← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Zήνωνας Κωστή κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 13076/10, 17/6/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Zήνωνας Κωστή κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 13076/10, 17/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B112 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13076/10 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Κατηγορούσας Αρχής v.

  1. Zήνωνας Κωστή
  2. Θεοφάνης Ηροδότου
  3. Αντώνης Χριστοδούλου
  4. Γεώργιος Αρέστη
  5. Μάριος Δαμασκηνού
  6. Ευάγγελος Κουτάνης
  7. Νικόλας Χριστοφόρου Κατηγορουμένων ----------------------- Ημερομηνία: 17/06/
  8. Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ειρ. Σάββα. Για τους Κατηγορούμενους 1-6 : κ. Α. Χουβαρτάς. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι 1- 6 αντιμετωπίζουν από κοινού, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση των άρθρων 371 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορίες 2 και 10), το αδίκημα της Σεξουαλικής εκμετάλλευσης ενηλίκων προσώπων κατά παράβαση των άρθρων 2 και 9(α) του Περί Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμου 87(Ι)/07 και άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορία 3), το αδίκημα της Εκμετάλλευσης στην εργασία, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 8(α) του Περί Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμου 87(Ι)/07 και άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορία 7) και το αδίκημα της προαγωγής διαφθοράς θήλεως με απειλές και εκφοβισμούς κατά παράβαση των άρθρων 159(α) και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορία 14). Ο κατηγορούμενος 1 επίσης, αντιμετωπίζει από μόνος του πλέον (αρχικά ήταν από κοινού με τον κατηγορούμενο 7, του οποίου η ποινική δίωξη διακόπηκε στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως και αυτός απαλλάγηκε από τις κατηγορίες), την κατηγορία 5 που αφορά το αδίκημα της Εμπορίας ενηλίκων προσώπων, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 5(α) του Περί Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμου 87(Ι)/07 και άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, την κατηγορία 8 που αφορά την παρακράτηση προσωπικών εγγράφων, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 13 του Περί Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμου 87(Ι)/07, την κατηγορία 15 που αφορά το αδίκημα της Παράνομης κατακράτησης γυναίκας χωρίς τη θέληση της, κατά παράβαση του άρθρου 162(α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και την κατηγορία 17 η οποία αφορά το αδίκημα του Αποζείν από κέρδη πορνείας, κατά παράβαση των άρθρων 164

(1)(α) και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  1. Οι υπόλοιπες κατηγορίες που αντιμετώπιζαν οι κατηγορούμενοι σύμφωνα με το κατηγορητήριο διακόπηκαν κατά το στάδιο του εκ πρώτης όψεως και οι κατηγορούμενοι απαλλάγηκαν από αυτές. Συγκεκριμένα διακόπηκαν οι κατηγορίες 4, 6, 9, 12, 13 και 16 οι οποίες αφορούσαν συναφή αδικήματα και ουσιαστικά σχετίζονταν με δεύτερη παραπονούμενη η οποία για τους λόγους που ανέφερε η κατηγορούσα αρχή και είναι καταγραμμένοι στα πρακτικά, δεν προσήλθε για να καταθέσει. Επίσης, ο κατηγορούμενος 1 αθωώθηκε και απαλλάγηκε και στις κατηγορίες αρ. 1 και 11 με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου κατά το στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσαν για λογαριασμό της κατηγορούσας αρχής τρείς μάρτυρες και συγκεκριμένα ο Λοχ. 2192 Ιωάννης Κωνσταντίνου (Μ.Κ.1), ο Λοχ. 1760 Παναγιώτης Πελοπίδας (Μ.Κ.2) και η Galina Vladimir Untila (Μ.Κ.3). Επίσης, ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκαν και διάφορα παραδεκτά γεγονότα, ουσιαστικά καταθέσεις κάποιων από τους κατηγορουμένους και ότι λήφθηκαν από αυτούς και γραπτές κατηγορίες τους καθώς επίσης και δύο καταθέσεις αστυφυλάκων (βλ. τεκμήρια Α - Ι). Ολόκληρη η μαρτυρία που έχει προσφερθεί στο Δικαστήριο είναι καταγραμμένη στα πρακτικά, έχει μελετηθεί μαζί με τα παραδεκτά γεγονότα που κατατέθηκαν, λαμβάνεται υπόψη και δεν κρίνω απαραίτητο να την παραθέσω αυτολεξεί στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Θα αναφερθώ κατωτέρω στα πλαίσια αξιολόγησης της στα κυριότερα μέρη αυτής για να διαφανούν και οι εκδοχές των μερών. Εκείνο το οποίο θα πρέπει να αναφερθεί για σκοπούς καλύτερης κατανόησης της υπόθεσης είναι ότι αποτέλεσε θέση της κατηγορούσας αρχής, ότι ο 1ος κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο και συγκεκριμένα κατά την περίοδο Μαϊου και 13 Οκτωβρίου 2009 ήταν ιδιοκτήτης του καμπαρέ με την ονομασία «ΣΤΑΘΜΟΣ» στην Πάφο και οι κατηγορούμενοι 2 - 6 γκαρσόνια και υπάλληλοι του. Η δε Μ.Κ.3 που είναι η φερόμενη ως παραπονούμενη ή θύμα στην παρούσα υπόθεση, εργαζόταν στο συγκεκριμένο καμπαρέ από τον Μαϊο μέχρι και τον Ιούλιο 2009 και σύμφωνα με την εκδοχή της όλοι οι κατηγορούμενοι την εξανάγκαζαν να πηγαίνει με πελάτες του μαγαζιού και να κάνει σεξ έναντι αμοιβής χωρίς τη θέλησης της, την είχαν κλειδωμένη στην πανσιόν που διέμενε και δεν μπορούσε να φύγει, της κατακρατούσα το διαβατήριο της και την απειλούσα και την εκφόβιζαν ότι αν δεν το έκανε θα της έκαναν κακό. Η θέση των κατηγορούμενων, όπως προέκυψε μέσα από την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας, ήταν ότι η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής είναι ψεύτικη και πρόκειται περί στημένης υπόθεσης από την Αστυνομία με σκοπό να καταδικαστούν οι κατηγορούμενοι. Επίσης, προέκυψε ότι ήταν η θέση τους ότι η Μ.Κ.3 ήταν προβληματική από την αρχή της εργοδότησης της με αποτέλεσμα περί τον Ιουλίου 2009 να εγκαταλείψει το χώρο εργασίας της μαζί με συγκεκριμένο πρόσωπο. Αφού πήγαν σε διάφορα μέρη μαζί με το εν λόγω πρόσωπο και πέρασαν αρκετές μέρες μαζί, τότε αυτός την εγκατέλειψε και ακολούθως μετά από πάροδο ενός περίπου μηνός προέβηκε σε κατάθεση εναντίον των κατηγορουμένων. Να σημειωθεί ότι η θέση της υπεράσπισης ήταν ότι η παραπονούμενη είχε καταγγελθεί στο σχετικό τμήμα για την εγκατάλειψη της από την εργασία της και ήταν καταζητούμενο πρόσωπο. Όπως φαίνεται και προκύπτει από τα πιο πάνω, η κύρια και ουσιαστική μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αυτή της Μ.Κ.3 η οποία είναι η μόνη που έχει άμεση γνώση των γεγονότων και τα εξέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι υπόλοιποι μάρτυρες αναφέρθηκαν βασικά στις ενέργειες τους κατά τη διερεύνηση της καταγγελίας της Μ.Κ.
  2. Παρά ταύτα επιβάλλεται να προβώ σε αξιολόγηση ολόκληρης της ενώπιον μου μαρτυρίας με σκοπό να διαφανούν όλες οι πτυχές της υπόθεσης. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Ο Μ.Κ.1 ενεπλάκηκε στην υπόθεση λαμβάνοντας κατάθεση του κατηγορούμενου 2 την οποία παρουσίασε στο Δικαστήριο (βλ. τεκμήριο 2). Δεν έκανε κάτι άλλο και η ενέργεια του αυτή δεν έτυχε αμφισβήτησης. Αποδέχομαι την εν λόγω μαρτυρία του. Ο Μ.Κ.2 ήταν ο ανακριτής της υπόθεσης και ανέφερε στο Δικαστήριο όλες τις ενέργειες και εμπλοκή του στην υπόθεση. Έχω παρακολουθήσει με πολλή προσοχή τον μάρτυρα αυτό κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα και έλαβα υπόψη μου και ολόκληρο το περιεχόμενο της μαρτυρίας του. Ο μάρτυρας αυτός μου έχει δημιουργήσει θετική εντύπωση και κρίνω ότι ήρθε στο Δικαστήριο με απώτερο σκοπό να το βοηθήσει να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα, εξηγώντας βασικά τις ενέργειες που ο ίδιος έκανε σε σχέση με την παρούσα υπόθεση στο βαθμό που θυμόταν. Παρά τη προσπάθεια της υπεράσπισης κατά την αντεξέταση του να καταδείξει ότι η όλη υπόθεση ήταν μια σκευωρία της Αστυνομίας εναντίον των κατηγορουμένων, κάτι τέτοιο δεν προέκυψε από την μαρτυρία του μάρτυρα αυτού οποίος απέρριψε κατηγορηματικά ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Άλλωστε η θέση αυτή αποτέλεσε μια γενική και αόριστη υποβολή προς τον μάρτυρα χωρίς να συνοδεύεται από οποιαδήποτε ουσιαστικά στοιχεία που να την υποστηρίζουν. Επίσης, έχω διαπιστώσει ότι ο μάρτυρας δεν δίστασε να αναφέρει στο Δικαστήριο και γεγονότα τα οποία ενδεχομένως να είναι ευνοϊκά για την πλευρά των κατηγορούμενων ή τουλάχιστον να θέτουν ένα υπόβαθρο στο ότι το παράπονο της Μ.Κ.3 δεν ήταν γνήσιο. Συγκεκριμένα, ήταν ειλικρινής λέγοντας ότι ο ίδιος δεν ξέρει κάτω από ποιες συνθήκες η Μ.Κ.3 έδωσε την 1ην της κατάθεση ημερομηνίας 08/09/2009 καθότι αυτή λήφθηκε από το Αρχηγείο με μέλη του Γραφείου Καταπολέμησης Εμπορίας Προσώπων. Το όλο θέμα είπε ξεκίνησε από το πιο πάνω Γραφείο. Επίσης, ο ίδιος δεν δίστασε να αναφέρει ότι από τις έρευνες που έκανε, από ότι θυμάται, η Μ.Κ.3 είχε δηλωθεί από τον εργοδότη της ως καταζητούμενο πρόσωπο και αναζητείτο πριν προβεί στην καταγγελία της. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας αναφέρθηκε με πάσα λεπτομέρεια στις ενέργειες που προέβηκε και κατέθεσε στο Δικαστήριο διάφορα τεκμήρια που περιήλθαν στην κατοχή του και τις καταθέσεις και γραπτές κατηγορίες κάποιων από τους κατηγορούμενους. Επίσης, ανέφερε ότι στις 27/10/2009 ο ίδιος παρέδωσε στην Μ.Κ.3 το διαβατήριο της αφού πρώτα το φωτογράφισε (βλ. Τεκμήριο 11). Λαμβάνοντας υπόψη μου ολόκληρη τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού και την πολύ καλή εντύπωση που απεκόμισα από αυτόν κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του και να εξάξω ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Επομένως, την αποδέχομαι στην ολότητα της. Η Μ.Κ.3 ήταν η παραπονούμενη - θύμα στην παρούσα υπόθεση και η μοναδική μάρτυρας που εμπλέκει τους κατηγορούμενους στα αδικήματα που αντιμετωπίζουν και με βάση τη μαρτυρία της, θα κληθεί το Δικαστήριο να καταδικάσει σε περίπτωση που αυτή κριθεί αξιόπιστη και αφού το Δικαστήριο το ίδιο τη θεωρήσει αρκετή και καταλήξει ότι δεν απαιτείται άλλη ενισχυτική μαρτυρία. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι σε σεξουαλικά αδικήματα, εκτός σε αυτά που απαιτείται ρητά από το Νόμο η ανάγκη ύπαρξη ενισχυτικής μαρτυρίας, για όλα τα υπόλοιπα ναι μεν δεν απαιτείται δια Νόμου ενισχυτική μαρτυρία έτσι ώστε ένα Δικαστήριο να μπορεί να καταδικάσει, αλλά ως θέμα πρακτικής μια τέτοια μαρτυρία χρειάζεται. Παρά ταύτα όμως, το Δικαστήριο μπορεί να προχωρήσει σε καταδίκη με βάση τη μαρτυρία της παραπονουμένης, αφού πρώτα προειδοποιήσει τον εαυτό του για τον κίνδυνο που υπάρχει σε μια τέτοια περίπτωση. Παραπέμπω στην Σάββα v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 258 όπου στη σελ. 269 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Πριν προχωρήσουμε στους λόγους εφέσεως θα θέλαμε να παρατηρήσουμε ότι το Κακουργιοδικείο ορθά καθοδηγήθηκε ως προς τις αρχές που διέπουν το θέμα της απόδειξης σεξουαλικών αδικημάτων. Σε τέτοιες περιπτώσεις η μαρτυρία της παραπονουμένης χρειάζεται ενίσχυση σαν θέμα πρακτικής (βλ. Μεϊτανής v. Δημοκρατίας
(1967)2 Α.Α.Δ. 31, Γενικός Εισαγγελέας v. Πέτρου
(1972)2 Α.Α.Δ. 81, Πετεινός v. Αστυνομίας
(1961)Α.Α.Δ. 330). Ωστόσο παρά την ύπαρξη του πιο πάνω κανόνα πρακτικής η καταδίκη σε πρέπουσα υπόθεση μπορεί να θεμελιωθεί με βάση μόνο τη μαρτυρία της παραπονουμένης (βλ. Θεοδώρου v. Αστυνομίας
(1971)2 Α.Α.Δ. 245) αφού προηγουμένως το Δικαστήριο προειδοποιήσει κατάλληλα τον εαυτό του για τον κίνδυνο που ενυπάρχει όταν βασίζεται μόνο πάνω στην χωρίς ενίσχυση μαρτυρία της παραπονουμένης (βλ. R v. Henery and Manning
(1969)Cr. App. R. (C.A.) 150).» Επίσης, επί του θέματος αυτού θα πρέπει να λεχθεί ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεχτικό όταν αποδέχεται τη μαρτυρία μιας γυναίκας - παραπονούμενης χωρίς ενισχυτική μαρτυρία (βλ. R v. Κιng
(1914)10 Cr. App. R. 117 και Χαράλαμπου Χ΄΄Μάρκου v. Δημοκρατίας, Π.Ε. 6887, ημερ. 10/10/2002). Έχοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω καθώς επίσης και το γεγονός ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχει οποιαδήποτε ενισχυτική μαρτυρία θα προχωρήσω να αξιολογήσω τη μαρτυρία της παραπονουμένης. Η εκδοχή της ήταν ότι ήρθε στην Κύπρο στις 28 Μαϊου 2009 μέσω κάποιας κοπέλας επ' ονόματι DIANA. Την εν λόγω κοπέλα την γνώρισε σε ένα club στην Μολδαβία μέσω κάποιας φίλης της και της είπε ότι είναι πολύ ωραία στην Κύπρο, ότι του Κύπριους αρέσουν οι Ρωσίδες και ότι αν ήθελε μπορούσε να δουλέψει σε καμπαρέ που βρίσκεται σε ένα καράβι και θα έπαιρνε μισθό πάνω από €1000 μηνιαίως. Θα χόρευε της είπε και ότι αν έβρισκε κανένα πλούσιο πελάτη να της κερνούσε ποτά και της άρεσε μπορούσε να βγει μαζί του και να τον παντρευτεί και να μείνει μόνιμα στην Κύπρο. Αφού αυτή συμφώνησε και αντιμετώπιζε και οικονομικά προβλήματα, η εν λόγω DIANA τα διευθέτησε όλα και ήρθε στην Κύπρο. Ήρθε ένας άντρας και την παρέλαβε από το αεροδρόμιο μαζί με μια άλλη κοπέλα και την μετέφερε στην πανσιόν στην Πάφο. Την επόμενη μέρα πήγε ο κατηγορούμενος 5 και της είπε να ετοιμαστεί διότι είχε πελάτη. Τότε λέει, κατάλαβε ότι έπρεπε να πάει να κάνει σεξ με κάποιο πελάτη αλλά δεν ήθελε. Δεν είπε τίποτε όμως, γιατί φοβόταν μήπως την κτυπήσει και την διώξει. Της είπαν οι υπόλοιπες κοπέλες όταν αν κάνει πρόβλημα ο «μάστρος» θα την διώξει. Ακολούθως, την πήρε ο κατηγορούμενος 4 σε ένα πελάτη επ' ονόματι Ανδρέα στο Coral Bay και έκανε σεξ. Της έδωσε €150 τα οποία έδωσε στον κατηγορούμενο 5 όταν ήρθε και την πήρε. Μετά, στην πανσιόν ήρθε ο κατηγορούμενος 1 ο οποίος της έδωσε €
  1. Συνεχίζοντας, είπε ότι στις επόμενες 10 μέρες δεν πήγε στο καμπαρέ για να δουλέψει και ότι την έπαιρναν τα γκαρσόνια και συγκεκριμένα οι κατηγορούμενοι 3,4, και 5 σε διάφορα ξενοδοχεία που υπήρχαν πελάτες για να κάνει σεξ και μετά την έφερναν πίσω. Ο πελάτης πλήρωνε τα γκαρσόνια €110 και μετά της έδιναν και αυτής €
  2. Δεν ήθελε να κάνει αυτό το πράγμα αλλά φοβόταν να αντιδράσει και κάθε φορά έκλαιγε. Στο καμπαρέ άρχισε δουλειά στις 12/06/
  3. Οι υπόλοιπες κοπέλες της εξήγησαν ότι έπρεπε να κάθεται με πελάτες για να της κερνούν ποτό. Όταν την κεράσουν 5 ποτά, τότε θα έπρεπε να πάει μαζί του. Μόλις το άκουσε, συνεχίζει, πανικοβλήθηκε και ένοιωσε πολύ άσχημα που θα αναγκαζόταν να κάνει αυτό το πράγμα. Ένοιωθε όμως, ότι δεν είχε άλλη επιλογή αφού της είπαν ότι θα την απέλυαν, θα έμπαινε στο black - list και δεν θα μπορούσε να ταξιδέψει στο εξωτερικό. Πιο κάτω είπε ότι η κοπέλα έπαιρνε €50 όταν πήγαινε για σεξ ενώ όταν έκανε table - dance στο καμπαρέ €
  4. Ο μισθός της ήταν €670 μηνιαίως και της τα έβαζε ο «μάστρος» της σε λογαριασμό στην τράπεζα. Πέραν των πιο πάνω, ανέφερε ότι η πανσιόν ήταν πάνω από το καμπαρέ και κατά τη διάρκεια της ημέρας εκεί ήταν όλα τα γκαρσόνια - έρχονταν με σειρά - και τις φρουρούσαν και δεν τις άφηναν να βγουν έξω. Επίσης, κατά τη διάρκεια της νύκτας τους έπαιρναν και τα κινητά τηλέφωνα. Στις 26/07/2009 απέδρασε όπως είπε από την πανσιόν. Την πήρε τηλέφωνο κάποιος επ' ονόματι Ανδρέας Γρηγορίου άλλως Κύκκος μαζί με την Μαριάννα, μια γνωστή της και της είπαν ότι ήταν κάτω από την πανσιόν δίπλα από το καμπαρέ και πήγε και έφυγαν. Δεν πήρε τίποτα μαζί της καθότι δεν το είχε σχεδιάσει, ούτε ρούχα ούτε χρήματα. Ακολούθως, περιγράφει το τι έκανε με τον εν λόγω Κύκκο, τον οποίο γνώρισε στο καμπαρέ αφού ερχόταν συχνά και την αγόραζε. Πήγαν στην Λεμεσό όπου διέμεναν δύο νύκτες στο ξενοδοχείο CONTINENTAL και ακολούθως πήγαν στη Λάρνακα στο σπίτι του αδελφού του όπου έμειναν για άλλες δύο μέρες. Μετά πήγαν σε μια μεζονέτα στην Πάφο όπου παρέμειναν για 10 μέρες και ακολούθως έφυγε και πήγε στο σπίτι της Μαριάννας στη Λεμεσό όπου έμεινε τρεις εβδομάδες. Ακολούθως, τηλεφώνησε στη Μολδαβία στην Υπηρεσία Καταπολέμησης Λευκής Σαρκός όπου την παρέπεμψαν στην Αστυνομία της Κύπρου όπου τελικά προέβηκε σε καταγγελία και στις 08/09/2009 έδωσε κατάθεση. Περαιτέρω, αναφέρει ότι λίγες μέρες μετά που ξεκίνησε δουλειά ο ιδιοκτήτης και οι υπάλληλοι του την πίεζαν χωρίς την θέληση της να πηγαίνει για σεξ με διάφορους πελάτες οι οποίοι πλήρωναν αυτή και το μαγαζί. Πήγαινε με δύο πελάτες την ημέρα και ένα μετά που θα έκλεινε το καμπαρέ επ' αμοιβής. Φοβόταν να πει και να κάνει οτιδήποτε διότι όπως της έλεγαν και οι άλλες κοπέλες ο κατηγορούμενος 1 ήταν ισχυρός άντρας, θα την έβαλε στο stop - list και θα πήγαινε φυλακή ή θα την έστελνε πίσω στη Μολδαβία. Έχω λάβει υπόψη μου την πιο πάνω εκδοχή της παραπονούμενης και έχω διεξέλθει με πολλή προσοχή τη μαρτυρία της τόσο αυτή που προκύπτει μέσα από τις καταθέσεις της αλλά και από την περαιτέρω κυρίως εξέταση της αλλά και κατά την αντεξέταση της. Περαιτέρω, είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω την παραπονούμενη κατά την ώρα που κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου και θα λάβω υπόψη μου και την εντύπωση που μου έχει δημιουργήσει. Ιδιαίτερα όμως, θα λάβω υπόψη μου το περιεχόμενο της μαρτυρίας της. Εκείνο το οποίο διαπιστώνω είναι ότι η μαρτυρία της παραπονούμενης παρουσιάζει σοβαρές αδυναμίες, κενά καθώς επίσης σε αρκετά της σημεία στερείται πειστικότητας. Επίσης, υπάρχουν διάφορες ανακρίβειες και αντιφάσεις επί ουσιαστικών ζητημάτων. Περαιτέρω, μου έχει δημιουργήσει μια αρνητική εντύπωση κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα αφού η ίδια επέλεγε ποιες ερωτήσεις να απαντά και ποιες είναι σχετικές κατ' αυτήν με την παρούσα διαδικασία. Επίσης, σε πολλά σημεία κατά την αντεξέταση της δυσανασχετούσε με τις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν χωρίς πολλές φορές να θέλει να απαντήσει ενώ σε άλλες να μην απαντά ευθέως ή να πλατειάζει και να επαναλαμβάνει τη θέση και εκδοχή της ότι οι κατηγορούμενοι την πωλούσαν. Οι πιο πάνω γενικές διαπιστώσεις αναφορικά με τη μαρτυρία της παραπονούμενης πλήττουν την εκδοχή της, την καθιστούν ανασφαλές υπόβαθρο επί του οποίου το Δικαστήριο να μπορεί να βασιστεί και να εξάξει ευρήματα γεγονότων και δημιουργούν σοβαρά ερωτηματικά αναφορικά με το γνήσιο της καταγγελίας και αν τελικά έλαβαν χώρα τα όσα περιέγραψε ή αν όλα αυτά γίνονταν χωρίς της σύμφωνη γνώμη της ή με τη θέληση της. Θα αναφερθώ κατωτέρω, επί συγκεκριμένων πτυχών της μαρτυρίας της για να καταδείξω τα πιο πάνω που ανέφερα. Κατ' αρχή η όλη εκδοχή της ότι δεν γνώριζε τι δουλειά θα έκανε στην Κύπρο προτού έρθει παρουσιάζει από μόνη της αδυναμίες. Ενώ αρχικά στην κατάθεση της ημερομηνίας 08/09/2009 αναφέρει ότι η εν λόγω DIANA της είπε μεταξύ άλλων ότι θα εργάζεται σε καμπαρέ σε καράβι στην πορεία λέει ότι αντιλήφθηκε ότι θα εργαζόταν σε καμπαρέ την 1ην νύκτα που την έφεραν. Όταν έρχεται αντιμέτωπη με την αρχική της αναφορά λέει ότι η DIANA της είπε ότι θα εργαζόταν σε club σε καράβι και όχι σε καμπαρέ. Πιο κάτω στην μαρτυρία της λέει ότι της είπαν και νόμιζε ότι θα ερχόταν στην Κύπρο να εργαστεί ως γκαρσόνι σε εστιατόριο. Αναφορικά με τα εισοδήματα της, είπε ότι δεν πληρωνόταν καθόλου και ότι ο μάστρος της δεν της κατέβαλε τους μισθούς της ενώ έπρεπε να της καταβάλει στην τράπεζα το ποσό των €670 μηνιαίως. Επίσης, είπε ότι ούτε κάρτα ούτε βιβλιάριο της τράπεζας είδε ποτέ μπροστά της. Τα πιο πάνω όμως συγκρούονται ή δεν συνάδουν με αναφορές της κατά την αντεξέταση της ή ακόμη και με αυτές που λέει στην κατάθεση της. Συγκεκριμένα, είπε στην κατάθεση της ότι ο μάστρος της τον 2ον μήνα της έκοψε το μισθό διότι δεν του άκουγε και δυσανασχετούσε. Αυτό συγκρούεται με αυτό που είπε ότι δεν της κατέβαλε ποτέ μισθό. Επίσης, ούτε το γεγονός αυτό το καταγράφει στις καταθέσεις της ως παράπονο και δεν μπορεί να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση για τούτο στο Δικαστήριο ή οποιαδήποτε πειστική εξήγηση. Σε κάποιο σημείο επίσης, είπε ότι όταν έφυγε από την πανσιόν δεν είχε καθόλου χρήματα καθότι δεν την πλήρωνε ο «μάστρος» της και ότι είχε πριν λίγες μέρες αποστείλει στην μητέρα της το ποσό των €
  5. Περαιτέρω, σε κάποιο σημείο της κατάθεσης της αναίρεσε και τη θέση της ότι η ίδια πληρωνόταν για κάθε φορά που έκανε σεξ με πελάτη θέλοντας προφανώς να καταδείξει ότι οι κατηγορούμενοι την εκβίαζαν και την εξανάγκαζαν να πηγαίνει με πελάτες, την εκμεταλλεύονταν και δεν της έδιναν οποιαδήποτε χρήματα. Η εκδοχή της αυτή όμως συγκρούεται με προηγούμενες αναφορές της στην κατάθεση της άλλα και σε άλλα μέρη της υπόλοιπης μαρτυρίας της. Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει να εξεταστεί και η γνησιότητα της καταγγελίας λαμβάνοντας υπόψη και όλες τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες έλαβε τελικά χώρα. Όπως έχει προκύψει η παραπονούμενη αφίχθηκε στην Κύπρο στις 28/05/2009 και μέχρι τις 10 - 12/06/2009 που άρχισε να εργάζεται στο καμπαρέ οι κατηγορούμενοι την έπαιρναν σε διάφορους πελάτες και έκανε σεξ χωρίς να το θέλει. Από την πρώτη μέρα που έγινε αυτό ουδέν έπραξε ούτε φέρεται να είπε οτιδήποτε σε κανέναν. Ο λόγος είπε ήταν διότι φοβόταν μήπως την κτυπήσουν και την διώξουν. Η πιο πάνω δικαιολογία που δίνει είναι γενική και αόριστη και δεν έχει εξηγήσει από πού πηγάζουν όλα αυτά. Λέει ότι αυτά της τα είπαν οι άλλες κοπέλες. Το ερώτημα είναι πότε πρόλαβαν αφού όπως λέει η πρώτη φορά που της είπαν να πάει με πελάτη ήταν την επομένη της άφιξης της. Ακόμη και έτσι να ήταν η ίδια ουδεμία αναφορά έστω κάνει προς οποιονδήποτε ή στο γκαρσόνι που την έπαιρνε σε πελάτες ότι δεν θέλει να κάνει κάτι τέτοιο. Ούτε δοκίμασε καμία φορά να το πράξει και να της θυμώσει ο οποιασδήποτε ή να την κτυπήσει έτσι ώστε τουλάχιστον να δικαιολογείται κατά κάποιο τρόπο ο φόβος της αυτός να πει οτιδήποτε. Ακόμη όμως και αν θεωρήσουμε βάσιμα τα πιο πάνω λαμβάνοντας υπόψη και το γεγονός ότι ήταν για πρώτη φορά στην Κύπρο, μόνη της χωρίς να ξέρει οποιοδήποτε η μετέπειτα συμπεριφορά της και τα λεγόμενα της εγείρουν πάλι διάφορες αμφιβολίες. Όταν θα ξεκινούσε είπε δουλεία στο καμπαρέ μετά από 10 - 12 μέρες από την άφιξη της στην Κύπρο, ρώτησε και της είπαν οι άλλες κοπέλες ποια θα ήταν η δουλεία της και ότι δηλαδή θα καθόταν με πελάτες για να της κερνούν ποτά και όταν της κερνούσαν πέντε ποτά, τότε θα έπρεπε να πάει μαζί τους. Μόλις το άκουσε αυτό, είπε, πανικοβλήθηκε και ένοιωσε πολύ άσχημα που θα αναγκαζόταν να κάνει αυτό το πράγμα. Το ερώτημα είναι αφού για 10 μέρες όπως είπε την ανάγκαζαν να πηγαίνει με πελάτες και να κάνει σεξ γιατί πανικοβλήθηκε όταν άκουσε ότι αυτό θα έπρεπε να κάνει και στο καμπαρέ; Στη συνέχεια φαίνεται ότι αρχίζει να εργάζεται και εξακολουθεί να πηγαίνει με πελάτες 2-3 όπως είπε την ημέρα και ένα μετά που έκλεινε το καμπαρέ αλλά συνεχίζει να μην λέει ή να πράττει οτιδήποτε διότι θεωρούσε, πάντα βασιζόμενη σε αυτά που της είπαν οι άλλες κοπέλες, ότι θα την διώξουν και δεν θα μπορεί να ταξιδέψει ξανά στο εξωτερικό. Ακόμη και αυτό να γίνει δεκτό, πιο κάτω λέει ότι τον δεύτερο μήνα άρχισε να διαμαρτύρεται αλλά της φώναζαν και πολλές φορές δεν την πλήρωναν. Τι εννοεί όμως ότι πολλές φορές δεν την πλήρωναν αφού από ότι ανέφερε ο μισθός της ήταν μηνιαίως; Αναφέρεται στο μισθό της ή στις περιπτώσεις που έκανε σεξ με πελάτες; Πιο κάτω είπε ότι αναγκαζόταν να πηγαίνει με 4 - 5 πελάτες το μήνα για να έχει χρήματα για φαγητό. Δηλαδή, εννοεί ότι στις περιπτώσεις αυτές πήγαινε όχι διότι φοβόταν αλλά με τη θέληση της και αυτό διότι αναγκάστηκε να το πράξει αφού δεν την πλήρωναν; Όλα τα πιο πάνω δημιουργούν ασάφειες και κενά στην όλη εκδοχή της παραπονουμένης. Να σημειωθεί ότι η ίδια παραδέκτηκε ότι δεν είχε έξοδα για φαγητό, συντήρηση και στέγη αφού αυτά της τα παρείχε ο «μάστρος» της. Προς τι τότε να προσπαθεί να παρουσιάσει στο Δικαστήριο αυτή την τραγική κατάσταση που κατά τα λεγόμενα της, την έφεραν οι κατηγορούμενοι διότι άρχισε να διαμαρτύρεται. Και αφού πλέον άρχισε να διαμαρτύρεται και προφανώς να μην φοβάται όπως γινόταν στην αρχή, γιατί δεν εγκαταλείπει την εργασία της και να προβεί σε καταγγελία; Η θέση ότι αυτή δεν μπορούσε να το πράξει διότι φρουρείτο από τους κατηγορούμενους δεν μπορεί να ευσταθεί. Η ίδια ανέφερε ότι μπορούσε να πάει στο περίπτερο ή κάπου φτάνει να επίστρεφε σε σύντομο χρόνο πίσω στην πανσιόν. Πέραν τούτου, όταν εγκατέλειψε την πανσιόν έχει προκύψει ότι δεν την βοήθησε κανένας αφού ο εν λόγω Κύκκος δεν έπραξε οτιδήποτε από το να περιμένει στο αυτοκίνητο στο δρόμο. Άρα μπορούσε και προηγουμένως να διαφύγει και να επισκεφθεί την Αστυνομία και να κάνει καταγγελία. Ακόμη και όλες οι δικαιολογίες περί φόβου και ότι θα την έδιωχναν αν έκανε καταγγελία ευσταθούν και γίνουν δεκτές από το Δικαστήριο, τότε ιδιαίτερα ερωτηματικά εγείρει η μετέπειτα στάση της από την «δραπέτευση» από την πανσιόν μέχρι και την ημέρα της καταγγελίας. Ενώ ισχυρίζεται ότι ο Κύκκος θέλησε να την βοηθήσει για να φύγει από την πανσιόν και να της κάνει καλό εντούτοις φαίνεται ότι η ίδια δεν του αναφέρει οτιδήποτε για το τι περνούσε στην εργασία της και τι την ανάγκαζαν να κάνει. Ούτε του ζητά να την μεταφέρει στην Αστυνομία για καταγγελία ούτε γενικότερα τη βοήθεια του για το ζήτημα αυτό. Πώς είναι δυνατό ο λόγος που ο Κύκκος την πήρε από την πανσιόν να είναι διότι ήθελε να την βοηθήσει να ξεφύγει και προφανώς γνωρίζοντας όλη την κατάσταση αυτή αλλά στην πορεία να μην συζητά με το συγκεκριμένο πρόσωπο την κατάσταση αυτή και τι θα πράξει από εκεί και πέρα, τη στιγμή που αποφάσισε πλέον να διαφύγει από το μέρος. Δεν είπε του εν λόγω Κύκκου τίποτε, είπε, διότι φοβόταν αλλά αυτός ήξερε ότι η ίδια δεν ήθελε να βρίσκεται στο καμπαρέ. Συνεχίζοντας πιο κάτω, είπε ότι δεν του είπε να πάνε στην Αστυνομία διότι δεν της υποσχέθηκε ότι θα έπαιρνε το διαβατήριο της από το καμπαρέ και επίσης ότι της είπε ότι αν πήγαινε θα την έκλειναν φυλακή. Πιο κάτω είπε ότι δεν ήξερε τη γλώσσα και όταν τέθηκε αντιμέτωπη ότι όλα τα πιο πάνω δεν τα λέει στην κατάθεση της απάντησε ότι δεν θυμάται τι είπε στο Κύκκο και ότι είχε πρόβλημα με τη γλώσσα. Οι εξηγήσεις που δίνει περί τούτου, δεν πείθουν πάλι το Δικαστήριο ή τουλάχιστον δεν είναι ικανοποιητικές. Συνεχίζει λέει να φοβάται ότι θα είχε μεγάλα προβλήματα και ότι θα την συλλάβουν και θα την βάλουν στο black - list κατ' αυτήν. Διερωτώμαι μια γυναίκα η οποία ισχυρίστηκε ότι πέρασε όλα αυτά στο χώρο εργασίας της, η οποία έκλαιγε όπως είπε κάθε μέρα διότι την ανάγκαζαν να κάνει σεξ με πελάτες και δεν ήθελε, το παίρνει απόφαση και δραπετεύει από το μέρος με την βοήθεια τρίτου προσώπου και αντί με την πρώτη ευκαιρία να αποταθεί για βοήθεια στις αρχές, αυτή φαίνεται να κάνει διακοπές με το εν λόγω πρόσωπο γυρίζοντας την Κύπρο και διαμένοντας σε ξενοδοχείο. Όταν τίθεται αντιμέτωπη με όλα αυτά και ερωτάται γιατί τελικά προέβηκε σε καταγγελία στις 08/09/2009, ένα και πλέον μήνα από την εγκατάλειψη της εργασίας της επινοεί το γεγονός ότι το έκανε τότε διότι δεχόταν απειλητικά μηνύματα από τους κατηγορούμενους και της τα διάβασε η Μαριάννα όταν πήγε για να διαμείνει μαζί της. Η ύπαρξη και το περιεχόμενο των εν λόγω μηνυμάτων όμως ουδέποτε αποκαλύφθηκαν στο Δικαστήριο. Η παραπονούμενη μιλούσε γενικά για απειλητικά μηνύματα που της διάβασε η Μαριάννα ενώ παρά το γεγονός ότι στην κατάθεση της η παραπονούμενη λέει ότι παράδωσε το κινητό της τηλέφωνο στην Αστυνομία για επιθεώρηση ουδέποτε τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και ούτε φάνηκε ότι υπήρχαν τέτοια μηνύματα. Τέλος, όταν ζητείται από αυτήν να εξηγήσει την αναφορά της στο τέλος της κατάθεσης της ημερομηνίας 13/10/2009, ότι φοβάται να πει άλλες λεπτομέρειες διότι θα της κάνουν κακό στην οικογένεια της στη Μολδαβία και να πει ποιοι θα της κάνουν κακό δεν θέλει να πει οτιδήποτε άλλο επί τούτου και αρνείται να πει ποιοι θα της κάνουν κακό. Επίσης, είπε ότι φοβόταν προγενέστερα της καταγγελίας αλλά όταν της υποβλήθηκε ότι αυτό το είπε κατά την ώρα της καταγγελίας και της διαβάστηκε το εν λόγω απόσπασμα συμφώνησε με αυτό. Όλα τα πιο πάνω, οι ανακρίβειες, οι αντιφάσεις, τα κενά, η αοριστία των ισχυρισμών και οι μη πειστικές δικαιολογίες που έδωσε η παραπονούμενη επί διαφόρων ζητημάτων που ηγέρθηκαν, δεν αφήνουν άλλο περιθώριο στο Δικαστήριο από το να απορρίψει τη μαρτυρία της στην ολότητα της. Με κανένα τρόπο δεν μπορεί να αποτελέσει ασφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή συμπερασμάτων και πόσο μάλλον επί αυτής και μόνο της μαρτυρίας το Δικαστήριο να προχωρήσει σε καταδίκη. Από τη μαρτυρία αυτή της παραπονούμενης δεν μπορεί να προκύψει με την απαραίτητη ασφάλεια η σχέση που αυτή είχε με τους κατηγορούμενους, ποια ήταν τα καθήκοντα της εντός του καμπαρέ, κατά πόσο έκανε σεξ με πελάτες έναντι αμοιβής, ποιος έπαιρνε τα χρήματα, κατά πόσο αυτό το έκανε με τη θέληση της ή την εξανάγκαζαν οι κατηγορούμενοι κ.τ.λ. Επομένως, ολόκληρη η μαρτυρία της παραπονούμενης απορρίπτεται. Από την αντίπερα όχθη, οι κατηγορούμενοι μετά που κλήθηκαν σε απολογία με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, επέλεξαν να προβούν σε ανώμοτη δήλωση. Δεν κάλεσαν οποιουσδήποτε μάρτυρες υπεράσπισης. Ο κατηγορούμενος 1 ανέφερε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα: « Είμαι αθώος. Η συγκεκριμένη κοπέλα που με κατηγόρησε έχει πει όχι λίγα ψέματα. Έχει καταγγελθεί από εμένα προσωπικά στο Υπουργείο Εργασίας στις 27/07/2009 και στην ΥΑΜ Πάφου πάλι στις 27/07/
  6. Τα περισσότερα ψέματα ήταν πιστεύω για να παραμείνει στη Δημοκρατία αφότου έμεινε εκτεθειμένη στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας λόγω του κ. Κύκκου που είναι γνωστός στο Δικαστήριο λόγω του ότι μπαινοβγαίνει σε αυτό συνέχεια. Έχει δανειστεί από εμένα ένα ποσό και αφού την κλήτευσα ήρθε παραδέχθηκε και πλήρωσε το ποσό αυτό. Την έχω καταγγείλει στον Αστυνομικό Σταθμό Πέγειας στις 17/10/2009 για κατακράτηση του κλειδιού της εξώπορτας και του προσωπικού της δωματίου που διέμενε. Τα πήρε μαζί της χωρίς να μου τα επιστρέψει. Έγινε γραπτή καταγγελία στις 17/10/
  7. Δεν πήρα ποτέ μου απάντηση. Είχα καλέσει τις αρμόδιες αρχές του κράτους με επίδοση επιστολής στον Επίτροπο Διοικήσεως , το Τμήμα Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Πάφου και το Τμήμα Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Λευκωσίας και το Υπουργείο Εργασίας όπως παραμείνουν και άλλες κοπέλες που εργάζονταν μαζί της που ήθελαν και με γραπτή τους συγκατάθεση να παραμείνουν και να έρθουν στο Δικαστήριο ως μάρτυρες μου. Τους είχα επεξηγήσει για το τι θα έκαναν στο Δικαστήριο και ότι θα έρχονταν με την ελεύθερη τους βούληση. Δεν πήρα απάντηση από τις υπηρεσίες που σας ανέφερα. Λέω ότι απλώς η καταγγελία αυτή, χρησιμοποίησε τη καταγγελία αυτή υποκεινούμνεη για να μείνει στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας αφού ήδη μετά τις καταγγελίες, το είχα ψάξει εγώ στην ΥΑΜ Πάφου για να δω τι θα γίνει, για να μην υπάρξει πρόβλημα στο μαγαζί μου και αυτοί με ενημέρωσαν ότι είναι πρόσωπο αναζητούμενο και ότι είναι στο stop - list. Δεν έχω διαπράξει οτιδήποτε ούτε είμαι ένοχος για οτιδήποτε. Έπραξα ότι θα έπραττε ένας νόμιμος εργοδότης και όλα αυτά υπάρχουν γραμμένα στις αρμόδιες αρχές. Δεν είχα ποτέ πρόβλημα με καμία εργοδοτούμενη μου, αυτό είναι και στις αναφορές της ΥΑΜ Πάφου που συντόνιζαν κάθε τόσο μια μικρή έρευνα για το κάθε μαγαζί. Ούτε στις αναφορές τους για τακτικούς ελέγχους πάνω σε λίστα καλλιτέχνιδων που είναι σφραγισμένες από τους ίδιους. Είμαι αθώος.» Όλα τα πιο πάνω που περιέχονται στην ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου 1, υιοθετήθηκαν και από τους υπόλοιπους κατηγορούμενους. Η ανώμοτη δήλωση στην οποία προέβηκαν οι κατηγορούμενοι λαμβάνεται υπ' όψιν ως αναφέρεται και σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Δημοσθένους ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Στέλιος Σοφοκλέους ν. Ανδριανής Μ. Καλογήρου
(1997)1 Α.Α.Δ. 369). Εάν και δεν αξιολογείται, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει οποιαδήποτε αποδεικτική αξία. Λαμβάνεται υπ' όψιν ώστε να δώσει μία άλλη υφή στα γεγονότα εάν και εφ' όσον αυτό επιτρέπεται από την δοθείσα μαρτυρία. Από την επιλογή αυτή του κατηγορουμένου δεν πρέπει να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (Themistocleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200). Να σημειωθεί επίσης, ότι η ανώμοτη δήλωση δεν υπέχει θέση ένορκης μαρτυρίας και δεν μπορεί να αντικρούσει άλλη μαρτυρία η οποία δόθηκε ενόρκως και κρίθηκε αξιόπιστη. Γενικά, η ανώμοτη δήλωση κατηγορουμένου έχει πειστική παρά αποδεικτική σημασία ή αξία. Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω νομικές αρχές, κρίνω ότι από την ανώμοτη δήλωση των κατηγορουμένων μπορώ να λάβω υπόψη μου το γεγονός ότι όταν η παραπονούμενη έφυγε από την πανσιόν και το μέρος εργασίας της ο 1ος κατηγορούμενος προέβηκε σε καταγγελία στα αρμόδιο Τμήματα που ανέφερε. Παρά το ότι δεν έχει υποστηριχθεί με οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία, εντούτοις αυτό φαίνεται να επιβεβαιώνεται και από την μαρτυρία του Μ.Κ.1 και ουσιαστικά αυτό δεν αμφισβητείται. Περαιτέρω, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ζήτησε με επιστολή του να παραμείνουν και οι υπόλοιπες κοπέλες στην Κύπρο επιβεβαιώνεται και από την επιστολή ημερομηνίας 22/10/2009 - τεκμήριο 20 το οποίο κατατέθηκε από τον Μ.Κ.1 και ουσιαστικά αυτό δεν αμφισβητήθηκε. Πέραν των πιο πάνω, κρίνω ότι δεν μπορώ να αποδεκτό οποιοδήποτε άλλο μέρος από την ανώμοτη δήλωση των κατηγορουμένων, ουσιαστικά από αυτήν του κατηγορουμένου 1 σε σχέση με τις υπόλοιπες ενέργειες που έπραξε και τα υπόλοιπα που αναφέρει σε σχέση με το παρελθόν του και ότι δεν είχε καταγγελίες εναντίον του και ότι ήταν σωστός εργοδότης. Δεν επιβεβαιώνονται με άλλη αποδεκτή μαρτυρία καθώς επίσης τείνουν να δώσουν εξηγήσεις για το γεγονός ότι είναι αθώος στην παρούσα υπόθεση και δεν δόθηκαν ενόρκως για να μπορούν να αξιολογηθούν δεόντως. Το ίδιο ισχύει και για τη θέση όλων των κατηγορουμένων ότι είναι αθώοι. Αυτό θα κριθεί από την αξιολόγηση όλης της μαρτυρίας που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου και στη βάση της νομικής πτυχής θα κριθεί το ζήτημα αυτό. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, την μαρτυρία η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη και/ή αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων καθώς επίσης και τα παραδεκτά γεγονότα, δεν υπάρχει οποιαδήποτε αξιόπιστη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου η οποία να οδηγεί σε ουσιαστικά ευρήματα γεγονότων σε σχέση με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι. Η απόρριψη της μαρτυρίας της Μ.Κ.3, η οποία ήταν η μοναδική και ουσιαστική μάρτυρας γεγονότων, έχει απορριφθεί από το Δικαστήριο για τους λόγους που αναφέρονται ανωτέρω. Εκείνο το οποίο ουσιαστικά προκύπτει είναι γεγονότα που παρέμειναν αναντίλεκτα και/ή αποτέλεσαν κοινό έδαφος των διαδίκων και συγκεκριμένα ότι η Μ.Κ.3 ήρθε στην Κύπρο τον Μαϊο του 2009 και εργαζόταν στο καμπαρέ ΣΤΑΘΜΟΣ μέχρι και τις 26/07/2009. Για όλο αυτό το διάστημα όμως, δεν έχει προκύψει ποια ήταν τα καθήκοντα της στο εν λόγω καμπαρέ, τι είδους δουλεία έκανε, κατά πόσο έκανε σεξ με πελάτες του μαγαζιού με τη θέληση της ή όχι, κατά πόσο η ίδια πληρωνόταν και πόσα, κατά πόσο ο κατηγορούμενος 1 ή οι κατηγορούμενοι έπαιρναν και αυτοί οποιαδήποτε χρήματα, κατά πόσο εξανάγκαζαν την κατηγορούμενη να προβαίνει σε πράξεις που δεν ήθελε κλπ.. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Το άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοεί τα ακόλουθα: «Όποιος συνωµοτεί µε άλλο να διαπράξει κακούργηµα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε µέρος του κόσµου η οποία αν διενεργόταν στη ∆ηµοκρατία θα ήταν κακούργηµα και η οποία είναι ποινικό αδίκηµα σύµφωνα µε τους νόµους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος κακουργήµατος και αν δεν προνοείται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή προκειµένου για κακούργηµα που επισύρει κατά ανώτατο όριο ποινή κατώτερη από τη φυλάκιση επτά χρόνων, σε τέτοια κατώτερη ποινή.» Έχει αναφερθεί στην Αbdebraouf Ben Abdallah Gani v. Της Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134 ότι οι πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου αλλά και του άρθρου 372 που αφορά τη συνομωσία προς διάπραξη πλημμελήματος, ενσωματώνουν την έννοια του αδικήματος της συνωμοσίας σύμφωνα με το κοινοδίκαιο. Σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση, το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από τη συμφωνία. Επίσης, προκύπτει ότι η ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας σε κάθε περίπτωση είναι ζήτημα πραγματικό και εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Περαιτέρω, η συνομωσία, εκτός της ύπαρξης συμφωνίας, περιλαμβάνει και το στοιχείο της πρόθεσης (men rea) και για τούτο, η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδεικνύει όχι μόνο τη συμφωνία μεταξύ των κατ' ισχυρισμό συνωμοτών να εκτελέσουν ένα παράνομο σκοπό (αποδεικνυόμενης είτε με λόγια είτε με άλλο τρόπο επικοινωνίας μεταξύ τους), αλλά επιπρόσθετα θα πρέπει να αποδεικνύει την πρόθεση στη σκέψη καθενός κατ' ισχυρισμό συνωμότη να εκτελέσει τον παράνομο σκοπό (R v. Thompson, 50 Cr. App. R.1) (βλ. Παντελής Λαζάρου κ.α v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Το άρθρο 9(α) του Περί Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμος του 2007 Ν. 87(Ι)/2007προνοεί τα ακόλουθα: «
  1. Όποιος εκμεταλλεύεται σεξουαλικά ή εκπορνεύει πρόσωπο μέσω - (α) απειλών, (β).................. (γ).................. (δ).................. (ε).................. (στ)................... είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δέκα έτη. Το άρθρο 5(α) του ιδίου πιο πάνω Νόμου προνοεί τα ακόλουθα: «
  2. Όποιος στρατολογεί, μεταφέρει, μεταβιβάζει, υποθάλπτει ή παραλαμβάνει πρόσωπο, ανταλλάσσει ή μεταβιβάζει τον έλεγχο επί του προσώπου αυτού, με σκοπό την εκμετάλλευση του, μέσω- (α) απειλών, (β).................. (γ).................. (δ).................. (ε).................. (στ)................... είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δέκα πέντε έτη. Το δε άρθρο 8(α) του ιδίου πιο πάνω Νόμου προνοεί τα ακόλουθα: «
  3. Όποιος εκμεταλλεύεται την εργασία ή τις υπηρεσίες προσώπου, το υποβάλλει σε καταναγκαστική ή υποχρεωτική εργασία ή υπηρεσίες ή σε οποιαδήποτε μορφής δουλείας ή παρόμοιας πρακτικής ή υποτέλειας, μέσω - (α) απειλών, (β).................. (γ).................. (δ).................. (ε).................. (στ)................... είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα έξι έτη και σε περίπτωση που το εν λόγω πρόσωπο είναι ανήλικος, σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δέκα έτη.» Σε σχέση με την κατηγορία αρ. 8 η οποία αναφέρεται σε παρακράτηση προσωπικών εγγράφων, το άρθρο 13 του Περί Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμος του 2007 Ν. 87(Ι)/2007προνοεί τα ακόλουθα: «13.-
(1)Πρόσωπο το οποίο εκ προθέσεως καταστρέφει, αποκρύπτει, αφαιρεί από το νόμιμο κάτοχο του, παρακρατεί, κατάσχει ή κατέχει το διαβατήριο ή οποιοδήποτε άλλο ταξιδιωτικό έγγραφο ή άλλο έγγραφο αποδεικτικό της ταυτότητας οποιουδήποτε προσώπου, περιλαμβανομένης της άδειας διαμονής ή οποιωνδήποτε άλλων εγγράφων του προσώπου αυτού, εκδιδομένων δυνάμει του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου ή δυνάμει του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται - (α) στο πλαίσιο της διάπραξης των ποινικών αδικημάτων του παρόντος Νόμου ή (β) με πρόθεση να διαπράξει τα ποινικά αδικήματα του παρόντος Νόμου ή (γ) με σκοπό να εμποδίσει ή να περιορίσει ή να αποπειραθεί να εμποδίσει ή να περιορίσει, παράνομα, την προσωπική ελευθερία οποιουδήποτε θύματος δυνάμει του παρόντος Νόμου, είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.
(2)Αποτελεί υπεράσπιση ότι οι πράξεις του εδαφίου
(1)διενεργήθηκαν από το θύμα συνεπεία της εμπλοκής του στα αδικήματα του άρθρου 5 μέχρι 11 του παρόντος Νόμου.» Το άρθρο 159(α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοεί τα πιο κάτω: «159. Όποιος ή όποια - (α) με απειλές ή με εκφοβισμό οποιουδήποτε είδους, προάγει γυναίκα σε παράνομη σαρκική επαφή με άντρα ή άντρα σε παράνομη σαρκική επαφή με άντρα, είτε στη Δημοκρατία είτε αλλού ή (β)................ (γ)................ (δ)................ είναι ένοχος πλημμελήματος: Νοείται ότι κανένας δεν καταδικάζεται για ποινικό αδίκημα δυνάμει του άρθρου αυτού βάσει της μαρτυρίας ενός και μόνο μάρτυρα, εκτός αν η μαρτυρία αυτή ενισχύεται σε ουσιώδες σημείο της από άλλο ενοχοποιητικό αποδεικτικό στοιχείο για τον κατηγορούμενο.» Παραπέμπω επίσης, στις πρόνοιες των άρθρων 162(α) και 164
(1)(α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 σε σχέση με τα αδικήματα των κατηγοριών αρ. 15 και 17. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Εν όψει της απουσίας οποιονδήποτε ευρημάτων επί ουσιαστικών γεγονότων, η απόδειξη των οποίων είναι ουσιώδες και σημαντική για την στοιχειοθέτηση των συστατικών στοιχείων όλων των κατηγοριών που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι, αναπόφευκτα η κατάληξη είναι ότι οι κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον των κατηγορουμένων στον αναγκαίο βαθμό. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω κατάληξη παρέλκει να ασχοληθώ με το θέμα το οποίο ήγειρε η πλευρά της υπεράσπισης και συγκεκριμένα ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα των κατηγορουμένων να τύχουν δίκαιης δίκης καθότι, παρά την επιστολή τους έγκαιρα προς τις αρμόδιες αρχές για να παραμείνουν στην Κύπρο και οι υπόλοιπες καλλιτέχνιδες για να μαρτυρήσουν υπέρ τους, κάτι τέτοιο δεν έγινε. Επίσης, αναφέρθηκε και στην πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος από την ημέρα διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα και αυτός είναι επίσης, κατά την εισήγηση παράγοντας που θα πρέπει να ληφθεί υπόψη για την στοιχειοθέτηση του επιχειρήματος αυτού. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου όμως, επιγραμματικά να αναφέρω ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί ότι οι κατηγορούμενοι δεν έτυχαν δίκαιης δίκης για τους λόγους που ανέφεραν. Κατ' αρχή η πάροδος μεγάλου αρκετού χρονικού διαστήματος από τη κατ' ισχυρισμό διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα από μόνο του δεν οδηγεί σε ακυρότητα της δίκης. Θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να λαμβάνονται υπόψη κάποια από τη νομολογία καθιερωμένα κριτήρια (βλ. Καυκαρής v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203, Γενικός Εισαγγελέας v. Kώστα Μέλιου Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 233, Χαραλαμπίδης v. Kαψού
(2004)2 Α.Α.Δ. 127). Στην παρούσα δεν έχει τεθεί οτιδήποτε από τους κατηγορούμενους που να καταδεικνύει παραβίαση του συνταγματικού τους αυτού δικαιώματος. Εξετάζοντας την όλη διαδικασία της δίκης προκύπτει ότι αυτοί υπερασπίστηκαν τον εαυτό τους δεόντως και με τον τρόπο που επιθυμούσαν χωρίς να προβληθεί οποιοδήποτε κώλυμα ένεκα της καθυστέρησης που παρατηρήθηκε για την ολοκλήρωση της δίκης. Στην Ανδρέας Πουμπουρής v. Aστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 1 αναφέρθηκε ότι το κατά πόσο μια δίκη είναι δίκαιη δεν κρίνεται με τρόπο αφηρημένο αλλά ο κατηγορούμενος πρέπει να αποδεικνύει σε κάθε περίπτωση ότι η θέση του πραγματικά επηρεάστηκε δυσμενώς. Η κατοχύρωση των εχεγγύων της δίκαιης δίκης εξετάζεται στα πλαίσια της ίδιας της δίκης και όχι έξω από αυτή εφόσο η απλή διαπίστωση καθυστέρησης δεν συνιστά από μόνη της στοιχείο αποφασιστικό για την αθώωση του κατηγορουμένου (βλ. επίσης Αστυνομία v. Φάντη κ.α.
(1994)2 Α.Α.Δ. 160 και Δημοκρατίας v. Ford (Αρ.2) (ανωτέρω). Περαιτέρω, θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν έχει προκύψει από τα ενώπιον μου στοιχεία ότι η κατηγορούσα αρχή όφειλε να παρουσιάσει άλλους μάρτυρες και δεν το έπραξε ή ότι παρέλειψε να μεριμνήσει έτσι ώστε οι εν λόγω καλλιτέχνιδες να παραμείνουν στη Δημοκρατία για να καταθέσουν για λογαριασμό των κατηγορουμένων. Άλλωστε αυτοί, πέραν της ανώμοτης δήλωσης τους, δεν ζήτησαν να παρουσιάσουν τις συγκεκριμένες κοπέλες ως μάρτυρες υπεράσπισης και αυτό δεν κατέστη δυνατό. Επομένως, δεν μπορούν να παραπονούνται ότι δεν είχαν την ευκαιρία να το πράξουν ένεκα των πράξεων της κατηγορούσας αρχής. Κάτι τέτοιο δεν έχει προκύψει και κατ' επέκταση το επιχείρημα είναι ανεδαφικό. Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω όμως και για τους λόγους που παρατέθηκαν η κατάληξη είναι ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεσης στον απαιτούμενο βαθμό και όλοι οι κατηγορούμενοι αθωώνονται κα απαλλάσσονται από τις κατηγορίες 2, 3, 7, 10, και 14 που παρέμειναν να αντιμετωπίζουν και επίσης ο 1ος κατηγορούμενος και από τις κατηγορίες 5, 8, 15 και 17 που απέμειναν να αντιμετωπίζει από μόνος του. Πρωτοκολλητής (Υπ.) ............ Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.