← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Παναγιώτα Ξενοφώντος, Αρ. Υπόθεσης: 4872/11, 26/6/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Παναγιώτα Ξενοφώντος, Αρ. Υπόθεσης: 4872/11, 26/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B119 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4872/11 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Kατηγορούσας Αρχής v Παναγιώτα Ξενοφώντος Κατηγορουμένης ----------------------- Ημερομηνία: 26/06/

  1. Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ειρ. Σάββα Για την κατηγορούμενη: κ. Αλ. Αλεξάνδρου. Κατηγορούμενη: παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει με βάση το κατηγορητήριο τις ακόλουθες κατηγορίες:
  2. Πλαστοπροσωπία, κατά παράβαση των άρθρων 360 και 35 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  3. Οδήγηση Μηχ. Οχήματος χωρίς ισχύουσα άδεια οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 2, 8(Ι), 49

(1)(α), 54 και 59 του Περί Άδειας Οδήγησης Νόμου 94
(1)/2001 όπως τροποποιήθηκε. 3. Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος άνευ ασφάλειας έναντι κινδύνου τρίτου μέρους, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3
(1)(α)
(3)
(4)
(5)
(6)
(7)
(8)και 40 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων Νόμου (Ασφάλισης Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμος 96
(1)/
  1. Οδήγηση Μηχ. Οχήματος χωρίς άδεια κυκλοφορίας, κατά παράβαση των κανονισμών 2, 17 και 72 των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών Κ.Δ.Π. 66/
  2. Παράλειψη οδηγού να δώσει τα αληθή στοιχεία της ταυτότητας και της διεύθυνσης σε Αστυνομικό με στολή κατά παράβαση των Καν. 2, 58
(1)(κα) και 72 των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών Κ.Δ.Π. 66/
  1. Οδήγηση Μηχανοκίνητου Οχήματος χωρίς πινακίδες αρ. εγγραφής κατά παράβαση των Καν. 2, 6, 16
(1)και 72 και του Δεύτερου Παραρτήματος των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών Κ.Δ.Π. 66/
  1. Η κατηγορούμενη αρνήθηκε όλες τις πιο πάνω κατηγορίες και η κατηγορούσα αρχή για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της κάλεσε τρεις μάρτυρες κατηγορίας, τον Ε/Αστ. 7072 Σταύρο Χριστοδούλου (Μ.Κ.1), την κα Αγγελική Σιαμπή (Μ.Κ.2) και τον Αστ. 2456 Μάριο Κωνσταντινίδη (Μ.Κ.3). Η κατηγορούμενη μετά που κρίθηκε ένοχη εκ πρώτης όψεως με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Δεν κάλεσε οποιουσδήποτε μάρτυρες υπεράσπισης. Ο Μ.Κ.1 ανέφερε στο Δικαστήριο ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε στην Τροχαία Πάφου και κατά τις 03/03/2009 και περί ώρα 20:19 σταμάτησε για έλεγχο το όχημα με αρ. εγγραφής ΚQX 472 μάρκας MERCEDES CONVERTIBLE χρώματος μπλε το οποίο δεν έφερε πινακίδες εγγραφής στο μπροστινό μέρος και οδηγείτο από μια κοπέλα νεαρής ηλικίας. Ζήτησε από την εν λόγω οδηγό να του δώσει την άδεια οδηγού της, την οποία δεν είχε μαζί της και ακολούθως την ταυτότητα της, την οποία επίσης δεν είχε μαζί της. Όταν της ανέφερε ότι θα καταγγελθεί επί το ότι δεν είχε πινακίδες εγγραφής στο μπροστινό μέρος του οχήματος της, του ανέφερε ότι ονομάζεται Αγγελική Σιαμπή με Δ/Τ:
  2. Tότε της εξέδωσε εξώδικο πρόστιμο με αρ. Η4550001028 για το ποσό των 85,43 ευρώ, το οποίο δεν πληρώθηκε εντός ενός μηνός. Στη συνέχεια, είπε ότι στις 06/04/2009 και περί ώρα 13:50 επισκέφθηκε την Τροχαία Πάφου η Αγγελική Σιαμπή Δ/Τ: 820219 η οποία σε γραπτή κατάθεση που έδωσε στον Αστ. 2456 ανέφερε ότι μετά από πληροφορίες που είχε από άγνωστο πρόσωπο φαίνεται ότι η Παναγιώτα Ξενοφώντος Δ/Τ: 828140 δίνει τον αριθμό της ταυτότητας της αντί το δικό της όταν καταγγέλλεται από την Αστυνομία για διάφορα τροχαία παραπτώματα. Περαιτέρω, ο μάρτυρας αυτός είπε ότι την πιο πάνω παραπονούμενη την είδε προσωπικά εκείνη την ημέρα λόγω του ότι εργαζόταν και αμέσως αντιλήφθηκε ότι δεν ήταν η ίδια κοπέλα στην οποία είχε εκδώσει το εξώδικο ενώ από τη περιγραφή της κοπέλας που έδωσε ότι χρησιμοποιεί την ταυτότητας της κατάλαβε ότι ήταν αυτή που της είχε εκδώσει το εξώδικο. Μπορεί επίσης, είπε, να αναγνωρίσει εύκολα την κοπέλα που κατάγγειλε αφού την βλέπει συχνά να κυκλοφορεί σε διάφορους δρόμους της Πάφου και περαιτέρω, στις 23/06/2009 όταν προσήλθε στην Τροχαία Πάφου για κατάθεση την αναγνώρισε. Η Μ.Κ.2 ήταν η παραπονούμενη και κατέθεσε στο Δικαστήριο, υιοθετώντας την κατάθεση της ημερομηνίας 06/04/2009 (τεκμήριο 2), ότι πριν μια εβδομάδα κάποιο άγνωστο της πρόσωπο την κάλεσε στο κινητό της τηλέφωνο από άγνωστο αριθμό και της είπε ότι σύντομα θα πληρώσει πολλά προστίματα στο Δικαστήριο γιατί η Γιώτα δίνει την ταυτότητα την δική της όταν την σταματά η Αστυνομία. Μετά από το πιο πάνω, ανησύχησε και μετέβηκε στην Τροχαία Πάφου για να εξακριβώσει αν ίσχυαν όλα αυτά. Πράγματι, διαπίστωσε ότι υπήρχαν δύο καταγγελίες στο όνομα της, τις οποίες η ίδια δεν έκανε και μάλιστα με το όχημα με αρ. εγγραφής ΚQX 472 το οποίο ουδέποτε οδήγησε και το οποίο γνωρίζει ότι είναι ιδιοκτησία της κατηγορούμενης. Τέλος, είπε ότι υποψιάζεται ότι είναι αυτή το πρόσωπο, που άγνωστο πως βρήκε τον αριθμό της ταυτότητας της και την δίνει όταν την σταματά η Αστυνομία. Ο Μ.Κ.3 κατέθεσε ως ο εξεταστής της υπόθεσης και ανέφερε τις ενέργειες που έκανε για σκοπούς διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης. Αναφέρθηκε στην γραπτή κατάθεση - παράπονο που έλαβε από την παραπονούμενη στις 06/04/209 και ότι μετά από αυτό διενέργησε εξετάσεις και διαπίστωσε ότι σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις, κατά το πρόσφατο παρελθόν, η κατηγορούμενη όταν ανακόπηκε για να καταγγελθεί για τροχαία παραπτώματα που διέπραξε, όντως αντί των δικών της στοιχείων ταυτότητας, έδωσε αριθμό ταυτότητας και το όνομα της Σιαμπή. Πέραν των πιο πάνω, ανέφερε ότι έλαβε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη στις 23/06/2009 την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 4 και ότι την ίδια μέρα την κατηγόρησε ότι στις 03/03/2009 οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής ΚQX 472 με ληγμένη μαθητική άδεια οδηγού (από 11/07/2008), χωρίς να καλύπτεται από πιστοποιητικό ασφάλειας, χωρίς άδεια κυκλοφορίας (από 31/12/2007) και ότι έδωσε ψευδή στοιχεία στην Αστυνομία ενώ υπόκειτο σε έλεγχο. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Έχω παρακολουθήσει με πολλή προσοχή τον Μ.Κ.1 κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα και έχω λάβει υπόψη μου τον τρόπο που απαντούσε τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν και το περιεχόμενο των απαντήσεων του. Εκείνο το οποίο διαπιστώνω είναι ότι ο μάρτυρας αυτός δεν ήταν σε θέση να δώσει μια σαφή εικόνα στο Δικαστήριο σε σχέση με τη σειρά που έλαβαν χώρα τα περιστατικά που περιέγραψε καθώς επίσης παρέλειψε να παρουσιάσει και περεταίρω στοιχεία που να ενισχύουν την εκδοχή του. Επιπρόσθετα, θα πρέπει να λεχθεί ότι οι αναφορές του σε σχέση με την αναγνώριση της κατηγορουμένης ως του προσώπου που κατάγγειλε στις 03/03/2009 όπως ανέφερε, παρουσιάζουν σοβαρές αδυναμίες και εγείρουν σοβαρά ερωτηματικά αν ληφθεί υπόψη και το στάδιο που αυτή έγινε και πιο συγκεκριμένα την ίδια μέρα της καταγγελίας της παραπονουμένης χωρίς να δει οποιαδήποτε στοιχεία ή φωτογραφία ή οτιδήποτε. Να σημειωθεί ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε άλλο υπόβαθρο αναφορικά με τη σχέση που ο μάρτυρας αυτός ενδεχομένως να είχε με την κατηγορούμενη, αν δηλαδή την γνώριζε από πριν και πώς. Επίσης, δεν δόθηκαν πειστικές εξηγήσεις από το μάρτυρα, γιατί αμέσως μετά την ενημέρωση που έτυχε, όπως είπε από τον συνάδελφο του, ο ίδιος κατάλαβε ότι επρόκειτο περί της κατηγορούμενης. Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι σε πολλά σημεία της μαρτυρίας του φάνηκε ότι ο μάρτυρας αυτός ότι δεν θυμόταν τα γεγονότα που έλαβαν χώρα και με ποια σειρά και όταν έπεφτε σε αντιφάσεις ή ανακρίβειες, αντί ευθαρσώς να αναφέρει στο Δικαστήριο ότι δεν θυμόταν προσπαθούσε να δικαιολογηθεί πέφτοντας σε άλλες περαιτέρω αντιφάσεις ή να μην απαντά ουσιαστικά αυτό που ερωτάτο. Συγκεκριμένα, ο ίδιος είπε ότι την κατάθεση του τεκμήριο 1 την έκανε την ίδια μέρα που η παραπονούμενη ήρθε στο Σταθμό και έκανε την καταγγελία ενώ στην πορεία διαφάνηκε ότι αυτό ήταν αδύνατο να έλαβε χώρα τότε αφού σε αυτή υπάρχουν αναφορές για τις 23/06/2009 οπόταν ήρθε στο Σταθμό η κατηγορούμενη και έδωσε κατάθεση. Αντί να αντιληφθεί ότι ενδεχομένως να πρόκειται περί λάθος ημερομηνίας που είπε ότι έδωσε την κατάθεση του, επιμένει στην θέση του προσπαθώντας να δικαιολογήσει τις αναφορές του στην εν λόγω κατάθεση χωρίς φυσικά να μπορεί να πείσει. Επίσης, άξιον απορίας είναι πώς ο μάρτυρας την ίδια μέρα της καταγγελίας της παραπονούμενης με την περιγραφή που του έδωσε ο συνάδελφος του όπως λέει, την αναγνώρισε αμέσως ως το πρόσωπο που κατάγγειλε στις 03/03/2009. Κατ' αρχή ο μάρτυρας στην κατάθεση του τεκμήριο 1 αναφέρεται στην περιγραφή που η παραπονούμενη έδωσε αφήνοντας να νοηθεί ότι είναι και σε αυτόν που έδωσε την εν λόγω περιγραφή. Αντεξεταζόμενος όμως, διευκρίνισε ότι ο ίδιος δεν συνομίλησε καθόλου με αυτήν την ημέρα εκείνη και ότι είναι ο Μ.Κ.3 που του έδωσε την περιγραφή. Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να αναφερθεί ότι η εκδοχή του μάρτυρα για το πότε και πώς έλαβε χώρα η εν λόγω ενημέρωση από τον 2456 παρουσιάζει επίσης αδυναμίες και διερωτώμαι κατά πόσο οι εν λόγω αναφορές του μάρτυρα, τόσο σε αυτό αλλά και σε άλλα θέματα οφείλονταν στην μνήμη του λόγο της παρόδου αρκετού χρονικού διαστήματος ή υπήρχε κάποια σκοπιμότητα και κάτι που ήθελε να αποκρύψει σε σχέση με τον τρόπο που έλαβαν χώρα τα όσα περιέγραψε. Συνεχίζοντας, ο μάρτυρας αυτός είπε ότι ο Μ.Κ.3 του είπε ότι η παραπονούμενη του ανέφερε ότι το πρόσωπο που κατάγγειλε ότι δίνει τα στοιχεία της έχει κοντό ξανθό μαλλί και αμέσως κατάλαβε ότι επρόκειτο περί της κατηγορούμενης διότι την έβλεπε συχνά στους δρόμους και μετά την καταγγελία. Πουθενά, κατ' αρχή στη μαρτυρία της η παραπονούμενη αναφέρθηκε στην περιγραφή της κατηγορούμενης πέραν του ονόματος και των στοιχείων της και άξιον απορίας είναι πώς ο μάρτυρας αυτός ένα και πλέον μήνα από την καταγγελία θυμόταν το όνομα της, το αυτοκίνητο που οδηγούσε και αμέσως κατάλαβε περί ποιας πρόκειται και χωρίς καν να περιμένει να δει περαιτέρω στοιχεία, προβαίνει σε κατάθεση την ίδια ώρα. Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι ακόμη και για σημεία που ο μάρτυρας δεν έτυχε αντεξέτασης το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια κατά πόσο θα τα αποδεκτεί ή όχι λαμβάνοντας υπόψη ολόκληρη τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού. Παρόλο που η έκδοση του εξωδίκου με το συγκεκριμένο αριθμό που έγινε αναφορά δεν έτυχε αμφισβήτησης κατά την αντεξέταση του μάρτυρα εντούτοις αυτό δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ή τουλάχιστον αντίγραφο αυτού, κάτι το οποίο ενδεχομένως να έριχνε περισσότερο φως στην υπόθεση και θα ενίσχυε κατά κάποιο τρόπο και την εκδοχή του μάρτυρα αυτού. Να σημειωθεί περαιτέρω, ότι ερωτηματικά δημιουργεί και το γεγονός ότι παρά το ότι η κατηγορούμενη, σύμφωνα με τον μάρτυρα, δεν είχε οποιαδήποτε στοιχεία μαζί της που να επιβεβαιώνουν την ταυτότητα της, αυτός αντί να πράξει αυτό που έπρεπε να πράξει μέχρι να του παρουσιάσει τέτοια στοιχεία, εκδίδει εξώδικο σε αυτήν στην βάση ενός αριθμού ταυτότητας που κατ' αυτόν του ανέφερε. Διερωτώμαι αν είναι με αυτό τον τρόπο που η Αστυνομία προβαίνει σε εξακρίβωση των στοιχείων των πολιτών ή τουλάχιστον των οδηγών όταν αυτοί μάλιστα διαπράττουν ποινικά αδικήματα και θα καταγγελθούν; Συνολικά ειδωμένη η μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, θεωρώ ότι είναι πολύ χαμηλής ποιότητας με ασάφειες, κενά, ανακρίβειες και αντιφάσεις σε βαθμό που καθίσταται ανασφαλές για το Δικαστήριο να βασιστεί σε αυτήν και να εξάξει οποιαδήποτε συμπεράσματα. Επομένως, κρίνω ότι δεν μπορώ να την αποδεκτώ και απορρίπτεται στην ολότητα της. Η Μ.Κ.2 μου έχει δημιουργήσει πολύ αρνητική εικόνα από το εδώλιο του μάρτυρα. Εκείνο το οποίο έχω αντιληφθεί είναι ότι η μάρτυρας και η κατηγορούμενη θα πρέπει να έχουν διαφορές ή τουλάχιστον κατά τον ουσιώδη χρόνο, χωρίς όμως να τις έχει αποκαλύψει στο Δικαστήριο παρά τις ερωτήσεις που δέχθηκε. Αρχικά η μάρτυρας προσπάθησε να παρουσιάσει την κατηγορούμενη ως μια απλή γνωστή της την οποία έτυχε να γνωρίζει από το σχολείο χωρίς να είχαν κατά τον ουσιώδη χρόνο ιδιαίτερες σχέσεις. Παρά ταύτα όμως, προέκυψε ότι το διάστημα εκείνο είχε προβεί εναντίον της στο ΤΑΕ σε διάφορες καταγγελίες εναντίον της για το ότι την ενοχλούσε, ερχόταν απέναντι της με το αυτοκίνητο και την έβριζε και της έκανε διάφορες χειρονομίες. Παραδέχθηκε ότι η Αστυνομία δεν έκανε καμία υπόθεση στην κατηγορούμενη και ο λόγος είπε είναι διότι η ίδια δεν ήθελε και απλώς ήθελε να της κάνουν παρατήρηση. Παρόλα αυτά, φαίνεται ότι είναι πολλές οι φορές που προέβηκε σε καταγγελίες και τουλάχιστον σύμφωνα με την ίδια 4 -5 φορές. Διερωτώμαι κατά πόσο για όλες τις φορές πήγαινε στην Αστυνομία με σκοπό να κάνουν παρατήρηση στην κατηγορούμενη; Απαντώντας σε σχετική ερώτηση κατά την αντεξέταση της αναφέρθηκε στην κατηγορούμενη και ότι δεν αξίζει τον κόπο να ασχολείται κανείς μαζί της και να πέφτει στο επίπεδο της. Επίσης, πιο κάτω παραδέχθηκε ότι μισή την κατηγορούμενη. Προφανώς, υπήρχαν μεγάλες διαφορές μεταξύ παραπονούμενης και κατηγορούμενης, άγνωστες για το Δικαστήριο και εν όψει και των πιο πάνω απαντήσεων της παραπονούμενης δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο τα όσα η μάρτυρας ανέφερε να διαπνέονται και από αλλότρια κίνητρα. Να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.1 έχει απορριφθεί για τους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω και ως εκ τούτου δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου άλλη αξιόπιστη μαρτυρία που να συνάδει με την καταγγελία της παραπονούμενης. Πέραν τούτου, φαίνεται ότι η παραπονούμενη μεταβαίνει στην Αστυνομία αφού πληροφορήθηκε το γεγονός ότι η κατηγορούμενη δίνει τα στοιχεία της όταν την σταματά η Αστυνομία. Παρά ταύτα, η θέση της περί τούτου είναι γενική και δεν αποκαλύπτει ποιος της έδωσε αυτή την πληροφορία. Αναφέρεται σε ένα άγνωστο άτομο το οποίο την πήρε από άγνωστο αριθμό. Δεν έχει προκύψει οποιοδήποτε στοιχείο σε σχέση με το άτομο αυτό που την ενημέρωσε και ούτε εν πάσει περιπτώσει έγινε προσπάθεια διευκρίνησης των στοιχείων αυτού του ατόμου και κατά πόσο μπορούσε να διακριβωθεί η ταυτότητα του ή όχι. Θεωρώ ότι το εν λόγω κενό έχει τη σημασία του και για την αξιολόγηση όλων των μαρτύρων κατηγορίας θα έλεγα. Κρίνω ότι με όσα η μάρτυρας αυτή ανέφερε στο Δικαστήριο και την κακή εντύπωση που απεκόμισα από αυτήν κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα, δεν μπορώ να αποδεκτώ τη μαρτυρία της και απορρίπτεται στην ολότητα της. Ο Μ.Κ.3 κατέθεσε ως το πρόσωπο το οποίο διερεύνησε την καταγγελία της παραπονουμένης και ως ο εξεταστής της υπόθεσης. Πέραν από τις ενέργειες που ο ίδιος έκανε στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης, που εν πάσει περιπτώσει δεν έτυχαν ούτε και αμφισβήτησης και τις αποδέχομαι, δεν έχει προκύψει οτιδήποτε άλλο που να μπορούσε να ληφθεί υπόψη. Η θέση που εξέφρασε μέσω της κατάθεσης του ότι πράγματι διαπίστωσε ότι η κατηγορούμενη στο παρελθόν και σε δύο διαφορετικές ημερομηνίες όταν ανακόπηκε για να καταγγελθεί για τροχαία παραπτώματα που διέπραξε έδωσε τα στοιχεία της παραπονουμένης, προκύπτει προφανώς από τις έρευνες που έκανε ο ίδιος και συγκεκριμένα για την παρούσα υπόθεση από τη μαρτυρία του Μ.Κ.1, η μαρτυρία του οποίου αξιολογήθηκε ανωτέρω. Ουσιαστικά ο μάρτυρας αυτός δεν είχε γνώση κατά πόσο πράγματι το πρόσωπο που ανακόπηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν η κατηγορούμενη ή όχι. Παρά το ότι ο μάρτυρας αυτός σε κάποια σημεία της μαρτυρίας του φάνηκε να θέλει να καλύψει κενά, αντιφάσεις ή ανακρίβειες της μαρτυρίας του Μ.Κ.1 και ότι προσπαθούσε να αποκρύψει γεγονότα που αφορούν και σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση, όπως για παράδειγμα κατά πόσο έδωσε ξανά μαρτυρία σε σχέση με την παρούσα υπόθεση ή άλλη σχετιζόμενη με την παρούσα, εντούτοις θεωρώ ότι αναφορικά με τις ενέργειες που ο ίδιος έπραξε και οι οποίες δεν έτυχαν αμφισβήτησης, μπορώ να τις λάβω υπόψη μου. Να σημειωθεί επίσης, ότι ο μάρτυρας αυτός παρόλο που ανέφερε ότι ο Μ.Κ.1 στις 23/06/2009 είδε και αναγνώρισε την κατηγορούμενη, εντούτοις δεν ήταν σε θέση να δώσει περισσότερα στοιχεία γι αυτό αφού δεν θυμόταν πότε και πώς αυτό έλαβε χώρα. Εκτός από το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού που αφορά τις ενέργειες που έκανε για την διερεύνηση της καταγγελίας αυτής, το οποίο μπορώ να αποδεκτώ για τους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω, κρίνω ότι δεν μπορώ να αποδεκτώ οποιοδήποτε άλλο μέρος της και δεν το αποδέχομαι. Από την αντίπερα όχθη η κατηγορούμενη προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση και ανέφερε ότι δεν οδήγησε το συγκεκριμένο αυτοκίνητο και ότι είναι αθώα. Επίσης, είπε ότι οι καταγγελίες εναντίον της από την Μ.Κ.2 είναι εκδικητικές λόγω κάποιων παρεξηγήσεων και διαφορών που είχαν στο παρελθόν. Η ανώμοτη δήλωση στην οποία προέβη η Κατηγορούμενη λαμβάνεται υπ' όψιν ως αναφέρεται και σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Δημοσθένους ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Στέλιος Σοφοκλέους ν. Ανδριανής Μ. Καλογήρου
(1997)1 Α.Α.Δ. 369). Εάν και δεν αξιολογείται, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει καμία αποδεικτική αξία. Λαμβάνεται υπ' όψιν ώστε να δώσει μία άλλη υφή στα γεγονότα εάν και εφ' όσον αυτό επιτρέπεται από την δοθείσα μαρτυρία. Από την επιλογή αυτή του Κατηγορούμενου δεν πρέπει να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (Themistocleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200). Να σημειωθεί επίσης, ότι η ανώμοτη δήλωση δεν υπέχει θέση ένορκης μαρτυρίας και δεν μπορεί να αντικρούσει άλλη μαρτυρία η οποία δόθηκε ενόρκως και κρίθηκε αξιόπιστη. Γενικά, η ανώμοτη δήλωση κατηγορουμένου έχει πειστική παρά αποδεικτική σημασία ή αξία. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο θεωρώ ότι δεν μπορώ να δώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στην ανώμοτη δήλωση της κατηγορουμένης. Δεν συνάδει με οποιαδήποτε άλλη αποδεκτή μαρτυρία, ούτε δίνει μια άλλη υφή στα γεγονότα. Ουσιαστικά τα όσα ανέφερε αποτελούν δικαιολογίες για εκ πρώτης όψεως εγκληματική συμπεριφορά και δεν δόθηκαν ενόρκως για να μπορεί να ελεχθεί η ορθότητα τους. Απορρίπτεται στην ολότητα της. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι στις 06/04/2009 η Μ.Κ.2 προέβηκε σε καταγγελία στην Αστυνομία ότι η κατηγορούμενη όταν την σταματά η Αστυνομία για τροχαίες παραβάσεις δίνει τα στοιχεία τα δικά της. Το όχημα με αρ. εγγραφής KQX 472 είναι ιδιοκτησία του πατέρα της κατηγορούμενης και κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν καλυπτόταν από άδεια κυκλοφορίας αφού ήταν ληγμένη από τις 31/12/
  1. Επίσης, διαπιστώθηκε από το σύστημα της Αστυνομίας ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η άδεια της κατηγορουμένης ήταν μαθητική και ληγμένη από 11/07/2008 και ότι δεν υπήρχε σε ισχύ πιστοποιητικό ασφάλειας. Πέραν των πιο πάνω, δεν έχει προκύψει αξιόπιστη μαρτυρία από την οποία να εξάγεται, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, το συμπέρασμα ότι κατά τις 03/03/2009 η κατηγορούμενη οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής KQX 472, ότι καταγγέλθηκε από την Αστυνομία για το ότι δεν έφερε μπροστινές πινακίδες εγγραφής και ότι αντί των δικών της στοιχείων έδωσε τα στοιχεία και τον αρ. ταυτότητας της παραπονουμένης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Το άρθρο 360 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοεί τα ακόλουθα: «
  2. Όποιος, με σκοπό καταδολίευσης οποιουδήποτε προσώπου, παριστάνει τον εαυτό του ψευδώς ότι είναι άλλο πρόσωπο, ζωντανό ή πεθαμένο, είναι ένοχος πλημμελήματος.» Από το λεκτικό της εν λόγω διάταξης συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού είναι τα εξής:
  3. Ο κατηγορούμενος να παριστάνει τον εαυτό του ότι είναι άλλο πρόσωπο ζωντανό ή πεθαμένο
  4. Το πιο πάνω να γίνεται με σκοπό καταδολίευσης οποιουδήποτε προσώπου. Σε σχέση με το πρώτο συστατικό στοιχείο θα πρέπει ο κατηγορούμενος να παρουσιάζει τον εαυτό του ως κάποιο άλλο πρόσωπο το οποίο και πλαστοπροσωπείται το οποίο να είναι εν ζωή ή και να υπήρξε στο παρελθόν. Όσον αφορά την πρόθεση ή τον σκοπό της καταδολίευσης το στοιχείο αυτό δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 ΑΑΔ 289). Η έννοια της πρόθεσης καταδολίευσης, σύμφωνα με το σύγγραμμα Archbold 35th edition σελ. 775, όπως έχει δοθεί στα πλαίσια του αγγλικού Forgery Act 1913 στην υπόθεση Welham v. D.P.P.
(1960)44 Cr. App. R. 124 και μπορεί να ισχύσει και για το υπό εξέταση αδίκημα έχει ως εξής: " 'intend to defraud' means an intend to practice a fraud on someone include an intend to deprive another person of a right, or to cause him to act in any way to his detriment or prejudice, or contrary to what would otherwise be his duty, notwithstanding that there was no intention to cause pecuniary or economic loss" Πέραν των πιο πάνω, το άρθρο 8
(1)του Περί Άδειας Οδήγησης Νόμου του 2001, Ν. 94(Ι)/2001 όπως έχει τροποποιηθεί προνοεί ότι «Απαγορεύεται η οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος σε οποιοδήποτε δρόμο ή άλλο δημόσιο χώρο, εκτός αν ο οδηγός κατέχει ισχύουσα άδεια οδήγησης.» Το άρθρο 49
(1)του ιδίου Νόμου δημιουργεί αδίκημα στην περίπτωση που πρόσωπο οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα χωρίς ισχύουσα άδεια οδήγησης. Το εν λόγω άρθρο έχει ως ακολούθως: «49.-
(1)Πρόσωπο το οποίο- (α) Οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα ή έχει τον έλεγχο τέτοιου οχήματος σε οποιοδήποτε δρόμο ή άλλο δημόσιο χώρο, χωρίς τούτο να είναι κάτοχος ισχύουσας άδειας οδήγησης ή άδειας οδήγησης μαθητευομένου ή (β).............................. (γ)............................. είναι ένοχο αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες, ή και στις δύο ποινές, της φυλάκισης και της χρηματικής.» Το δε άρθρο 54
(1)του εν λόγω Νόμου δίδει πρόσθετες εξουσίες του Δικαστηρίου για αποστέρηση του δικαιώματος του προσώπου που έχει καταδικαστεί να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδήγησης για χρονικό διάστημα που το Δικαστήριο ήθελε κάτω από τις περιστάσεις αποφασίσει. Επίσης, στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου αναφέρεται ότι «άδεια οδήγησης» σημαίνει την άδεια που εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 7 του Νόμου, το οποίο αναφέρει ότι ο Έφορος χορηγεί άδεια οδήγησης σε πρόσωπο που έχει υποβάλει αίτηση δυνάμει των διατάξεων του Νόμου και αφού ικανοποιηθεί ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που τίθενται από αυτόν. Σε σχέση με την 3η κατηγορία, τα άρθρα 3
(1)α) και 3 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλισης) Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμος του 2000 Ν. 96(Ι)/2000 προνοούν τα ακόλουθα: «3.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, απαγορεύεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο να - (α) Χρησιμοποιεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό, εκτός αν βρίσκεται σε ισχύ, σχετικά με τη χρήση του από το πρόσωπο αυτό, τέτοιο ασφαλιστήριο που αφορά ευθύνη έναντι τρίτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου αυτού .................... ....................
(3)Πρόσωπο που ενεργεί κατά παράβαση του άρθρου αυτού διαπράττει αδίκημα: Νοείται ότι, αποτελεί επαρκή υπεράσπιση σε κατηγορία που προσάπτεται δυνάμει του άρθρου αυτού, εάν αποδειχθεί στο Δικαστήριο- (α).................. (β).................. (γ) ότι ούτε γνώριζε ούτε είχε λόγο να πιστεύει ότι δεν υπήρχε σε ισχύ σε σχέση με το μηχανοκίνητο όχημα τέτοιο ασφαλιστήριο όπως προβλέπεται στο εδάφιο
(1)πιο πάνω. Το δε εδάφιο
(4)προνοούνται οι σχετικές ποινές σε περίπτωση καταδίκης. Στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου, αναφέρεται ότι «άδεια οδήγησης» σημαίνει άδεια οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος η οποία χορηγείται με βάση τις διατάξεις του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου ή οποιοδήποτε νόμο τον τροποποιεί ή τον αντικαθιστά. Σε σχέση με τα αδικήματα των κατηγοριών 4, 5 και 6 παραπέμπω στους Κανονισμούς 17, 58
(2)(ζ) και 6 και 16 αντίστοιχα των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 όπως τροποποιήθηκαν. Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω νομικές αρχές και τα ευρήματα πραγματικών γεγονότων, η κατάληξη είναι ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη, στον απαιτούμενο βαθμό. Εν όψει της απόρριψης της μαρτυρίας των Μ.Κ.2 και 3 και ειδικότερα του Μ.Κ.2, ουδεμία αξιόπιστη μαρτυρία υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου που να καταδεικνύει ότι στις 03/03/2009 η κατηγορούμενη οδήγησε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής KQX 472 και ότι παρουσιάστηκε στον Μ.Κ.2 ως η Αγγελική Σιαμπή. Ως εκ τούτου η κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.) ........... Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.