← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Ανθούλα Στυλιανού Χριστοδούλου, Αρ.Υπόθεσης: 5669/12, 3/6/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Ανθούλα Στυλιανού Χριστοδούλου, Αρ.Υπόθεσης: 5669/12, 3/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B104 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης: 5669/12 Μεταξύ Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου -ν- Ανθούλα Στυλιανού Χριστοδούλου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 3 Ιουνίου, 2014 Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Νεοκλέους Για Κατηγορούμενη: κ. Μανώλη Κατηγορούμενη: παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την κατηγορία της παράλειψης ιδιοκτήτη μηχανοκίνητου οχήματος να παράσχει οποιαδήποτε πληροφορία σε αστυνομικό σχετικά με την ταυτότητα του οδηγού ή άλλου προσώπου που χρησιμοποίησε το όχημα του, κατά παράβαση του άρθρου 21

(1)(α)
(2)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, η Κατηγορούμενη την 24.12.10, ενώ ήταν η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του μηχανοκίνητου οχήματος με αρ. εγγραφής KVC381, παρέλειψε να δώσει στην Αστ.3257 Μ. Ευδοκίου οποιαδήποτε πληροφορία που αφορούσε την ταυτότητα του οδηγού που χρησιμοποίησε το όχημα της κατά την πιο πάνω ημερομηνία. Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης της κάλεσε δύο μάρτυρες, ήτοι τον Αστ. 3029 Ηλία Ηλία (ΜΚ1) και την Γ/Αστ 3257 Μαρίνα Ευδοκίου (ΜΚ2). Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον της Κατηγορούμενης και αφού της εξηγήθηκαν τα δικαιώματα της σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, η Κατηγορούμενη επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Επίσης, για λογαριασμό της Υπεράσπισης κλήθηκε και κατέθεσε ο Ευστάθιος Ευσταθίου (ΜΥ1). Μαρτυρία - Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( Ζαβρού v.Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ 447, και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ σε εκείνα τα μέρη της μαρτυρίας τα οποία σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και είναι απαραίτητα για την αξιολόγηση της. Ο ΜΚ1 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, την κατάθεση του ημερομηνίας 24.12.10 (Τεκμήριο 1). Ο ΜΚ1 ανέφερε, μεταξύ άλλων ότι υπηρετεί στο Αρχηγείο Αστυνομίας και είναι τοποθετημένος στον Ειδικό Ουλαμό Μοτοσικλετιστών. Στις 24.12.2010 και περί ώρα 02.45, ο ΜΚ1 φορώντας πλήρη αστυνομική στολή, διενεργούσε έλεγχο τροχαίας στην Λεωφόρο Αναργύρων στην Πάφο και έκανε σήμα σε όχημα να σταματήσει για έλεγχο. Ο οδηγός του οχήματος ελάττωσε ταχύτητα και αμέσως έσβησε τα φώτα του οχήματος. Στη συνέχεια, με απότομο ελιγμό απέφυγε τον ΜΚ1, ανέπτυξε ταχύτητα, οδήγησε το όχημα «ζικ-ζακ» και πέρασε με κόκκινο φως τα φώτα τροχαίας της οδού Τάφοι των Βασιλέων. Το όχημα ήταν μάρκας SAAB, τύπου convertible και με αρ. εγγραφής KVC
  1. Ο ΜΚ1 ανέφερε επίσης ότι στον χώρο που διενεργούσε τον έλεγχο υπήρχε άπλετο φως. Δεν μπόρεσε ωστόσο να δει πόσα άτομα βρίσκονταν στο όχημα και δεν μπορεί να αναγνωρίσει τον οδηγό του. Κατά την προφορική του μαρτυρία ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι ο οδηγός του οχήματος ήταν μάλλον νεαρής ηλικίας αρσενικού φύλου. Μετά το περιστατικό επικοινώνησε με το Αρχηγείο Αστυνομίας και τους πληροφόρησε για τους αρ. εγγραφής του οχήματος. Κατά την αντεξέταση, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι την κατάθεση του (Τεκμήριο 1) την ετοίμασε ο ίδιος και την παρέδωσε στην Τροχαία Πάφου για την περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης. Στην ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Κατηγορουμένης ανέφερε ότι δεν υπήρχε λόγος να καταδιώξει το όχημα εφόσον είχε δει τους αρ. εγγραφής του. Τέλος, στην υποβολή ότι δεν είναι σε θέση να αναφέρει ότι το όχημα πέρασε με κόκκινο φανάρι, ο ΜΚ1 απάντησε ότι είναι 100% σίγουρος. Η εντύπωση που αποκόμισα από τον ΜΚ1 ήταν θετική. Κατέθεσε με ειλικρίνεια και φυσικότητα για τα γεγονότα που έλαβαν χώρα τις πρώτες πρωινές ώρες της 24.12.
  2. Κατά την αντεξέταση του παρέμεινε σταθερός και δεν διέκρινα οποιαδήποτε προσπάθεια εκ μέρους του για να αλλοιώσει ή αποκρύψει την αλήθεια. Ως εκ τούτου αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΚ
  3. Ως ΜΚ2 κατέθεσε η εξεταστής της υπόθεσης η οποία επίσης υιοθέτησε δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, σαν μέρος της κυρίως εξέτασης της την γραπτή κατάθεση της (Τεκμήριο 2). Στην εν λόγω κατάθεση, η ΜΚ2 δήλωσε, μεταξύ άλλων, ότι στις 30.12.10 έλαβε ανακριτική κατάθεση από την Κατηγορούμενη (Τεκμήριο 3), την οποία στη συνέχεια κατηγόρησε γραπτώς (Τεκμήριο 4) επί του ότι ενώ είναι η ιδιοκτήτρια του οχήματος με αρ. εγγραφής KVC381 δεν έδωσε ικανοποιητικές πληροφορίες σχετικά με το πρόσωπο που χρησιμοποίησε το όχημα της. Περαιτέρω, η ΜΚ2 ανέφερε ότι έλαβε ανακριτική κατάθεση στις 16.01.11 από τον Ευστάθιο Ευσταθίου (ΜΥ1), ο οποίος είναι ο μεγαλύτερος γιος της Κατηγορούμενης. Η ΜΚ2 κατέθεσε ως Τεκμήριο 5 έντυπο στο οποίο αναφέρονται τα στοιχεία του οχήματος με αρ. εγγραφής KVC381, ως επίσης και τα στοιχεία του ιδιοκτήτη του, δηλαδή της Κατηγορούμενης. Αντεξεταζόμενη η ΜΚ2 ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι κάλεσε για κατάθεση τον μεγαλύτερο γιο της Κατηγορούμενης, ήτοι τον ΜΥ
  4. Ανέφερε επίσης ότι κλήθηκαν για κατάθεση και τα άλλα δύο ενήλικα παιδιά της Κατηγορούμενης που μπορούσαν να οδηγούν το όχημα, αλλά δεν παρουσιάστηκαν. Στην υποβολή του ευπαίδευτου συνηγόρου της Κατηγορούμενης ότι η Κατηγορούμενη κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια για να διακριβώσει την ταυτότητα του προσώπου που οδηγούσε το όχημα της, η ΜΚ2 απάντησε ότι δεν μπορεί να το γνωρίζει αυτό. Στην ερώτηση τι ανέμενε από την Κατηγορούμενη να αναφέρει στην Αστυνομία, η ΜΚ2 απάντησε ότι όφειλε να γνωρίζει ποιος οδηγούσε το όχημα της. Η ΜΚ2 ουσιαστικά κατέθεσε για τις ενέργειες στις οποίες προέβη κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της και συγκεκριμένα για τη λήψη καταθέσεων και τη διατύπωση της γραπτής κατηγορίας εναντίον της Κατηγορούμενης . Κατά την αντεξέταση της, δεν υπήρξε οποιαδήποτε ουσιαστική αμφισβήτηση της μαρτυρίας της. Κατά συνέπεια αποδέχομαι την μαρτυρία της ΜΚ
  5. Η Κατηγορούμενη υιοθέτησε, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ως μέρος της κυρίως εξέτασης της την ανακριτική κατάθεση της (Τεκμήριο 3). Ερωτηθείσα από τον ευπαίδευτο συνήγορο της σε σχέση με τις ενέργειες στις οποίες προέβη για να εξακριβώσει ποιος οδηγούσε το όχημα της, η Κατηγορούμενη ανέφερε ότι πριν μεταβεί στην Αστυνομία για να δώσει κατάθεση ρώτησε τους υιούς της κατά πόσο οδήγησαν τον επίδικο χρόνο το όχημα. Οι υιοί της απάντησαν αρνητικά. Ακολούθως και αφού έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία, ρώτησε εκ νέου τους υιούς της για το επίδικο συμβάν αναφέροντας μάλιστα ότι καυγάδισε μαζί τους και τους απείλησε ότι θα τους «έκοβε» το χαρτζιλίκι. Περαιτέρω, η Κατηγορούμενη είπε στους υιούς της ότι η Αστυνομία γνώριζε ποιος οδηγούσε το όχημα κατά τον επίδικο χρόνο. Παρά ταύτα, τα παιδιά της Κατηγορούμενης επέμεναν πως δεν είχαν οποιαδήποτε σχέση και ανέφεραν στην Κατηγορούμενη ότι το συγκεκριμένο βράδυ βρίσκονταν μαζί με φίλους τους στο κέντρο «Χατζηόμοροφος» στο οποίο είχαν μεταβεί με άλλο όχημα και όχι με το όχημα με αρ. εγγραφής KVC
  6. Στην αντεξέταση της ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι μέχρι τις 23.00 την επίδικη βραδιά οι υιοί της ήταν όλοι στο σπίτι. Μετά δεν γνωρίζει διότι η ίδια κοιμήθηκε. Τα κλειδιά του οχήματος ήταν κρεμασμένα σε συγκεκριμένο μέρος στο σπίτι και δεν ήταν κλειδωμένα. Ανέφερε επίσης ότι προτού κοιμηθεί δεν της είπε οποιοδήποτε από τα παιδιά της ότι θα έβγαιναν έξω. Σε σχετικές ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, απάντησε ότι μίλησε μόνο με την κοπέλα του μεγαλύτερου υιού της και δεν επικοινώνησε με οποιονδήποτε άλλο από τους φίλους των παιδιών της που, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, ήταν μαζί τους το επίδικο βράδυ. Διευκρίνισε δε ότι με την κοπέλα του μεγαλύτερου υιού της μίλησε όταν την είδε στο σπίτι τους. Στην υποβολή του κ. Νεοκλέους ότι γνωρίζει ποιος οδηγούσε το όχημα, η Κατηγορούμενη απάντησε ότι δεν είναι σε θέση να το γνωρίζει. Η Κατηγορούμενη επανέλαβε ότι στην προσπάθεια της να μάθει αν το όχημα οδηγήθηκε από κάποιο από τα παιδιά της καυγάδισε μαζί τους και τους απείλησε. Πρόσθεσε δε, ότι δεν σκέφτηκε κάτι άλλο που θα μπορούσε να κάνει για να μάθει ποιος τελικά οδήγησε το όχημα το επίδικο βράδυ. Επίσης, η Κατηγορούμενη δήλωσε ότι καυγάδισε με τα παιδιά της διότι πίστευε ότι η Αστυνομία είχε λόγο για να την καλέσει για κατάθεση και ήθελε να μάθει την αλήθεια. Τέλος, η Κατηγορούμενη αρνήθηκε την υποβολή του κ. Νεοκλέους ότι σκόπιμα δεν έδωσε πληροφορίες στην Αστυνομία διότι ήθελε να «καλύψει», κατά την έκφραση του, τον οδηγό του οχήματος. Η Κατηγορούμενη κατέθεσε με σαφή, ξεκάθαρο και πειστικό τρόπο. Απαντούσε με ευθύτητα και φυσικότητα τις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν και δεν διέκρινα οποιαδήποτε προσπάθεια εκ μέρους της για να παραποιήσει ή να αποκρύψει την αλήθεια. Ούτε κατά την αντεξέταση της περιέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση. Οι υποβολές προς την Κατηγορούμενη περιορίστηκαν σε γενικές αναφορές και δεν τέθηκε σε αυτήν οτιδήποτε χειροπιαστό και συγκεκριμένο που να κλονίζει τα όσα ανέφερε η Κατηγορούμενη σε σχέση με τις συζητήσεις που είχε με τα παιδιά της και σε σχέση με το αποτέλεσμα των εν λόγω συζητήσεων. Κατά συνέπεια αποδέχομαι την μαρτυρία της Κατηγορούμενης. Ο ΜΥ1 είναι ο μεγαλύτερος από τους υιούς της Κατηγορούμενης. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 6 την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Σε σχετική ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Κατηγορούμενης, ο ΜΥ1 απάντησε ότι η Κατηγορούμενη αρχικά ρώτησε τόσο τον ίδιο όσο και τα αδέλφια του αν οδήγησαν το όχημα το επίδικο βράδυ. Ακολούθως και μετά την κατάθεση της Κατηγορούμενης στην Αστυνομία, τους απείλησε ότι θα τους «έκοβε» τα λεφτά, τους ανέφερε ότι η Αστυνομία γνωρίζει ποιος οδηγούσε το όχημα και τους είπε ότι πλέον ο καθένας θα οδηγεί το δικό του όχημα. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι δεν ζήτησε από τους φίλους του με τους οποίους ήταν μαζί το επίδικο βράδυ να δώσουν κατάθεση, διότι δεν του ζήτησε κάτι τέτοιο η Αστυνομία. Σε σχετικές ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, ο ΜΥ1 απάντησε ότι δεν γνωρίζει αν οδήγησε κάποιος άλλος το όχημα και δεν θυμάται κατά πόσο το όχημα ήταν σταθμευμένο στο σπίτι τους όταν επέστρεψαν από την βραδινή έξοδο τους. Ο ΜΥ1 ουσιαστικά επιβεβαίωσε τις ενέργειες στις οποίες προέβη η Κατηγορούμενη-μητέρα του όταν αυτή ενημερώθηκε από την Αστυνομία για το επίδικο συμβάν. Απάντησε με φυσικότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις που του τέθηκαν και κατά την αντεξέταση του δεν δημιουργήθηκε οποιοδήποτε ρήγμα στην μαρτυρία του. Ως εκ τούτου αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΥ
  7. Ευρήματα Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 24.12.10 και περί ώρα 02.45, ο ΜΚ1 φορώντας πλήρη αστυνομική στολή έκανε σήμα στον οδηγό του οχήματος με αρ. εγγραφής KVC381 να σταματήσει για έλεγχο τροχαίας. Ο οδηγός του οχήματος απέφυγε να σταματήσει για έλεγχο, ανέπτυξε ταχύτητα και παραβίασε τον κόκκινο σηματοδότη των φώτων τροχαίας της οδού Τάφοι των Βασιλέων. Ο ΜΚ1 είδε τους αριθμούς εγγραφής του οχήματος, το οποίο ήταν μάρκας SAAB τύπου convertible. Ο οδηγός του οχήματος ήταν νεαρό πρόσωπο αρσενικού γένους. Ιδιοκτήτρια του πιο πάνω αναφερόμενου οχήματος είναι η Κατηγορούμενη, η οποία κλήθηκε από την Αστυνομία για να δώσει κατάθεση σχετικά με το πρόσωπο που χρησιμοποίησε το επίδικο βράδυ το όχημα της. Η Κατηγορούμενη στην κατάθεση της (Τεκμήριο 3) δεν κατονόμασε τον οδηγό του οχήματος, έδωσε όμως πληροφορίες σε σχέση με τα πρόσωπα που μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν το εν λόγω όχημα. Συγκεκριμένα, η Κατηγορούμενη αναφέρθηκε στους τρεις μεγαλύτερους και ενήλικους υιούς της. Κατά τον επίδικο χρόνο η Κατηγορούμενη βρισκόταν στην οικία μαζί με τον σύζυγο της και τον μικρότερο υιό τους και κοιμόταν. Προτού κοιμηθεί και συγκεκριμένα μέχρι ώρα 23.00 στην οικία βρίσκονταν και τα υπόλοιπα τρία παιδιά της. Η Κατηγορούμενη τόσο πριν μεταβεί στην Αστυνομία για κατάθεση, όσο και μετά ρώτησε τα τρία παιδιά της, τα οποία είναι ενήλικα, και τα οποία κατέχουν άδεια οδήγησης και καλύπτονται από σχετικό πιστοποιητικό ασφάλισης για να οδηγούν το συγκεκριμένο όχημα, κατά πόσο το οδήγησαν. Τα παιδιά της Κατηγορούμενης ανέφεραν στην ίδια ότι το επίδικο βράδυ δεν οδήγησαν το εν λόγω όχημα. Αποτελεί επίσης εύρημα μου ότι, πέραν της Κατηγορούμενης, για το επίδικο συμβάν έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία ο μεγαλύτερος υιός της Κατηγορούμενης, ήτοι ο ΜΥ
  8. Νομική Πτυχή Το άρθρο 21
(1)(α) του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν. 86/72, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, (στο εξής ο «Νόμος») προνοεί τα ακόλουθα: «21
(1)Εν πάση περιπτώσει, καθ΄ην υπάρχει ισχυρισμός ότι διεπράχθη αδίκημα αναφορικώς προς την χρήσιν μηχανοκινήτου οχήματος ή ότι ο τρόπος χρήσεως μηχανοκινήτου οχήματος παραβλάπτει την δημοσίαν τάξιν ή εν πάση ετέρα περιπτώσει, καθ΄ ην ήθελε κριθεί ευκταία η διακρίβωσις της ταυτότητος του οδηγού - (α) ο ιδιοκτήτης του μηχανοκινήτου οχήματος οφείλει να παράσχη πάσαν πληροφορίαν, ήν ήθελεν επί τούτω ζητήσει αστυνομικός, καθ΄ όσον αφορά την ταυτότητα του οδηγού και παντός προσώπου χρησιμοποιούντος το όχημα, εάν δε παραλείψη να πράξη ούτω, λογίζεται ένοχος αδικήματος, εκτός εάν αποδείξη επί Δικαστηρίω ότι δεν εγνώριζεν ουδέ ηδύνατο, καταβάλλων εύλογον προς τούτο επιμέλειαν, να διακριβώση την ταυτότητα του προσώπου, όπερ ωδήγει ή εχρησιμοποίει το μηχανοκίνητον όχημα˙» Με βάση το περιεχόμενο του πιο πάνω αναφερόμενου άρθρου τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι, κατά την άποψη μου, τα ακόλουθα: (α) η ύπαρξη ισχυρισμού ότι διαπράχθηκε αδίκημα σε σχέση με τη χρήση μηχανοκινήτου οχήματος ή ότι ο τρόπος χρήσης μηχανοκινήτου οχήματος παραβλάπτει τη δημόσια τάξη ή σε άλλη περίπτωση που κρίνεται ευκταία η διαπίστωση της ταυτότητας του οδηγού. (β) αστυνομικός να ζητήσει από τον ιδιοκτήτη του οχήματος πληροφορίες αναφορικά με την ταυτότητα του οδηγού και κάθε άλλου προσώπου που χρησιμοποιεί το όχημα (γ) ο ιδιοκτήτης του οχήματος να παραλείψει να παράσχει τις πιο πάνω πληροφορίες. Από την στιγμή δε που πληρούνται τα πιο πάνω συστατικά στοιχεία του αδικήματος, τότε το βάρος απόδειξης μετατίθεται στους ώμους της Κατηγορούμενης για να αποδείξει ότι δεν γνώριζε, ούτε μπορούσε, καταβάλλοντας εύλογη επιμέλεια, να διακριβώσει την ταυτότητα του προσώπου που οδήγησε ή χρησιμοποίησε το όχημα. Σύμφωνα δε με την νομολογία μας όταν το βάρος απόδειξης το φέρει ο Κατηγορούμενος, αυτό το βάρος μπορεί να αποσεισθεί με μαρτυρία που ικανοποιεί το Δικαστήριο με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και όχι πέραν από κάθε λογική αμφιβολία όπως χρειάζεται στην περίπτωση της Κατηγορούσας Αρχής για να αποδείξει την κατηγορία. (Γενικός Εισαγγελέας v. Μακρής
(1984)2 Α.Α.Δ 332). Βάρος απόδειξης Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι ( Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε πιο πάνω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Συμπεράσματα Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, δηλαδή την μαρτυρία που έχω κρίνει ως αποδεκτή, την νομική πτυχή, το βάρος απόδειξης και τα ευρήματα, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Δηλαδή, υπήρξε τροχαία παράβαση και συγκεκριμένα ο οδηγός του οχήματος με αρ. εγγραφής KVC381 αφενός παρέλειψε να συμμορφωθεί σε σήμα αστυνομικού με στολή και αφετέρου παραβίασε τον κόκκινο σηματοδότη των φώτων τροχαίας της οδού Τάφοι των Βασιλέων. Η Κατηγορούμενη, ως η ιδιοκτήτρια του πιο πάνω αναφερόμενου οχήματος, κλήθηκε από την Αστυνομία και συγκεκριμένα από την ΜΚ2 να δώσει πληροφορίες σε σχέση με το πρόσωπο που οδήγησε το όχημα της το επίδικο βράδυ και προς τον σκοπό αυτό έδωσε ανακριτική κατάθεση (Τεκμήριο 3). Η Κατηγορούμενη δεν κατονόμασε στην Αστυνομία τον οδηγό του οχήματος. Εφόσον επομένως πληρούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, αυτό το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο η Κατηγορούμενη απέδειξε στα πλαίσια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι δεν γνώριζε, ούτε μπορούσε, καταβάλλοντας εύλογη επιμέλεια, να διακριβώσει την ταυτότητα του προσώπου που οδήγησε ή χρησιμοποίησε το όχημα. Σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία της Κατηγορούμενης κατά τον επίδικο χρόνο ήταν στην οικία της μαζί με τον σύζυγο της και τον μικρότερο υιό της και κοιμόταν. Τα τρία μεγαλύτερα παιδιά της, τα οποία είναι ενήλικα, πριν να κοιμηθεί η Κατηγορούμενη, ήτοι μέχρι τις 23.00, ήταν επίσης στην οικία. Ακολούθως, όταν ενημερώθηκε για το επίδικο συμβάν η Κατηγορούμενη, ζήτησε να πληροφορηθεί από τα παιδιά της κατά πόσο το επίδικο βράδυ οδήγησαν το όχημα. Μάλιστα, μετά την κατάθεση της στην Αστυνομία η Κατηγορούμενη καυγάδισε με τα παιδιά της, τους απείλησε ότι θα τους «έκοβε» το χαρτζιλίκι και δεν δίστασε να τους αναφέρει ότι δήθεν η Αστυνομία γνώριζε τον οδηγό του οχήματος. Όλα αυτά σαφώς έγιναν στην προσπάθεια της Κατηγορουμένης να διακριβώσει την ταυτότητα του προσώπου που οδήγησε το όχημα της. Θεωρώ ότι υπό τις περιστάσεις η Κατηγορούμενη δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τον οδηγό του οχήματος, καθώς κατά τον επίδικο χρόνο (πρώτες πρωινές ώρες της 24.12.10) η ίδια κοιμόταν στην οικία της. Προτού δε κοιμηθεί, τα τρία ενήλικα παιδιά της που μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν το όχημα βρίσκονταν επίσης στην οικία. Στη συνέχεια και αφού ενημερώθηκε από την Αστυνομία για το επίδικο συμβάν κατέβαλε κάθε εύλογη επιμέλεια για να διακριβώσει την ταυτότητα του οδηγού του οχήματος, ρωτώντας σχετικά τα παιδιά της. Περαιτέρω, η Κατηγορούμενη ρώτησε σχετικά και την κοπέλα του μεγαλύτερου υιού της (ΜΥ1). Σημειώνω επίσης ότι η Κατηγορούμενη συνεργάστηκε και με την Αστυνομία, αναφέροντας στην κατάθεσης της (Τεκμήριο 3) ότι δικαίωμα για να οδηγούν το εν λόγω όχημα έχουν τα τρία μεγαλύτερα και ενήλικα παιδιά της. Δεν απέκρυψε δηλαδή το γεγονός αυτό από την Αστυνομία για να προσπαθήσει να καλύψει τα παιδιά της. Παρά τις προσπάθειες που κατέβαλε η Κατηγορούμενη δεν κατόρθωσε να διακριβώσει την ταυτότητα του οδηγού του οχήματος. Αντικειμενικά, θεωρώ ότι δεν υπάρχει κάτι άλλο που μπορούσε να πράξει η Κατηγορούμενη για να διακριβώσει το πρόσωπο που οδήγησε το όχημα της το επίδικο βράδυ. Ούτε άλλωστε υποβλήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή οτιδήποτε συγκεκριμένο το οποίο όφειλε ή μπορούσε να πράξει η Κατηγορούμενη για να διακριβώσει την ταυτότητα του οδηγού του οχήματος της. Υπό τις περιστάσεις η Κατηγορούμενη κατέβαλε εύλογη επιμέλεια, ρωτώντας σχετικά τους τρείς υιούς της που μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν το όχημα. Κατά συνέπεια, η Κατηγορούμενη απέδειξε στα πλαίσια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων την υπεράσπιση που της προσφέρει το άρθρο 21
(1)(α) του Νόμου. Θα ήθελα επίσης να επισημάνω ότι στην προκείμενη περίπτωση και με βάση την κατάθεση της Κατηγορούμενης, η Αστυνομία γνώριζε ποια πρόσωπα μπορούσαν να χρησιμοποιούν το όχημα. Παρά ταύτα δεν δόθηκε οποιαδήποτε ικανοποιητική εξήγηση γιατί η Αστυνομία δεν προχώρησε σε όλα τα ενδεικνυόμενα μέτρα για να λάβει καταθέσεις από όλα τα πιο πάνω πρόσωπα. Δεν μπορεί, κατά την άποψη μου, η Αστυνομία να αναμένει σε αυτό το έργο της να την υποκαταστήσει ο ιδιοκτήτης του οχήματος, ήτοι η Κατηγορούμενη. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω η Κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) ............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.