ενέργειας ή απόφασης της αρμόδιας αρχής, κατά τον ουσιώδη χρόνο του κατηγορητηρίου ο κατηγορούμενος 3 προσελήφθηκε από τον κατηγορούμενο 2, διευθυντή της κατηγορουμένης 1 εταιρείας, η οποία εργοδοτούσε τον κατηγορούμενο 3 χωρίς προηγουμένως έστω να εξασφαλίσει τυπικά την άδεια της αρμόδιας αρχής μέσω της παροχής του δελτίου διαμονής. Ως εκ τούτου, υπάρχει τέτοια μαρτυρία από μέρους της κατηγορούσας αρχής που εκ πρώτης όψεως στοιχειοθετεί το αδίκημα αυτό. Η κατηγορούμενη 1 εταιρεία κατηγορείται ότι διέπραξε το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης που είναι το αντικείμενο που πραγματεύεται η πρώτη κατηγορία του κατηγορητηρίου. Το εν λόγω αδίκημα διέπεται από το άρθρο 14Β του Κεφ.105 με τις διατάξεις του εδαφίου
(1)αυτού να αναφέρουν τα εξής: "
(1)Η εργοδότηση αλλοδαπού χωρίς την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια ή η εργοδότηση κατά παράβαση των όρων άδειας εργοδότησης ή η εργοδότηση κατά παράβαση οποιουδήποτε άλλου νόμου ή κανονισμού, συνιστά αδίκημα τιμωρούμενο με ποινή φυλάκισης μέχρι τρία χρόνια ή με χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο αυτές ποινές." Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) Η κατηγορούμενη 1 εταιρεία εργοδοτεί, (β) τον κατηγορούμενο 3, (γ) χωρίς την απαιτούμενη από το νόμο άδεια ή (δ) κατά παράβαση των όρων άδειας εργοδότησης ή (ε) κατά παράβαση νόμου ή κανονισμού. Μέσα από αντικειμενική θεώρηση της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής παρατηρώ ότι υπάρχει επαρκής μαρτυρία που εκ πρώτης όψεως αποδεικνύει την κατηγορία αυτή. Περαιτέρω, για το ίδιο αδίκημα αλλά με την ταυτότητα του συνεργού στη διάπραξη του αδικήματος της παράνομης εργοδότησης δυνάμει του άρθρου 20 του Κεφ.154 φαίνεται να κατηγορείται ο κατηγορούμενος 2 στην δεύτερη κατηγορία ως αυτουργός. Δεδομένων των παραδεκτών γεγονότων, η μη ρητή αναφορά στην ιδιότητα του κατηγορουμένου 2 ως συνεργού μέσα από τις λεπτομέρειες της δεύτερης κατηγορίας δεν επηρεάζει οποιαδήποτε δικαιώματα ή συμφέροντα του (Ajini και άλλης v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 319). Επίσης το ότι το άρθρο 20 του Κεφ.154 δεν αναφέρεται στο κατηγορητήριο δεν αποτελεί οποιαδήποτε παρατυπία επειδή, όπως λέχθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9) το άρθρο αυτό δεν δημιουργεί αφεαυτού αδίκημα, απλώς καθορίζει του τρόπους πραγμάτωσής του. Τα όσα ανάφερα για τον κατηγορούμενο 1 σε σχέση με την παράνομη εργοδότηση ισχύουν και για τον κατηγορούμενο 2 με την προσθήκη ότι με βάση τα παραδεκτά γεγονότα κατά τον ουσιώδη χρόνο του κατηγορητηρίου ο κατηγορούμενος 3 προσελήφθηκε από τον κατηγορούμενο 2, διευθυντή της κατηγορουμένης 1 εταιρείας, η οποία εργοδοτούσε τον κατηγορούμενο 3, τον οποίο και απασχολούσε χωρίς την εκ των προτέρων εξασφάλιση άδειας από την αρμόδια αρχή. Συνεπώς, προκαταρκτική θεώρηση της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής φανερώνει ότι υπάρχει επαρκής μαρτυρία που εκ πρώτης όψεως αποδεικνύει την κατηγορία αυτή. Παράλληλα, το Δικαστήριο δεν θεωρεί πως η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, εξ' όψεως και αντικειμενικά εξεταζόμενη, στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή. Υπό το φως των πιο πάνω δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου 3 στην τέταρτη κατηγορία και ως εκ τούτου αθωώνεται και απαλλάσσεται σ' αυτή. Αντίθετα, όσον αφορά την πρώτη κατηγορία, δεύτερη και τρίτη κατηγορία κρίνω ότι από τη μέχρι τώρα δοθείσα μαρτυρία έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων 1, 2 και 3, τους οποίους και καλώ σε απολογία στις εν λόγω κατηγορίες. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Interim Αναφορά: Ποινικό/Ενδιάμεση Απόφαση/Εκ πρώτης όψεως υπόθεση/Παράνομη εργοδότηση/ Παράνομη παραμονή και απασχόληση/Άρθρα 14Β, 19
(1)(κ) και 19
(1)(λ) του Κεφ.105 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο