← Κύπρος

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΚΖΗΤΟΥΜΕΝΗ NATALIYA STOYANOVA NEYKOVA (IVANOVA), Αρ. Αίτησης: 2/14, 10/6/2014

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΚΖΗΤΟΥΜΕΝΗ NATALIYA STOYANOVA NEYKOVA (IVANOVA), Αρ. Αίτησης: 2/14, 10/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B106 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 2/14 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΥΡΩΠΑΙΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΣΥΛΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΕΚΖΗΤΟΥΜΕΝΩΝ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΝΟΜΟ 133(Ι)/2004 και ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΚΖΗΤΟΥΜΕΝΗ NATALIYA STOYANOVA NEYKOVA (IVANOVA) Ημερομηνία: 10.06.14 Εμφανίσεις: Για τον Γενικό Εισαγγελέα: κος Α. Χατζηκύρου (o κ. Σ. Συμεού για ν' ακούσει απόφαση) Για την Εκζητούμενη: κος Α. Αλεξάνδρου Εκζητούμενη: παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 12.04.14 συνελήφθηκε η Nataliya Stoyanova Neykova (Ivanova) [στο εξής 'η εκζητούμενη'] δυνάμει του άρθρου 16

(1)του Περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμου του 2004, Ν.133(Ι)/2004μετά των συναφών τροποποιήσεων (στο εξής 'ο νόμος' ή 'η νομοθεσία'). Την ίδια ημέρα το πιο πάνω πρόσωπο οδηγήθηκε ενώπιον Δικαστηρίου, το οποίο αφού βεβαιώθηκε για την ταυτότητα της συλληφθείσας, ότι δηλαδή είναι η εκζητούμενη, βάσει των εγγράφων που τέθηκαν ενώπιον του και βρίσκονται στο φάκελο της υπόθεσης, την ενημέρωσε για την ύπαρξη και το περιεχόμενο του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης καθώς και για το δικαίωμα της να προσφύγει στις υπηρεσίες δικηγόρου, δικαίωμα που το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η εκζητούμενη είχε ασκήσει. Η εκζητούμενη ακόμη ενημερώθηκε ότι η ίδια δικαιούταν να ζητήσει και να λάβει αντίγραφα όλων των εγγράφων, δικαίωμα το οποίο επίσης διαπιστώθηκε ότι είχε ασκηθεί. Ακολούθως, η εκζητούμενη δήλωσε στο Δικαστήριο ότι δεν συγκατατίθεται στην παράδοση της στο κράτος έκδοσης του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης που είναι η Βουλγαρία για την ποινική δίωξη της στην κατηγορία που αναφέρονται στα σχετικά έγγραφα. Επειδή η εκζητούμενη συνελήφθηκε ημέρα Σάββατο και παρουσιάστηκε εκτάκτως στο Δικαστήριο, ο επί καθήκον Δικαστής όρισε την υπόθεση αυτή για οδηγίες στις 14.04.14, ημέρα Δευτέρα, έτσι ώστε το αρμόδιο Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου θα τεθεί η υπόθεση από τον Πρωτοκολλητή για εκδίκαση, να έχει την ευκαιρία και συνάμα ευχέρεια να την προγραμματίσει αναλόγως του προγράμματος του. Στη συνέχεια το Δικαστήριο αφού άκουσε τις θέσεις των μερών διέταξε την κράτηση της εκζητούμενης μέχρι την επόμενη δικάσιμο. Στις 14.04.14, ημερομηνία κατά την οποία η παρούσα υπόθεση τέθηκε ενώπιον του αρμοδίου Δικαστηρίου, αμφότερα μέρη αιτήθηκαν χρόνο, ο μεν εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα για να εξασφαλίσει από τις Βουλγαρικές Αρχές κάποια απαραίτητα για την ακρόαση έγγραφα και ο δε συνήγορος της εκζητούμενης για να αποστείλει κάποιες επιστολές στην κεντρική αρχή της Κυπριακής Δημοκρατίας μέσα από τις οποίες θα ζητούσε συγκεκριμένες πληροφορίες και διευκρινίσεις. Μετά από αυτή την εξέλιξη η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες στις 17.04.14 ενώ το ζήτημα εξασφάλισης της παρουσίας της εκζητούμενης εξετάστηκε εκ νέου όπου εκ συμφώνου αποφασίστηκε να αφεθεί ελεύθερη και ταυτόχρονα να τεθούν οι πιο κάτω περιοριστικοί όροι: (α) Αυθημερόν να παραδώσει όλα τα ταξιδιωτικά της έγγραφα συμπεριλαμβανομένου του διαβατηρίου και της πολιτικής ταυτότητας της, (β) το όνομα της να τοποθετηθεί στον κατάλογο των προσώπων όπου απαγορεύεται η έξοδος από το έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας (stop list), (γ) να υπογραφεί εγγύηση ύψους €40.000,00 με ένα αξιόχρεο εγγυητή της επιλογής του Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου και (δ) να παρουσιάζεται στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Πάφου 3 φορές την εβδομάδα και ειδικότερα κάθε Δευτέρα, Τετάρτη και Παρασκευή μεταξύ των ωρών 18:00-21:
  1. Στις 17.04.14 το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση για ακρόαση με ημερομηνία εκδίκασης την 25.04.
  2. Εκείνη την ημέρα ο εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα παρουσίασε τον μοναδικό μάρτυρα του και συγκεκριμένα τον αστυφύλακα 1626 Προκόπη Χίντικο, ο οποίος εργάζεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης με καθήκοντα, ως κεντρική αρχή, να επικουρεί τις αρχές έκδοσης και εκτέλεσης των Ευρωπαϊκών Ενταλμάτων Σύλληψης. Στην κυρίως εξέταση του ο εν λόγω μάρτυρας κατάθεσε τα πιο κάτω έγγραφα: Τεκμήριο 1Α - Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης της εκζητουμένης στην βουλγάρικη γλώσσα Τεκμήριο 1Β - Πιστή μετάφραση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης της εκζητουμένης στην αγγλική γλώσσα Τεκμήριο 2Α - Επιστολή ημερομηνίας 14.04.14 του Υπαστυνόμου Ανδρέα Παπαδόπουλου, εκ μέρους και για λογαριασμό του Αρχηγού Αστυνομίας Τεκμήριο 2Β - Ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 13.04.14 και ώρα 10:26 των βουλγαρικών αρχών υπό το καθεστώς 'Κατεπείγον' στην αγγλική γλώσσα και ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 12.04.14 και ώρα 22:42 των κυπριακών αρχών στην αγγλική γλώσσα Τεκμήριο 2Γ - Ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 13.04.14 και ώρα 08:11 των βουλγαρικών αρχών υπό το καθεστώς 'Κατεπείγον' στην αγγλική γλώσσα Τεκμήριο 2Δ - Ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 12.04.14 και ώρα 22:42 των κυπριακών αρχών στην αγγλική γλώσσα Τεκμήριο 2Ε - Επιστολή ημερομηνίας 25.04.14 της Γ/Αστυφύλακος Ελένης Παρπέρη Τεκμήριο 3Α - Επιστολή ημερομηνίας 14.04.14 από το Στρατιωτικό Δικαστήριο Σόφιας υπό την προεδρία του συνταγματάρχη Alexandrov στην βουλγάρικη γλώσσα Τεκμήριο 3B - Πιστή μετάφραση επιστολής ημερομηνίας 14.04.14 από το Στρατιωτικό Δικαστήριο Σόφιας υπό την προεδρία του συνταγματάρχη Alexandrov στην αγγλική γλώσσα Τεκμήριο 5 - Δέσμη εγγράφων και ειδικότερα ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 28.04.14 και ώρα 17:37 των βουλγαρικών αρχών στην αγγλική γλώσσα, ηλεκτρονικό μήνυμα του ημερομηνίας 24.04.14 και ώρα 11:35 του αστυφύλακα 1626 Προκόπη Χίντικου στην αγγλική γλώσσα, επιστολή ημερομηνίας 28.04.14 του Στρατιωτικού Δικαστηρίου Σόφιας υπό την προεδρία του συνταγματάρχη Svilen Alexandrov στην βουλγάρικη γλώσσα, πιστή μετάφραση της επιστολής ημερομηνίας 28.04.14 του Στρατιωτικού Δικαστηρίου Σόφιας υπό την προεδρία του συνταγματάρχη Svilen Alexandrov στην αγγλική γλώσσα, το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης της εκζητουμένης στην βουλγάρικη γλώσσα και έγγραφο πιστής μετάφρασης Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης της εκζητουμένης στην αγγλική γλώσσα Μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου τα Τεκμήρια 1Β, 2Β, 2Γ, 2Δ και 3Β μεταφράστηκαν πιστά στην ελληνική γλώσσα και όλα τα έγγραφα των πιστών μεταφράσεων κατατέθηκαν μαζί σαν δέσμη εγγράφων ως Τεκμήριο
  3. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας αυτός κατάθεσε ως Τεκμήρια 6Α και 6Β δύο επιστολές του συνηγόρου της εκζητουμένης ημερομηνίας 16.04.14 και 28.04.14 αντίστοιχα που αποστάληκαν προς τη Νομική Υπηρεσία και το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης με τις οποίες ζητούνταν διάφορα επιπλέον έγγραφα, στοιχεία και διευκρινίσεις. Περαιτέρω, κατά την αντεξέταση του ο εν λόγω μάρτυρας, ανάμεσα σ' άλλα, δήλωσε πως στη βάση σχετικής διευκρίνησης που ζητήθηκε το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης εξακολουθεί να υφίσταται. Ακόμη δήλωσε άγνοια στην υποβολή του συνηγόρου της εκζητούμενης ότι μετά την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Βουλγαρίας η υπόθεση που αφορά την πελάτιδα του δεν ορίστηκε και ότι η εκζητούμενη ουδέποτε παρέλαβε κλήση για να παρουσιαστεί, ενώ παράλληλα είπε ότι του είναι αδιάφορο εάν η εκζητούμενη βρίσκεται από το έτος 2009 στην Κυπριακή Δημοκρατία και έκτοτε διαμένει μαζί με τον ανήλικο υιό της. Επίσης, ο μάρτυρας αυτός δήλωσε άγνοια στην υποβολή του συνηγόρου της εκζητούμενης ότι σε καμία δικαστική διαδικασία που σχετίζεται με το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης τέθηκε οποιοσδήποτε όρος για εμφάνιση της. Αναφερόμενος στο Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, ο μάρτυρας είπε ότι αυτό εκδόθηκε στις 29.03.11 και παραλήφθηκε στο το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης στις 31.03.
  4. Στη συνέχεια διαφώνησε με τη θέση του συνηγόρου ης εκζητούμενης ότι με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Βουλγαρίας να ακυρώσει την καταδίκη της εκζητούμενης το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης έπαυσε να ισχύει. Ακολούθως και κατά τη δικάσιμο ημερομηνίας 05.05.14, το Δικαστήριο, ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχει το άρθρο 21
(2)του Ν.113(Ι)/2004, ζήτησε από τις αρμόδιες Βουλγαρικές Αρχές που είναι το κράτος μέλος έκδοσης του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, μέσω της Κεντρικής Αρχής που είναι το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης της Κυπριακής Δημοκρατίας, να του προσκομίσουν συγκεκριμένες πληροφορίες, διευκρινίσεις και απαντήσεις επί καθορισμένων ερωτημάτων καθώς και αντίγραφα δικαστικών αποφάσεων αν υπήρχαν που αφορούσαν την υπόθεση στη βάση της οποίας εκδόθηκε το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης. Οι βουλγαρικές αρχές ανταποκρίθηκαν στο αίτημα του Δικαστηρίου και παρόλο ότι δεν απέστειλαν οποιαδήποτε κείμενο δικαστικής απόφασης, εντούτοις απάντησαν στα ερωτήματα που τους αποστάληκαν και παρέθεσαν τις πληροφορίες και διευκρινίσεις που τους ζητήθηκαν δίδοντας λεπτομέρειες για την μέχρι σήμερα πορεία της υπόθεσης με αναφορά στην έκβαση δικαστικών διαδικασιών που έγιναν μέσα από αποφάσεις του Στρατιωτικού Δικαστηρίου Σόφιας (Sofia Military Court), Στρατιωτικού Εφετείου Βουλγαρίας (Military Appellate Court of the Republic of Bulgaria) και Ανωτάτου Δικαστηρίου Βουλγαρίας (Supreme Cassation Court of the Republic of Bulgaria). Τα στοιχεία που οι Βουλγαρικές Αρχές απέστειλαν κατατέθηκαν στο Δικαστήριο στις 16.05.14 και αντίγραφα αυτών δόθηκαν αυθημερόν και στις δύο πλευρές. Η εκζητούμενη είναι το μοναδικό άτομο που κατάθεσε από την πλευρά της. Στην κυρίως εξέταση της ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι ήλθε στην Κύπρο το 2009 μαζί με το ανήλικο τέκνο της και από τον Αύγουστο 2013 είναι αρραβωνιασμένη με κύπριο ενώ το παιδί της φοιτά σε δημοτικό σχολείο στην Πάφο. Σύμφωνα με την εκζητούμενη, όταν ήλθε στην Κύπρο δεν γνώριζε οτιδήποτε για Δικαστήριο αλλά περί τα τέλη του έτους 2009 της τηλεφώνησε η μητέρα της και της είπε ότι κάτι συνέβαινε και αφού αυτή μετέβηκε προσωπικά για να εξακριβώσει αποφάσισαν να χρησιμοποιήσουν τις υπηρεσίες δικηγόρου. Χωρίς να έχει λάβει οποιαδήποτε κλήση υπέγραψε πληρεξούσιο σε δικηγόρο για να την εκπροσωπήσει στο Δικαστήριο. Το Φεβρουάριο 2013 μίλησε με το δικηγόρο της, ο οποίος της είπε ότι το Ανώτατο Δικαστήριο Βουλγαρίας την απάλλαξε από τις κατηγορίες και ότι θα υπάρξει επανεκδίκαση της υπόθεσης, την ημερομηνία της οποίας θα τους πληροφορούσαν. Ωστόσο μετά τις 14.02.13 που εκδόθηκε η απόφαση κανείς δεν την ειδοποίησε για την ημερομηνία επανεκδίκασης της υπόθεσης και ούτε η ίδια έλαβε οποιαδήποτε κλήση. Ούτε της επέδωσαν οποιοδήποτε κατηγορητήριο που να φαίνονται οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει και ούτε της ζητήθηκε να παραστεί σε οποιαδήποτε διαδικασία δευτεροβάθμιου ή τριτοβάθμιου Δικαστηρίου στη Βουλγαρία. Επιπλέον, η εκζητούμενη ανάφερε ότι το έτος 2010 μετά που έστειλε το υιό της στη Βουλγαρία για να επισκεφτεί τον πατέρα του, ο τελευταίος δεν τον άφηνε να επιστρέψει στην Κύπρο και επειδή χρειαζόταν η συγκατάθεση του πατέρα του και αυτός δεν την έδινε, πήγε στη Βουλγαρία και χωρίς να την ενοχλήσουν οι Βουλγαρικές Αρχές αναφορικά με την παρούσα υπόθεση, καταχώρησε σχετική αίτηση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Ιάμμπολ (Yambol), το οποίο της επέτρεψε να ταξιδεύσει με το παιδί της εκτός Βουλγαρίας χωρίς τη συγκατάθεση του πατέρα του. Πιστή μετάφραση της κατάληξης του πιο πάνω Δικαστηρίου σε έγγραφο υπό τον τίτλο 'Δικαστικό Πιστοποιητικό' ημερομηνίας 19.04.12 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 7. Ακολούθως, η εκζητούμενη κατάθεσε απόφαση επιβολής ποινής υπ' αριθμό 379 του Στρατιωτικού Δικαστηρίου Σόφιας ημερομηνίας 08.11.11 στην βουλγάρικη γλώσσα ως Τεκμήριο 8Α και πιστή μετάφραση της απόφασης αυτής στην ελληνική γλώσσα ως Τεκμήριο 8Β καθώς επίσης απόφαση υπ' αριθμό 355 του Ανωτάτου Δικαστηρίου Βουλγαρίας ημερομηνίας 14.02.13 στην βουλγάρικη γλώσσα ως Τεκμήριο 9Α και πιστή μετάφραση της εν λόγω απόφασης στην ελληνική γλώσσα ως Τεκμήριο 9Β. Αντεξεταζόμενη η εκζητούμενη, ανάμεσα σ' άλλα, απέρριψε τη θέση του εκπροσώπου του Γενικού Εισαγγελέα ότι είχε κληθεί να παραστεί στην ακρόαση του Δικαστηρίου για την υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης. Επίσης, απέρριψε τη θέση του εκπροσώπου του Γενικού Εισαγγελέα ότι επειδή δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο οι όροι που της είχαν αρχικά επιβληθεί και ειδικότερα εγγύηση ύψους 2.000,00 βουλγαρικά λέβα (νόμισμα Βουλγαρίας) μετατράπηκε σε φυλάκιση λέγοντας ότι ποτέ δεν είχε όρους εγγύησης και ότι το ποσό των 2.000,00 βουλγαρικά λέβα που σημειώνεται στο έγγραφο ισοδυναμούσε με πρόστιμο ύψους 1.000,00 βουλγαρικά λέβα που επιβλήθηκε στην ίδια και πρόστιμο ύψους 1.000,00 βουλγαρικά λέβα που επιβλήθηκε στο δικηγόρο της επειδή αυτός δεν παρουσιάστηκε στη δίκη. Η εκζητούμενη περαιτέρω απέρριψε την τοποθέτηση του εκπροσώπου του Γενικού Εισαγγελέα ότι είχε ειδοποιηθεί για την υπόθεση που εκκρεμεί για επανεκδίκαση από το Στρατιωτικό Δικαστήριο Σόφιας υπό άλλη σύνθεση τον Ιούνιο 2014 μετά την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Βουλγαρίας, λέγοντας ότι ουδέποτε έλαβε κλήση ή οποιοδήποτε έγγραφο ή ειδοποίηση από το δικηγόρο της. Σε διευκρινίσεις του Δικαστηρίου η εκζητούμενη ανάφερε ότι ο δικηγόρος της προώθησε εκ μέρους και για λογαριασμό της τόσο την έφεση κατά την απόφαση του Στρατιωτικού Δικαστηρίου Σόφιας στο Στρατιωτικό Εφετείο Βουλγαρίας όσο και την έφεση κατά της απόφασης του Στρατιωτικού Εφετείου Βουλγαρίας στο Ανώτατο Δικαστήριο Βουλγαρίας. Ακολούθησαν οι αγορεύσεις των δικηγόρων των δύο πλευρών. Ο συνήγορος της εκζητούμενης στη νομική επιχειρηματολογία του ευσεβάστως κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αυτή στη βάση των πιο κάτω λόγων:
(1)Το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης δεν υφίσταται σήμερα ενόψει των διαδικασιών που ακολουθήθηκαν από το κράτος που αιτείται την εκτέλεση του.
(2)Τα γεγονότα που ακολούθησαν την έκδοση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης είναι τέτοια που το καθιστούν ανενεργό και αυτά τα γεγονότα αντιμάχονται των αναφορών στο ίδιο το ένταλμα που επιδιώκεται η εκτέλεση του.
(3)Το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης χαρακτηρίζεται από αοριστία καθότι η εκζητούμενη αντιμετωπίζει κατηγορίες στις οποίες αθωώθηκε μέσα από γεγονότα που ακολούθησαν και δεν παρέχεται διευκρίνιση αν επιδίωξη του κράτους είναι να δικάσει την εκζητούμενη και στις κατηγορίες που αθωώθηκε.
(4)Τυχόν εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης θα ισοδυναμεί με παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων της εκζητούμενης, τα οποία προστατεύονται μέσα από το Ν.113(Ι)/2004αλλά και από το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
(5)Η στάση των Βουλγαρικών Αρχών σε σχέση με την άρνηση τους να αποκαλύψουν στο Δικαστήριο της Κύπρου στοιχεία που έχουν καταλυτική σημασία για την απόφαση του. Επίσης, είναι η θέση του κυρίου Αλεξάνδρου ότι στην παρούσα υπόθεση έχουν παραβιαστεί θεμελιώδη δικαιώματα της εκζητούμενης, η οποία, όπως ο εν λόγω συνήγορος είπε, βρίσκεται στην Κυπριακή Δημοκρατία από το έτος 2009 μαζί με το ανήλικο παιδί της που φοιτά σε σχολείο και αυτή την στιγμή ζητείται να συλληφθεί και να σταλεί στη Βουλγαρία. Με αυτά τα δεδομένα ο συνήγορος της εκζητούμενης ευσεβάστως εισηγήθηκε την απόρριψη του αιτήματος για εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης εναντίον της πελάτιδας του. Αντίθετη ήταν η νομική επιχειρηματολογία του εκπροσώπου του Γενικού Εισαγγελέα, ο οποίος είπε ότι δεν υπάρχει οτιδήποτε που εμποδίζει την εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης σύμφωνα με τα άρθρα 4 και 13 του Ν.113(Ι)/
  1. Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με το άρθρο 14 της ιδίας νομοθεσίας, οι διατάξεις του οποίου δεν αποτελούν εμπόδιο για την έγκριση της αίτησης, διαφωνώντας έτσι με την προσέγγιση του συνηγόρου της εκζητούμενης που επικαλέστηκε το άρθρο 14(δ) του νόμου. Όπως ο κύριος Χατζηκύρου ευσεβάστως εισηγήθηκε, η παρούσα περίπτωση αφορά εκκρεμούντα αδικήματα για τα οποία η εκζητούμενη πρέπει να παρουσιαστεί για να εκδικαστούν απορρίπτοντας έτσι τις θέσεις του συνηγόρου της εκζητούμενης περί ακυρότητας του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, ότι αυτό κατέστη ανενεργό και ότι παραβιάστηκαν θεμελιώδη δικαιώματα της πελάτιδας του. Σε ότι δε αφορά το τελευταίο, ο εν λόγω συνήγορος πρόσθεσε ότι οι προσωπικές περιστάσεις της εκζητούμενης δεν οδηγούν σε κάτι τέτοιο και προς ενίσχυση της θέσης του επικαλέστηκε την πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας v. Miroslaw Mrukwa, Πολιτική Έφεση Αρ. 41/14, ημερομηνίας 05.03.
  2. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του κυρίου Αλεξάνδρου για τη στάση των Βουλγαρικών Αρχών, ο εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα είπε ότι με την κατάθεση των κειμένων των βουλγαρικών δικαστικών αποφάσεων αυτός κατέστη ουσιαστικά άνευ αντικειμένου. Στη βάση αυτών ο εν λόγω συνήγορος κάλεσε το Δικαστήριο να εκδώσει διατάγματα εκτέλεσης του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και παράδοσης της εκζητούμενης στην Βουλγαρία. Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή τόσο τον μάρτυρα του εκπροσώπου του Γενικού Εισαγγελέα όσο και την εκζητούμενη, οι οποίοι ενόρκως κατάθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους. Η μαρτυρία του μάρτυρα εκπροσώπου του Γενικού Εισαγγελέα ήταν τυπικής φύσεως. Ο αστυφύλακας 1626 Προκόπης Χίντικος απλά διαδραμάτισε επικουρικό ρόλο ανάμεσα στις δικαστικές αρχές έκδοσης και εκτέλεσης του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης της εκζητούμενης. Ειδικότερα, σαν αρμόδιος λειτουργός στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης που είναι η Κεντρική Αρχή με βάση το Ν.113(Ι)/2004, ενέργησε και ενεργεί βασικά ως ο συνδετικός κρίκος μεταξύ των Δικαστικών Βουλγαρικών Αρχών και των Δικαστικών Αρχών της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η μαρτυρία του επικεντρώθηκε σε συγκεκριμένες ενέργειες στις οποίες ο ίδιος προέβηκε όπως η προώθηση του αιτήματος των Βουλγαρικών Αρχών για έκδοση διατάγματος εκτέλεσης του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης που εκδόθηκε εναντίον της εκζητούμενης, η παρουσίαση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και σχετικής αλληλογραφίας που ανταλλάχτηκε μεταξύ των Κυπριακών και Βουλγαρικών Αρχών καθώς και η διαβίβαση αιτήματος του Κυπριακού Δικαστηρίου επί συγκεκριμένων ερωτημάτων και διευκρινίσεων μαζί με τις απαντήσεις και τα στοιχεία που αποστάληκαν από τις Βουλγαρικές Αρχές ανταποκρινόμενοι στο εν λόγω αίτημα. Ο ίδιος απαντούσε στις ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν με ευθύτητα και σαφήνεια και πάντοτε περιοριζόμενος στον προαναφερόμενο βοηθητικό ρόλο του χωρίς προσχεδιασμό και δίχως υπεκφυγή. Τα διάφορα έγγραφα που προσκόμισε ενισχύουν τις ενέργειες και θέσεις του. Η όλη στάση του μάρτυρα κρίνεται θετική και πειστική. Η δε μαρτυρία του είναι απαλλαγμένη από ουσιώδεις αντιφάσεις. Παράλληλα, η αξιοπιστία του στην πραγματικότητα δεν αμφισβητήθηκε και ουσιαστικά η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη. Ως εκ τούτου, αποδέχομαι την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα στην ολότητα του. Από την άλλη η προσπάθεια της εκζητούμενης να δημιουργήσει μια παραπλανητική εικόνα ως προς τη θέση και το ρόλο της στην πορεία της υπόθεσης για την οποία εκδόθηκε το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης από τις Βουλγαρικές Αρχές, ήταν εμφανής. Το εγχείρημα της να παρουσιάσει τον εαυτό της ως ένα άτομο που δήθεν συμπτωματικά περιέπεσε στην αντίληψη της ότι κάτι συνέβαινε εναντίον της και ότι έμαθε για επανεκδίκαση ποινικής υπόθεσης που καταχωρήθηκε εναντίον της, στερείται τόσο αληθοφάνειας όσο και λογικοφάνειας ενώ συνάμα κατέρρευσε μέσα από την μαρτυρία της και τις ουσιώδεις αντιφάσεις στις οποίες υπέπεσε. Με τον τρόπο που η εκζητούμενη απαντούσε τις ερωτήσεις αλλά και το περιεχόμενο των απαντήσεων της σαφώς προκύπτει ότι η ίδια γνωρίζει περισσότερα από ότι κατάθεσε στο Δικαστήριο. Συγκεκριμένα, ενώ η ίδια δεν αμφισβήτησε την ύπαρξη ζητήματος 2.000,00 βουλγαρικά λέβα, ποσό που σημειώνεται στο Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης (Τεκμήριο 4) αλλά και μέσα από το έγγραφο ημερομηνίας 09.05.14 που αποστάληκε από τις Βουλγαρικές Αρχές εις απάντηση του γραπτού αιτήματος του παρόντος Δικαστηρίου ως όρος εγγύησης που επιβλήθηκε στην εκζητούμενη στα πλαίσια διασφάλισης της παρουσίας της στη δικαστική διαδικασία στο Στρατιωτικό Δικαστήριο Σόφιας, η εκζητούμενη ισχυρίζεται ότι το ποσό αυτό αποτελεί χρηματική ποινή που επιβλήθηκε στην ίδια και το δικηγόρο της εξ' ημισίας λόγω του ότι αυτός δεν παρουσιάστηκε στην δικαστική διαδικασία αυτή. Η ίδια όμως δεν εξηγεί για ποιο λόγο της επιβλήθηκε το πρόστιμο αυτό, τη στιγμή που όπως ισχυρίζεται δεν είχε ειδοποιηθεί για την εναντίον της άσκηση ποινικής δίωξης στο Στρατιωτικό Δικαστήριο Σόφιας. Ούτε και διερωτήθηκε για την εξέλιξη αυτή, ούτε και φαίνεται να ζήτησε να πληροφορηθεί την αιτία από το δικηγόρο της, ούτε παραπονέθηκε αλλά ούτε και ανησύχησε. Επέμεινε μόνο για την μη ειδοποίηση της στην ποινική διαδικασία στο Στρατιωτικό Δικαστήριο Σόφιας, ισχυρισμός που καταρρίπτεται από τα δικά της λεγόμενα, αν κάποιος τα εκλάβει ως αληθή για σκοπούς και μόνο συζήτησης. Η από μέρους της επίκληση της θέσης ότι όντως ο δικηγόρος της δεν παρέστη στην προαναφερόμενη δικαστική διαδικασία από μόνη της φανερώνει ότι η εκζητούμενη είχε ειδοποιηθεί για την διεξαγωγή της εν λόγω δικαστικής διαδικασίας και ταυτόχρονα γνώση του περιεχομένου του κατηγορητηρίου που σχετιζόταν με αυτή. Εν πάσει όμως περιπτώσει, το Δικαστήριο αποδέχεται ότι το ποσό των 2.000,00 βουλγαρικά λέβα αποτελεί όρο εγγύησης που επιβλήθηκε στην εκζητούμενη για να παραστεί στην εναντίον της ποινική διαδικασία στο Στρατιωτικό Δικαστήριο Σόφιας και με την απουσία της παραβίασε τον όρο αυτό, γεγονός που δείχνει από την μια γνώση για τη συγκεκριμένη υπόθεση και των κατηγοριών που της προσάπτουν αλλά και το ότι κλητεύθηκε ως κατηγορούμενη για να παρουσιαζόταν στην ακρόαση της υπόθεσης της και από την άλλη τάση φυγοδικίας. Συνεπώς, η εκδοχή της ότι δήθεν όταν ήλθε στην Κύπρο δεν γνώριζε οτιδήποτε για Δικαστήριο και περί τα τέλη του έτους 2009 της τηλεφώνησε η μητέρα της και της είπε ότι κάτι συνέβαινε και αφού αυτή μετέβηκε προσωπικά για να εξακριβώσει αποφάσισαν να χρησιμοποιήσουν τις υπηρεσίες δικηγόρου και χωρίς να έχει λάβει οποιαδήποτε κλήση υπέγραψε πληρεξούσιο έγγραφο σε δικηγόρο για να την εκπροσωπήσει στο Δικαστήριο, αποτελούν εκ των υστέρων κατασκεύασμα προκειμένου να παραπλανήσει το Δικαστήριο και έτσι να αποφύγει τον κίνδυνο να βρεθεί στη Βουλγαρία. Περαιτέρω, η εκπροσώπηση της από δικηγόρο τόσο στην έφεση κατά την απόφαση του Στρατιωτικού Δικαστηρίου Σόφιας στο Στρατιωτικό Εφετείο Βουλγαρίας όσο και στην έφεση κατά της απόφασης του Στρατιωτικού Εφετείου Βουλγαρίας στο Ανώτατο Δικαστήριο Βουλγαρίας δείχνει από μέρους της πλήρη γνώση και ενημέρωση καθ' όλη τη διάρκεια για την διαχρονική πορεία και μέχρι σήμερα κατάληξη της υπόθεσης. Αυτό με τη σειρά του δείχνει σαφώς γνώση και ενημέρωση για τις κατηγορίες που θα επανεκδικαστούν από το Στρατιωτικό Δικαστήριο Σόφιας, με βάση την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Βουλγαρίας. Η από την αρχή και καθ' όλη τη διάρκεια και μέχρι τέλους χρήση υπηρεσιών δικηγόρου στις πιο πάνω δικαστικές διαδικασίες και η επικοινωνία που μέχρι σήμερα διατηρεί μαζί του, ως η ίδια ανάφερε, αποκλείουν το ενδεχόμενο ο δικηγόρος της να μην είχε πληροφορηθεί από το αρμόδιο Δικαστήριο και ακολούθως να μην την ενημέρωσε ότι η επανεκδίκαση των κατηγοριών στις οποίες αρχικά είχε κριθεί ένοχη στο Στρατιωτικό Δικαστήριο Σόφιας θα διεξαχθεί στο ίδιο Δικαστήριο υπό διαφορετική όμως σύνθεση στις 11.06.14 και 12.06.14 και ώρα 09:
  3. Συνεπώς, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο δικηγόρος της εκζητούμενης έχει πληροφορηθεί για τις ημερομηνίες επανεκδίκασης της υπόθεσης από το Στρατιωτικό Δικαστήριο υπό άλλη σύνθεση και με τη σειρά του ενημέρωσε ανάλογα την εκζητούμενη. Σε σχέση με τον ισχυρισμό της ότι το έτος 2010 η ίδια μετέβηκε στη Βουλγαρία χωρίς να συναντήσει ενόχληση από τις Βουλγαρικές Αρχές αναφορικά με την παρούσα υπόθεση στα πλαίσια καταχώρησης αίτησης στο Επαρχιακό Δικαστήριο Ιάμμπολ (Yambol) για να επιτρέπει στο παιδί της να ταξιδεύσει εκτός Βουλγαρίας χωρίς τη συγκατάθεση του πατέρα του, σημειώνω ότι το ζήτημα της καταχώρησης αίτησης στο εκεί Δικαστήριο όπως το αντικείμενο αυτής καθώς και η κατάληξης της δεν αμφισβητούνται. Εξ' ου και το Τεκμήριο 7 που κατατέθηκε, το περιεχόμενο του οποίου δεν αμφισβητήθηκε. Με δεδομένο ότι ο εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα δέχεται ότι η εκζητούμενη βρισκόταν νόμιμα στην Κύπρο από 29.09.09 η άφιξη της στη Βουλγαρία το έτος 2010 φυσιολογικά δεν θα προσέλκυε οποιαδήποτε ενόχληση από τις Βουλγαρικές Αρχές καθότι η παραβίαση του όρου εγγύησης από την ίδια έγινε την 01.03.11, δηλαδή σε ημερομηνία μεταγενέστερης που αφίχθηκε στην Βουλγαρία και προφανώς αφότου εγκατέλειψε εκ νέου τη χώρα καταγωγής της. Αν κάποιος δε θεωρήσει ότι η απόφαση επί της αίτησης εκδόθηκε τον Απρίλιο 2012 σε συνδυασμό με τη θέση του εκπροσώπου του Γενικού Εισαγγελέα ότι το παιδί της εκζητούμενης έφθασε στην Κύπρο στις 14.06.12 τότε γίνεται αντιληπτό ότι ο ισχυρισμός της εκζητούμενης ότι είχε από προηγουμένως στείλει το παιδί της από την Κύπρο στη Βουλγαρία δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα με την αλήθεια να φαίνεται να είναι ότι πρώτη στην Κύπρο ήλθε η εκζητούμενη από τις 29.09.09, κάτι εξάλλου που είναι παραδεκτό γεγονός και το παιδί της να την ακολουθεί στις 14.06.12 αφότου κρίθηκε επιτυχής η αίτηση για να ταξιδεύσει στο εξωτερικό χωρίς τη συγκατάθεση του πατέρα του. Σύμφωνα με τα πιο πάνω δεν αποδέχομαι την μαρτυρία της εκζητούμενης ως αληθή και αξιόπιστη. Με βάση το αποδεκτό μαρτυρικό υλικό καταλήγω στα ακόλουθα γεγονότα: · Εναντίον της εκζητούμενης ασκήθηκε ποινική δίωξη στο Στρατιωτικό Δικαστήριο Σόφιας (Sofia Military Court) στην ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 379/2010 για κατ' ισχυρισμό διάπραξη του αδικήματος της απάτης στη Σόφια της Βουλγαρίας σε δύο χρονικές περιόδους και συγκεκριμένα από τα μέσα Απριλίου 2008 μέχρι τις 25.04.08 και από τις 25.04.08 μέχρι τις 15.09.
  4. · Η εκζητούμενη κλητεύθηκε ως κατηγορούμενη στην πιο πάνω υπόθεση και δεσμεύτηκε να παραστεί στην ακρόαση που προγραμματίστηκε για την 01.03.11 υπογράφοντας εγγύηση ύψους 2.000,00 βουλγαρικά λέβα. · Την 01.03.11 η εκζητούμενη παρέλειψε να εμφανιστεί ενώπιον του Στρατιωτικού Δικαστηρίου Σόφιας. · Στις 29.03.11 εκδόθηκε Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης εναντίον της εκζητούμενης στη βάση των γεγονότων που περιγράφονται στο έγγραφο αυτό. · Με απόφαση του ημερομηνίας 18.11.11, το Στρατιωτικό Δικαστήριο Σόφιας καταδίκασε εν ερήμην την εκζητούμενη στην προαναφερόμενη υπόθεση σε ποινή φυλάκισης 4 ετών στην κατηγορία απάτης για την περίοδο από 25.04.08 μέχρι 15.09.08 ενώ την αθώωσε για την περίοδο από τα μέσα Απριλίου 2008 μέχρι τις 25.04.
  5. · Ακολούθως, η εκζητούμενη, η οποία βρισκόταν νόμιμα στην Κύπρο από τις 29.09.08, χρησιμοποίησε τις υπηρεσίες δικηγόρου, ο οποίος εκ μέρους και για λογαριασμό της καταχώρησε την έφεση υπ' αριθμό 6/2012 κατά της απόφασης του Στρατιωτικού Δικαστηρίου Σόφιας στο Στρατιωτικό Εφετείο Βουλγαρίας (Military Appellate Court of the Republic of Bulgaria). · Με την απόφαση του υπ' αριθμό 14 ημερομηνίας 11.04.12, το Στρατιωτικό Εφετείο Βουλγαρίας επικύρωσε την απόφαση του Στρατιωτικού Δικαστηρίου Σόφιας. · Στη συνέχεια η εκζητούμενη, δια δικηγόρου, εφεσίβαλε την απόφαση του Στρατιωτικού Εφετείου Βουλγαρίας καταχωρώντας την έφεση υπ' αριθμό 1191/2012 στο Ανώτατο Δικαστήριο Βουλγαρίας (Supreme Cassation Court of the Republic of Bulgaria). · Με την απόφαση του υπ' αριθμό 355 ημερομηνίας 14.02.13, το Ανώτατο Δικαστήριο Βουλγαρίας αποφάσισε την επανεκδίκαση της υπόθεσης από το Στρατιωτικό Δικαστήριο Σόφιας υπό διαφορετική όμως σύνθεση για το λόγο που περιέχεται στο κείμενο της εν λόγω απόφασης. · Στις 18.02.13 η υπόθεση τέθηκε ενώπιον του Στρατιωτικού Δικαστηρίου κάτω από άλλη σύνθεση έχοντας αριθμό 44/2013 με σκοπό την επανεκδίκαση της και με την ακρόαση αυτής να προγραμματίζεται να διεξαχθεί στις 11.06.14 και 12.06.14 και ώρα 09:30 σε αίθουσα του Επαρχιακού Δικαστηρίου της πόλης Ιάμμπολ (Yambol). · Η εκζητούμενη ήταν ενήμερη από το δικηγόρο της για την εξέλιξη και την πορεία της επανεκδίκασης. · Η εκζητούμενη διαμένει νόμιμα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας από τις 29.09.09 ενώ το ανήλικο παιδί της φοιτά σε δημοτικό σχολείο στην Πάφο από το έτος 2012 (παραδεκτό γεγονός). · Στις 12.04.14 και ώρα 00:30 η εκζητούμενη συνελήφθηκε στην Πάφο δυνάμει του άρθρου 16
(1)του Ν.133(Ι)/2004 από τον αστυφύλακα 2639, ο οποίος αφού της επέστησε την προσοχή στο νόμο αυτή απάντησε "Yes I know.". Η ανάγκη για επιτάχυνση και ταυτόχρονα απλούστευσης των μηχανισμών παράδοσης προσώπων που ενέχονται στη διάπραξη συγκεκριμένων ποινικών αδικημάτων από ένα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε άλλο για σκοπούς ποινικής δίωξης ή προς έκτιση κάποιου ποινικού μέτρου που έχει ήδη επιβληθεί οδήγησε στην δημιουργία της Απόφασης-Πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 2002, μέρος της οποίας τροποποιήθηκε από την Απόφαση-Πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 26ης Φεβρουαρίου 2009. Τέτοιες Αποφάσεις-Πλαίσιο μεταφέρονται δεόντως στο νομοθετικό πλαίσιο των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η πιο πάνω τάση της ευρωπαϊκής πολιτικής αποτυπώνεται μέσα από την υπόθεση Hadjiametovic v. Γενικού Εισαγγελέα
(2009)1 Α.Α.Δ. 473, όπου καταγράφονται δύο αξιοσημείωτα αποσπάσματα από αντίστοιχες ευρωπαϊκές υποθέσεις: "The objective set for the Union to become an area of freedom, security and justice leads to abolishing extradition between Member States and replacing it by a system of surrender between judicial authorities. Further, the introduction of a new simplified system of surrender of sentenced or suspected persons for the purposes of execution or prosecution of criminal sentences makes it possible to remove the complexity and potential for delay inherent in the present extradition procedure. Traditional cooperation relations which have prevailed up till now between Member States should be replaced by a system of free movement of judicial decisions in criminal matters, covering both presentence and final decisions, within an area of freedom, security and justice" (απόσπασμα από την υπόθεση Office of the King's Prosecutor, Brussels v. Cando Armas [2006] 2 A.C. 1, para 21) "But Part 1 of the 2003 Act must be read in the context of the Council Framework Decision of 13 June 2002 on the European arrest warrant and the surrender procedures between member states (2002/584/JHA; OJ 2002 L190, p. 1). This was conceived and adopted as a ground-breaking measure intended to simplify and expedite procedures for the surrender, between member states, of those accused of crimes committed in other member states or required to be sentenced or serve sentences for such crimes following conviction in other member states. Extradition procedures in the past had been disfigured by undue technicality and gross delay. There is to be substituted "a system of surrender between judicial authorities" and "a system of free movement of judicial decisions in criminal matters" (recital
(5)of the preamble of the Framework Decision). This is to implement the principle of mutual recognition which the Council has described as the cornerstone of judicial cooperation (recital
(6)). The important underlying assumption of the Framework Decision is that member states, sharing common values and recognizing common rights, can and should trust the integrity and fairness of each other's judicial institutions." (απόσπασμα από την υπόθεση Dabas v. High Court of Justice, Madrid [2007] UKHL 6) Όπως σημειώνεται στις παραγράφους 5 και 6 του προοιμίου της Απόφασης-Πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 2002, ο στόχος που έχει θέσει η Ευρωπαϊκή Ένωση, να αποτελέσει ένα χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, συνεπάγεται την κατάργηση της έκδοσης μεταξύ κρατών μελών και την αντικατάστασή της από σύστημα παράδοσης μεταξύ δικαστικών αρχών. Η εισαγωγή ενός νέου απλουστευμένου συστήματος παράδοσης προσώπων που έχουν καταδικαστεί ή είναι ύποπτα, προς το σκοπό της εκτέλεσης καταδικαστικών ποινικών αποφάσεων ή ποινικής δίωξης επιτρέπει να αρθούν η πολυπλοκότητα και το ενδεχόμενο καθυστερήσεων που είναι εγγενή στις ισχύουσες διαδικασίες έκδοσης. Οι κλασικές σχέσεις συνεργασίας μεταξύ κρατών μελών θα πρέπει να δώσουν τη θέση τους σε σύστημα ελεύθερης κυκλοφορίας τόσο των προδικαστικών όσο και των οριστικών ποινικών αποφάσεων, σε ένα χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης. Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης χαρακτηρίζεται ως "ακρογωνιαίος λίθος" της δικαστικής συνεργασίας στον τομέα του ποινικού δικαίου, που βασίζεται στην αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης μεταξύ των κρατών μελών. Στην περίπτωση της Κύπρου η εναρμόνιση επιτεύχθηκε με τη θέσπιση του Ν.133(Ι)/2004. Η νομοθεσία αυτή πρέπει να διαβάζεται σε συνάρτηση με τις προαναφερόμενες αποφάσεις-πλαίσιο. Η διαδικασία εκτέλεσης Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης δεν είναι ποινικής φύσεως διαδικασία αλλά μία διαδικασία suis generis (Πηγασίου v. Γενικός Εισαγγελέας
(2009)1Α Α.Α.Δ. 519). Πρόκειται για διαδικασία διερευνητικού χαρακτήρα μέσα από την οποία το Δικαστήριο εξετάζει αν πληρούνται οι προϋποθέσεις υποχρεωτικής παράδοσης του άρθρου 12 του νόμου οπότε αν όντως πληρούνται τότε, υπό την επιφύλαξη των άρθρων 13, 14 και 15 της εν λόγω νομοθεσίας, το εκζητούμενο πρόσωπο πρέπει να παραδοθεί και το ένταλμα να εκτελεστεί. Αν ακόμη δεν υφίστανται τα αναγκαία προαπαιτούμενα του άρθρου 4 του νόμου, το Δικαστήριο αρνείται την εκτέλεση του εντάλματος. Το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Πηγασίου v. Γενικός Εισαγγελέας
(2009)1Α Α.Α.Δ. 519 είναι άκρως διαφωτιστικό σε σχέση με την έννοια και το σκοπό της διαδικασίας που ακολουθείται: "Η Κυπριακή Δημοκρατία, υλοποιώντας την υποχρέωση που επιβάλλει η Απόφαση-Πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ημερ. 13 Ιουνίου, 2002, σε σχέση με το «ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ κρατών μελών» προχώρησε στη θέσπιση του περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμου του 2004 (Ν.133(Ι)/2004(ο Νόμος)). Η Ευρωπαϊκή Ένωση, είχε θέσει ως στόχο, τη δημιουργία ενός χώρου ελευθερίας ασφάλειας και δικαιοσύνης, που συνεπάγεται την κατάργηση του συστήματος της έκδοσης προσώπων, τα οποία προσπαθούν να διαφύγουν τη δικαιοσύνη μεταξύ χωρών μελών, και την αντικατάσταση του από ένα σύστημα παράδοσης μεταξύ δικαστικών αρχών (αρ.5 του προοιμίου της Απόφασης-Πλαίσιο). Ταυτοχρόνως επιδιώκετο η εισαγωγή ενός απλουστευμένου συστήματος παράδοσης υπόπτων ή καταδικασθέντων προσώπων, με στόχο την άρση της πολυπλοκότητας και του ενδεχομένου καθυστερήσεων που ενυπάρχουν στις ισχύουσες διαδικασίες έκδοσης. Ως προς την πρόθεση του Συμβουλίου που εκδηλώθηκε με το Νόμο- Πλαίσιο σχετική αναφορά γίνεται στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2009, para. D31.2 και στην υπόθεση Hadjiametovic ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2009)1 A.A.Δ. 473. Το δε Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης που προβλέπει η Απόφαση-Πλαίσιο, χαρακτηρίζεται ως ο «ακρογωνιαίος λίθος» της δικαστικής συνεργασίας στον τομέα του ποινικού δικαίου, που βασίζεται στην αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης μεταξύ των κρατών μελών. (άρθρο 6 προϊμίου). Συνακόλουθα οι πρόνοιες του Ν.133(Ι)/2004, θα πρέπει να διαβάζονται σε συνάρτηση με το περιεχόμενο του νόμου Πλαισίου, (Άρθρο 1 του Νόμου 133(Ι)/2004). Θα πρέπει από την αρχή να επισημάνουμε ότι δεν πρόκειται περί ποινικής δίκης και η συνήγορος της νομικής υπηρεσίας δεν εμφανίζεται ως εκπρόσωπος κατηγορούσας αρχής. Πρόκειται για διαδικασία sui generis. . . η εκπρόσωπος της νομικής υπηρεσίας δεν είναι διάδικος αλλά εμφανίζεται με στόχο την υποβοήθηση της «κεντρικής αρχής», που με βάση το Άρθρο 3 του Νόμου είναι το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, (Άρθρο 5 του Νόμου)." Παράλληλα με τα προαναφερόμενα, από το λεκτικό της Απόφασης-Πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 2002 διαπιστώνεται ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα διαδραματίζουν τον δικό τους ρόλο στην εξέταση έκδοσης ενός ατόμου. Ειδικότερα, στην παράγραφο 10 της εν λόγω Απόφασης-Πλαίσιο τονίζεται ότι ο μηχανισμός του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης βασίζεται σε υψηλό επίπεδο εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών. Η εφαρμογή του εν λόγω μηχανισμού δύναται να ανασταλεί μόνον στην περίπτωση σοβαρής και διαρκούς παραβίασης από κράτος μέλος των αρχών που διατυπώνονται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία διαπιστώνεται από το Συμβούλιο κατ' εφαρμογή του άρθρου 7 παράγραφος 1 της εν λόγω συνθήκης με τις συνέπειες που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου. Ακόμη στην παράγραφο 12 σημειώνεται ότι η πιο πάνω Απόφαση-Πλαίσιο σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται από το άρθρο 6 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και εκφράζονται στο χάρτη θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στο νόμο τα πιο πάνω ουσιαστικά περιέχονται μέσα από τις διατάξεις του άρθρου 2
(2)όπου σημειώνεται ότι η εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την παραβίαση της υποχρέωσης σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών, σύμφωνα με το άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αξιοσημείωτη αναφορά σχετικά με το ρόλο και τη σημασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων στην Απόφαση-Πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 2002 γίνεται στην υπόθεση Κωνσταντίνος (Ντίνος) Μιχαηλίδης v. Γενικός Εισαγγελέας, Πολιτική Έφεση Αρ. 221/2013, ημερομηνίας 02.09.13, όπου, ανάμεσα σ' άλλα, λέχθηκαν τα εξής: "Στο Handbook on the European Arrest Warrant των Judge Rob Blekxtoon και Wouter van Ballegooij, καθίσταται σαφές από την ανάλυση που γίνεται στις σελίδες 171-176, ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της Απόφασης-Πλαίσιο, ενώ η παράγραφος 13 του Προοιμίου βασίζεται στις αρχές που αναπτύχθηκαν από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και τα εθνικά Δικαστήρια των κρατών μελών, ως αποτέλεσμα της απόφασης Soering v. U.K. αρ. 14038/88, ημερ. 7.7.1989. Το Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης προνοεί ότι η Ένωση εδράζεται στις αρχές της ελευθερίας, της δημοκρατίας, του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών, η δε Ένωση πρέπει να σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως αυτά τυγχάνουν εγγύησης από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, «. as general principles of Community law" Παρά ταύτα, όπως υποδείχτηκε στην υπόθεση Spiriev v. Γενικός Εισαγγελέας, Πολιτική Έφεση Αρ. 100/2014, ημερομηνίας 13.05.14, παρόλο ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα διαδραματίζουν το δικό τους ρόλο στην εξέταση έκδοσης ενός ατόμου, εντούτοις ο μηχανισμός έκδοσης ενός προσώπου στη βάση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης μπορεί να αναχαιτιστεί μόνο στην περίπτωση σοβαρής και παρατεταμένης παραβίασης των αρχών που καθορίζονται στο άρθρο 6
(1)της Συνθήκης Ευρωπαϊκής Ένωσης και απαγορεύεται η διαμεταγωγή προσώπου σε κράτος μέλος, όπου θα είναι ενδεχόμενο να αντιμετωπίσει σοβαρό κίνδυνο καταδίκης του σε θάνατο ή να υποστεί βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική ποινή ή μεταχείριση. Η νομική θέση ότι η τυχόν σοβαρή και παρατεταμένη παραβίαση των ανθρώπινων δικαιωμάτων διαδραματίζουν ρόλο στην εξέταση αναφορικά με την εκτέλεση ενός Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης διατυπώθηκε επίσης από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του στην προγενέστερη υπόθεση Μιχάλης Μιχαηλίδης v. Γενικός Εισαγγελέας, Πολιτική Έφεση Αρ. 248/2013, ημερομηνίας 17.09.13. Στην ίδια υπόθεση λέχθηκε ότι θεωρείται δεδομένη η διασφάλιση και ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του εκζητούμενου από το κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης που ζητεί την έκδοση του και κατ' επέκταση την εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης στη βάση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης (confidence and trust) που χαρακτηρίζει όλα τα κράτη μέλη. Το άρθρο 4
(1)του νόμου αναφέρει τα αναγκαία προαπαιτούμενα ως προς τον τύπο και το περιεχόμενο που πρέπει να χαρακτηρίζει ένα Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης. Στρεφόμενος στη παρούσα υπόθεση παρατηρώ ότι αυτό παρέχει το πλήρες ονοματεπώνυμο της εκζητούμενης, το φύλο, την ιθαγένεια, την ημερομηνία και τον τόπο γέννησης της. Ακόμη παρατηρώ ότι το εν λόγω Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης εκδόθηκε στις 29.03.11 κατά την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης υπ' αριθμό 379/2010 σε ανοικτή συνεδρία που διεξήχθη την 01.03.11 από την αρμόδια δικαστική αρχή της Βουλγαρίας που καθορίζεται το Στρατιωτικό Δικαστήριο Σόφιας με Πρόεδρο τον συνταγματάρχη Tsanko Grozen και μέλη τον λοχαγό Petar Dimitrov Traykov και τον λοχία Chavdar Minchev Gaytaanov. Παρέχονται ακόμη στοιχεία επικοινωνίας του Στρατιωτικού Δικαστηρίου, όπως διεύθυνση, αριθμός τηλεφώνου και τηλεομοιοτύπου και ηλεκτρονική διεύθυνση καθώς και το όνομα της κεντρικής αρχής στη Βουλγαρία και το όνομα του προσώπου επικοινωνίας που είναι ο συνταγματάρχης Georgi Petrov. Υπάρχει ακόμη η επίσημη σφραγίδα του Στρατιωτικού Δικαστηρίου Σόφιας μαζί με την υπογραφή του προέδρου αυτού πάνω από το χώρο όπου σημειώνεται η ημερομηνία έκδοσης του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης. Επιπλέον, γίνεται μνεία της ποινικής απόφασης υπ' αριθμό 379/2010 καθώς και χαρακτηρίζει νομικά την κατ' ισχυρισμό αξιόποινη πράξη ως το κατ' ισχυρισμό διαπραχθέν αδίκημα της απάτης δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 210 παρ.1, εδάφια 1, 2 και 5 του Βουλγάρικου Ποινικού Κώδικα αλλά και της παρ.1 του προσωρινού άρθρου 209 του Βουλγάρικου Ποινικού Κώδικα. Το εν λόγω αδίκημα με βάση τον Βουλγάρικο Ποινικό Κώδικα επισύρει ποινή φυλάκισης από 1 μέχρι 8 έτη. Στη σελίδα 3 του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης παρέχεται εκτενής περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης του κατ' ισχυρισμό αδικήματος στις οποίες και παραπέμπω, μέσα από τις οποίες καθορίζεται ως χρόνος διάπραξης από τα μέσα Απριλίου 2008 μέχρι τις 15.09.08 και τόπος διάπραξης οι πόλεις Yambol και Σόφια της Βουλγαρίας. Με αυτά τα δεδομένα το Δικαστήριο κρίνει ότι υπάρχουν όλα τα αναγκαία προαπαιτούμενα του άρθρου 4 του νόμου. Σε σχέση με την εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης σχετικό είναι το Μέρος Τρίτο του Ν.113(Ι)/2004 και ειδικότερα τα άρθρα 12, 13 και 14 αυτού. Το άρθρο 12 του νόμου αφορά τις προϋποθέσεις υποχρεωτικής παράδοσης ενός εκζητούμενου. Στην προκειμένη περίπτωση το κατ' ισχυρισμό αδίκημα προσδιορίζεται νομικά ως αυτό της απάτης που με βάση τον Βουλγάρικο Ποινικό Κώδικα τιμωρείται με ανώτατο όριο ποινή φυλάκισης μέχρι 8 έτη. Στην Κύπρο το αδίκημα της απάτης διέπεται από το άρθρο 300 του Κυπριακού Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά ων συναφών τροποποιήσεων, διάπραξη του οποίου επισύρει ποινή φυλάκισης 5 ετών. Βέβαια επειδή το κατ' ισχυρισμό αδίκημα που περιέχεται στο παρόν Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης είναι η απάτη και είναι μία από τις αξιόποινες πράξεις που περιέχονται στον κατάλογο του νόμου για την οποία ο Βουλγάρικος Ποινικός Κώδικας προνοεί ποινή φυλάκισης μέχρι 8 έτη, δηλαδή πέραν των 3 χρόνων που ο νόμος απαιτεί, η εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης επιτρέπεται χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου. Με βάση τα πιο πάνω πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 12 του νόμου. Το άρθρο 13 του νόμου παρέχει τους λόγους για τους οποίους είναι υποχρεωτική η μη εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης. Ειδικότερα, το εν λόγω άρθρο προνοεί ότι: "13. Η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης αρνείται την εκτέλεση του εντάλματος στις ακόλουθες περιπτώσεις: (α) Αν η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, καλύπτεται από αμνηστία σύμφωνα με τους Κυπριακούς ποινικούς νόμους, εφόσον η Κυπριακή Δημοκρατία είχε την αρμοδιότητα για τη δίωξη αυτής της αξιόποινης πράξης, (β) αν από τις πληροφορίες που διαθέτει η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος προκύπτει ότι ο εκζητούμενος έχει δικασθεί τελεσιδίκως για τις ίδιες πράξεις από κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον, σε περίπτωση καταδίκης, η ποινή έχει εκτιθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους έκδοσης που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, (γ) αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, είναι ανεύθυνο ποινικά λόγω της ηλικίας του για την αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ένταλμα, σύμφωνα με τους Κυπριακούς Ποινικούς νόμους, (δ) αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί προς το σκοπό της δίωξης ή τιμωρίας προσώπου λόγω του φύλου, της φυλής, της θρησκείας, της εθνοτικής καταγωγής, της ιθαγένειας, της γλώσσας, των πολιτικών φρονημάτων, ή του γενετήσιου προσανατολισμού του, (ε) αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης προς το σκοπό της εκτέλεσης ποινής ή μέτρου ασφαλείας, στερητικών της ελευθερίας, είναι ημεδαπός και η Κυπριακή Δημοκρατία αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει την ποινή ή το μέτρο ασφαλείας σύμφωνα με τους ποινικούς της νόμους, (στ) αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης προς το σκοπό της δίωξης, είναι ημεδαπός, εκτός εάν διασφαλιστεί ότι, μετά από ακρόασή του, θα διαμεταχθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία, ώστε να εκτίσει σ' αυτή την στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που θα απαγγελθεί εναντίον του στο κράτος έκδοσης του εντάλματος." Έχοντας μελετήσει το περιεχόμενο του παρόντος Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης στη βάση των γεγονότων και δεδομένων που το περιβάλλουν, κρίνω ότι ουδείς λόγος υποχρεωτικής μη εκτέλεσης του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης υφίσταται. Εξάλλου η εκζητούμενη ουδέποτε επικαλέστηκε ότι εφαρμόζεται οποιοδήποτε μέρος ή διάταξη του άρθρου αυτού. Το άρθρο 14 του νόμου σημειώνει τους λόγους για τους οποίους είναι προαιρετική η μη εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης. Συγκεκριμένα, το εδάφιο
(1)του άρθρου αυτού προβλέπει τα εξής: "14.—
(1)Η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης δύναται να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος στις ακόλουθες περιπτώσεις: (α) Αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, διώκεται στην Κυπριακή Δημοκρατία για την ίδια αξιόποινη πράξη με εκείνη που αναφέρεται στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, (β) αν οι Κυπριακές αρχές αποφάσισαν είτε να μην ασκήσουν ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, είτε να παύσουν τη δίωξη, (γ) αν έχει επέλθει παραγραφή της ποινικής δίωξης ή της ποινής σύμφωνα με τους νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας και η αξιόποινη πράξη υπάγεται στην αρμοδιότητα των Κυπριακών δικαστικών αρχών σύμφωνα με τους Κυπριακούς Ποινικούς νόμους, (δ) αν ο εκζητούμενος έχει δικασθεί αμετακλήτως για την αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε να κωλύεται η μεταγενέστερη άσκηση δίωξης, (ε) αν από τις πληροφορίες που διαθέτει η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος προκύπτει ότι ο εκζητούμενος έχει δικασθεί αμετακλήτως για τις ίδιες πράξεις σε τρίτη χώρα, εφόσον, σε περίπτωση καταδίκης, η ποινή έχει εκτιθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί σύμφωνα με το δίκαιο της χώρας που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, (στ) αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί για αξιόποινη πράξη, η οποία: (
  1. i)θεωρείται κατά τον Κυπριακό ποινικό νόμο ότι τελέστηκε εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας ή σε εξομοιούμενο προς αυτό τόπο ή (
  2. ii)τελέστηκε εκτός του εδάφους του Κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και κατά τους Κυπριακούς ποινικούς νόμους δεν επιτρέπεται η δίωξη για την ίδια αξιόποινη πράξη που διαπράττεται εκτός του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας, (ζ) αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί προς το σκοπό της εκτέλεσης ποινής ή μέτρου ασφαλείας, στερητικών της ελευθερίας, εφόσον ο εκζητούμενος κατοικεί ή διαμένει στην Κύπρο και η Κυπριακή Δημοκρατία αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει την ποινή ή το μέτρο ασφαλείας σύμφωνα με τους ποινικούς της νόμους." Έχοντας μελετήσει το περιεχόμενο του παρόντος Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης στη βάση των γεγονότων και δεδομένων που το περιβάλλουν, κρίνω ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος προαιρετικής μη εκτέλεσης του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης. Εξάλλου η εκζητούμενη ουδέποτε επικαλέστηκε ότι εφαρμόζεται οποιοδήποτε μέρος ή διάταξη του άρθρου αυτού. Το σημείο (δ) του εδαφίου
(2)του άρθρου 14 του νόμου, για το οποίο έγινε επίκληση της ισχύος του, δεν εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση καθότι η προσωπική επίδοση απόφασης στην οποία γίνεται αναφορά αφορά την περίπτωση που εκδίδεται καταδικαστική απόφαση. Στη δική μας υπόθεση η απόφαση που τελικά εκδόθηκε είναι επανεκδίκαση της ποινικής υπόθεσης με βάση την οποία αρχικά είχε εκδοθεί απόφαση από το Στρατιωτικό Δικαστήριο Σόφιας. Ως εκ τούτου, δεν υπάρχει διαφοροποίηση των δεδομένων της περίπτωσης μας. Σχετικές με την εξέταση λόγων υποχρεωτικής και προαιρετικής μη εκτέλεσης Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης είναι και οι υποθέσεις Αναφορικά με την εκζητούμενη Alexandra Iancu
(2011)1Γ Α.Α.Δ. 2024 και Κυριάκου v. Γενικός Εισαγγελέας, Πολιτική Έφεση Αρ. 196/2013, ημερομηνίας 19.07.
  1. Θα ασχοληθώ ευθύς με τους πέντε λόγους που ο συνήγορος της εκζητούμενης επικαλέστηκε στην τελική αγόρευση του προκειμένου να στηρίξει το αίτημα του για απόρριψη του αιτήματος εκτέλεσης του Ευρωπαϊκού Εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε εναντίον της πελάτιδας του. Ο πρώτος λόγος είναι ο ισχυρισμός ότι το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης δεν υφίσταται σήμερα ενόψει των διαδικασιών που ακολουθήθηκαν από το κράτος που αιτείται την εκτέλεση του. Το Δικαστήριο δεν συμφωνεί με τη θέση αυτή. Το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης εκδόθηκε για κατ' ισχυρισμό αδίκημα της απάτης και ως τέτοιο συνεχίζει να υφίσταται. Οι ποινικές διαδικασίες που ακολούθησαν με αποκορύφωμα την επανεκδίκαση της υπόθεσης δεν διαφοροποιεί την ουσία της βάσης επί της οποίας εκδόθηκε και κατ' επέκταση εδράζεται το παρόν Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης. Το ότι η ποινική υπόθεση που θα επανεκδικαστεί έχει διαφορετικό αριθμό από αυτή που εκδικάστηκε από το Στρατιωτικό Δικαστήριο Σόφιας ουδεμία σημασία έχει αφού εξακολουθεί να πηγάζει από την αρχική με την οποία είναι άρρηκτα συνυφασμένη. Κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως ανυπόστατος. Ως δεύτερος λόγος προβάλλεται η θέση ότι τα γεγονότα που ακολούθησαν την έκδοση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης είναι τέτοια που το καθιστούν ανενεργό και ότι αυτά τα γεγονότα αντιμάχονται των αναφορών στο ίδιο το ένταλμα που επιδιώκεται η εκτέλεση του. Το Δικαστήριο δεν συμμερίζεται τη θέση αυτή. Τόσο στην ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 379/2010 όσο και στην ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 44/2013 η φύση και το είδος της κατηγορίας που η εκζητούμενη αντιμετωπίζει είναι η ίδια και συγκεκριμένα αυτή της απάτης, κατ' ισχυρισμό αδίκημα το οποίο παραμένει εκκρεμές για εκδίκαση. Το ότι μέσα από την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης υπ' αριθμό 379/2010 η εκζητούμενη αθωώθηκε σε συγκεκριμένη περίοδο αλλά με την επανεκδίκαση να παραμένει ιδίας φύσεως αδίκημα για την υπόλοιπη χρονική περίοδο δεν επηρεάζει την ισχύ ή την ενέργεια του παρόντος Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης. Η ουσία παραμένει ότι θα επανεκδικαστεί η ίδια υπόθεση για την οποία εκδόθηκε το παρόν Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης και η οποία περιλαμβάνει το ίδιο αδίκημα που περιέχεται στο εν λόγω ένταλμα με την χρονική περίοδο που το αφορά να εξακολουθεί να καλύπτεται από το περιεχόμενο του εντάλματος αυτού. Ως εκ τούτου, ούτε ο δεύτερος λόγος ευσταθεί και έτσι απορρίπτεται. Με τον τρίτο λόγο προβάλλεται η τοποθέτηση ότι το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης χαρακτηρίζεται από αοριστία καθότι η εκζητούμενη αντιμετωπίζει κατηγορίες στις οποίες αθωώθηκε μέσα από γεγονότα που ακολούθησαν και δεν παρέχεται διευκρίνιση αν επιδίωξη του κράτους είναι να δικάσει την εκζητούμενη και στις κατηγορίες που αθωώθηκε. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι ουδεμία αοριστία προκαλείται στο παρόν Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης. Είναι προφανές ότι η επανεκδίκαση αφορά μόνο την κατηγορία απάτης περιοριζόμενη για τη χρονική περίοδο από 25.04.08 μέχρι 15.09.
  2. Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο. Σίγουρα η επανεκδίκαση δεν αφορά τη χρονική περίοδο στην οποία η εκζητούμενη είχε αθωωθεί από το Στρατιωτικό Δικαστήριο Σόφιας. Η ανησυχία του συνηγόρου της εκζητούμενης δεν είναι δυνατή και εκφεύγει των ορίων λογικής. Ούτε βέβαια τεκμηριώνονται καθ' οιονδήποτε τρόπο. Οι αρχές της δικαιοσύνης που εδράζονται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη που υπάρχει ανάμεσα στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης διασφαλίζει τον εκμηδενισμό τέτοιας πιθανότητας. Επομένως, ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως ανυπόστατος. Με τον τέταρτο λόγο παρουσιάζεται η θέση ότι τυχόν εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης θα ισοδυναμεί με παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων της εκζητούμενης, τα οποία προστατεύονται μέσα από το Ν.113(Ι)/2004αλλά και από το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Το Δικαστήριο δεν έχει διαπιστώσει παραβίαση οποιουδήποτε ανθρώπινου δικαιώματος της εκζητούμενης. Ειδικότερα, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η εκζητούμενη είχε επίσημα κλητευθεί ως κατηγορούμενη στην ποινική υπόθεση, γνωρίζοντας έτσι το κατηγορητήριο που είχε να αντιμετωπίσει, μέρος του οποίου θα επανεκδικαστεί. Παράλληλα, η ίδια είχε φροντίσει να εκπροσωπείται από δικηγόρο και στις δύο διαδικασίες εφέσεων με αποτέλεσμα να είναι γνώστης της κατάληξης για επανεκδίκασης. Παράλληλα, αποτελεί διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι η εκζητούμενη ενημερώθηκε για τις ημερομηνίες ακρόασης της επανεκδίκασης της υπόθεσης από τον δικηγόρο της, για την οποία στο παρελθόν είχε κλητευθεί ως κατηγορούμενη και παρέλειψε να εμφανιστεί. Είναι ακόμη γεγονός ότι εάν και εφόσον αποφασιστεί η έκδοση της εκζητούμενης στη Βουλγαρία δια της εκτελέσεως του παρόντος Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, η εκζητούμενη θα τύχει πλήρους απόλαυσης δικαιωμάτων προετοιμασίας και παρουσίασης της υπόθεσης που θα επανεκδιαστεί ενώπιον του Στρατιωτικού Δικαστηρίου Σόφιας με τη βοήθεια του δικηγόρου της που είχε χρησιμοποιήσει από την αρχή της ποινικής διαδικασίας αλλά και με βάση την αμοιβαία εμπιστοσύνη που υπάρχει ανάμεσα στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μεταξύ των οποίων και της Βουλγαρίας, πάντοτε δεδομένου του κοινού νομικού πολιτισμού των κρατών μελών αλλά και της τήρησης των ελαχίστων ευρωπαϊκών επιπέδων που ισχύουν σε όλα τα κράτη μέλη στα ζητήματα απονομής της δικαιοσύνης. Σε σχέση με τη μεταβολή των προσωπικών συνθηκών της εκζητούμενης που παρατηρείται από την άφιξη της στην Κυπριακή Δημοκρατία το 2009 και του ανήλικου παιδιού της από το 2012, το οποίο και φοιτά σε δημοτικό σχολείο της Πάφου, αφ' εαυτή δεν είναι αρκετή να δικαιολογήσει ισχυρισμό για άδικη και καταπιεστική μεταχείριση. Στο Ν.113(Ι)/2004δεν υπάρχει ρητή πρόνοια για αλλαγή προσωπικών περιστάσεων. Στην υπόθεση Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας v. Miroslaw Mrukwa, Πολιτική Έφεση Αρ. 41/14, ημερομηνίας 05.03.14, λέχθηκε πως το Δικαστήριο έχει την ευθύνη να σταθμίσει τα δικαιώματα εκζητούμενου όπως διασφαλίζονται από το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων Ανθρώπων (ΕΣΔΑ), σε συνάρτηση με το δημόσιο συμφέρον που επιβάλλει ότι κάθε παραβάτης πρέπει να οδηγείται ενώπιον της δικαιοσύνης. Επίσης στην ίδια υπόθεση τονίστηκε ότι τα Δικαστήρια της χώρας έκδοσης οφείλουν να επιδεικνύουν σεβασμό στις υποχρεώσεις της χώρας τους έναντι της αιτήτριας χώρας και να συνεκτιμούν και την ανάγκη αποτροπής άλλων επίδοξων φυγόδικων από το να βρουν καταφύγιο στην χώρα τους. Αξίζει να σημειωθεί ότι στην εν λόγω υπόθεση δεν διαδραμάτισαν οποιοδήποτε ρόλο οι προσωπικές συνθήκες του εκζητούμενου μέσα από τις οποίες ήταν νυμφευμένος και πατέρας μία θυγατέρας, η οποία γεννήθηκε στην Κύπρο στις 19.03.06 και η οποία φοιτούσε σε δημοτικό σχολείο και την οικογένεια να διαμένει σε ιδιόκτητη κατοικία που αγόρασε το Δεκέμβριο του 2009 με δάνειο. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Κυριάκου v. Γενικός Εισαγγελέας, Πολιτική Έφεση Αρ. 196/2013, ημερομηνίας 19.07.13 το βάρος απόδειξης προσωπικών συνθηκών και περιστάσεων τέτοιων που είτε από μόνα τους είτε μαζί με άλλους παράγοντες μπορεί να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για άδικη και καταπιεστική έκδοση εντάλματος το φέρει ο εκζητούμενος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπου οι προσωπικές περιστάσεις της εκζητούμενης είναι σαφώς μικρότερης εμβέλειας από ότι στην προαναφερόμενη υπόθεση, σταθμίζοντας από την μια τα δικαιώματα της εκζητούμενης σε σχέση με την μεταβολή των προσωπικών συνθηκών της και από την άλλη το δημόσιο συμφέρον να οδηγηθεί ενώπιον της βουλγάρικης δικαιοσύνης σε συνδυασμό με το σεβασμό που η Κυπριακή Δημοκρατία οφείλει να επιδεικνύει στις Βουλγάρικες Αρχές και με το σκεπτικό της αποτροπής άλλων παρόμοιων καταστάσεων, το Δικαστήριο κρίνει ότι η πλάστιγγα κλίνει προς την κατεύθυνση της έκδοσης. Την ίδια στιγμή η εκζητούμενη απέτυχε να τεκμηριώσει τη θέση της αυτή στη βάση στοιχείων. Κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος. Με τον πέμπτο λόγο τίθεται ο ισχυρισμός να αξιολογηθεί η στάση των Βουλγαρικών Αρχών σε σχέση με την άρνηση τους να αποκαλύψουν στο Δικαστήριο της Κύπρου στοιχεία που έχουν καταλυτική σημασία για την απόφαση του. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι παρόλο που όντως οι Βουλγάρικες Αρχές δεν απέστειλαν τα κείμενα των αποφάσεων που ζητήθηκαν, εντούτοις τα στοιχεία, πληροφορίες και διευκρινίσεις που δόθηκαν ήταν τέτοια που ουσιαστικά κάλυψαν την ανάγκη αποστολής τους. Εν πάσει περιπτώσει, το Δικαστήριο συμφωνεί με τη θέση του εκπροσώπου του Γενικού Εισαγγελέα ότι με την κατάθεση τους από την εκζητούμενη η θέση αυτή κατέστη άνευ αντικειμένου με αποτέλεσμα ο λόγος αυτός να απορρίπτεται ως αβάσιμος. Έχοντας υπόψη την κατάληξη μου ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος είτε υποχρεωτικής είτε προαιρετικής μη εκτέλεσης του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης ως επίσης ότι οι εισηγήσεις του ευαπιδεύτου συνηγόρου της εκζητούμενης δεν έχουν γίνει αποδεκτές, κρίνω ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για εκτέλεση του παρόντος Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και παράδοση της εκζητούμενης στις Βουλγαρικές Αρχές. Ως εκ των ανωτέρω διατάσσω την εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και την παράδοση της εκζητούμενης στις Βουλγαρικές Αρχές. Η εκζητούμενη τίθεται υπό κράτηση. Δίδονται οδηγίες στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου όπως κοινοποιήσει αμελλητί στη δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος την παρούσα απόφαση. Έξοδα €40 της μεταφράστριας να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: General/European Warrant Arrest Αναφορά: Γενικά/Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.