Χριστάκη Σταυρινού ν. Σάββα Χριστοδούλου κ.α., Αρ.Υπόθεσης: 10647/11, 11/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B107 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης: 10647/11 Μεταξύ Χριστάκη Σταυρινού -ν-
- Σάββα Χριστοδούλου
- Χρίστου Χριστοδούλου Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 11 Ιουνίου, 2014 Για Παραπονούμενο: κ. Ζαννούπας Για Κατηγορούμενο 1: κ. Μιλτιάδους Κατηγορούμενος 1: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 28.3.14, ο Κατηγορούμενος 1 (στο εξής θα καλείται ως ο «Κατηγορούμενος») απαλλάγηκε στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως των κατηγοριών 1 και 2 και κλήθηκε σε απολογία μόνο σε σχέση με την κατηγορία υπ' αρ.
- Στην τέταρτη κατηγορία ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει το αδίκημα της δωρεάς, παράδοσης και μεταβίβασης περιουσίας του ενώ είχε εκδοθεί εναντίον του διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του κατά παράβαση του άρθρου 116 (ιστ) του περί Πτώχευσης Νόμου Κεφ. 5, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο Κατηγορούμενος 1 κατά/ή περί τις 02.05.11 κι ενώ γνώριζε ότι από τις 16.09.10 εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του, απέκτησε περιουσία δηλαδή το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής KZJ 611 το οποίο δώρισε, παρέδωσε και ενέγραψε επ' ονόματι του γιου του (πρώην Κατηγορούμενου 2). Πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκε εκ συμφώνου από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων ως Τεκμήριο 1 επιστολή ημερομηνίας 27.09.12 του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη και δηλώθηκε ότι είναι παραδεκτό το περιεχόμενο της. Σύμφωνα με την εν λόγω επιστολή (Τεκμήριο 1) εναντίον του Κατηγορούμενου 1 εκδόθηκε στις 22.05.09 στα πλαίσια της Αίτησης με αρ. 278/09 Ε.Δ. Λεμεσού διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του. Περαιτέρω, κατατέθηκε εκ συμφώνου ως Τεκμήριο 2 η απόφαση ημερομηνίας 08.01.13 που εκδόθηκε στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης με αρ. 9362/11 Ε.Δ. Πάφου μεταξύ των διαδίκων που εμπλέκονται και στην παρούσα υπόθεση. Tα πιο πάνω αναφερόμενα παραδεκτά γεγονότα, εγκρίθηκαν ως τέτοια από το Δικαστήριο. Ο Παραπονούμενος προς απόδειξη της υπόθεσης του, κατέθεσε ο ίδιος και κάλεσε δύο ακόμη μάρτυρες, ήτοι την Olena Yan (ΜΚ1) και τον Αλέξη Ονουφρίου (ΜΚ2). Ο Κατηγορούμενος μετά την κλήση του σε απολογία και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και δεν κάλεσε οποιονδήποτε άλλο μάρτυρα. Μαρτυρία - Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσάχθηκε με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( Ζαβρού v.Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ 447, και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Ο Παραπονούμενος, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 γραπτή δήλωση δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Συνοπτικά στη γραπτή δήλωση του, Τεκμήριο 3, ο Παραπονούμενος ανέφερε ότι γνωρίζει τον Κατηγορούμενο πάνω από είκοσι χρόνια καθώς υπηρέτησαν μαζί την στρατιωτική τους θητεία και έκτοτε διατηρούσαν φιλικές σχέσεις. Ο Παραπονούμενος και ο Κατηγορούμενος συναντιόντουσαν συχνά στον αθλητικό σύλλογο «Παναθηναϊκός» (στο εξής ο «σύλλογος») στον οποίο διεξάγεται τόμπολα. Λόγω της φιλίας που τους συνέδεε συμφώνησαν όπως παίζουν τόμπολα συνεταιρικά, δηλαδή μοιράζονταν το κόστος αγοράς των καρτών τόμπολας και σε περίπτωση που οποιαδήποτε κάρτα κέρδιζε ανεξαρτήτως στην κατοχή ποιού εκ των δύο βρισκόταν, μοιράζονταν τα κέρδη. Στις 30.04.11 και περί ώρα 22.40 ο Παραπονούμενος, ο οποίος κατά την ώρα εκείνη βρισκόταν στην εργασία του, τηλεφώνησε στον Κατηγορούμενο ο οποίος ήταν στο σύλλογο και του ζήτησε όπως του αγοράσει 10 κάρτες, το τίμημα των οποίων θα του το κατέβαλλε όταν θα έφθανε στο σύλλογο. Όντως ο Κατηγορούμενος αγόρασε τις 10 κάρτες για λογαριασμό του Παραπονούμενου ο οποίος με την άφιξη του στο σύλλογο του κατέβαλε το ποσό των €40,00 που αντιστοιχεί στην αξία τους. Μία από τις εν λόγω κάρτες κέρδισε και το έπαθλο ήταν χρηματικό ποσό €10.000 και ένα αυτοκίνητο μάρκας Renault Megane (στο εξής το «όχημα»). Ο Παραπονούμενος και ο Κατηγορούμενος μοιράστηκαν το ποσό των €10.000 και έλαβε ο καθένας τους από €5.
- Επίσης συμφώνησαν όπως στις 02.05.11 μεταβούν στην αντιπροσωπεία της Renault για να διευθετήσουν την παραλαβή του οχήματος. Την 01.05.11 ο Παραπονούμενος και ο Κατηγορούμενος συναντήθηκαν οικογενειακώς στο σπίτι του Κατηγορούμενου, μετά από πρόσκληση του τελευταίου, για να γιορτάσουν την πιο πάνω επιτυχία τους. Παρών στην εν λόγω συνάντηση ήταν και ο γιος του Κατηγορούμενου, Χρίστος Χριστοδούλου (πρώην Κατηγορούμενος 2). Στις 02.05.11 ο Παραπονούμενος και ο Κατηγορούμενος μετέβηκαν στην αντιπροσωπεία της Renault και ζήτησαν όπως αντί του οχήματος τους δοθεί σε μετρητά η αξία του, πράγμα το οποίο απορρίφθηκε από την αντιπροσωπεία. Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος εξέφρασε στον Παραπονούμενο την επιθυμία του να κρατήσει το όχημα για να το χρησιμοποιεί ο γιος του ( πρώην Κατηγορούμενος 2) ο οποίος επρόκειτο τότε να καταταγεί στην Εθνική Φρουρά. Ενόψει του ότι ο Παραπονούμενος δεν επιθυμούσε να κρατήσει το όχημα, συμφώνησε με τον Κατηγορούμενο όπως κρατήσει ο τελευταίος το όχημα και καταβάλει στον Παραπονούμενο εντός 30 ημερών το ποσό των €6.450,00 που αντιστοιχούσε στο ήμισυ της αξίας του οχήματος. Η πιο πάνω συμφωνία μεταξύ του Παραπονούμενου και του Κατηγορούμενου έλαβε χώρα στην αντιπροσωπεία της Renault. Περαιτέρω, σε ερώτηση του Παραπονούμενου αναφορικά με την διασφάλιση που θα είχε ότι όντως ο Κατηγορούμενος θα του κατέβαλλε το ποσό των €6.450,00, ο Κατηγορούμενος τον διαβεβαίωσε ότι είναι φερέγγυο και αξιόπιστο άτομο. Επίσης ο Κατηγορούμενος του ανέφερε ότι είχε καταχωρήσει αγωγή στο Ε.Δ. Πάφου και ανέμενε να εισπράξει το ποσό των €52.
- Μετά την πάροδο των 30 ημερών ο Παραπονούμενος ζήτησε από τον Κατηγορούμενο την πληρωμή του ποσού των €6.450,00, αλλά ο τελευταίος ζητούσε να του δοθεί κι άλλος χρόνος. Περί τα τέλη του Ιουνίου 2011 σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον Κατηγορούμενο, του ανέφερε ότι είναι πτωχεύσας και ότι «δεν μπορεί να του κάνει τίποτε». Την ίδια περίοδο ο Παραπονούμενος μετέβηκε στο Τ.Α.Ε. Λεμεσού όπου προέβη σε καταγγελία εναντίον του Κατηγορούμενου. Η Αστυνομία περί τα τέλη του Ιουλίου του 2011 με αρχές Αυγούστου του 2011 τον πληροφόρησε ότι η καταγγελία που έκανε αφορούσε ζήτημα που ήταν εκτός της αρμοδιότητας της και τον προέτρεψε όπως απευθυνθεί σε δικηγόρο. Ο Παραπονούμενος κατά την πιο πάνω περίοδο πληροφορήθηκε ότι το όχημα είχε εγγραφεί επ' ονόματι του πρώην Κατηγορούμενου
- Στη συνέχεια ο Παραπονούμενος απευθύνθηκε σε δικηγόρο και μετά από έρευνες που πραγματοποίησε διαπίστωσε ότι ο Κατηγορούμενος ήταν πτωχεύσας με δικαστικό διάταγμα ημερομηνίας 22.05.
- Τέλος, αναφέρει ότι προ ορισμένων μηνών πληροφορήθηκε από φιλικά του πρόσωπα ότι το όχημα πωλήθηκε και μεταβιβάστηκε σε άγνωστο στον Παραπονούμενο πρόσωπο. Αντεξεταζόμενος ο Παραπονούμενος ανέφερε ότι ο τρόπος με τον οποίο λειτουργούσε η συνεργασία του με τον Κατηγορούμενο σε σχέση με την τόμπολα, ήταν ότι ο καθένας αγόραζε τις δικές του κάρτες και σε περίπτωση που οποιοσδήποτε από τους δύο κέρδιζε, τα κέρδη τα μοιράζονταν μεταξύ τους. Αναφερόμενος στο επίδικο βράδυ της 30.04.11 και σε ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορούμενου σε σχέση με το τι συμφωνήθηκε για το όχημα, ο Παραπονούμενος απάντησε ότι αποφάσισαν με τον Κατηγορούμενο όπως προτείνουν στο σύλλογο αντί του οχήματος να τους δώσουν το χρηματικό ποσό που αντιστοιχεί στην αξία του. Ο σύλλογος απέρριψε την εν λόγω πρόταση και συμφώνησαν με τον Κατηγορούμενο όπως υποβάλουν την ίδια πρόταση στην αντιπροσωπεία της Renault, η οποία επίσης απέρριψε την πρόταση. Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος πρότεινε στον Παραπονούμενο όπως κρατήσει το όχημα και τον αποζημιώσει με το ήμισυ της αξίας του, ήτοι €6.
- Ο Παραπονούμενος ανέφερε ότι αποδέχθηκε την πρόταση του Κατηγορούμενου και τον εμπιστεύθηκε λόγω και της φιλίας που διατηρούσαν. Ο Παραπονούμενος αρνήθηκε υποβολή του κ. Μιλτιάδου ότι ο Κατηγορούμενος κατά την μετάβαση τους στην αντιπροσωπεία της Renault ανέφερε στον ίδιο ότι δεν μπορούσε να εγγράψει το όχημα επ' ονόματι του και ότι κατά συνέπεια θα το ενέγραφε επ' ονόματι του γιου του, πρώην Κατηγορούμενου
- Αντεξεταζόμενος για το τι ακριβώς συνέβη στην αντιπροσωπεία της Renault ο Παραπονούμενος ανέφερε, ότι ο διευθυντής της αντιπροσωπείας ζήτησε καλυπτικό σημείωμα (cover note) και την ταυτότητα του προσώπου στο όνομα του οποίου θα γραφόταν το αυτοκίνητο. Σε ερώτηση του κ. Μιλτιάδου αν ο Κατηγορούμενος παρουσίασε την ταυτότητα του, ο Παραπονούμενος απάντησε θετικά και στην υποβολή ότι ο Κατηγορούμενος παρουσίασε την ταυτότητα του γιου του (πρώην Κατηγορούμενο 2) ο Παραπονούμενος απάντησε ότι ο ίδιος εμπιστευόταν τον Κατηγορούμενο και δεν θα είχε οποιαδήποτε εξασφάλιση αν το όχημα εγγραφόταν στον πρώην Κατηγορούμενο
- Στη συνέχεια, ο Παραπονούμενος ανέφερε ότι ανακάλυψε πως το όχημα στις 02.05.11 εγγράφηκε στο όνομα του πρώην Κατηγορούμενου 2 όταν επισκέφθηκε το Τ.Α.Ε. Σε σχετική ερώτηση του κ. Μιλτιάδου, ο Παραπονούμενος απάντησε ότι ήταν παρών όταν ο Κατηγορούμενος έδωσε μία ταυτότητα στην αντιπροσωπεία της Renault, δεν πρόσεξε όμως ποιού την ταυτότητα έδωσε. Περαιτέρω, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου υπέβαλε στον Παραπονούμενο ότι ο ίδιος ανέτρεψε την συμφωνία που είχαν με τον Κατηγορούμενο για να μοιράζουν τα κέρδη τους όταν, μία εβδομάδα μετά τις 30.04.11 και ενώ ο Παραπονούμενος κέρδισε €500,00 δεν απέδωσε στον Κατηγορούμενο τα €250,00 αλλά μόνο €50,
- Ο Παραπονούμενος αρνήθηκε την εν λόγω υποβολή. Παραδέχθηκε μεν ότι έδωσε στον Κατηγορούμενο μόνο €50,00, ανέφερε όμως ότι δεν ήταν στο ίδιο τραπέζι με τον Κατηγορούμενο και ότι το περιστατικό αυτό έγινε τέλη του Μάη και ενώ ο Κατηγορούμενος θα έπρεπε ήδη να του πληρώσει το ποσό των €6.
- Σε ερώτηση του κ. Μιλτιάδου αν ο ίδιος μίλησε με τον πρώην Κατηγορούμενο 2 για το θέμα της μεταβίβασης του οχήματος, ο Παραπονούμενος απάντησε αρνητικά. Ερωτηθείς κατά πόσο ζήτησε το 2009 από τον Κατηγορούμενο να τον εγγυηθεί σε δάνειο που επρόκειτο να λάβει από τη ΣΠΕ Γεροσκήπου, ο Παραπονούμενος απάντησε καταφατικά και ανέφερε ότι το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα δεν αποδέχθηκε τον Παραπονούμενο να υπογράψει ως εγγυητής. Σε σχετική ερώτηση του κ. Μιλτιάδου ο Παραπονούμενος απάντησε ότι δεν τον δέχθηκαν διότι, όπως ενημερώθηκε από υπάλληλο της ΣΠΕ, ο Κατηγορούμενος δεν ήταν πελάτης της ΣΠΕ και δεν κατοικούσε κοντά στην περιοχή τους. Ο Παραπονούμενος αρνήθηκε την υποβολή του κ. Μιλτιάδου ότι ο λόγος για τον οποίο δεν έγινε δεκτός ως εγγυητής ο Κατηγορούμενος ήταν διότι υπήρχε εναντίον του διαδικασία για πτώχευση. Τέλος, σε σχετική ερώτηση ο Παραπονούμενος απάντησε ότι δεν γνωρίζει αν ο Κατηγορούμενος υπέγραψε οτιδήποτε στην αντιπροσωπεία της Renault, διότι ο ίδιος έκανε περίπατο στο σαλόνι όπως ανέφερε. Ο Παραπονούμενος σε γενικές γραμμές μου προξένησε θετική εντύπωση. Υπάρχουν ωστόσο μέρη της μαρτυρίας του, τα οποία, για τους λόγους που αναφέρω πιο κάτω, δεν μπορώ να τα αποδεχθώ. Από την μαρτυρία του Παραπονούμενου, αποδέχομαι ότι τα γεγονότα το βράδυ της 30.4.11 και τις πρώτες πρωινές ώρες της 01.05.11 έγιναν όπως τα περιέγραψε ο Παραπονούμενος στη μαρτυρία του. Άλλωστε, τα περισσότερα από αυτά επιβεβαιώνονται, όπως θα φανεί και πιο κάτω, και από την μαρτυρία του Κατηγορούμενου. Αποδέχομαι επίσης την θέση του Παραπονούμενου ότι κατά τον επίδικο χρόνο δεν γνώριζε ότι είχε εκδοθεί διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του Κατηγορούμενου. Η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορούμενου, σε σχέση με την απόπειρα του Κατηγορούμενου να εγγυηθεί τον Παραπονούμενο σε ένα δάνειο που επρόκειτο ο τελευταίος να λάβει από τη ΣΠΕ Γεροσκήπου και ότι πληροφορήθηκε από υπάλληλο του εν λόγω ιδρύματος ότι ο Κατηγορούμενος δεν μπορούσε να γίνει δεκτός διότι είχε εναντίον του διαδικασία για πτώχευση , παρέμεινε στη σφαίρα της γενικότητας. Καταρχάς δεν διευκρινίστηκε η ημερομηνία κατά την οποία έλαβε χώρα το εν λόγω γεγονός. Απλά αναφέρθηκε ότι έγινε το
- Σύμφωνα όμως με το Τεκμήριο 1, το διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του Κατηγορούμενου εκδόθηκε στις 22.05.2009 και επομένως δεν καλύπτει ολόκληρο το
- Περαιτέρω, η ερώτηση όπως τέθηκε δεν αναφέρεται συγκεκριμένα σε διάταγμα παραλαβής αλλά σε διαδικασία για πτώχευση, φράση η οποία είναι τόσο ευρεία που καλύπτει και το στάδιο πριν την έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος παραλαβής. Δεν αποδέχομαι τον ισχυρισμό που προέβαλε ο Παραπονούμενος κατά την αντεξέταση του, ότι δηλαδή συμφώνησε με τον Κατηγορούμενο πως το όχημα θα εγγραφόταν στο όνομα του τελευταίου. Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός προβλήθηκε για πρώτη φορά στο στάδιο της αντεξέτασης του Παραπονούμενου σε μία προσπάθεια του να ισχυροποιήσει την θέση του ότι η συμφωνία του με τον Κατηγορούμενο ήταν να κρατήσει ο ίδιος το όχημα και όχι αυτό να εγγραφεί στο όνομα του πρώην Κατηγορούμενου
- Σημειώνω το γεγονός ότι ενώ στην κυρίως εξέταση του (Τεκμήριο 3) ο Παραπονούμενος αναφέρεται στη συμφωνία με τον Κατηγορούμενο σε σχέση με το όχημα, εντούτοις δεν ανέφερε ότι συμφώνησαν ρητά πως το όχημα θα εγγραφόταν στο όνομα του Κατηγορούμενου. Ο Παραπονούμενος απλά ανέφερε ότι συμφώνησαν όπως ο Κατηγορούμενος κρατήσει το όχημα για να το χρησιμοποιεί ο γιος του και διευκρίνισε ότι δεν συμφώνησε και δεν εξέφρασε την πρόθεση το όχημα να εγγραφεί στο όνομα του πρώην Κατηγορούμενου
- Είναι άλλο ζήτημα, το αν ο Παραπονούμενος εξέλαβε ότι με την συμφωνία πως το όχημα θα το κρατούσε ο Κατηγορούμενος, αυτό σήμαινε και ότι θα το ενέγραφε στο όνομα του. Το γεγονός παραμένει ότι μεταξύ των δύο δεν υπήρξε συμφωνία που να ορίζει ότι το όχημα θα εγγραφόταν στον Κατηγορούμενο. Επίσης, δεν αποδέχομαι την θέση του Παραπονούμενου ότι ζήτησε και έλαβε διαβεβαιώσεις από τον Κατηγορούμενο ότι είναι φερέγγυο άτομο, ικανό προς αποπληρωμή των χρεών του και ότι ουδέποτε λήφθηκαν δικαστικά μέτρα σχετικά με την περιουσία του και δεν εκδόθηκε εναντίον της περιουσίας του διάταγμα παραλαβής της. Θεωρώ εκτός πραγματικότητας την θέση του Παραπονούμενου ότι διεξήχθη μεταξύ των δύο, διάλογος αυτού του είδους. Ο Παραπονούμενος ανέφερε στη μαρτυρία του ότι τον συνέδεε με τον Κατηγορούμενο μακρόχρονη φιλία από τον καιρό που υπηρετούσαν την στρατιωτική θητεία τους, ότι υπήρχε μεταξύ τους σχέση εμπιστοσύνης, πράγμα το οποίο επιβεβαιώνεται και από το κοινά παραδεκτό γεγονός ότι τα δύο αυτά πρόσωπα επί σειρά ετών «έπαιζαν» συνεταιρικά τόμπολα στο σύλλογο. Περαιτέρω, στην αντεξέταση του ανέφερε ότι εμπιστεύθηκε τον Κατηγορούμενο και αποδέχθηκε την πρόταση του για να κρατήσει ο τελευταίος το όχημα λόγω της φιλίας που διατηρούσαν. Ενόψει των πιο πάνω θεωρώ πως δύο πρόσωπα που διατηρούν μεταξύ τους τέτοιου είδους σχέσεις, όπως αυτές περιγράφηκαν πιο πάνω, δεν αναμένεται να προβαίνουν σε τέτοιου είδους διάλογο. Θα πρόσθετα επίσης ότι, αν πράγματι ο Παραπονούμενος ανησυχούσε ως προς τη δυνατότητα του Κατηγορούμενου να καταβάλει το ποσό των €6.450,00, λογικά δεν θα περιοριζόταν σε λεκτικές μόνο διαβεβαιώσεις αλλά θα απαιτούσε χειροπιαστές εξασφαλίσεις. Αποδέχομαι, ωστόσο τον ισχυρισμό του Παραπονούμενου ότι ο Κατηγορούμενος δήλωσε σε αυτόν ότι ανέμενε να λάβει χρήματα από αγωγή που είχε καταχωρήσει στο Ε.Δ. Πάφου. Το γεγονός αυτό το αποδέχεται και ο Κατηγορούμενος, όπως θα φανεί κατωτέρω κατά την παράθεση της μαρτυρίας του. Η εν λόγω δήλωση δεν έγινε στα πλαίσια ερώτησης που υπέβαλε ο Παραπονούμενος προς τον Κατηγορούμενο σε σχέση με τις εξασφαλίσεις για το λαβείν του. Όπως ανέφερα και πιο πάνω απορρίπτω τον ισχυρισμό του Παραπονούμενου ότι ζήτησε από τον Κατηγορούμενο εξασφαλίσεις για την πληρωμή του ποσού των €6,
- Η εν λόγω δήλωση έγινε, όπως ανέφερε και ο Παραπονούμενος κατά την αντεξέταση του, όταν ο Κατηγορούμενος του ζήτησε προθεσμία 30 ημερών για την καταβολή των €6.450, λέγοντας του ότι ανέμενε να εισπράξει χρήματα από την αγωγή που καταχώρησε στο Ε.Δ. Πάφου. Δεν αποδέχομαι επίσης εκείνα τα σημεία της μαρτυρίας του Παραπονούμενου, στα οποία εκφράζει την γνώμη ή τα συμπεράσματα του σε σχέση με ενέργειες του Κατηγορούμενου οι οποίες, κατά την κρίση του, καταδεικνύουν ότι συνωμότησε ο Κατηγορούμενος με τον πρώην Κατηγορούμενο 2 για να καταδολιεύσουν τον Παραπονούμενο. Συγκεκριμένα, αναφέρομαι στα συμπεράσματα που διατυπώνει ο Παραπονούμενος στις δύο τελευταίες παραγράφους της γραπτής δήλωσης του - Τεκμήριο
- Είναι καλά γνωστή η αρχή ότι οι μάρτυρες είναι μάρτυρες γεγονότων και μαρτυρία η οποία συνιστά μαρτυρία γνώμης, δεν γίνεται (πλην ορισμένων εξαιρέσεων που δεν συντρέχουν εδώ) αποδεκτή. Καταλήγοντας όσον φορά την μαρτυρία του Παραπονούμενου και με εξαίρεση τα σημεία που ανέφερα πιο πάνω, αποδέχομαι την υπόλοιπη μαρτυρία του. Αποτελεί δε σταθερή θέση της νομολογίας ότι το Δικαστήριο μπορεί να θεωρήσει μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα ως αξιόπιστο και άλλο ως αναξιόπιστο. (βλ υπόθεση Mustafa ανωτέρω). Ως ΜΚ2 κατέθεσε η Olena Yan σύζυγος του Παραπονούμενου, η οποία κατά την κυρίως εξέταση της αναφέρθηκε στην οικογενειακή συνάντηση που είχαν με τον Κατηγορούμενο στην οικία του στην Αυδήμου την 01.05.11 για να γιορτάσουν την επιτυχία που είχαν οι διάδικοι στις 30.04.
- Κατά την αντεξέταση της, της υποβλήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου ότι δεν επισκέφθηκαν την οικία του Κατηγορούμενου την
- 05.11 αλλά σε άλλη ημερομηνία, πράγμα που η ΜΚ2 αρνήθηκε. Επίσης, της υποβλήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος δεν τους προσκάλεσε για φαγητό πράγμα που επίσης αρνήθηκε η ΜΚ
- Ερωτηθείσα αν γνωρίζει οτιδήποτε σε σχέση με την συμφωνία των διαδίκων για το όχημα, η ΜΚ2 απάντησε ότι συμφώνησαν οι διάδικοι όπως το όχημα εγγραφεί και στους δύο μέχρι ο Κατηγορούμενος να επιστρέψει στον Παραπονούμενο το μισό της αξίας του. Η ΜΚ2 ανέφερε ότι γνωρίζει για την συμφωνία διότι συζητήθηκε το θέμα αυτό στο σπίτι του Κατηγορούμενου όταν τους έκανε τραπέζι. Ο κ. Μιλτιάδου υπέβαλε στην ΜΚ2 ότι δεν έγινε τέτοια συμφωνία και η ΜΚ2 απάντησε ότι υπήρχαν και άλλα πρόσωπα μπροστά όταν έγινε η συμφωνία και ανέφερε ότι τα πρόσωπα αυτά ήταν η σύζυγος του Κατηγορούμενου, οι δύο κόρες του με τις οικογένειες τους και ακόμα ένα πρόσωπο Έλληνας στην καταγωγή ο οποίος ήταν γείτονας του Κατηγορούμενου. Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, η μαρτυρία της ΜΚ2 δεν έχει να προσφέρει κάτι το ουσιαστικό στα επίδικα θέματα. Από την μαρτυρία της αποδέχομαι ότι την 01.05.11 επισκέφθηκαν με τον Παραπονούμενο την οικία του Κατηγορούμενου στην οποία είχαν προσκληθεί από τον τελευταίο για να γιορτάσουν την επιτυχία της 30.4.
- Δεν αποδέχομαι ωστόσο τον ισχυρισμό της ότι συμφωνήθηκε ανάμεσα στον Παραπονούμενο και τον Κατηγορούμενο ότι το όχημα θα εγγραφόταν στο όνομα και των δύο, μέχρι να καταβάλει ο Παραπονούμενος στον Κατηγορούμενο το ήμισυ της αξίας του οχήματος. Κάτι τέτοιο δεν έχει υποστηριχθεί από τους άμεσα εμπλεκόμενους, ήτοι τον Παραπονούμενο και τον Κατηγορούμενο. Δεν αποκλείω το σενάριο αυτό να συζητήθηκε, δεν μπορώ όμως, για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω, να αποδεκτώ τον ισχυρισμό της ΜΚ2 ότι αυτή ήταν η συμφωνία στην οποία κατέληξαν οι διάδικοι. Με εξαίρεση επομένως το πιο πάνω σημείο, αποδέχομαι την υπόλοιπη μαρτυρία της ΜΚ
- Ως ΜΚ3 κατέθεσε ο Αλέξης Ονουφρίου ο οποίος ανέφερε ότι εργάζεται στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών από τις 02.01.01 και ανέφερε ότι έχει στην κατοχή του τον φάκελο που αφορά το όχημα, σύμφωνα με τον οποίο η πρώτη εγγραφή του οχήματος έγινε στις 03.05.
- Κατέθεσε ως Τεκμήριο 4 αντίγραφο της αίτησης για εγγραφή του οχήματος και ανέφερε ότι ως ιδιοκτήτης του οχήματος υπογράφει ο Χρίστος Χριστοδούλου (πρώην Κατηγορούμενος 2). Σε σχετική ερώτηση κατά πόσο υπήρξε μεταβίβαση του οχήματος μετά τις 03.05.11, ο ΜΚ3 απάντησε ότι υπήρξε μεταβίβαση η οποία έγινε στις 27.02.13 και κατέθεσε ως Τεκμήριο 5 αντίγραφο του εντύπου μεταβίβασης της ιδιοκτησίας του οχήματος. Τέλος, κατέθεσε ως Τεκμήριο 6 αντίγραφο καλυπτικού σημειώματος (cover note) ημερομηνίας 02.05.11 σε σχέση με το όχημα στο οποίο αναφέρεται ότι παρέχεται ασφαλιστική κάλυψη στον Χρίστο Χριστοδούλου (πρώην Κατηγορούμενο 2). Σημειώνω ότι ο ΜΚ3 δεν έτυχε οποιασδήποτε ουσιαστικής αντεξέτασης από τον κ. Μιλτιάδου. Δεν έχω κανένα ενδοιασμό στο να αποδεχθώ την μαρτυρία του ΜΚ3 στην ολότητα της. Η μαρτυρία του επιβεβαιώνεται από τα Τεκμήρια 4-6, τα οποία βρίσκονταν στην κατοχή του ΜΚ3 λόγω της θέση του. Περαιτέρω, όπως ανέφερα και πιο πάνω, η μαρτυρία του δεν έτυχε οποιασδήποτε αμφισβήτησης από την Υπεράσπιση. Ο Κατηγορούμενος, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του κατέθεσε γραπτή δήλωση (Τεκμήριο 7), δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9 ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Στην κυρίως εξέταση του ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι τον Ιούνιο του 2009 ο Παραπονούμενος του ζήτησε όπως τον εγγυηθεί για ένα δάνειο που θα του παραχωρείτο από την ΣΠΕ Γεροσκήπου. Ο Κατηγορούμενος μετέβη με τον Παραπονούμενο στο υποκατάστημα της ΣΠΕ Γεροσκήπου όπου υπέγραψε τα σχετικά έγγραφα. Μετά πάροδο λίγης ώρας, τον ενημέρωσε ό Παραπονούμενος ότι πληροφορήθηκε από υπάλληλο της ΣΠΕ Γεροσκήπου, η οποία χειριζόταν την υπόθεση, ότι δεν μπορούσε να τον εγγυηθεί διότι ήταν πτωχεύσας. Αναφερόμενος στο βράδυ της 30.4.11, ο Κατηγορούμενος δήλωσε ότι βρισκόταν στον σύλλογο και αγόρασε 10 τόμπολες αξίας €40,
- Γύρω στις 23.00 του τηλεφώνησε ο Παραπονούμενος και του είπε ότι θα ερχόταν στο Σύλλογο κατά τις 01.
- Όταν προσήλθε ο Παραπονούμενος, έδωσε στον Κατηγορούμενο €20.00 και τοποθέτησαν όλες τις τόμπολες μπροστά τους. Εκείνο το βράδυ κέρδισε το χρηματικό ποσό των €10.000 καθώς και το όχημα. Μοιράστηκε με τον Παραπονούμενο την ίδια στιγμή το χρηματικό έπαθλο και έλαβαν από €5.000 έκαστος. Όσον αφορά το όχημα δεν συμφώνησαν το εν λόγω βράδυ τι θα έπρατταν, αλλά, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Κατηγορούμενου, συμφώνησε με τον Παραπονούμενο όπως τη Δευτέρα 02.05.11, τον μεταφέρει ο Παραπονούμενος στη Λεμεσό για να παραλάβει το όχημα που κέρδισε. Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι έγινε στο σπίτι του τραπέζι την Κυριακή 01.05.
- Στις 02.05.11 τον παρέλαβε ο Παραπονούμενος από την Αυδήμου και στη διαδρομή για τη Λεμεσό συμφώνησαν όπως το όχημα εγγραφεί επ' ονόματι του γιου του Κατηγορούμενου (πρώην Κατηγορούμενου 2) διότι ο ίδιος ήταν πτωχεύσας και δεν μπορούσε να το εγγράψει στο όνομα του. Περαιτέρω, ο Παραπονούμενος του ανέφερε ότι και ο ίδιος είχε προβλήματα με τις τράπεζες και δεν μπορούσε να το γράψει στο δικό του όνομα. Όταν μετέβησαν στην αντιπροσωπεία της Renault στη Λεμεσό, ο Κατηγορούμενος στην παρουσία του Παραπονούμενου έδωσε στον υπάλληλο της αντιπροσωπείας την ταυτότητα του υιού του (πρώην Κατηγορούμενου 2) και τηλεφώνησε στην ασφαλιστική εταιρεία για να εκδώσει καλυπτικό σημείωμα. Ο Κατηγορούμενος συμφώνησε με τον Παραπονούμενο όπως του πληρώσει σε διάστημα περίπου ενός μήνα το ήμισυ της αξίας του οχήματος και ο Παραπονούμενος δεν του ζήτησε οποιεσδήποτε εγγυήσεις για να εξασφαλίσει την πληρωμή. Το Σάββατο 07.05.11 ο Κατηγορούμενος ήταν στο σύλλογο, στον οποίο ήταν και ο Παραπονούμενος με τη σύζυγο του. Κατά τη διάρκεια της τόμπολας ο Παραπονούμενος κέρδισε €500.00 και έστειλε στον Κατηγορούμενο €50,
- Ο τελευταίος δεν τα αποδέχθηκε λέγοντας ότι είναι €250,00 που θα έπρεπε να του δώσει και όχι €50,
- Ο Κατηγορούμενος αποχώρησε από το σύλλογο και ακολούθως του τηλεφώνησε ο Παραπονούμενος. Στην τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν, ο Κατηγορούμενος είπε στον Παραπονούμενο ότι δεν ήταν σωστό αυτό που έκανε (ενν. να του στείλει μόνο €50,00) και του είπε ότι για τον λόγο αυτό δεν θα του δώσει τα χρήματα του οχήματος, ήτοι τις €6.450,
- Στη συνέχεια δεν ξαναμίλησε με τον Παραπονούμενο και δεν απαντούσε στα τηλεφωνήματα του. Τέλος, ανέφερε ότι η σύζυγος του Παραπονούμενου τον επισκέφθηκε στην Αυδήμου για να του ζητήσει τα χρήματα και ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε να της δώσει τα χρήματα λέγοντας της ότι γνωρίζει τον λόγο για τον οποίο αρνείται να δώσει τα χρήματα. Αντεξεταζόμενος σε σχέση με το περιστατικό που έλαβε χώρα στη ΣΠΕ Γεροσκήπου, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι η υπάλληλος της ΣΠΕ ονομάζεται Χρυστάλλα Μακρή και την γνωρίζει προσωπικά. Ανέφερε ότι μεταγενέστερα επισκέφθηκε ο ίδιος τη ΣΠΕ και ζήτησε τα έγγραφα που υπέγραψε για να τα παρουσιάσει στο Δικαστήριο, αλλά του είπαν ότι τα έγγραφα δεν υπάρχουν. Σε σχετική διευκρινιστική ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Παραπονούμενου, ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι πρώτα υπέγραψε ως εγγυητής και στη συνέχεια ήρθε ο Παραπονούμενος και τον πληροφόρησε ότι τελικά δεν θα γινόταν δεκτός διότι ήταν πτωχεύσας. Αναφορικά με το βράδυ της 30.4.11, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι αγόρασε 20 συνολικά τόμπολες, δηλαδή 10 για τον ίδιο και 10 για τον Παραπονούμενο. Σε σχέση με την ώρα κατά την οποία έλαβε χώρα το τηλεφώνημα του Παραπονούμενου προς το πρόσωπο του και αφού του υποδείχθηκε από τον κ. Ζαννούπα ότι στη γραπτή δήλωση του ανέφερε ότι το τηλεφώνημα έγινε στις 23.00, ο Κατηγορούμενος αρχικά απάντησε πως δεν θυμόταν την ακριβή ώρα και στην συνέχεια είπε ότι θυμόταν πως ήταν μέρα την ώρα που του τηλεφώνησε ο Παραπονούμενος. Ακολούθως όμως ο Κατηγορούμενος συμφώνησε με υποβολή του κ. Ζαννούπα ότι ο Παραπονούμενος του τηλεφώνησε στις 22.
- Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι συμφώνησε με τον Παραπονούμενο πως το όχημα θα εγγραφόταν στο δικό του όνομα και ανέφερε ότι ο Παραπονούμενος ήταν παρών στην αντιπροσωπεία και στην παρουσία του πήρε τηλέφωνο την ασφαλιστική εταιρεία για να εκδώσει καλυπτικό σημείωμα στο όνομα του υιού του (πρώην Κατηγορούμενου 2). Στην ερώτηση του κ. Ζαννούπα ποια ήταν η εξασφάλιση του Παραπονούμενου από την στιγμή που το όχημα δεν θα εγγραφόταν στο όνομα του Κατηγορούμενου, ο τελευταίος απάντησε ότι συμφώνησαν με τον Παραπονούμενο ότι θα του κατέβαλλε το ήμισυ της αξίας του οχήματος και περαιτέρω ενημέρωσε τον Παραπονούμενο ότι επρόκειτο να εισπράξει χρήματα από κάποια αγωγή που καταχώρησε στο Ε.Δ. Πάφου. Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι εισέπραξε περί τις €44.000 από την εν λόγω αξίωση του και τα χρήματα αυτά τα κατέβαλε σε διάφορα πρόσωπα για να καλύψει υποχρεώσεις του. Ως προς το περιστατικό της 07.05.11, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι δεν πήγε μαζί με τον Παραπονούμενο στο σύλλογο, αλλά ο Παραπονούμενος ήρθε αργότερα με τη σύζυγο του και άλλα πρόσωπα. Στην ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Παραπονούμενου κατά πόσο μοιράζονταν πάντοτε τα κέρδη που πραγματοποιούσαν στο σύλλογο, ο Κατηγορούμενος απάντησε πως μοιράζονταν πάντοτε όταν ήταν μαζί και συμφώνησε στη συνέχεια με την υποβολή του κ. Ζαννούπα ότι την συγκεκριμένη ημέρα ο Παραπονούμενος βρισκόταν με άλλη παρέα και δεν είχε υποχρέωση να μοιράσει μαζί του τα κέρδη που πραγματοποίησε. Ερωτηθείς ο Κατηγορούμενος επί του Τεκμηρίου 4 (αίτηση για εγγραφή μηχανοκίνητου οχήματος) και συγκεκριμένα για την υπογραφή που εμφανίζεται δίπλα από την ένδειξη «Ιδιοκτήτης/Σφραγίδα», ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι δεν γνωρίζει ποιος έθεσε την εν λόγω υπογραφή και διευκρίνισε ότι δεν τέθηκε ούτε από τον ίδιο αλλά ούτε και από τον πρώην Κατηγορούμενο
- Τέλος, αρνήθηκε την υποβολή του κ. Ζαννούπα ότι πλαστογράφησε την υπογραφή του πρώην Κατηγορούμενου
- Η εικόνα που άφησε ο Κατηγορούμενος στο εδώλιο του μάρτυρα δεν ήταν θετική. Ήταν εμφανής η προσπάθεια του να αποποιηθεί των οποιωνδήποτε ευθυνών του και προς τον σκοπό αυτό επιχείρησε να παρουσιάσει την εικόνα ότι είναι ο ίδιος που κέρδισε το χρηματικό έπαθλο των €10.000 και το όχημα και ότι ενήργησε χαριστικά προς τον Παραπονούμενο όταν του απέδωσε τις €5.000 και συμφώνησε να του δώσει το ήμισυ της αξίας του οχήματος. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός όπου κατά την αντεξέταση του και στην υποβολή ότι ο λόγος για τον οποίο μεταβίβασε το όχημα στον πρώην Κατηγορούμενο 2 ήταν για να ξεγελάσει τον Παραπονούμενο, ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι «φταίει» που δεν «έπιασε» και τις €10.000 γιατί ο ίδιος διάλεξε την κάρτα που κέρδισε. Σε άλλο σημείο όμως της αντεξέτασης του, ανέφερε ότι οι κάρτες βρίσκονταν όλες στο μέσο του τραπεζιού και σε υποβολή του ευπαίδευτου συνηγόρου του Παραπονούμενου ότι μετέβη μαζί με τον Παραπονούμενο στις 02.05.11 για να παραλάβει το όχημα διότι μαζί το κέρδισαν, ο Κατηγορούμενος απάντησε καταφατικά. Σημειώνω επίσης την ανακολουθία του Κατηγορούμενου σε σχέση με τον λόγο για τον οποίο δεν τήρησε την υπόσχεση του να καταβάλει στον Παραπονούμενο το ποσό των €6,
- Ο Κατηγορούμενος, ως αιτιολογία για την μη τήρηση της υπόσχεσης του επικαλέστηκε το περιστατικό που, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του έλαβε χώρα στις 07.05.11, και συνιστούσε παράβαση της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας εκ μέρους του Παραπονούμενου. Συγκεκριμένα, σε σχέση με τα €500,00 που κέρδισε ο Παραπονούμενος, ανέφερε ότι δεν δέχθηκε τα €50.00 που του έστειλε διότι κανονικά θα έπρεπε να του αποδώσει τα μισά, δηλαδή τα €250.
- Όταν ερωτήθηκε όμως κατά την αντεξέταση του κατά πόσο μοίραζαν πάντα τα κέρδη, ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι τα μοίραζαν όταν ήταν μαζί και συμφώνησε στη συνέχεια ότι την εν λόγω ημέρα ο Παραπονούμενος ήταν με άλλη παρέα στο σύλλογο και δεν είχε υποχρέωση να του στείλει χρήματα. Επομένως, σύμφωνα με την παραδοχή του Κατηγορούμενου, δεν υπήρξε οποιαδήποτε παραβίαση της μεταξύ τους συμφωνίας από τον Παραπονούμενο. Δεν με έχει επίσης πείσει η θέση του Κατηγορούμενου σε σχέση με το περιστατικό που έλαβε χώρα στη ΣΠΕ Γεροσκήπου. Ο Κατηγορούμενος, τόσο στην κυρίως εξέταση όσο και στην αντεξέταση του υποστήριξε ότι πρώτα υπέγραψε τα σχετικά έγγραφα και στη συνέχεια ενημερώθηκε από τον Παραπονούμενο ότι δεν μπορούσε να τον εγγυηθεί διότι ήταν πτωχεύσας. Θεωρώ αρκετά απομακρυσμένο το ενδεχόμενο να υπέγραψε πρώτα τα έγγραφα ο Κατηγορούμενος και στη συνέχεια να έγινε από το πιστωτικό ίδρυμα ο έλεγχος κατά πόσο αυτός είναι πρόσωπο που θα μπορούσε να γίνει δεκτό ως εγγυητής. Σε κάθε περίπτωση δεν κλήθηκε ως μάρτυρας η αρμόδια υπάλληλος της ΣΠΕ για να καταθέσει για τον λόγο για τον οποίο δεν έγινε δεκτός ως εγγυητής ο Κατηγορούμενος. Περαιτέρω, τα γεγονότα που ακολούθησαν το εν λόγω συμβάν αποδεικνύουν , κατά την κρίση μου, ότι ο Παραπονούμενος δεν γνώριζε πως εναντίον του Κατηγορούμενου είχε εκδοθεί διάταγμα παραλαβής. Δεν μπορώ να εξηγήσω διαφορετικά το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι μέχρι και τις 30.4.11, οι διάδικοι συνευρίσκονταν στο σύλλογο, «έπαιζαν» συνεταιρικά τόμπολα και διαμοιράζονταν τα κέρδη τους. Αποκορύφωμα δε της σχέσης φιλίας και εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ των δύο ήταν η συμφωνία που έγινε όπως το όχημα που από κοινού κέρδισαν, να το κρατήσει ο Κατηγορούμενος χωρίς να καταβάλει άμεσα στον Παραπονούμενο το ήμισυ της αξίας του, αλλά μέσα σε περίοδο 30 ημερών χωρίς οποιαδήποτε άλλη εξασφάλιση. Αν όντως ο Παραπονούμενος γνώριζε από το 2009 ότι εναντίον του Κατηγορούμενου είχε εκδοθεί διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του, ασφαλώς θα ενεργούσε με τρόπο διαφορετικό. Ευρήματα Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Ο Παραπονούμενος και ο Κατηγορούμενος διατηρούσαν εδώ και αρκετά χρόνια φιλική σχέση. Οι διάδικοι είχαν ως κοινό ενδιαφέρον τους την συμμετοχή τους στο παιχνίδι τόμπολας που διεξαγόταν στο σύλλογο, όπου και συναντιόντουσαν συχνά. Σε κάποια στιγμή οι διάδικοι συμφώνησαν όπως παίζουν συνεταιρικά και συγκεκριμένα όπως μοιράζουν τα τυχόν κέρδη που θα πραγματοποιούσαν, ανεξαρτήτως σε ποιου εκ των δύο την κατοχή θα βρισκόταν η κάρτα που θα κέρδιζε. Η συμφωνία αυτή ίσχυε όταν οι διάδικοι ήταν μαζί στο σύλλογο. Το βράδυ της 30.4.11 οι διάδικοι ήταν μαζί στον σύλλογο και συμμετείχαν στο παιχνίδι τόμπολας που διεξαγόταν εκεί. Τις πρώτες πρωινές ώρες της 01.05.11 μία εκ των καρτών κέρδισε το χρηματικό έπαθλο των €10.000 και το όχημα. Στα πλαίσια της πιο πάνω αναφερόμενης συμφωνίας τους οι διάδικοι μοίρασαν το χρηματικό έπαθλο και έλαβαν από €5.000 έκαστος. Σε σχέση με το όχημα και ενόψει του ότι ούτε ο σύλλογος, ούτε και η αντιπροσωπεία της Renault αποδέχθηκαν την πρόταση των διαδίκων για να τους αποδώσουν αντί του οχήματος το χρηματικό ποσό που αντιστοιχεί στην αξία του, οι διάδικοι στις 02.05.11 συμφώνησαν όπως κρατήσει το όχημα ο Κατηγορούμενος και καταβάλει στον Παραπονούμενο εντός 30 ημερών το ήμισυ της αξίας του, ήτοι €6.
- Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος δήλωσε στον Παραπονούμενο ότι ανέμενε να εισπράξει χρήματα από αγωγή που είχε καταχωρήσει στο Ε.Δ. Πάφου. Ταυτόχρονα στις 02.05.2011, όταν οι διάδικοι βρίσκονταν στην αντιπροσωπεία της Renault, ο Κατηγορούμενος έδωσε οδηγίες όπως το όχημα εγγραφεί στο όνομα του υιού του, πρώην Κατηγορούμενου
- Πράγματι στις 03.05.2011 το όχημα εγγράφηκε στον πρώην Κατηγορούμενο
- Ο Κατηγορούμενος δεν κατέβαλε το ποσό των €6.450 στον Παραπονούμενο στην περίοδο των 30 ημερών μετά την 02.05.2011, ούτε μέχρι και σήμερα. Τέλος, στις 22.05.09 εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του Κατηγορούμενου στα πλαίσια της Αίτησης Πτώχευσης με αρ.278/09 Ε.Δ. Λεμεσού. Το γεγονός αυτό ήταν σε γνώση του Κατηγορούμενου τουλάχιστον από τις 16.09.10, ημερομηνία κατά την οποία, σύμφωνα με το Τεκμήριο 1, ο Κατηγορούμενος προσήλθε στο γραφείο του Επίσημου Παραλήπτη και υπέβαλε ενόρκως έκθεση καταστάσεως της περιουσίας του. Νομική Πτυχή Το άρθρο 116 (ιστ) του περί Πτώχευσης Νόμου Κεφ.5, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί (στο εξής ο «Νόμος»), διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «
- Πρόσωπο το οποίο κηρύχτηκε σε πτώχευση ή σχετικά με την περιουσία του οποίου εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής, σε καθεμιά από τις παρακάτω περιπτώσεις, θεωρείται ένοχο ποινικού αδικήματος και με την καταδίκη του υπόκειται σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη: ...................................... (ιστ) αν, μετά την υποβολή αίτησης πτώχευσης από ή εναντίον του, ή μέσα σε δώδεκα μήνες αμέσως προ της υποβολής τέτοιας αίτησης, προέβηκε σε δωρεά, πώληση, παράδοση, μεταβίβαση, υποθήκευση ή επιβάρυνση επί της περιουσίας του, εκτός αν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι δεν είχε πρόθεση καταδολίευσης» Από σχετική έρευνα στην νομολογία μας δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε απόφαση που να πραγματεύεται και να ερμηνεύει το πιο πάνω άρθρο. Αυτό επιβεβαιώνεται και από τις τελικές αγορεύσεις των συνηγόρων, καθώς δεν με παρέπεμψαν σε οποιαδήποτε σχετική αυθεντία. Επίσης δεν έχω εντοπίσει αντίστοιχη πρόνοια στο Αγγλικό Bankruptcy Act 1914, το οποίο ως γνωστό είναι παρόμοιο με το δικό μας Κεφ.
- Παρά το γεγονός ότι υπάρχει άρθρο αντίστοιχο με το δικό μας 116 (βλ. άρθρο 154 του Bankruptcy Act 1914) εντούτοις δεν υπάρχει ανάλογη πρόνοια όπως αυτή του δικού μας άρθρου 116(ιστ) του Νόμου. Ενόψει λοιπόν της απουσίας οποιασδήποτε καθοδηγητικής αυθεντίας και εφαρμόζοντας την γραμματική ερμηνεία, θεωρώ ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα πιο κάτω: Ο Κατηγορούμενος είτε να έχει κηρυχθεί σε πτώχευση, είτε να έχει εκδοθεί διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του. Να έχει προβεί είτε σε δωρεά, είτε σε πώληση, είτε σε παράδοση, είτε σε μεταβίβαση, είτε σε υποθήκευση, είτε σε επιβάρυνση της περιουσίας του. Οι πιο πάνω αναφερόμενες ενέργειες να έχουν γίνει είτε μετά την υποβολή αίτησης πτώχευσης από ή εναντίον του, είτε μέσα στην περίοδο των 12 μηνών που προηγούνται της εν λόγω αίτησης. Σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, όπως αυτά έχουν προσδιοριστεί πιο πάνω, τότε θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο ο Κατηγορούμενος δεν είχε πρόθεση καταδολίευσης του Παραπονούμενου κατά τον χρόνο που προέβη στην πώληση, παράδοση, μεταβίβαση, υποθήκευση ή επιβάρυνση της περιουσίας του. Δημιουργείται δηλαδή εκ του Νόμου μαχητό τεκμήριο ότι από την στιγμή που συντελούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος υπάρχει πρόθεση καταδολίευσης και εναπόκειται πλέον στον Κατηγορούμενο να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι δεν είχε πρόθεση καταδολίευσης. Αποτελεί δε σταθερή θέση του δικαίου της απόδειξης ότι όταν το βάρος απόδειξης εναποτίθεται στους ώμους του Κατηγορούμενου, αυτό το βάρος μπορεί να αποσεισθεί με μαρτυρία που ικανοποιεί το Δικαστήριο με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και όχι πέραν από κάθε λογική αμφιβολία όπως χρειάζεται στην περίπτωση της Κατηγορούσας Αρχής για να αποδείξει την κατηγορία. (Γενικός Εισαγγελέας v. Μακρής
(1984)2 Α.Α.Δ 332). Βάρος απόδειξης Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι ( Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε πιο πάνω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Συμπεράσματα Πριν προχωρήσω στην παράθεση των συμπερασμάτων μου, θεωρώ ότι πρέπει να ασχοληθώ με το ζήτημα της εφαρμογής του δόγματος autrefois acquit που εγείρει στην τελική του αγόρευση ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου. Το εν λόγω ζήτημα εγέρθηκε και στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως και απορρίφθηκε. Ωστόσο, εφόσον ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου επέλεξε να το θέσει εκ νέου με την τελική του αγόρευση, θεωρώ ότι θα πρέπει να το εξετάσω και να αναφέρω ορισμένα πράγματα επιπρόσθετα σε σχέση με την κατάληξη μου ότι εν προκειμένω δεν τυγχάνει εφαρμογής το δόγμα του autrefois acquit. Παρά το γεγονός ότι το άρθρο 69
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, δεν τυγχάνει εφαρμογής, ενόψει του ότι δεν ακολουθήθηκε η διαδικασία που προνοείται σε αυτό, εντούτοις το όλο ζήτημα μπορεί να εξεταστεί στα πλαίσια του άρθρου 12.2 του Συντάγματος, το οποίο προνοεί ότι: «Ο απαλλαγείς ή καταδικασθείς δεν δικάζεται εκ δευτέρου διά το αυτό αδίκημα. Ουδείς τιμωρείται εκ δευτέρου διά την αυτήν πράξιν ή παράλειψιν, εκτός εάν συνεπεία ταύτης προεκλήθη θάνατος.» Το πιο πάνω αναφερόμενο άρθρο ευρίσκεται στο Μέρος ΙΙ του Συντάγματος στο οποίο περιλαμβάνονται τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα και ελευθερίες. Κατά συνέπεια κρίνω ότι, παρά το γεγονός της μη επίκλησης της ειδικής απολογίας που καθιερώνει το άρθρο 69
(1)(β), ενόψει της συνταγματικής κατοχύρωσης της αρχής του δόγματος του autrefois acquit στην οποία μάλιστα δεν τίθεται οποιοσδήποτε περιορισμός σε σχέση με το στάδιο στο οποίο μπορεί να γίνει επίκληση του, το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει την εφαρμογή του και στο παρόν στάδιο της έκδοσης τελικής απόφασης. Επί της ουσίας ο κ. Μιλτιάδου, υποστηρίζει ότι ο πελάτης του στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης με αρ. 9362/11 Ε.Δ. Πάφου μεταξύ των ιδίων διαδίκων αθωώθηκε και απαλλάχθηκε μετά από ακροαματική διαδικασία. Στην πιο πάνω αναφερόμενη υπόθεση ο Κατηγορούμενος αντιμετώπιζε την κατηγορία της απάτης από πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του. Σύμφωνα πάντα με την εισήγηση του κ. Μιλτιάδου, η κατηγορία στην εν λόγω υπόθεση στηριζόταν ακριβώς στα ίδια γεγονότα στα οποία στηρίζεται η κατηγορία της παρούσας υπόθεσης. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιες τις λεπτομέρειες αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας στην υπόθεση αρ 9362/11 Ε.Δ. Πάφου (βλ. Τεκμήριο 9), η οποία αποτέλεσε το αντικείμενο εκδίκασης στην πιο πάνω υπόθεση σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου-Τεκμήριο 2: «Ο κατηγορούμενος κατά/ή περί τις 02-05-2011 στην Γεροσκήπου της Επαρχίας Πάφου ενώ γνώριζε από τις 16-09-2010 ή/και προγενέστερα ότι είχε εκδοθεί διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του στην Αίτηση Αρ. 278/2009 του Ε.Δ. Λεμεσού με Δικαστικό Διάταγμα ημερομηνίας 22-05-2009, εξασφάλισε πίστωση για το ποσό των Ε 6450,00 από τον Χριστάκη Σταυρινού με ψευδείς παραστάσεις εν γνώσει του ότι οι πιο κάτω παραστάσεις ήταν ψευδείς. Οι παραστάσεις συνίσταντο στην διαβεβαίωση και/ή παράσταση του κατηγορουμένου προς τον παραπονούμενο ότι ήταν αξιόπιστο και/ή φερέγγυο πρόσωπο και/ή πρόσωπο ικανό προς πληρωμή των χρεών του, διαβεβαιώνοντας τον παραπονούμενο ότι ουδέποτε λήφθηκαν οποιαδήποτε Δικαστικά μέτρα σχετικά με την περιουσία του, αλλά και ουδέποτε εκδόθηκε ποτέ διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του, και ενώ τούτο ήταν ψευδές εν γνώσει του, καθ' ότι γνώριζε ότι είχε εκδοθεί διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του και δεν αποκαταστάθηκε.» Στην υπόθεση Γεώργιος Χαραλάμπους Πουλλαούας ν. Αστυνομίας,
(2001)2 Α.Α.Δ 494 αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά με τις αρχές που διέπουν το δεδικασμένο σε ποινικές υποθέσεις: «Συνοψίζονται ως εξής στον Archbold 1995, παραγ. 4-149: "The doctrine of res judicata does apply to the criminal law in the form of the maxim nemo debet bis vexari pro eadem causa, or nemo debet bis puniri pro uno delicto - 'no-one should be twice put in jeopardy of being convicted and punished for the same offence' (the rule against 'double jeopardy'). The pleas of autrefois convict and acquit are founded on these maxims". Σε μετάφραση: «Το δόγμα του δεδικασμένου τυγχάνει εφαρμογής στη σφαίρα του ποινικού δικαίου υπό τον τύπο του αποφθέγματος nemo debet bis vexari pro eadem causa, or nemo debet bis puniri pro uno delicto - 'κανένας δεν μπορεί να τίθεται δύο φορές σε κίνδυνο καταδίκης για το ίδιο αδίκημα' (ο κανόνας κατά του διπλού κινδύνου). Οι αρχές του autrefois convict and acquit είναι θεμελιωμένες επί των πιο πάνω αποφθεγμάτων». Το γεγονός ότι οι λεπτομέρειες του προτεινόμενου αδικήματος είναι κάπως διαφορετικές από εκείνες της αρχικής - πρώτης κατηγορίας - δεν εμποδίζει την επίκληση του δόγματος autrefois acquit . Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα των Spencer Bower and Turner "The Doctrine of Res Judicata", 2nd ed., σελ. 272: "Not only is the plea available in respect of any repetition of the actual charge of which the accused has previously been acquitted; he is also protected on counts on which the jury could have convicted him in the earlier proceedings, even though he was not in them made the subject of a formal acquittal on such counts." Σε μετάφραση: «Όχι μόνο το δόγμα είναι διαθέσιμο σε σχέση με οποιαδήποτε επανάληψη της πραγματικής κατηγορίας για την οποία ο κατηγορούμενος είχε προηγουμένως αθωωθεί αλλά επίσης προστατεύεται και για κατηγορίες για τις οποίες οι ενόρκοι θα μπορούσαν να τον καταδικάσουν στην αρχική διαδικασία, έστω και αν σε σχέση με αυτές δεν είχε τύχει τυπικής αθώωσης.» Η αρχή την οποία επικαλείται το πιο πάνω σύγγραμμα έχει τεθεί στην απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην Connelly v. Director of Public Prosecutions [1964] A.C. 1254 - απόφαση του Lord Morris, στη σελ. 1311: «The authorities to which I have referred show that the plea of autrefois acquit has availed if the charge contained in a later indictment is one of which a man could have been convicted on the trial of the earlier indictment." Σε μετάφραση: «Οι αυθεντίες στις οποίες έχω αναφερθεί δείχνουν ότι μπορεί να γίνει επίκληση του δόγματος του autrefois aquit αν η κατηγορία που περιέχεται σε μεταγενέστερο κατηγορητήριο είναι μια για την οποία ένας θα μπορούσε να καταδικαστεί κατά την εκδίκαση του αρχικού κατηγορητηρίου». Στην ίδια απόφαση ο Lord Devlin θέτει το θέμα ως εξής στις σελ. 1339-1340: "For the doctrine of autrefois to apply it is necessary that the accused should have been put in peril of conviction for the same offence as that with which he is then charged. The word 'offence' embraces both the facts which constitute the crime and the legal characteristics which make it an offence. For the doctrine to apply it must be the same offence both in fact and in law." Σε μετάφραση: «Για την εφαρμογή του δόγματος του autrefois είναι αναγκαίο όπως ο κατηγορούμενος να είχε τεθεί στον κίνδυνο καταδίκης για το ίδιο αδίκημα όπως εκείνο για το οποίο τώρα κατηγορείται. Η λέξη 'αδίκημα' περιλαμβάνει τόσο τα γεγονότα τα οποία συνιστούν το έγκλημα και τα νομικά χαρακτηριστικά τα οποία το καθιστούν αδίκημα. Για την εφαρμογή του δόγματος πρέπει να είναι το ίδιο αδίκημα τόσο όσον αφορά τα γεγονότα όσο και το νόμο.» Στην υπόθεση District Officer of Paphos v. Georghiou and Others [1978] 1 J.S.C. 100, 103, αναφέρθηκε ότι το ερώτημα για το Δικαστήριο πάνω στο ζήτημα τούτο είναι κατά πόσο ο Κατηγορούμενος διακινδύνευσε δύο φορές για την ίδια κατηγορία για την οποία κατηγορείται. Το δε κριτήριο είναι κατά πόσο το αδίκημα για το οποίο δικάστηκε και το αδίκημα για το οποίο δικάζεται τώρα, έχουν τα ίδια συστατικά με την έννοια ότι τα γεγονότα που συνιστούν το ένα είναι αρκετά για να δικαιολογήσουν την καταδίκη του για το άλλο, όχι ότι τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η Κατηγορούσα Αρχή είναι τα ίδια στις δύο δίκες. Επίσης στο σύγγραμμα των κκ. Λοϊζου και Πική Criminal Procedure in Cyprus, αναφέρεται στις σελίδες 92 και 93 ότι για να υπάρχει επιτυχής επίκληση του autrefois acquit θα πρέπει όχι μόνο τα γεγονότα να είναι τα ίδια αλλά και το αδίκημα. Εάν τα συστατικά είναι διαφορετικά, τότε δεν τίθεται θέμα εφαρμογής της ειδικής αυτής απολογίας. Όπως ανέφερα πιο πάνω ο Κατηγορούμενος στην υπόθεση 9362/11 Ε.Δ. Πάφου αντιμετώπιζε την κατηγορία της απάτης από πρόσωπο εναντίον του οποίου είχε εκδοθεί διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του κατά παράβαση των άρθρων 118(α) του Νόμου, καθώς και των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Παραθέτω πιο κάτω το περιεχόμενο των εν λόγω άρθρων: «118. Αν πρόσωπο το οποίο κηρύχτηκε σε πτώχευση ή αναφορικά με την περιουσία του οποίου εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής: (α) με την ανάληψη χρέους ή υποχρέωσης, εξασφάλισε πίστωση βάσει ψευδών παραστάσεων ή με άλλη απάτη» «297. Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.» «298.
(1)Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.» Όπως προκύπτει από την διατύπωση των πιο πάνω διατάξεων, μεταξύ των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων που καθιερώνουν περιλαμβάνεται η ψευδής παράσταση και η πρόθεση καταδολίευσης εκ μέρους του Κατηγορούμενου. Συγκρινόμενα επομένως τα εν λόγω συστατικά στοιχεία με τα συστατικά στοιχεία του άρθρου 116(ιστ) του Νόμου, γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι αυτά διαφέρουν. Για το αδίκημα που καθιερώνει το άρθρο 116(ιστ) του Νόμου δεν απαιτείται να αποδειχθεί ψευδής παράσταση ή πρόθεση καταδολίευσης. Αντιθέτως, όπως ανέφερα και πιο πάνω στην ανάλυση της νομικής πτυχής, το βάρος απόδειξης ότι δεν υπήρχε πρόθεση καταδολίευσης το φέρει ο Κατηγορούμενος. Σημειώνω ότι το Δικαστήριο στην κατάληξη του στην απόφαση αρ. 9362/11 Ε.Δ. Πάφου (Τεκμήριο 2) στη σελ. 28 ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι δεν αποδείχθηκαν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των ψευδών παραστάσεων και της πρόθεσης καταδολίευσης. Επομένως, έστω και αν τα γεγονότα είναι τα ίδια, τα αδικήματα της υπόθεσης αρ. 9362/11 Ε.Δ. Πάφου και της παρούσας είναι διαφορετικά, καθώς διαφέρουν τα συστατικά στοιχεία τους. Ειδκότερα όσον αφορά την πρόθεση καταδολίευσης ο Κατηγορούμενος επωμίζεται στην προκείμενη περίπτωση το βάρος, στα πλαίσια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι δεν είχε πρόθεση καταδολίευσης. Ως εκ τούτου κρίνω ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο και δεν μπορεί να επιτύχει η επίκληση του δόγματος του autrefois acquit. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, δηλαδή την μαρτυρία που έχω κρίνει ως αποδεκτή, την νομική πτυχή, το βάρος απόδειξης και τα ευρήματα, καταλήγω ότι έχουν συντελεστεί όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Συγκεκριμένα, στις 22.05.2009 εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του Κατηγορούμενου στα πλαίσια της Αίτησης Πτώχευσης αρ. 278/09 Ε.Δ. Λεμεσού (βλ. Τεκμήριο 1). Ο Κατηγορούμενος προέβη σε δωρεά της περιουσίας του και συγκεκριμένα του οχήματος που κέρδισε με τον Παραπονούμενο, σε σχέση με το οποίο οι διάδικοι συμφώνησαν όπως το κρατήσει ο Κατηγορούμενος και καταβάλει στον Παραπονούμενο το ήμισυ της αξίας του. Ανοίγω μία παρένθεση για να πω ότι το όχημα αποτελεί εν τη εννοία του Νόμου περιουσία του Κατηγορούμενου. Στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου στην ερμηνεία της έννοιας «περιουσία», αναφέρονται τα ακόλουθα: «"περιουσία" περιλαμβάνει χρήματα, εμπορεύματα, αγώγιμα δικαιώματα, γη και περιουσία κάθε περιγραφής ανεξάρτητα αν είναι κινητή ή ακίνητη, ή αν βρίσκεται στην Κύπρο ή αλλού, επίσης υποχρεώσεις, δουλείες και κάθε είδους περιουσία, συμφέρον και όφελος, παρόν ή μελλοντικό, κεκτημένο ή υπό αίρεση, που προκύπτει από ή είναι συναφές με περιουσία όπως ορίζεται πιο πάνω». Είναι επομένως φανερό ότι καλύπτει και την κινητή περιουσία και κάθε συμφέρον και όφελος σε αυτήν και δεν αποτελεί προϋπόθεση η εγγραφή της περιουσίας στο όνομα του Κατηγορούμενου. Ως εκ τούτου, το γεγονός ότι το όχημα ουδέποτε ενεγράφηκε στο όνομα του Κατηγορουμένου δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν αποτελούσε περιουσία του Κατηγορούμενου, ως η σχετική εισήγηση που διατυπώνει ο ευπαίδευτος συνήγορος του στην τελική αγόρευση του. Σε κάθε περίπτωση είναι παραδεκτό το γεγονός ότι το όχημα κερδήθηκε από κοινού από τους διαδίκους, καθώς και το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει το ήμισυ της αξίας του στον Παραπονούμενο ενόψει του ότι θα κρατούσε το όχημα. Κλείνοντας την πιο πάνω αναγκαία παρένθεση, επανέρχομαι στα γεγονότα που στοιχειοθετούν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Ο Κατηγορούμενος στις 02.05.11 έδωσε οδηγίες στους υπαλλήλους της αντιπροσωπείας της Renault, όπως εγγράψουν το όχημα στο όνομα του γιού του, πρώην Κατηγορούμενου 2. Επομένως, ο Κατηγορούμενος δώρισε και ενέγραψε το όχημα στον υιό του πρώην Κατηγορούμενο 2. Η εν λόγω ενέργεια έγινε, όπως αναφέρω πιο πάνω, στις 02.05.11, δηλαδή σε χρόνο μεταγενέστερο της υποβολής αίτησης πτώχευσης εναντίον του Κατηγορούμενου. Η Αίτηση Πτώχευσης αρ. 278/09 Ε.Δ. Λεμεσού, αν και δεν υπάρχει μαρτυρία σε σχέση με την ακριβή ημερομηνία καταχώρησης της, εντούτοις όπως καταμαρτυρεί ο αριθμός της καταχωρήθηκε το 2009 και εν πάση περιπτώσει εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του Κατηγορούμενου στις 22.05.09, σε χρόνο δηλαδή προγενέστερο της δωρεάς του οχήματος. Παρενθετικά και προς άρση οποιωνδήποτε αμφιβολιών σημειώνω ότι στο άρθρο 116(ιστ) του Νόμου δεν τίθεται οποιοσδήποτε χρονικός ή άλλος περιορισμός σε σχέση με το πότε θα πρέπει να γίνει η δωρεά, παράδοση κλπ. για να καθίσταται ποινικά κολάσιμη. Τέτοιος περιορισμός υπάρχει για παράδειγμα στο άρθρο 116(ιε) του Νόμου στο οποίο για να καταστεί αξιόποινη η εκεί περιγραφόμενη πράξη αναφέρεται ότι θα πρέπει να γίνει μετά την υποβολή αίτησης πτώχευσης και πριν την έκδοση διατάγματος παραλαβής. Εν προκειμένω τέτοιος ή άλλος περιορισμός δεν υπάρχει. Από την στιγμή που διαπίστωσα ότι πληρούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, αυτό που απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσο ο Κατηγορούμενος ικανοποίησε το Δικαστήριο ότι δεν είχε πρόθεση καταδολίευσης του Παραπονούμενου. Το ερώτημα δε που θα πρέπει το Δικαστήριο να απαντήσει είναι, κατά την άποψη μου, το ακόλουθο: «Ο Κατηγορούμενος προέβη στη δωρεά του οχήματος στον πρώην Κατηγορούμενο 2 στις 02.05.11 χωρίς πρόθεση καταδολίευσης του Παραπονούμενου; Δηλαδή η ενέργεια του αυτή δεν αποσκοπούσε στο να μην τηρήσει την υπόσχεση του για πληρωμή του ποσού των €6.450 και να παραμείνει ο Παραπονούμενος χωρίς εξασφάλιση εφόσον αποξενώθηκε το όχημα;» Όπως ανέφερα και πιο πάνω, δεν εντόπισα οποιαδήποτε αυθεντία ερμηνευτική του άρθρου 116(ιστ) του Νόμου. Όσον αφορά όμως την έννοια της «πρόθεσης καταδολίευσης», αυτή ανάγεται στην εξ αρχής πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει. Στην υπόθεση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ 861, στην οποία εξετάστηκε η πιο πάνω αναφερόμενη έννοια λέχθηκαν σχετικά τα πιο κάτω: «Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington v. Fitzmaurice [1885] 29 Ch.D. 459, 483), "The state of a man´s mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη.» Ασφαλώς, η πιο πάνω αναφερόμενη υπόθεση διαφοροποιείται από την παρούσα, καθώς εκεί το βάρος απόδειξης της πρόθεσης καταδολίευσης το έφερε η Κατηγορούσα Αρχή στο βαθμό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ενώ εδώ το επωμίζεται ο Κατηγορούμενος και αυτό μπορεί να αποσεισθεί στα πλαίσια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Έχοντας κατά νου την πιο πάνω σημαντική διαφοροποίηση και τηρουμένων των αναλογιών, θεωρώ ότι τα παρακάτω δύο αναφερόμενα στοιχεία μπορούν να αναδειχθούν ως κοινός παρονομαστής και να χρησιμοποιηθούν από το παρόν Δικαστήριο για να διαπιστωθεί κατά πόσο ο Κατηγορούμενος ικανοποίησε ότι δεν είχε πρόθεση καταδολίευσης. Το πρώτο στοιχείο είναι ότι ο κρίσιμος χρόνος είναι ο χρόνος κατά τον οποίο ο Κατηγορούμενος υποσχέθηκε στον Παραπονούμενο ότι θα του κατέβαλλε το ποσό των €6.450, ήτοι η 02.05.11. Το δεύτερο είναι ότι για την διαπίστωση της ύπαρξης πρόθεσης καταδολίευσης, ή εν προκειμένω της μη ύπαρξης, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του αντικειμενικά στοιχεία περιλαμβανομένης και της μετέπειτα συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου. Η διαπίστωση δηλαδή της ύπαρξης πρόθεσης ή της μη ύπαρξης δεν αναμένεται να διαπιστωθεί με άμεση μαρτυρία αλλά με περιστατική. Στην υπόθεση Hodfield v. Διευθύντρια Τμήματος Τελωνείων
(2002)2 Α.Α.Δ 414 ειπώθηκαν τα ακόλουθα τα οποία, τηρουμένων των αναλογιών αφού και σε αυτήν την υπόθεση το βάρος το έφερε η Κατηγορούσα Αρχή, θεωρώ ότι είναι σχετικά ως προς την περιστατική μαρτυρία που μπορεί να λάβει υπόψη του το Δικαστήριο: «Η πρόθεση ή ειδική πρόθεση - που απαιτείται εδώ - για να αποδειχθεί η υποκειμενική υπόσταση των αδικημάτων, συνάγεται συνήθως από το σύνολο της μαρτυρίας (Katelaris v. Police
(1980)2 C.L.R. 230). Σε περίπτωση ταλαντεύσεων για την ύπαρξη της, ο κατηγορούμενος δικαιούται στο ευεργέτημα της αμφιβολίας και σε απαλλαγή του. Απευθείας μαρτυρία δεν αναμένεται σε τέτοιες περιπτώσεις. Συνάγεται από τη συμπεριφορά του δράστη και τα γεγονότα που έχουν συνήθως το χαρακτήρα περιστατικής μαρτυρίας (R. v. Georghiades (No. 2) 22 C.L.R. 128 και Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 258). «Ο όρος αυτός ήταν από τους πιο πολυσυζητημένους στη νομολογία και τη νομική φιλολογία. Είναι κλασσική πια η διατύπωση του Wills στο Circumstancial Evidence, σελ. 19 (Indian notes), που οριοθετεί τις αποδεικτικές δυνατότητες και την αποτελεσματικότητα τέτοιας φύσεως μαρτυρίας, εφόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις: "While the concurrence of several separate facts, all of which point to the same conclusion, may, though the probative force of each be slight, be quite sufficient in their cumulative effect to produce conviction, a mere aggregation of separate facts, all of which are inconclusive in the sense that they are quite as consistent with the innocence as with the guilt of an accused person, cannot have any probative force. Παραθέτουμε και το σχετικό σχόλιο μας σε μια πρόσφατη απόφασή μας στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ευστάθιου Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9: "Δεν υπολείπεται (η περιστατική μαρτυρία) σε δύναμη οποιασδήποτε άλλης μορφής μαρτυρίας. Τα σκόρπια μέρη της μπορεί να αποκτήσουν τέτοια συνεκτικότητα που να εδραιώσουν, με ακαταμάχητη πειστικότητα, την καταδίκη για ένα έγκλημα. Χαρακτηριστική ήταν η περίπτωση Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R. 73, υπόθεση εμπρησμού φαρμακείου από τον ιδιοκτήτη του, που τα μεμονωμένα στοιχεία περιστατικής μαρτυρίας δεν οδηγούσαν πουθενά. Όμως η σωρευτική τους θεώρηση δη- μιούργησε τέτοια αξιοθαύμαστη συνοχή που κατέστησε αναπόφευκτη την καταδίκη. Παραπέμπουμε επίσης στην Khadar & Another v. Republic
(1978)2 C.L.R. 132, Ξυδιάς, ανωτέρω και Παντελή ν. Κωνσταντίνου
(2001)2 Α.Α.Δ. 708."» Ο Κατηγορούμενος για να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι κατά την δωρεά του οχήματος στον πρώην Κατηγορούμενο 2 δεν είχε πρόθεση καταδολίευσης, επικαλέστηκε ουσιαστικά το γεγονός ότι συμφώνησε με τον Παραπονούμενο όπως του καταβάλει το ποσό των €6.450, που αντιστοιχεί στο 1/2 της αξίας του, σε περίοδο 30 ημερών. Επομένως, η υπεράσπιση του Κατηγορούμενου έγκειται στο ότι από την στιγμή που επήλθε η εν λόγω συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, με την οποία ο τελευταίος ανέλαβε την υποχρέωση να αποζημιώσει τον Παραπονούμενο, δεν υπήρχε εκ μέρους του πρόθεση καταδολίευσης. Ο Κατηγορούμενος δεν με ικανοποίησε ότι δεν είχε πρόθεση καταδολίευσης του Κατηγορούμενου. Η υπόσχεση του για πληρωμή του ποσού των €6.450 δεν εκπληρώθηκε ποτέ. Όπως δε προκύπτει από δική του παραδοχή, ο λόγος που επικαλέστηκε για την μη τήρηση της δεν ευσταθούσε. Συγκεκριμένα, ο Κατηγορούμενος υποστήριξε ότι στις 07.05.11 και ενώ ο Παραπονούμενος είχε κερδίσει €500,00 δεν του απέδωσε το ήμισυ των κερδών, ήτοι τα €250,00 αλλά μόνο €50,00. Στην αντεξέταση του ωστόσο συμφώνησε με τον ευπαίδευτο συνήγορο του Παραπονουμένου ότι οι διάδικοι μοίραζαν τα κέρδη τους μόνον όταν ήταν μαζί στο σύλλογο και παραδέχθηκε ότι το συγκεκριμένο βράδυ δεν ήταν μαζί με τον Παραπονούμενο και ότι ο τελευταίος δεν είχε υποχρέωση να του στείλει οποιοδήποτε ποσό. Περαιτέρω, έλαβα υπόψη μου το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος, ενώ γνώριζε ότι είχε εκδοθεί εναντίον του διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του δεν το αποκάλυψε στον Παραπονούμενο, καθώς επίσης και το γεγονός ότι ενώ εισέπραξε χρήματα από την αγωγή που είχε καταχωρήσει στο Ε.Δ Πάφου εντούτοις δεν εξόφλησε την οφειλή του προς τον Παραπονούμενου. Από τα πιο πάνω φαίνεται ότι η υπόσχεση του ήταν κενό γράμμα και δεν είχε πρόθεση να τηρήσει την υποχρέωση του για πληρωμή του ποσού των €6.450 Υπό το φως των πιο πάνω, ο Κατηγορούμενος απέτυχε να αποδείξει κατά το ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο της μεταβίβασης του οχήματος δεν είχε πρόθεση καταδολίευσης του Παραπονούμενου. Για τους λόγους που προσπάθησα πιο πάνω να εξηγήσω, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην 4η κατηγορία. (Υπ.) ............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο