← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Γεώργιου Ευσταθίου κ.α., Αρ.Υπόθεσης: 9430/12, 24/6/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Γεώργιου Ευσταθίου κ.α., Αρ.Υπόθεσης: 9430/12, 24/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B116 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης: 9430/12 Μεταξύ Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου -ν-

  1. Γεώργιου Ευσταθίου
  2. Αργύρη Θεοδούλου Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 24 Ιουνίου, 2014 Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Νεοκλέους Για Κατηγορούμενους: κ. Γεωργιάδης Κατηγορούμενοι: Παρόντες Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν τρεις συνολικά κατηγορίες. Συγκεκριμένα, ο Κατηγορούμενος 1 στην πρώτη κατηγορία αντιμετωπίζει το αδίκημα της αμελούς οδήγησης και στην δεύτερη κατηγορία το αδίκημα της χρήσης μηχανοκίνητου οχήματος άνευ ασφάλειας έναντι κινδύνου τρίτου μέρους. Ο δε Κατηγορούμενος 2 στην τρίτη κατηγορία κατηγορείται ότι επέτρεψε την χρήση μηχανοκίνητου οχήματος άνευ ασφάλειας έναντι κινδύνου τρίτου μέρους. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, ο Κατηγορούμενος 1 στις 08.10.11 στον κύριο δρόμο Πάφου-Πόλης Χρυσοχούς οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΤΗΜΡ843 χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα και προκάλεσε δυστύχημα. Περαιτέρω, κατά τον πιο πάνω αναφερόμενο τόπο και χρόνο οδηγούσε το εν λόγω όχημα χωρίς να υπάρχει ασφάλεια κατά των κινδύνων υπέρ τρίτου για αυτόν που χρησιμοποιεί το όχημα. Ο δε Κατηγορούμενος 2 κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο ενώ ήταν ο κατά νόμο υπεύθυνος του πιο πάνω οχήματος επέτρεψε στον Κατηγορούμενο 1 να το οδηγήσει χωρίς να υπάρχει ασφάλεια κατά των κινδύνων υπέρ τρίτου για αυτόν που χρησιμοποιεί το όχημα. Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης της κάλεσε τρεις μάρτυρες, ήτοι τον Αστ.1814 Σ. Παφίτη (ΜΚ1), την Παραπονούμενη Ν. Γεωργίου (ΜΚ2) και τον Δ. Συμεού (ΜΚ3). Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον των Κατηγορουμένων και αφού τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 επέλεξαν να καταθέσουν ενόρκως. Μαρτυρία - Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσάχθηκε με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( Ζαβρού v.Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ 447, και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ σε εκείνα τα μέρη της τα οποία σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και είναι απαραίτητα για την αξιολόγηση της και την εξαγωγή των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Ο ΜΚ1 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9 ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, την κατάθεση του (Τεκμήριο 1). Συνοπτικά στην εν λόγω κατάθεση αναφέρει ότι υπηρετεί στον Αστυνομικό Σταθμό Πόλεως Χρυσοχού. Στις 08.10.11 και περί ώρα 14.50 επισκέφθηκε την σκηνή του επίδικου δυστυχήματος, που έλαβε χώρα στον κύριο δρόμο Πόλης Χρυσοχού - Πάφου περί τις 14.
  1. Στο δυστύχημα ενεπλάκησαν τρία οχήματα, ήτοι το όχημα με αρ. εγγραφής KJJ070, το οποίο οδηγείτο από την Παραπονούμενη (στο εξής θα καλείται ως το «όχημα Α»), το όχημα με αρ. εγγραφής THMP843 το οποίο οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο 1 (στο εξής το «όχημα Β») και το όχημα με αρ. εγγραφής EZH850 (στο εξής το «όχημα Γ»)το οποίο οδηγείτο από τον Δημήτρη Συμεού (ΜΚ3). Ο ΜΚ1, κατά την άφιξη του στη σκηνή εντόπισε τα ενεχόμενα οχήματα στην τελική τους θέση και στην απουσία της Παραπονούμενης, ετοίμασε πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος αφού προηγουμένως έλαβε όλες τις αναγκαίες μετρήσεις. Το πρόχειρο σχεδιαγράφημα κατατέθηκε από τον ΜΚ1 ως Τεκμήριο 2 και το συμμετρικό σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  2. Ο ΜΚ1, δήλωσε ότι από τις επιτόπιες εξετάσεις προέκυψε ότι η Παραπονούμενη ενώ οδηγούσε το όχημα της με κατεύθυνση προς Πόλη Χρυσοχού σταμάτησε το όχημα της για να εισέλθει στην πάροδο που βρισκόταν δεξιά, σύμφωνα με την πορεία της. Η Παραπονούμενη σταμάτησε το όχημα αναμένοντας να διέλθει το όχημα Γ το οποίο κινείτο στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας και κατευθυνόταν προς Πάφο. Το όχημα Β, το οποίο οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο 1 και ακολουθούσε το όχημα Α, συγκρούστηκε με το πίσω μέρος του, με αποτέλεσμα το όχημα Α να μετακινηθεί, να εισέλθει στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας και να συγκρουστεί με το όχημα Γ. Ακολούθως, το όχημα Α περιστράφηκε εντός του δρόμου και συγκρούστηκε με το μπροστινό του μέρος στην πισινή πόρτα του οχήματος Β. Το όχημα Γ μετά την σύγκρουση του με το όχημα Α, κατευθύνθηκε προς τα αριστερά, σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε, βγήκε εκτός του δρόμου, κτύπησε σε κούγκρινο τοίχο και αφού διένυσε λίγη απόσταση ακινητοποιήθηκε εκτός του δρόμου. Το όχημα Α υπέστη ζημιές σε όλα του τα μέρη, το όχημα Β στο δεξί μπροστινό μέρος και τη δεξιά μπροστινή πόρτα και το όχημα Γ στο μπροστινό του μέρος. Ο δρόμος, ήταν καθαρός, ο καιρός αίθριος, δεν γίνονταν οποιαδήποτε οδικά έργα τα οποία να εμποδίζουν την τροχαία κίνηση, το όριο ταχύτητας είναι 50 ΧΑΩ και το δυστύχημα έγινε κατά την διάρκεια της ημέρας. Κατά την διερεύνηση της υπόθεσης ο ΜΚ1 διαπίστωσε ότι το όχημα Β οδηγείτο κατά τον χρόνο του δυστυχήματος χωρίς να υπάρχει πιστοποιητικό ασφάλισης σε ισχύ. Ερωτηθείς ο ΜΚ1 επί του Τεκμηρίου 3 ανέφερε ότι το συνολικό πλάτος του δρόμου είναι 7,10μ και το πλάτος της κάθε λωρίδας είναι 3,55μ. Επεξήγησε ότι το σημείο Χ επί του Τεκμηρίου 3, είναι το σημείο της πρώτης σύγκρουσης των οχημάτων Α και Β, το σημείο Χ1 είναι το σημείο σύγκρουσης του οχήματος Α με το όχημα Γ, το σημείο Χ2 είναι το σημείο της δεύτερης σύγκρουσης των οχημάτων Α και Β και το σημείο Χ3 είναι το σημείο σύγκρουσης του οχήματος Γ με τον κούγκρινο τοίχο. Σε σχετική ερώτηση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ο ΜΚ1 απάντησε ότι ιδιοκτήτης του οχήματος Β είναι η εταιρεία Space Guard Tours Ltd, της οποίας διευθυντής είναι ο Κατηγορούμενος
  3. Τέλος, σε σχετική ερώτηση απάντησε ότι ο Κατηγορούμενος 1 είχε αρκετή ορατότητα καθώς δεν υπήρχε οποιοδήποτε φυσικό εμπόδιο που να εμποδίζει την ορατότητα του. Ο ΜΚ1, πέραν των εγγράφων που έχω ήδη αναφέρει πιο πάνω, κατέθεσε ως Τεκμήρια και τα πιο κάτω έγγραφα: α) Την κατάθεση της Παραπονούμενης, ως Τεκμήριο 4 β) Την κατάθεση του ΜΚ3, ως Τεκμήριο 5 γ) Την ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου 1, ως Τεκμήριο 6 δ) Την γραπτή κατηγορία του Κατηγορούμενου 1, ως Τεκμήριο 7 ε) Την ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου 2, ως Τεκμήριο 8 στ) Το πιστοποιητικό ασφάλισης του οχήματος Β για την περίοδο 07.07.11, 606.10.11 ως Τεκμήριο 10 ζ) Το καλυπτικό σημείωμα με αρ. 174710, ως Τεκμήριο 11 και η) Τα στοιχεία του οχήματος Β και του ιδιοκτήτη του, ως Τεκμήριο 12 Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 απάντησε ότι κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το όχημα Α ήταν σταματημένο προτού το όχημα Β συγκρουσθεί με αυτό, λόγω της πορείας του οχήματος Α το οποίο ήταν διαγώνια σταματημένο στο δρόμο και με την σύγκρουση εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας Σε σχετική ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Κατηγορουμένων, ο ΜΚ1 απάντησε ότι το όχημα Β χτύπησε με το δεξιό μπροστινό μέρος του προφυλακτήρα του στην αριστερή πίσω πλευρά του οχήματος Α και αρνήθηκε ότι η σύγκρουση έγινε με το μπροστινό μέρος του δεξιού φτερού του οχήματος Β. Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι σύμφωνα με τις μαρτυρίες που συνέλεξε το όχημα Α ήταν σταματημένο εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του με κατεύθυνση προς Πόλη Χρυσοχούς και στις ερωτήσεις του κ. Γεωργιάδη κατά πόσο, επί του σημείου τούτου, έλαβε υπόψη του την κατάθεση του ΜΚ3 (Τεκμήριο 5) και την κατάθεση του Kaloyan Hristov Platikanov (Τεκμήρια 13Α και 13Β), ο ΜΚ1 απάντησε καταφατικά και επέμεινε στη θέση του ότι το όχημα Α ήταν σταματημένο εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του. Αναφορικά με τα ίχνη τροχοπέδησης, ο ΜΚ1 απάντησε ότι κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αυτά ανήκουν στο όχημα Β διότι ήταν «φρέσκα» και βρίσκονταν σε μικρή απόσταση από το όχημα Β. Περαιτέρω, ο ΜΚ1 απάντησε ότι μέτρησε το πλάτος του τροχού του οχήματος Β και το πλάτος από τα ίχνη τροχοπέδησης και διαπίστωσε ότι ταιριάζουν. Σε σχετική ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Κατηγορουμένων, ο ΜΚ1 απάντησε ότι δεν είναι εμπειρογνώμονας σε σχέση με την εξέταση θεμάτων που προκύπτουν από ίχνη τροχοπέδησης. Τέλος, όσον αφορά το πιστοποιητικό ασφάλισης του οχήματος Β ο ΜΚ1 ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος 2 του δήλωσε ότι ήταν λάθος της ασφαλιστικής εταιρείας, καθώς τους είχε ενημερώσει για να ανανεώσουν την ασφάλεια. Ο ΜΚ1 κατέθεσε για τις ενέργειες στις οποίες προέβη κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως εξεταστής της υπόθεσης. Απάντησε με ευθύτητα και ειλικρίνεια τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, χωρίς σε οποιαδήποτε στιγμή να διακρίνω οποιαδήποτε πρόθεση ή προσπάθεια του να παραποιήσει την αλήθεια. Κατά την αντεξέταση του δεν κλονίστηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο η αξιοπιστία του. Περαιτέρω, δεν διαπίστωσα ότι ο ΜΚ1 είχε οποιοδήποτε λόγο για να πει ψέματα ή να συμπεριφερθεί εκδικητικά έναντι των Κατηγορουμένων. Μέσα από την μαρτυρία του ΜΚ1 δεν διέκρινα οποιαδήποτε αλλότρια κίνητρα στις ενέργειες του. Ωστόσο, από την μαρτυρία του δεν μπορώ να αποδεχθώ τα συμπεράσματα του σε σχέση με το πώς επεσυνέβη το δυστύχημα. Ο ΜΚ1 δεν ήταν αυτόπτης μάρτυρας του επίδικου δυστυχήματος και όσα ανέφερε επί του ζητήματος αυτού αποτελούν ουσιαστικά την προσωπική του εκτίμηση. Η κρίση για το ποιος ευθύνεται για το δυστύχημα αποτελεί έργο του Δικαστηρίου. Επίσης, δεν μπορώ να αποδεχθώ όσα ανέφερε ο ΜΚ1 συνδέοντας τις ζημιές που υπέστη το όχημα Β με τον τρόπο, που σύμφωνα με τη δική του εκτίμηση, επεσυνέβη το ατύχημα. Συγκεκριμένα ο ΜΚ1 ανέφερε ότι αν το όχημα Α κινείτο όπισθεν και χτυπούσε αυτό στο όχημα Β, τότε οι ζημιές στο όχημα Β θα ήταν διαφορετικές από αυτές που υπέστη. Το συγκεκριμένο ζήτημα είναι εξειδικευμένο και θεωρώ ότι μόνο ένας εμπειρογνώμονας θα μπορούσε ενδεχομένως να τοποθετηθεί με ασφάλεια. Δεν τέθηκε από μέρους του ΜΚ1 μαρτυρία ότι διαθέτει τέτοιες εξειδικευμένες γνώσεις. Αναφορικά με τα ίχνη τροχοπέδησης, επίσης δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του ΜΚ1, καθώς ο ίδιος κατά την αντεξέταση του δήλωσε ότι δεν διαθέτει γνώσεις εμπειρογνωμοσύνης επί του εν λόγω ζητήματος. Με εξαίρεση, επομένως τα σημεία που αναφέρω πιο πάνω, αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΚ
  4. Αποτελεί δε σταθερή θέση της νομολογίας μας ότι το Δικαστήριο μπορεί να θεωρήσει μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα ως αξιόπιστο και άλλο ως αναξιόπιστο. (βλ υπόθεση Mustafa ανωτέρω). Η Παραπονούμενη υιοθέτησε, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ως μέρος της κυρίως εξέτασης της την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία (Τεκμήριο 4). Συνοπτικά αναφέρει στην εν λόγω κατάθεση της ότι όταν έφθασε στο ύψος της παρόδου που βρισκόταν στα δεξιά της, σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε, ελάττωσε ταχύτητα και έδειξε με το δεξί σηματοδότη του οχήματος της την πρόθεση της να εισέλθει στην πάροδο. Ωστόσο, επειδή ερχόταν από την αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας ένα όχημα μάρκας NISSAN (προφανώς το όχημα Γ) η Παραπονούμενη σταμάτησε το όχημα της και γύρισε το τιμόνι του προς τα δεξιά αναμένοντας την διέλευση του οχήματος Γ. Η Παραπονούμενη δήλωσε ότι το όχημα της βρισκόταν ακριβώς δίπλα από την άσπρη διαχωριστική γραμμή εντός της δικής της λωρίδας κυκλοφορίας. Ενώ το όχημα της ήταν σταματημένο, άκουσε «στόπερ» και ένα όχημα (προφανώς το όχημα Β) χτύπησε στο πίσω μέρος του οχήματος της, με αποτέλεσμα να κινηθεί και να εισέλθει στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας, όπου συγκρούστηκε με το όχημα Γ. Μετά την σύγκρουση με το όχημα Γ, το όχημα της περιστράφηκε στο δρόμο και δεν θυμάται αν συγκρούστηκε εκ νέου με το όχημα Β. Τέλος, δήλωσε ότι συμφώνησε με το πρόχειρο σχεδιαγράφημα (Τεκμήριο 2) που της υπέδειξε ο ΜΚ1 και το υπέγραψε ως ορθό. Αντεξεταζόμενη, η Παραπονούμενη ανέφερε ότι σταμάτησε το όχημα της εντός της δικής της λωρίδας κυκλοφορίας με ελαφριά κλίση προς τα δεξιά. Σε σχετικές ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου των Κατηγορουμένων, απάντησε ότι δεν γνωρίζει ούτε τον ΜΚ1, ούτε και τον ΜΚ
  5. Περαιτέρω, η Παραπονούμενη αρνήθηκε ότι το όχημα ήταν σταματημένο εν μέρει και στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας και αρνήθηκε επίσης τις υποβολές του κ. Γεωργιάδη ότι κινήθηκε όπισθεν διότι είδε το όχημα Γ να την πλησιάζει με ταχύτητα, με αποτέλεσμα η ίδια να κτυπήσει το όχημα Β. Η Παραπονούμενη μου άφησε την εντύπωση ειλικρινούς μάρτυρα. Οι απαντήσεις ήταν άμεσες και χωρίς υπεκφυγές, ενώ κατά την αντεξέταση της δεν δημιουργήθηκε οποιοδήποτε ρήγμα στη μαρτυρία της. Επί του κρίσιμου σημείου, δηλαδή κατά πόσο το όχημα της ήταν σταματημένο ή αν κινήθηκε όπισθεν, δεν κλονίστηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο. Ενόψει των πιο πάνω, η μαρτυρία της Παραπονούμενης γίνεται αποδεκτή. Ως ΜΚ3 κατέθεσε ο οδηγός του οχήματος Γ, ο οποίος υιοθέτησε, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία (Τεκμήριο 5). Στην εν λόγω κατάθεση του ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι οδηγούσε το όχημα του στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς Πάφο. Όταν πλησίασε την πάροδο που οδηγεί στον φράκτη της Ευρέτου, η οποία πάροδος βρισκόταν στα αριστερά του σύμφωνα με την πορεία του, είδε ένα όχημα (προφανώς το όχημα Α) να είναι σταματημένο στην άλλη λωρίδα κυκλοφορίας με ελαφριά κλίση προς την πάροδο. Ο ΜΚ3 συνέχισε την πορεία του και ξαφνικά είδε το όχημα Α να εισέρχεται στην δική του λωρίδα κυκλοφορίας. Αμέσως εφάρμοσε το φρένα του οχήματος του και γύρισε το τιμόνι του προς τα αριστερά, χωρίς να καταφέρει όμως να αποφύγει την σύγκρουση με το όχημα Α. Μετά την σύγκρουση με το όχημα Α, το όχημα του, λόγω μπλοκαρίσματος του δεξιού τροχού του, κινήθηκε ακυβέρνητο και χτύπησε σε κούγκρινο τοίχο εκτός του δρόμου. Ο ΜΚ3 συμφώνησε με το πρόχειρο σχεδιαγράφημα (Τεκμήριο 2) που του υπέδειξε ο ΜΚ1 και το υπέγραψε ως ορθό. Σε ερώτηση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, ανέφερε ότι το όχημα Α βρισκόταν στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας με ελαφριά κλίση προς την πάροδο και δεν καταλάμβανε μέρος της λωρίδας στην οποία κινείτο το δικό του όχημα. Τέλος, ανέφερε ότι τις ζημιές από το επίδικο δυστύχημα του τις κάλυψε το Ταμείο Ασφαλιστών Μηχανοκινήτων Οχημάτων. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΚ3 ανέφερε ότι η προσοχή του ήταν στραμμένη στο όχημα Α διότι αντιλήφθηκε την πρόθεση του για να στρίψει και να εισέλθει στην πάροδο και δεν υπήρχε μπροστά του οποιοσδήποτε άλλος κίνδυνος καθώς ο δρόμος ήταν καθαρός. Ο ΜΚ3 σε σχετική ερώτηση ανέφερε ότι δεν είχε οποιαδήποτε επικοινωνία με την Παραπονούμενη και αρνήθηκε την υποβολή του κ. Γεωργιάδη ότι το όχημα Α ήταν εν μέρει σταματημένο στην λωρίδα που κινείτο το δικό του όχημα. Ο ΜΚ3 μου προξένησε θετική εντύπωση. Απάντησε με ευθύτητα και ειλικρίνεια τις ερωτήσεις που του τέθηκαν. Δεν διαπίστωσα ο ΜΚ3 να είχε οποιοδήποτε λόγο για να πει ψέματα ή για να βλάψει τους Κατηγορούμενους. Η ακεραιότητα του δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του, ούτε και κλονίστηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο η αξιοπιστία του. Ο Κατηγορούμενος 1, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ. 9 ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, γραπτή δήλωση την οποία και κατέθεσε ως Τεκμήριο
  6. Συνοπτικά ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι ενώ οδηγούσε το όχημα Β στον δρόμο Πόλης Χρυσοχούς - Πάφου, πρόσεξε σε απόσταση 100 μέτρων περίπου ότι το προπορευόμενο όχημα (ήτοι το όχημα Α) σταμάτησε στη δεξιά μεριά της λωρίδας κυκλοφορίας που κινείτο και ο ίδιος με σκοπό να στρίψει δεξιά και να εισέλθει σε πάροδο. Ο Κατηγορούμενος 1 ανέφερε ότι το όχημα Α ήταν εν μέρει στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Ενόψει του ότι ο δρόμος ήταν αρκετά πλατύς, προσπάθησε να περάσει το όχημα Α από τα αριστερά σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσαν. Ενώ πλησίαζε το όχημα Α και ελάττωνε ταχύτητα, ξαφνικά το όχημα Α κινήθηκε προς τα πίσω και κτύπησε στο δεξί μπροστινό μέρος του οχήματος που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος
  7. Μετά την σύγκρουση το όχημα Α εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας και συγκρούστηκε με το όχημα Γ το οποίο κινείτο με μεγάλη ταχύτητα. Ακολούθως, το όχημα Α περιστράφηκε εντός του δρόμου και συγκρούστηκε εκ νέου με το όχημα του Κατηγορούμενου 1 και συγκεκριμένα του κτύπησε στην πίσω δεξιά πόρτα. Ο Κατηγορούμενος 1 κατέθεσε ως Τεκμήριο 15, δέσμη αποτελούμενη από 15 φωτογραφίες του οχήματος Β στις οποίες αποτυπώνονται οι ζημιές του οχήματος. Αναφορικά με την ασφάλεια, ο Κατηγορούμενος 1 δήλωσε ότι εργάζεται για 16 χρόνια στις εταιρείες του Κατηγορούμενου 2 και ουδέποτε προέκυψε πρόβλημα με ζητήματα ασφάλισης των οχημάτων. Σε ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου του ο Κατηγορούμενος 1 απάντησε ότι από την σύγκρουση προκλήθηκαν ζημιές στο δεξί μπροστινό φτερό του οχήματος και μετακινήθηκαν τα μπροστινά φανάρια του οχήματος προς τα πίσω. Ο Κατηγορούμενος 1 υποστήριξε ότι αν κτυπούσε ο ίδιος το όχημα Α, τότε τα μπροστινά φανάρια θα έσπαζαν και δεν θα μετακινούνταν προς τα πίσω. Τέλος, αναφορικά με τα ίχνη τροχοπέδησης ο Κατηγορούμενος 1 απάντησε ότι διαφωνεί πως τα ίχνη που παρουσιάζονται στα Τεκμήρια 2 και 3 ανήκουν στο όχημα Β, διότι τα λάστιχα του οχήματος ήταν καινούρια και το όχημα είναι νέας τεχνολογίας με αποτέλεσμα όταν εφαρμόζεις τα φρένα του να μην αφήνουν ίχνη. Κατά την αντεξέταση του Κατηγορούμενου 1, η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής του υπέδειξε ότι στην ανακριτική κατάθεση του (Τεκμήριο 6) δήλωσε ότι είδε το όχημα Α σε απόσταση 200 μέτρων , ενώ κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι είδε το εν λόγω όχημα σε απόσταση 100 μέτρων. Ο Κατηγορούμενος 1 απάντησε ότι υπολόγισε την απόσταση γύρω στα 100 - 200 μέτρα. Ο Κατηγορούμενος 1 αρνήθηκε υποβολή της κας. Μανώλη ότι το όχημα Α βρισκόταν εξολοκλήρου στην δική τους λωρίδα κυκλοφορίας και απάντησε ότι βρισκόταν εν μέρει στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Στην επισήμανση της κας. Μανώλη ότι τώρα προβάλλει για πρώτη φορά τον εν λόγω ισχυρισμό, ο Κατηγορούμενος 1 συμφώνησε ότι δεν περιλαμβάνεται ο εν λόγω ισχυρισμός στην ανακριτική του κατάθεση (Τεκμήριο 6) και δήλωσε ότι το ανέφερε στον αστυφύλακα που του έλαβε την κατάθεση, αλλά ο τελευταίος δεν το κατέγραψε. Σε σχετικές ερωτήσεις που του τέθηκαν, ο Κατηγορούμενος 1 απάντησε ότι όταν είδε το όχημα Α, ελάττωσε ταχύτητα και όταν το πλησίασε γύρω στα 20 μέτρα κινήθηκε αριστερότερα για να περάσει το όχημα Α και να συνεχίσει την πορεία του. Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος 1 επανέλαβε ότι το όχημα Α κτύπησε στο δικό του όχημα καθώς η Παραπονούμενη κινήθηκε όπισθεν διότι το όχημα Γ κινείτο με υπερβολική ταχύτητα και η Παραπονούμενη φοβήθηκε ότι θα της κτυπούσε. Τέλος, σε σχετική ερώτηση της κας. Μανώλη ο Κατηγορούμενος 1 απάντησε ότι δεν είχε οποιοδήποτε λόγο να πιστεύει ότι το όχημα δεν καλυπτόταν από ασφαλιστική κάλυψη και παραδέχθηκε ότι την επίδικη ημέρα δεν έλεγξε κατά πόσο υπήρχε σε ισχύ ασφαλιστική κάλυψη. Ο ισχυρισμός του Κατηγορούμενου 1 ότι το όχημα Α κινήθηκε με οπίσθια ταχύτητα με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το όχημα που οδηγούσε ο ίδιος, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός για τους λόγους που παραθέτω πιο κάτω. Καταρχάς, σημειώνω ότι ο εν λόγω ισχυρισμός του Κατηγορούμενου 1 έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την μαρτυρία της Παραπονούμενης η οποία κρίθηκε ως αξιόπιστη. Περαιτέρω, παρατηρώ ότι υπάρχουν αντιφάσεις μεταξύ της κυρίως εξέτασης του Κατηγορούμενου 1 (Τεκμήριο 14 ) και της ανακριτικής κατάθεσης του (Τεκμήριο 6). Συγκεκριμένα, ο Κατηγορούμενος 1 στην ανακριτική κατάθεση του (Τεκμήριο 6) δήλωσε ότι το όχημα Α «.ξεκίνησε να μπαίνει στην άλλη λωρίδα κυκλοφορίας.», ενώ στην κυρίως εξέταση του δεν διατύπωσε τέτοιο ισχυρισμό. Αντιθέτως, ανέφερε ότι το όχημα Α ήταν σταματημένο στη δεξιά πλευρά της δικής τους λωρίδας κυκλοφορίας με ελαφρά κλίση προς τα δεξιά, ευρισκόμενο εν μέρει στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας και ενώ βρισκόταν σε αυτήν τη θέση ξαφνικά οδηγήθηκε προς τα πίσω (βλ. Τεκμήριο 14 παράγραφοι 5 και 8). Επίσης, ο Κατηγορούμενος 1 στην ανακριτική κατάθεση του (Τεκμήριο 6) δήλωσε ότι έστριψε το τιμόνι του οχήματος του προς τα αριστερά όταν είδε το όχημα Α να κινείται προς τα πίσω και προχώρησε σε αυτήν την ενέργεια στην προσπάθεια του να αποφύγει την σύγκρουση. Απέδωσε δηλαδή την εν λόγω κίνηση σε αποφευκτική ενέργεια ενόψει του ότι το όχημα Α κινήθηκε όπισθεν. Στην κυρίως εξέταση του όμως (Τεκμήριο 14) προέβαλε διαφορετικό ισχυρισμό και ανέφερε ότι ενόψει του ότι ο δρόμος ήταν αρκετά πλατύς κινήθηκε αριστερά για να περάσει το όχημα της Παραπονούμενης και να συνεχίσει την πορεία του και όχι για να αποφύγει την σύγκρουση (βλ. Τεκμήριο 14 παράγραφοι 6 και 7). Επίσης, ο ισχυρισμός του Κατηγορούμενου 1 ότι το όχημα Γ κινείτο με υπερβολική ταχύτητα και για αυτόν τον λόγο το όχημα Α κινήθηκε όπισθεν, για να αποφύγει δηλαδή την σύγκρουση μαζί του, παρέμεινε στην γενικότητα. Δεν παρατέθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από τον Κατηγορούμενο 1 που να υποστηρίζει τον εν λόγω ισχυρισμό του. Σημειώνω δε ότι ο ΜΚ3 , οδηγός του οχήματος Γ δεν αντεξετάστηκε επί του εν λόγω σημείου και δεν του υποβλήθηκε ότι κινείτο με μεγάλη ή υπερβολική ταχύτητα. Τέλος, ο Κατηγορούμενος 1 επιχείρησε να συνδέσει τις ζημιές που προκλήθηκαν στο όχημα Β με τον τρόπο με τον οποίο, κατά τον ισχυρισμό του, επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα. Όπως ανέφερα και πιο πάνω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΚ1 για το συγκεκριμένο ζήτημα απαιτούνται εξειδικευμένες γνώσεις. Δεν τέθηκε εκ μέρους του Κατηγορούμενου 1 μαρτυρία ότι διαθέτει τέτοιες εξειδικευμένες γνώσεις και κατά συνέπεια το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα στο πιο πάνω επιχείρημα-διατύπωση γνώμης του Κατηγορούμενου
  8. Αναφορικά τώρα με το σκέλος της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου 1 σε σχέση με το πιστοποιητικό ασφάλισης του οχήματος, αποδέχομαι την θέση του ότι δεν γνώριζε, ούτε είχε λόγο να πιστεύει ότι κατά τον επίδικο χρόνο το όχημα δεν καλυπτόταν από ασφαλιστική κάλυψη. Αποδέχομαι επίσης την θέση του Κατηγορούμενου 1, η οποία δεν αμφισβητήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή, ότι στα 16 χρόνια που εργάζεται στις εταιρείες του Κατηγορούμενου 2 ουδέποτε υπήρξε πρόβλημα με θέματα ασφάλισης των οχημάτων των εταιρειών του. Σημειώνω, ότι δεν τέθηκε οτιδήποτε συγκεκριμένο από την Κατηγορούσα Αρχή στον Κατηγορούμενο 1 που να αμφισβητεί τις πιο πάνω θέσεις του. Παρατηρώ επίσης ότι η θέση του Κατηγορούμενου 1 ότι δεν γνώριζε, ούτε είχε λόγο να πιστεύει ότι το όχημα κατά τον επίδικο χρόνο δεν καλυπτόταν από ασφάλεια, ενισχύεται και από τα Τεκμήρια 10 και 11 που κατέθεσε η Κατηγορούσα Αρχή. Από τα εν λόγω Τεκμήρια προκύπτει ότι τόσο πριν το επίδικο δυστύχημα, όσο και αμέσως μετά, το όχημα διέθετε ασφαλιστική κάλυψη. Ενόψει των πιο πάνω, το σκέλος της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου 1 που αφορά την οδήγηση του οχήματος Β χωρίς ασφαλιστική κάλυψη γίνεται αποδεκτό (βλ. Mustafa ανωτέρω). Ο Κατηγορούμενος 2 επίσης υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση (Τεκμήριο 16), δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ. 9 ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Στη γραπτή δήλωση του ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι είναι διοικητικός σύμβουλος και μοναδικός μέτοχος των εταιρειών Space Guard Tours Ltd (στο εξής «Space Guard») και Nissos Tours Ltd (στο εξής «Nissos»). Το όχημα Β είναι ιδιοκτησίας της Space Guard. Η εν λόγω εταιρεία ασφαλίζει τα οχήματα της με την Κοινοπραξία Ασφαλιστών Δημόσιων Οχημάτων (στο εξής η «Κοινοπραξία») η οποία είναι και η μόνη που αναλαμβάνει την ασφάλιση τέτοιων οχημάτων. Στις 30.09.11 ειδοποίησε μέσω τηλεομοιότυπου την Κοινοπραξία για να ανανεώσει τις ασφάλειες των οχημάτων της Space Guard που έληγαν στις 07.10.11 Ο Κατηγορούμενος 2 κατέθεσε ως Τεκμήριο 17 επιστολή ημερομηνίας 30.09.11 μαζί με αποδεικτικό αποστολής μέσω τηλεομοιότυπου. Προς πληρωμή των ασφαλίστρων εξέδωσε προς την Κοινοπραξία επιταγή ημερομηνίας 06.10.11 της Nissos για το ποσό των €5.093,35, αντίγραφο της οποίας κατέθεσε ως Τεκμήριο
  9. Όταν επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα, μετέβησαν στην σκηνή και αντιπρόσωποι της Κοινοπραξίας και ουδείς εξ αυτών ανέφερε ότι το όχημα δεν ήταν ασφαλισμένο. Μάλιστα ο Κατηγορούμενος 2 ζήτησε από τους αντιπροσώπους της Κοινοπραξίας το πιστοποιητικό ασφάλισης του οχήματος Β και έλαβε την απάντηση ότι θα του το έστελναν την Δευτέρα 10.09.11, πράγμα το οποίο και έγινε. Το εν λόγω πιστοποιητικό κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  10. Τέλος, υιοθέτησε την εκδοχή του Κατηγορούμενου 1 αναφορικά με τον τρόπο που επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα. Αντεξεταζόμενος ο Κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι το καλυπτικό σημείωμα (Τεκμήριο 11), δεν το είχε ξαναδεί και η πρώτη φορά που το έβλεπε ήταν κατά την μαρτυρία του στο Δικαστήριο. Στις επίμονες ερωτήσεις της ευπαίδευτης συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, ο Κατηγορούμενος 2 αν και παραδέχθηκε ότι είναι το μόνο πρόσωπο που ασχολείται με τις ασφαλίσεις των οχημάτων των εταιρειών του, εντούτοις αρνήθηκε ότι το συγκεκριμένο Τεκμήριο ήταν σε γνώση του και ότι ο ίδιος το παρέδωσε στην Αστυνομία και επανέλαβε αρκετές φορές ότι δεν το είχε ξαναδεί. Σε σχέση με τα πιστοποιητικά ασφάλισης (Τεκμήρια 10 και 19) ο Κατηγορούμενος 2 εξήγησε ότι οι οδηγίες για ανανέωση των ασφαλειών των οχημάτων δίδονταν συνολικά για όλα τα οχήματα που η ασφαλιστική κάλυψη τους έληγε την ίδια ημερομηνία. Η Κοινοπραξία ασφάλιζε τα οχήματα και ακολούθως εξέδιδε ξεχωριστό πιστοποιητικό ασφάλισης για το κάθε όχημα, εξ' ου και τα πιστοποιητικά ασφάλισης (Τεκμήρια 10 και 19) αναφέρονται μόνο στο όχημα Β. Σε σχετική ερώτηση της κας. Μανώλη, ο Κατηγορούμενος 2 απάντησε ότι στη σκηνή του δυστυχήματος παρευρέθηκε αντιπρόσωπος της Κοινοπραξίας, κάποιος κύριος Παλάσκας, δεν θυμόταν όμως το μικρό του όνομα. Τέλος, αρνήθηκε την υποβολή ότι κατά τον επίδικο χρόνο δεν υπήρχε ασφαλιστική κάλυψη για το όχημα Β. Η μαρτυρία του Κατηγορούμενου 2 σε ό,τι αφορά τον τρόπο που επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Ο Κατηγορούμενος 2 δεν ήταν παρών όταν έγινε το δυστύχημα και η μαρτυρία του σε σχέση με αυτό εδράζεται αφενός στις φωτογραφίες που απεικονίζουν τις ζημιές του οχήματος Β (Τεκμήριο 15) και αφετέρου στις πληροφορίες που έλαβε από τον Κατηγορούμενο
  11. Κατά συνέπεια, η μαρτυρία του σε σχέση με αυτό το σκέλος δεν μπορεί να γίνει δεκτή καθώς συνιστά μαρτυρία γνώμης για την οποία απαιτείται και εμπειρογνωμοσύνη, αφού και ο Κατηγορούμενος 2 επιχείρησε να συνδέσει τις ζημιές του οχήματος Β με τον τρόπο που κατά τον ισχυρισμό του επεσυνέβη το δυστύχημα. Δεν τέθηκε ενώπιον μου μαρτυρία που να υποστηρίζει ότι ο Κατηγορούμενος 2 διαθέτει τέτοιες εξειδικευμένες γνώσεις. Κατά τα λοιπά η μαρτυρία του Κατηγορούμενου 2 πηγάζει από πληροφορίες που του δόθηκαν από τον Κατηγορούμενο 1, του οποίου όμως αυτό το σκέλος της μαρτυρίας του δεν έγινε αποδεκτό. Επομένως ούτε και η μαρτυρία του Κατηγορούμενου 2 μπορεί να γίνει αποδεκτή. Αναφορικά τώρα με τον ισχυρισμό του Κατηγορούμενου 2 ότι το όχημα Β ήταν ασφαλισμένο κατά τον επίδικο χρόνο, παρατηρώ ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτός από το Δικαστήριο. Όντως το πιστοποιητικό ασφάλισης (Τεκμήριο 19) αναφέρει ως ημερομηνία έναρξης της ισχύος του την 08.10.11, ήτοι την ημερομηνία του επίδικου δυστυχήματος, χωρίς να αναφέρει συγκεκριμένη ώρα έναρξης της ισχύος του. Ωστόσο το Τεκμήριο 11 (καλυπτικό σημείωμα) αναφέρει ως ώρα έναρξης της ασφάλισης τις 14.50, ήτοι 10 λεπτά μετά την ώρα που επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα, το οποίο είναι κοινά παραδεκτό ότι συνέβη περί τις14.
  12. Ο Κατηγορούμενος 2 αρνήθηκε πεισματικά ότι ήταν σε γνώση του το εν λόγω καλυπτικό σημείωμα΄(Τεκμήριο 11) και επανέλαβε αρκετές φορές ότι πρώτη φορά το αντίκριζε. Η εν λόγω αναφορά όμως του Κατηγορούμενου 2 έρχεται σε σύγκρουση με το Τεκμήριο
  13. Συγκεκριμένα στο εν λόγω Τεκμήριο στο κάτω μέρος αυτού αναγράφεται ο αριθμός
  14. Ο συγκεκριμένος αριθμός ταυτίζεται με τον αριθμό τηλεομοιότυπου της εταιρείας Nissos που ανήκει στον Κατηγορούμενο
  15. Αυτό προκύπτει από τη Δέσμη Τεκμηρίου 17 που κατέθεσε ο Κατηγορούμενος 2 και πιο συγκεκριμένα από το αποδεικτικό αποστολής όπου στο πάνω μέρος ρητά αναφέρεται ο αριθμός
  16. Δεν μπορεί επομένως ο Κατηγορούμενος 2 να ισχυρίζεται ότι το εν λόγω καλυπτικό σημείωμα, (Τεκμήριο 11), το αντίκριζε για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση του, ιδιαιτέρως όταν κάποιος αναλογιστεί ότι σύμφωνα με την δική του μαρτυρία μόνον ο ίδιος ασχολείτο με τις ασφαλίσεις των οχημάτων των εταιρειών του. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του Κατηγορούμενου 2 ότι ζήτησε να ανανεωθεί η ασφαλιστική κάλυψη του οχήματος Β παρέμεινε σε αόριστο επίπεδο. Η επιστολή ημερομηνίας 30.09.11 και η επιταγή ημερομηνίας 06.10.11 (Τεκμήρια 17 και 18 αντίστοιχα) δεν βοηθούν τον ισχυρισμό του Κατηγορούμενου
  17. Η μεν επιστολή ημερομηνίας 30.09.11 δεν αναφέρει τα οχήματα των οποίων ζητείται η ανανέωση της ασφαλιστικής κάλυψης τους, ενώ σε σχέση με την επιταγή ημερομηνίας 06.10.11, η οποία εκδόθηκε από τη Nissos και όχι τη Space Guard στην ιδιοκτησία της οποίας ανήκει το όχημα Β, δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε απόδειξη που να επιβεβαιώνει ότι στο ποσό αυτό περιλαμβανόταν και η ανανέωση της ασφαλιστική κάλυψης του οχήματος Β. Σημειώνω ότι σύμφωνα με την μαρτυρία του Κατηγορούμενου 2 οι εταιρείες του, Space Guard και Nissos, διεξάγουν επιχείρηση ταξί και ενοικιάσεις αυτοκινήτων και η εταιρεία Space Guard διαθέτει στόλο 60 οχημάτων. Επομένως, δεν μπορεί άνευ ετέρου να υποτεθεί ότι στο εν λόγω ποσό περιλαμβάνεται και η ανανέωση της ασφαλιστικής κάλυψης του οχήματος Β. Θα ήθελα επίσης να σημειώσω ότι η πλευρά των Κατηγορουμένων επέλεξε να μην καλέσει μάρτυρα από την Κοινοπραξία, προκειμένου να υποστηρίξει την θέση τους ότι κατά τον επίδικο χρόνο το όχημα Β διέθετε ασφαλιστική κάλυψη. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι δεν μπορεί να προσδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στην μαρτυρία του Κατηγορούμενου 2, η οποία και απορρίπτεται. Ευρήματα Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 08.10.11 και περί ώρα 14.40 το όχημα με αρ. εγγραφής KJJ070 οδηγείτο από την Παραπονούμενη στον κύριο δρόμο Πάφου-Πόλης Χρυσοχού με κατεύθυνση προς την Πόλη Χρυσοχού. Το εν λόγω όχημα ακολουθείτο από το όχημα με αρ. εγγραφής ΤΗΜΡ843 που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος
  18. Σε κάποιο σημείο του πιο πάνω αναφερόμενου δρόμου η Παραπονούμενη σταμάτησε το όχημα της εντός της δικής της λωρίδας κυκλοφορίας με ελαφρά κλίση προς τα δεξιά και έδειξε με το σηματοδότη του οχήματος της την πρόθεση της να στρίψει δεξιά, προκειμένου να εισέλθει σε πάροδο που βρισκόταν στα δεξιά της σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε. Η Παραπονούμενη σταμάτησε το όχημα, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, διότι ανέμενε την διέλευση του οχήματος με αρ. εγγραφής ΕΖΗ850 το οποίο οδηγείτο από τον ΜΚ3 στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Το όχημα που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος 1 συγκρούστηκε με το πίσω μέρος του οχήματος της Παραπονούμενης, με αποτέλεσμα αυτό να μετακινηθεί, να εισέλθει στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας και να συγκρουστεί με το όχημα με αρ. εγγραφής ΕΖΗ
  19. Ακολούθως, το όχημα της Παραπονούμενης περιστράφηκε εντός του δρόμου και συγκρούστηκε με το μπροστινό του μέρος στην πισινή πόρτα του οχήματος που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος
  20. Το όχημα με αρ. εγγραφής ΕΖΗ850 μετά την σύγκρουση του με το όχημα της Παραπονούμενης, κατευθύνθηκε προς τα αριστερά, σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε, βγήκε εκτός του δρόμου, χτύπησε σε κούγκρινο τοίχο και αφού διένυσε λίγη απόσταση ακινητοποιήθηκε. Το όχημα της Παραπονούμενης υπέστη ζημιές σε όλα του τα μέρη, το όχημα με αρ. εγγραφής ΤΗΜΡ843 στο δεξί μπροστινό μέρος και τη δεξιά πισινή πόρτα και το όχημα με αρ. εγγραφής ΕΖΗ850 στο μπροστινό του μέρος. Ο δρόμος, ήταν καθαρός, ο καιρός αίθριος, δεν γίνονταν οποιαδήποτε οδικά έργα τα οποία να εμποδίζουν την τροχαία κίνηση, το όριο ταχύτητας είναι 50 ΧΑΩ και το δυστύχημα έγινε περί ώρα 14.40, δηλαδή κατά την διάρκεια της ημέρας. Το όχημα με αρ. εγγραφής ΤΗΜΡ843 ανήκει στην εταιρεία Space Guard Ltd, της οποίας διοικητικός σύμβουλος και μοναδικός μέτοχος είναι ο Κατηγορούμενος 2 ο οποίος είναι υπεύθυνος για την ασφάλιση των οχημάτων που ανήκουν στην εν λόγω εταιρεία. Κατά τον επίδικο χρόνο ο Κατηγορούμενος 1 οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής ΤΗΜΡ843 στα πλαίσια της εργοδότησης του από την εταιρεία Space Guard Ltd. Κατά τον επίδικο χρόνο δεν υπήρχε σε ισχύ ασφαλιστική κάλυψη σε σχέση με το όχημα με αρ. εγγραφής ΤΗΜΡ843, καθώς η ασφαλιστική κάλυψη έληξε στις 06.10.11 και η ανανέωση έγινε στις 14.50 της 08.10.
  21. Νομική Πτυχή Το αδίκημα της αμελούς οδήγησης έχει τύχει πλούσιας και εκτεταμένης ανάλυσης από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σε μια κατηγορία για αμελές οδήγημα η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος δεν ενήργησε ως συνετός και προσεκτικός οδηγός και όχι ως ένας τέλειος οδηγός. Στην Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 202 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την αμέλεια (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Η αμέλεια σύγκειται στην παράλειψη εκπληρώσεως του καθήκοντος μέριμνας και φροντίδας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, τον γείτονα, όπως επιγραμματικά αναφέρεται στην απόφαση του Λόρδου Atkin στην υπόθεση Donoghue v. Stevenson
(1932)A.C. 562. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο, ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί- α) η φύση του καθήκοντος, και β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια.» Είναι νομολογημένο ότι για τον καθορισμό της αμέλειας, το μέτρο με το οποίο κρίνονται οι πράξεις προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο, είναι εκείνο του μέσου συνετού ανθρώπου, και ο προσδιορισμός του καθήκοντος ενός εκάστου ποικίλλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή. Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 68 ειπώθηκαν τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παραβίαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/1972, είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι τέλειου οδηγού.» Όπως προκύπτει και από τη σχετική Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου v. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R 188). Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (Αργυρού v.Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ 378). Αναφορικά με το αδίκημα της χρήσης και του ότι επιτράπηκε η χρήση μηχανοκίνητου οχήματος άνευ ασφάλειας έναντι κινδύνου τρίτου μέρους, το άρθρο 3
(1)(α)(β) και
(3)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμος του 2000, Ν.96
(1)/2000, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί (στο εξής ο «Νόμος»), διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «3.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, απαγορεύεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο να- (α) Χρησιμοποιεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό, εκτός αν βρίσκεται σε ισχύ, σχετικά με τη χρήση του από το πρόσωπο αυτό, τέτοιο ασφαλιστήριο που αφορά ευθύνη έναντι τρίτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου αυτού0 (β) προκαλεί ή επιτρέπει σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να χρησιμοποιεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό, εκτός αν βρίσκεται σε ισχύ, σχετικά με τη χρήση του από το άλλο αυτό πρόσωπο, τέτοιο ασφαλιστήριο που αφορά ευθύνη έναντι τρίτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου αυτού.
(3)Πρόσωπο που ενεργεί κατά παράβαση του άρθρου αυτού διαπράττει αδίκημα: Νοείται ότι, αποτελεί επαρκή υπεράσπιση σε κατηγορία που προσάπτεται δυνάμει του άρθρου αυτού, εάν αποδειχθεί στο Δικαστήριο- (α) Ότι το μηχανοκίνητο όχημα δεν ανήκε στον κατηγορούμενο και δε βρισκόταν στην κατοχή του δυνάμει ενοικίασης ή δανεισμού, και (β) ότι οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα κατά τη διάρκεια της εργοδότησης του, και (γ) ότι ούτε γνώριζε ούτε είχε λόγο να πιστεύει ότι δεν υπήρχε σε ισχύ σε σχέση με το μηχανοκίνητο όχημα τέτοιο ασφαλιστήριο όπως προβλέπεται στο εδάφιο
(1)πιο πάνω.» Το αδίκημα που καθιερώνει το άρθρο 3 του Νόμου είναι αυστηρής ευθύνης και στοιχειοθετείται οποτεδήποτε ένα πρόσωπο χρησιμοποιεί ή επιτρέπει ή προκαλεί οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να χρησιμοποιεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό, χωρίς να υπάρχει σε ισχύ ασφαλιστική κάλυψη για το εν λόγω όχημα δυνάμει των διατάξεων του Νόμου. Το αδίκημα δηλαδή συντελείται ανεξαρτήτως του αν ο κατηγορούμενος γνωρίζει ότι το όχημα είναι ανασφάλιστο, υπό την επιφύλαξη πάντοτε της ειδικής υπεράσπισης του άρθρου 3
(3)του Νόμου. Από την στιγμή που αποδειχθεί ότι το όχημα χρησιμοποιήθηκε σε οδό, τότε το βάρος απόδειξης, στα πλαίσια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι υπήρχε σε ισχύ ασφάλεια κατά των κινδύνων υπέρ τρίτου το φέρει ο κατηγορούμενος. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Wilkinson's on Road Traffic Offences 9th edition, σελ. 373, όπου ερμηνεύεται το άρθρο 143 του The Road Traffic Act 1972, το οποίο είναι πανομοιότυπο με το δικό μας άρθρο 3
(1)του Νόμου: "The onus of proving possession of a policy is on the defendant onceit is shown that he has used a motor vehicle on a road (Philcox v. Carberry
(1960)Crim LR 563, following John v. Humphreys
(1955)1 All ER 793). In Leathley v. Drummond, Leathley v. Irving
(1972)RTR 293 it was again affirmed that the onus is on the defendant, once it has been shown that a vehicle has been used on a road, to show that the use of the vehicle was covered by insurance." Βάρος απόδειξης Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι ( Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε πιο πάνω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Συμπεράσματα Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, δηλαδή την μαρτυρία που έχω κρίνει ως αποδεκτή, την νομική πτυχή, το βάρος απόδειξης και τα ευρήματα, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τις κατηγορίες υπ' αρ. 1 και 3. Όπως έχει κατ' επανάληψη ειπωθεί, το μέτρο με το οποίο κρίνονται οι πράξεις προσώπων που χρησιμοποιούν το δημόσιο δρόμο, είναι εκείνο του μέσου συνετού ανθρώπου και ο προσδιορισμός του καθήκοντος ενός εκάστου ποικίλλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή. Το καθήκον για την λήψη προφυλακτικών μέτρων μορφοποιείται ενόψει κινδύνου ο οποίος διαφαίνεται κατά λογική πρόβλεψη (Βίκης v.Νεοφύτου
(1990)1 Α.Α.Δ 350). Εν προκειμένω ο Κατηγορούμενος 1 υπήρξε αμελής, αφού, όπως και ο ίδιος παραδέχθηκε, ενώ είδε σε απόσταση 100-200 μέτρων το προπορευόμενο όχημα της Παραπονούμενης ότι σταμάτησε με σκοπό να στρίψει δεξιά σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσαν, εντούτοις δεν έλαβε έγκαιρα ως όφειλε και μπορούσε τα απαραίτητα μέτρα για αποφυγή του κινδύνου που υπήρχε ενώπιον του με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το πίσω μέρος του οχήματος της Παραπονούμενης. Ο Κατηγορούμενος 1 παρέλειψε δηλαδή να τηρήσει το καθήκον της πρέπουσας προσοχής και παρατήρησης. Αναφορικά τώρα με την δεύτερη κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος 1, ο τελευταίος επικαλέστηκε την υπεράσπιση του άρθρου 3
(3)του Νόμου. Όπως προκύπτει από τη διατύπωση του πιο πάνω αναφερόμενου άρθρου ο Κατηγορούμενος για να επιτύχει στην υπεράσπιση του θα πρέπει να αποδείξει σωρευτικά τις τρεις προϋποθέσεις, ήτοι ότι το μηχανοκίνητο όχημα δεν ανήκε στον ίδιο και δεν βρισκόταν στην κατοχή του δυνάμει ενοικίασης ή δανεισμού, ότι το οδηγούσε κατά την διάρκεια της εργοδότησης του και ότι ούτε γνώριζε, ούτε είχε λόγο να πιστεύει ότι δεν υπήρχε σε ισχύ ασφαλιστική κάλυψη για το όχημα. Από την προσαχθείσα μαρτυρία συνάγεται ως παραδεκτό το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος 1 οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής ΤΗΜΡ843 στα πλαίσια της εργοδότησης του στην εταιρεία Space Guard Tours Ltd, η οποία είναι η ιδιοκτήτρια του εν λόγω οχήματος. Το δε όχημα δεν βρισκόταν στην κατοχή του Κατηγορούμενου 1 δυνάμει ενοικίασης ή δανεισμού, αλλά, όπως ανέφερα και πιο πάνω, στα πλαίσια της εργοδότησης του. Αυτό που απομένει επομένως να εξεταστεί είναι κατά πόσο πληρούται η τρίτη προϋπόθεση. Από την μαρτυρία έχει διαφανεί ότι ο Κατηγορούμενος 1 δεν γνώριζε ότι δεν υπήρχε σε ισχύ ασφαλιστική κάλυψη για το όχημα. Όπως ανέφερε τόσο ο ίδιος όσο και ο Κατηγορούμενος 2 και δεν αμφισβητήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή, αποκλειστικά υπεύθυνος για την ασφάλιση των οχημάτων ήταν ο Κατηγορούμενος 2. Περαιτέρω, θεωρώ ότι ο Κατηγορούμενος 1 δεν είχε οποιοδήποτε λόγο για να πιστεύει ότι το όχημα δεν καλυπτόταν από ασφαλιστική κάλυψη. Ο Κατηγορούμενος 1 δήλωσε ότι εργάζεται στις εταιρείες του Κατηγορούμενου 2 για 16 χρόνια και ουδέποτε σε αυτά τα χρόνια υπήρξε πρόβλημα σε σχέση με την ασφάλιση των οχημάτων των εταιρειών, καθώς αυτά πάντοτε ήταν ασφαλισμένα. Αυτό επιβεβαιώνεται και από τα Τεκμήρια 10 και 11 τα οποία κατατέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή και από τα οποία προκύπτει ότι τόσο αμέσως πριν όσο και αμέσως μετά το επίδικο δυστύχημα υπήρχε ασφαλιστική κάλυψη για το όχημα. Επιπρόσθετα, θα ήθελα να σημειώσω πως θεωρώ λογικό ο Κατηγορούμενος 1 να πιστεύει ότι υπήρχε σε ισχύ ασφαλιστική κάλυψη , αφού το όχημα με αρ. εγγραφής ΤΗΜΡ843 είναι ταξί και ως όχημα δημόσιας χρήσης, είναι εύλογα αναμενόμενο να καλύπτεται από ασφάλεια. Ενόψει των πιο πάνω κρίνω ότι ο Κατηγορούμενος 1 απέδειξε, στα πλαίσια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, όλες τις προϋποθέσεις που σωρευτικά τάσσει το άρθρο 3
(3)του Νόμου. Όσον αφορά την τρίτη κατηγορία, η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε, άλλωστε δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση, ότι το όχημα με αρ. εγγραφής ΤΗΜΡ843 οδηγείτο σε οδό και συγκεκριμένα στο δρόμο Πόλης Χρυσοχούς-Πάφου. Περαιτέρω, από την μαρτυρία συνάγεται ως παραδεκτό το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος 2 είναι διοικητικός σύμβουλος και μοναδικός μέτοχος της εταιρείας Space Guard Tours Ltd η οποία είναι η ιδιοκτήτρια του εν λόγω οχήματος. Ο Κατηγορούμενος 2 επέτρεψε στον Κατηγορούμενο 1 να οδηγήσει το όχημα. Το εν λόγω γεγονός το παραδέχεται τόσο ο Κατηγορούμενος 1 στην ανακριτική του κατάθεση (Τεκμήριο 6) όσο και ο Κατηγορούμενος 2 στη δική του ανακριτική κατάθεση (Τεκμήριο 8) και δεν αμφισβητήθηκε κατά την μαρτυρία τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Για σκοπούς πληρότητας αναφέρω ότι ένα πρόσωπο μπορεί να επιτρέψει σε άλλο να οδηγήσει όχημα, έστω και αν ο πρώτος δεν είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του οχήματος. Το εν λόγω ζήτημα αποφασίστηκε στην υπόθεση Lloyd v. Singleton
(1953)1 All.E.R 291, όπου ο εκεί Εφεσίβλητος αθωώθηκε πρωτόδικα στο αδίκημα ότι επέτρεψε την χρησιμοποίηση οχήματος χωρίς να υπάρχει ασφαλιστήριο που να καλύπτει έναντι κινδύνου τρίτου μέρους το πρόσωπο που χρησιμοποίησε το όχημα. Το Δικαστήριο ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση ανέφερε ότι το αδίκημα μπορεί να διαπραχθεί από οποιονδήποτε έχει την ευθύνη του οχήματος και είναι σε θέση να απαγορεύσει την χρήση του και δεν περιορίζεται μόνο στον ιδιοκτήτη του οχήματος. Εφόσον λοιπόν αποδείχθηκαν τα πιο πάνω στοιχεία από την Κατηγορούσα Αρχή, το βάρος απόδειξης μετατίθεται πλέον στον Κατηγορούμενο 2 για να αποδείξει στα πλαίσια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι υπήρχε κατά τον επίδικο χρόνο σε ισχύ ασφαλιστική κάλυψη. Ο Κατηγορούμενος 2 επικαλέστηκε το πιστοποιητικό ασφάλισης (Τεκμήριο 19) το οποίο ως χρόνο έναρξης της ισχύος του αναφέρει την 08.10.11, ήτοι την ημέρα του επίδικου δυστυχήματος. Το Τεκμήριο 19 όμως δεν μπορεί να αντικρισθεί μεμονωμένα, αλλά σε συνάρτηση με το καλυπτικό σημείωμα (Τεκμήριο 11), το οποίο ρητά ορίζει ως ώρα έναρξης της ασφαλιστικής κάλυψης τις 14.50 της 08.10.
  1. Το επίδικο δυστύχημα είναι κοινά παραδεκτό ότι επεσυνέβη περί ώρα 14.
  2. Σημειώνω επίσης ότι, σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία του ΜΚ1, περί ώρα 14.50 επισκέφθηκε την σκηνή του δυστυχήματος ο ΜΚ1 και το γεγονός αυτό δεν έτυχε αμφισβήτησης από την Υπεράσπιση. Επομένως, σε κάθε περίπτωση το επίδικο δυστύχημα συνέβη πριν τις 14.
  3. Καθίσταται επομένως φανερό ότι κατά τον επίδικο χρόνο δεν υπήρχε σε ισχύ ασφαλιστική κάλυψη. Στην αγγλική υπόθεση Smith v. Alexander and Alexander Lloyd's Law Reports [1965] Vol. 1 εξετάστηκε παρόμοιο ζήτημα. Συγκεκριμένα ο Εφεσίβλητος 1 στην εν λόγω υπόθεση είχε καταγγελθεί ότι στις 25.03.64 και ώρα 6.05μμ οδηγούσε όχημα χωρίς ασφαλιστική κάλυψη. Αργότερα την ίδια ημέρα εξασφαλίστηκε καλυπτικό σημείωμα το οποίο καθόριζε ως ώρα έναρξης της ισχύος του τις 6.45μμ. Το δε πιστοποιητικό ασφάλισης όριζε ως ημερομηνία έναρξης της ισχύος του την 25.03.64 χωρίς να καθορίζει συγκεκριμένη ώρα. Το Δικαστήριο αποδεχόμενο την έφεση αποφάσισε ότι την ώρα που καταγγέλθηκε ο Εφεσίβλητος 1 η ασφαλιστική κάλυψη δεν ήταν σε ισχύ και απέρριψε την επιχειρηματολογία του Εφεσίβλητου 1 ότι εφόσον το πιστοποιητικό ασφάλισης δεν όριζε συγκεκριμένη ώρα, τότε η ασφάλιση ξεκινούσε ώρα 00.01 της 25.03.
  4. Σημειώνω επίσης ότι ακόμα και αν γινόταν αποδεκτή η μαρτυρία του Κατηγορούμενου 2 δεν θα άλλαζε οτιδήποτε ως προς την ποινική του ευθύνη. Το αδίκημα που καθιερώνει το άρθρο 3 του Νόμου είναι, όπως ανέφερα και πιο πάνω κατά την ανάπτυξη της νομικής πτυχής, αυστηρής ευθύνης και επομένως δεν απαιτείται η απόδειξη πρόθεσης του παραβάτη. Το κρίσιμο σημείο είναι το κατά πόσο υπήρχε σε ισχύ ασφαλιστική κάλυψη. Όπως προκύπτει από το καλυπτικό σημείωμα (Τεκμήριο 11) η ασφαλιστική κάλυψη τέθηκε σε ισχύ μερικά λεπτά μετά το δυστύχημα. Υπό το φως των πιο πάνω η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τις κατηγορίες 1 και 3 και επομένως ο μεν Κατηγορούμενος 1 κρίνεται ένοχος στην κατηγορία υπ' αρ, 1, ο δε Κατηγορούμενος 2 κρίνεται ένοχος στην κατηγορία υπ' αρ.
  5. Όσον αφορά την κατηγορία υπ' αρ. 2, ο Κατηγορούμενος 1 αθωώνεται και απαλλάσσεται σε σχέση με αυτήν. (Υπ.) ............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.