Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. FLOMPER AROUTIOUNIAN κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 469/2014, 1/7/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B123 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 469/2014 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v.
- FLOMPER AROUTIOUNIAN
- KAREN HOVSEPYAN Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 01.07.14 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Για Κατηγορουμένους 1 & 2: κος Η. Κονναρής Κατηγορούμενοι 1 & 2: παρόντες ΠΟΙΝΗ Αμφότεροι κατηγορούμενοι βρέθηκαν ένοχοι, κατόπιν δικής τους παραδοχής, σε δύο κατηγορίες κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 255, 262 και 20) του Κεφ.154 (κατηγορίες 2 και 3). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, στις 23.01.14 οι κατηγορούμενοι έκλεψαν από το κατάστημα με την ονομασία 'Profile Jewellery' που βρίσκεται εντός του εμπορικού κέντρου 'Kings Avenue Mall' στην Κάτω Πάφο ένα ρολόι χειρός μάρκας Ice Watch αξίας €179,00 περιουσία της Δόμνας Σωκράτους από την Πάφο καθώς επίσης την ίδια ημερομηνία στο κατάστημα με την ονομασία 'Public' που και αυτό βρίσκεται στο προαναφερόμενο εμπορικό κέντρο έκλεψαν μία θήκη τηλεφώνου μάρκας SBS αξίας €15,00 περιουσία του Αντώνιου Ματεμτζή από την Πάφο. Αναφορικά με την πρώτη κατηγορία η κατηγορούσα αρχή προχώρησε στη διακοπή της και ως εκ τούτου οι κατηγορούμενοι απαλλάχτηκαν σ' αυτή. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως έχουν εκτεθεί από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, είναι τα ακόλουθα: Στις 23.01.14 η Δόμνα Σωκράτους (Μ1) παρατήρησε δύο άτομα να εισέρχονται στο κατάστημα της που φέρει την επωνυμία 'Profile Jewellery' που βρίσκεται εντός του εμπορικού κέντρου 'Kings Avenue Mall' στην Κάτω Πάφο και τον κατηγορούμενο 1 να αρπάζει ένα ρολόι χειρός μάρκας Ice Watch αξίας €179,00 δικής της περιουσίας και να εξαφανίζεται. Ωστόσο στο μέρος παρέμεινε ο κατηγορούμενος
- Ευθύς η Μ1 ειδοποίησε την αστυνομία, μέλη της οποίας μετέβησαν στο χώρο. Παράλληλα, η Μ1 κάλεσε τον κατηγορούμενο 2 να επικοινωνήσει με τον κατηγορούμενο 1 και να του ζητήσει να επιστρέψει το εν λόγω ρολόι χειρός. Ο κατηγορούμενος 2 ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα της Μ1 και επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο 2, ο οποίος ήλθε αργότερα στο χώρο και επέστρεψε το πιο πάνω ρολόι χειρός αφήνοντας το έξω από την είσοδο του καταστήματος. Αμφότεροι οι κατηγορούμενοι συνελήφθηκαν από μέλη της αστυνομίας και αφού κατηγορήθηκαν γραπτώς δήλωσαν παραδοχή. Σε σωματική έρευνα που έγινε στον κατηγορούμενο 2 από αστυνομικό εντοπίστηκε μία θήκη τηλεφώνου μάρκας SBS αξίας €15,00 περιουσία του Αντώνιου Ματεμτζή από την Πάφο (Μ2). Καταλήγοντας, η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής δήλωσε πως οι κατηγορούμενοι 1 και 2 είναι λευκού ποινικού μητρώου ενώ παράλληλα ανάφερε ότι έχουν δημιουργηθεί €30,00 έξοδα αναφορικά με την υπόθεση αυτή. Λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για ετοιμασία εκθέσεων από το Γραφείο Ευημερίας. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της έκθεσης σχετικά με τον κατηγορούμενο 1, ο εν λόγω κατηγορούμενος είναι ηλικίας ... ετών από την Αρμενία ..... Με βάση το περιεχόμενο της έκθεσης του κατηγορουμένου 2, ο εν λόγω κατηγορούμενος είναι ηλικίας ... ετών από την Αρμενία ..... Χωρίς να αμφισβητήσει επί της ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθηκαν από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης αφού είπε ότι οι πελάτες του απολογούνται για την αξιόποινη συμπεριφορά τους, την απέδωσε σε μία στιγμιαία επιπόλαιη ενέργεια από μέρους τους. Ο συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του την παραδοχή των πελατών του τόσο στην αστυνομία όσο και στο Δικαστήριο καθώς και το ότι τα αντικείμενα, αν και ευτελής αξίας, επιστράφηκαν στους ιδιοκτήτες τους. Ερχόμενος στις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες των πελατών του, ο κύριος Κονναρής ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος 1 διαμένει στην Κύπρο εδώ 7-8 χρόνια, είναι αρραβωνιασμένος και πρόκειται σύντομα να τελέσει το γάμο του ενώ ο κατηγορούμενος 2 δεν διαμένει μόνιμα στην Κύπρο αλλά βρέθηκε στο νησί για διακοπές. Αναμφίβολα τα αδικήματα που οι κατηγορούμενοι 1 και 2 παραδέχτηκε ότι διέπραξαν είναι σοβαρά. Η σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων αντανακλάται, κατ' αρχήν, μέσα από την προβλεπόμενη από το νόμο ποινή. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Συγκεκριμένα, το αδίκημα της κλοπής επισύρει, με βάση το άρθρο 262 του Κεφ.154, ποινή φυλάκισης 3 ετών εκτός αν λόγω των περιστάσεων της κλοπής ή της φύσης του πράγματος που κλάπηκε προβλέπεται κάποια άλλη ποινή. Τα αδικήματα που οι κατηγορούμενοι παραδέχτηκαν ότι διέπραξαν θεωρούνται σοβαρά για τον επιπρόσθετο λόγο ότι η διάπραξη τους παρουσιάζει σήμερα ιδιαίτερα ανησυχητική έξαρση στο νησί, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. Ειδικότερα πρόσφατα στην επαρχία Πάφου η ραγδαία αύξηση της συχνότητας των κλοπών καθώς και άλλων ομοειδών αδικημάτων έλαβε πολύ ανησυχητικές διαστάσεις (Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος v. Ασυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 565). Η σοβαρότητα των αδικημάτων αυτών έγκειται επιπλέον στο γεγονός ότι πρόκειται για αδικήματα που φανερώνουν ασέβεια και καταπατούν κατάφωρα τα συνταγματικά δικαιώματα της κατοχής και απόλαυσης περιουσίας. Επίσης, είναι αδικήματα που η διάπραξη τους προκαλεί αισθήματα φόβου και ανασφάλειας στους πολίτες για επικράτηση της παρανομίας. Είναι γεγονός ότι τέτοιου είδους αδικήματα προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη (Παναγίδης v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104). Στην υπόθεση Nabokov v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 381 παρατίθενται προγενέστερες αποφάσεις που αντικατοπτρίζουν την ανησυχητικά αυξητική τάση και έκταση διαρρήξεων και κλοπών στον τόπο μας: "Στη Γ. Εισαγγελέας v. Cham & άλλων
(1993)2 Α.Α.Δ. 129, αδικήματα διάρρηξης και κλοπής κατέστησαν, ως χαρακτηρίζεται, 'μάστιγα για την κυπριακή κοινωνία.', η οποία δεν μπορεί να αφεθεί ανέλεγκτη. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Εφετείου Παναγίδη v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104 συνοψίζει την κρατούσα κατάσταση, όπως και το καθήκον της Δικαιοσύνης προς διαφύλαξη της έννομης τάξης (σελ. 105-106): Η θλιβερή διαπίστωση είναι πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στην Κύπρο παρουσιάζει αυξητική τάση. Οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται, αντίθετα, έξαρση. Τα δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφαλείας του πολίτη." Τα Δικαστήρια, μέσα από επισημάνσεις και υποδείξεις της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αντιμετωπίζουν τέτοιας φύσης αδικήματα με αυστηρότητα μέσω της επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε μια προσπάθεια αναχαίτισης τους και προστασίας της κοινωνίας (Παναγιώτου (Αντάρτης) v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 138, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέου
(1994)2 Α.Α.Δ. 194, Dirazo ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 197, Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 113, AI - Awar κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 160 και Lungu κ.α. v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 545). Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Φραντζίδης v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 77 είναι επιτακτική ανάγκη αυτού του είδους η εγκληματικότητα να ανακοπεί γιατί έχει κλονίσει σοβαρά την εμπιστοσύνη του κοινού στους θεσμούς της δημόσιας ασφάλειας. Θεώρηση της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου επισημαίνει ότι για το αδίκημα της κλοπής η συνήθης ποινή που επιβάλλεται είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Η επιβολή αποτρεπτικής ποινής και συνήθως στερητικής της ελευθερίας στο αδίκημα της κλοπής είναι ένας τρόπος πάταξης του φαινομένου (Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστάκη Αναστασίου
(2005)2 Α.Α.Δ. 125, Francis Kenneth Smith and another v. The Police
(1969)2 C.L.R. 189, Yiannakou v. The Police
(1982)2 C.L.R. 37, Nicolaou and another v. The Republic
(1982)2 C.L.R. 156. Charitou v. The Republic
(1987)2 C.L.R. 170, Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας
(1993)2 C.L.R. 158 και Nabokov v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 381). Ενδεικτικά παραπέμπω στην υπόθεση Ψύλλας v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 430 όπου επικυρώθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 6 μηνών για κλοπή ποσών Λ.Κ.£350,00 και Λ.Κ.£20,00. Ακόμη στην υπόθεση Χαραλάμπους v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 222 το Ανώτατο Δικαστήριο επέβαλε ποινή φυλάκισης 3 μηνών σε άτομο που έκλεψε από σταθμευμένο αυτοκίνητο ραδιομαγνητόφωνο αξίας Λ.Κ.£350,00 μαζί με τον άλλο συγκατηγορούμενο του, το οποίο εγκατέστησε στο αυτοκίνητο του. Όταν συνελήφθηκε ομολόγησε αμέσως την πράξη του. Παραδέχθηκε ενοχή και στην επιμέτρηση της ποινής λήφθηκε υπόψη και άλλη παρόμοια υπόθεση. Στη δε υπόθεση Lungu κ.α. v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 545 το Ανώτατο Δικαστήριο μειώνοντας την ποινή των 6 μηνών του πρωτόδικου δικαστηρίου επέβαλε ποινή φυλάκισης 4 μηνών για αδικήματα της διάρρηξης και κλοπής σε κάθε εφεσείοντα που ήταν άτομα νεαρής ηλικίας 22, 20 και 20 ετών αντιστοίχως, χωρίς προηγούμενες καταδίκες, οι οποίοι συνεργάστηκαν με την αστυνομία για τη διαλεύκανση της υπόθεσης και παραδέχθηκαν ενοχή. Η αξία της κλαπείσας περιουσίας ήταν Λ.Κ.£280, της οποίας μεγάλο μέρος βρέθηκε και θα επιστρεφόταν στον ιδιοκτήτη της. Στην επιμέτρηση της ποινής λήφθηκε υπόψη απουσία ιδιαίτερου προσχεδιασμού καθώς επίσης δύσκολες προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Εν πάσει περιπτώσει, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση παρατηρώ ότι τα γεγονότα και οι συνθήκες που περιβάλουν τη διάπραξη των αδικημάτων τα καθιστούν όντως σοβαρά. Συγκεκριμένα, το επικίνδυνο θράσος των κατηγορουμένων να εισέλθουν σε κατάστημα που βρίσκεται σε πολυσύχναστο εμπορικό κέντρο μπροστά στα μάτια της ιδιοκτήτριας και να κλέψουν ένα ρολόι χειρός αξίας €179,00 είναι σαφώς ένας επιβαρυντικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη. Η ενέργεια τους να συνεχίσουν και να επεκτείνουν την ίδια ημέρα την αξιόποινη συμπεριφορά τους στο ίδιο πολυσύχναστο εμπορικό κέντρο σ' ένα απασχολημένο από πελάτες κατάστημα πώλησης ηλεκτρονικών ειδών όπως είναι το 'Public' και από αυτό να κλέψουν μία θήκη τηλεφώνου μάρκας SBS αξίας €15,00 είναι ένας άλλος παράγοντας που επιβαρύνει τη θέση τους. Η αυξητική συχνότητα διάπραξης τέτοιων αδικημάτων είναι κάτι που το Δικαστήριο δεν μπορεί να παραγνωρίσει. Η αξία των κλαπέντων αντικειμένων που δεν θα πρέπει να υποτιμηθεί είναι ένας άλλος παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη. Περαιτέρω, η ενέργεια των κατηγορουμένων να επιλέξουν να κλέψουν αντικείμενα την ίδια ημέρα από δύο καταστήματα που βρίσκονται σε πολυσύχναστο εμπορικό κέντρο δείχνει μια από μέρους τους προσυνεννοημένη και σχεδιασμένη παράνομη επιχείρηση, η οποία ουσιαστικά τερματίστηκε όταν έγιναν αντιληπτοί από την ιδιοκτήτρια του ενός από τα δύο καταστήματα από όπου έκλεψαν και ειδοποίησε την αστυνομία. Δεν διαφεύγει ακόμη της προσοχής του Δικαστηρίου ότι το ένα από τα δύο κλαπέντα αντικείμενα και συγκεκριμένα η θήκη τηλεφώνου εντοπίστηκε μόνο κατόπιν σωματικής έρευνας που του έγινε από μέλος της αστυνομίας. Από την άλλη, προς όφελος των κατηγορουμένων 1 και 2 για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Το λευκό ποινικό μητρώο τους. (β) Την παραδοχή τους τόσο στις αστυνομικές αρχές όσο και στο Δικαστήριο. (γ) Την απολογία τους όπως αυτή εκφράστηκε στο Δικαστήριο δια του συνηγόρου τους. (δ) Το ότι ο κατηγορούμενος επέστρεψε το ένα από τα δύο κλαπέντα αντικείμενα χωρίς όμως να αγνοείται το γεγονός ότι έπραξε κάτι τέτοιο όταν αντιλήφθηκε ότι η παράνομη επιχείρηση του οδηγήθηκε σε αποτυχία. (ε) Το ότι τελικά εντοπίστηκαν και τα δύο κλαπέντα αντικείμενα και έτσι οι κατηγορούμενοι δεν προσπορίστηκαν οποιοδήποτε οικονομικό όφελος μέσα από την παράνομη δραστηριότητα τους. (στ) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις των κατηγορουμένων, όπως αυτές εκτέθηκαν μέσα από τις εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας και ειδικότερα ότι: · Ο κατηγορούμενος 1 είναι αρραβωνιασμένος και πρόκειται σύντομα να τελέσει το γάμο του. · · · Καθοδηγούμενος από τη σχετική επί του θέματος νομολογία και συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί και στους δύο κατηγορουμένους είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή πηγάζει μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής σε συνδυασμό με την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, καθιστά αναπόφευκτη την επιβολή στους κατηγορουμένους ποινή στερητικής της ελευθερίας τους. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας και συχνότητας διάπραξης των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και των περιστατικών της υπόθεσης αυτής, για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Καταληκτικά επιβάλλεται στους κατηγορουμένους οι εξής ποινές: 2η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 3 μηνών σε κάθε ένα από τους κατηγορουμένους 3η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 3 μηνών σε κάθε ένα από τους κατηγορουμένους Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στους κατηγορουμένους συντρέχουν. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα εάν οι ποινές που επιβλήθηκαν στους κατηγορουμένους θα πρέπει να οδηγήσουν στην άμεση φυλάκιση τους ή δύναται να ανασταλούν δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Κατόπιν προσεκτικής μελέτης των περιστάσεων της υπόθεσης καθώς και των προσωπικών συνθηκών του κατηγορουμένου, κρίνω ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος ή παράγοντας που να δικαιολογεί την έκδοση διαταγής για αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί. Παρόλα αυτά, όλοι οι ελαφρυντικοί παράγοντες λήφθηκαν υπόψη για τη δραστική μείωση της ποινής που του επιβλήθηκε (βλέπε άρθρο 3
(2)του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72, Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09, Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 και Λεωνίδου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 663). Έξοδα ύψους €30,00 να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence Αναφορά: Ποινικό/Κλοπή/Ποινή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο