← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Κωνσταντίνος Γκουνός κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3414/14, 25/7/2014

Δημοκρατία ν. Κωνσταντίνος Γκουνός κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3414/14, 25/7/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDPAF:2014:11 ΣΤΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Λ. Μάρκου, Α.Ε.Δ. Μ. Δρουσιώτης, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3414/14 Δημοκρατία ν.

  1. Κωνσταντίνος Γκουνός από Ελλάδα
  2. Δημήτριος Βασιλείου από Ελλάδα
  3. Δημήτριος Βασιλόπουλος από Ελλάδα
  4. Κωνσταντίνος Σοϊλεμεζίδης από Ελλάδα Κατηγορουμένων - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - Ημερομηνία: 25 Ιουλίου, 2014 Για τη Δημοκρατία: κ. Α. Χ"Κύρου Για Κατηγορούμενο 1: κ. A. Aλεξάνδρου με κ. Α. Νικολάου και κ. Ν. Χριστοδουλίδη (ασκούμενο δικηγόρο) Κατηγορούμενος 1 παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος 1 (εν τοις εφεξής ο κατηγορούμενος) αντιμετωπίζει 12 κατηγορίες. Έξι από αυτές αφορούν το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορίες 1, 3, 5, 7, 9 και 11). Οι υπόλοιπες αφορούν αδικήματα κατά παράβαση άρθρων του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμο 29/1977 και ειδικότερα: Την εισαγωγή 24 κιλών και 953 γραμμαρίων κάνναβης από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη, την εισαγωγή ρητίνης κάνναβης συνολικού βάρους 177.498 γρ. (κατηγορίες 2 και 4). Την κατοχή των ανωτέρω ναρκωτικών ουσιών (κατηγορίες 6 και 8) και την κατοχή τους με σκοπό την προμήθεια σε τρίτα πρόσωπα (κατηγορίες 10 και 12). Στις 15.5.2014, ημερομηνία κατά την οποία η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση οι κατηγορούμενοι 2 και 3 ζήτησαν και άλλαξαν απάντηση στις κατηγορίες που αντιμετώπιζαν και παραδέχθηκαν ενοχή. Ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής δήλωσε ότι οι κατηγορούμενοι 2 και 3 θα χρησιμοποιηθούν ως μάρτυρες κατηγορίας και ως εκ τούτου αφού προηγήθηκε η νενομισμένη διαδικασία επιβλήθηκε ποινή στις 27.5.
  5. Περαιτέρω καταχωρήθηκε αναστολή ποινικής δίωξης εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα για τον κατηγορούμενο 4 για τις κατηγορίες 1, 3, 5, 7, 9 και 11 και σε μεταγενέστερο στάδιο στις 12.6.2014 μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας καταχωρήθηκε αναστολή ποινικής δίωξης και για τις υπόλοιπες κατηγορίες που αντιμετώπιζε ο κατηγορούμενος 4 και ως εκ τούτου παρέμεινε πλέον μόνο ο κατηγορούμενος. Οι πρώην κατηγορούμενοι 2 και 3 δεν κλήθηκαν τελικά ως μάρτυρες και ούτε προσφέρθηκαν για αντεξέταση (σχετική είναι η Ενδιάμεση Απόφαση ημερ. 2.7.2014). Οι καταθέσεις τους οι οποίες κατατέθηκαν κατά το στάδιο της αντεξέτασης του Μ.Κ.1 παρέμειναν ως έγγραφα προς αναγνώριση χωρίς ποτέ να λάβουν τη μορφή τεκμηρίου. Είναι γνωστή η αρχή ότι το περιεχόμενο τέτοιων εγγράφων δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη και για τον πρόσθετο λόγο ότι οι καταθέσεις κατηγορουμένων δεν μπορούν ποτέ να λειτουργήσουν εναντίον συγκατηγορούμενου, πλην βεβαίως κάποιων θετικών, επιβεβαιωτικών αναφορών προς όφελος του κατηγορουμένου με τον τρόπο που περιγράφεται κατωτέρω στην απόφαση μας (βλ. R. v. Grant

(1944)2 All E.R. 311 και R. v. Pitarides
(1929)14 C.L.R. 1). Υπόθεση Κατηγορούσας Αρχής: Τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση όπως αυτά έχουν εκτεθεί από τους μάρτυρες κατηγορίας και συγκεκριμένα από τους Αστυνομικούς και Τελωνειακούς που συμμετείχαν στην επιχείρηση καθώς και στην εν γένει διερεύνηση της υπόθεσης είναι τα πιο κάτω: Στις 20.10.2013 δόθηκε πληροφορία ότι θα εισαγόταν μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών ουσιών από πτήσεις προερχόμενες από Ευρωπαϊκές χώρες. Μετά τη λήψη αυτής της πληροφορίας ο Μ.Κ.1 Αστ. 2459 Θεόδωρος Νικολάου μαζί με άλλους αστυφύλακες, μεταξύ αυτών ο Μ.Κ.2 Αστ. 2712 Συμεών Οδυσσέως, o Μ.Κ.4 Αστ. 4067 Δημήτρης Χριστοφίδης και ο Μ.Κ.10 Αστ. 2698 Σταύρος Αντωνίου, μετέβηκαν στο αεροδρόμιο Πάφου και διεξήγαγαν ελέγχους. Περί ώρα 22:30 της ιδίας μέρας έφθασε στο αεροδρόμιο Πάφου η πτήση με αριθμό JAF 7831Υ προερχόμενη από Βρυξέλλες. Ο Μ.Κ.4 βρισκόμενος στο χώρο αφίξεων αντιλήφθηκε τρία πρόσωπα να εισέρχονται στην αίθουσα αφίξεων και να συμπεριφέρονται ύποπτα, δηλαδή κοίταζαν δεξιά-αριστερά, κοίταζαν προς την έξοδο, προς τα πίσω και αν τους παρακολουθούσε κάποιος. Στη συνέχεια τα τρία πρόσωπα χώρισαν και ο ένας εξ αυτών προχώρησε και στάθηκε στην άλλη μεριά του ιμάντα αποσκευών όπου διαπίστωσε ο Μ.Κ.4 να παραλαμβάνει μια μεγάλη μπλε ταξιδιωτική βαλίτσα και να προχωρά προς την έξοδο. Μόλις εισήλθε στο χώρο του Τελωνείου ο Μ.Κ.4 υπέδειξε το πρόσωπο αυτό στον Α' Τελωνειακό Λειτουργό Γεώργιο Γεωργίου (Μ.Κ.6) ο οποίος με τη σειρά του τον υπέδειξε στον Τελωνειακό Λειτουργό Γεώργιο Χ"Σέργη (Μ.Κ.8). Ο Μ.Κ.8 τον ανέκοψε για έλεγχο και με βάση τα στοιχεία της ταυτότητας του διαπίστωσε ότι πρόκειται για τον Κωνσταντίνο Γκουνό (κατηγορούμενο) με Ελληνική ταυτότητα αρ. Α
  1. Στη συνέχεια του ζήτησε να τοποθετήσει τις αποσκευές του στον πάγκο ελέγχου, μία βαλίτσα χρώματος μπλε και ένα σακίδιο ώμου. Τις τοποθέτησε, ρωτήθηκε αν οι συγκεκριμένες αποσκευές είναι δικές του και απάντησε θετικά. Η βαλίτσα χρώματος μπλε ήταν κλειδωμένη, του ζήτησε το κλειδί και του απάντησε ότι δεν το έχει. Πέρασε τη βαλίτσα από ακτινοδιαγνωστική μηχανή και διαπιστώθηκε ότι ήταν γεμάτη οργανική ουσία σε ομοιόμορφες συσκευασίες. Παραβίασε την κλειδαριά και όταν την άνοιξε διαπίστωσε ότι ήταν γεμάτη από πλαστικές συσκευασίες που περιείχαν πράσινη φυτική ύλη που πρόκειται για κάνναβη. Τότε ο Μ.Κ.8 του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και σε ερώτηση αν έχει να πει κάτι απάντησε "τι να πω". Όταν τον πληροφόρησε ότι βρίσκεται υπό σύλληψη απάντησε "εντάξει". Σε άλλο χώρο του αεροδρομίου διενεργήθηκε από τον Μ.Κ.1 και άλλους αστυνομικούς σωματική έρευνα στον κατηγορούμενο και βρέθηκαν στην κατοχή του δύο τηλεφωνικές συσκευές, ένα τηλέφωνο Samsung και ένα τηλέφωνο Nokia (Τεκμήρια 24 και 25 αντίστοιχα). Περαιτέρω βρέθηκαν μία κάρτα επιβίβασης της πτήσης JAF 7831Y (Τεκμήριο 26) και μία διαφημιστική κάρτα "Avenue Hotel" (Τεκμήριο 27). Με τον ίδιο τρόπο απεκόπησαν και διερευνήθησαν οι πρώην κατηγορούμενοι 2 και 3, δηλαδή ο Δημήτριος Βασιλείου και Δημήτριος Βασιλόπουλος. Ο Δημήτριος Βασιλείου διερευνήθηκε από την Τελωνειακό Κατερίνα Κυριάκου (Μ.Κ.9) όπου διαπίστωσε ότι η βαλίτσα χρώματος μαύρου που μετέφερε περιείχε πράσινη ξηρή φυτική ύλη, κάνναβη και ρητίνη κάνναβη. Στο χώρο έφθασαν και ο Μ.Κ.3 Αστ. 2482 Χρίστος Σάββα ο οποίος είναι ειδικός φωτογράφος και έλαβε αριθμό φωτογραφιών τόσο στο χώρο του αεροδρομίου όσο και στα γραφεία της ΥΚΑΝ στην Πάφο και οι οποίες περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο
  2. Όλα τα ανευρεθέντα τεκμήρια παραδόθηκαν από τους Τελωνειακούς Μ.Κ.8 Γιώργο Χατζησέργη και Μ.Κ.9 Κατερίνα Κυριακού σύμφωνα με τα τελωνειακά έντυπα Β035018 (Τεκμήριο 2) και Β035019 (Τεκμήριο 3) αντίστοιχα στο Μ.Κ.1 ο οποίος με τη σειρά του τα καταχώρησε ως Τεκμήρια στο Δικαστήριο. Αποτέλεσαν παραδεκτά γεγονότα τα κάτωθι: · Ο εντοπισμός, έλεγχος, παραλαβή, συσκευασία, σφράγιση, επιστημονική εξέταση, διακίνηση και φύλαξη όλων των αντικειμένων τεκμηρίων με αριθμό Δικαστηρίου από 1 μέχρι 41 που αφορούν την παρούσα υπόθεση από το αρχικό στάδιο του εντοπισμού τους μέχρι και την κατάθεση τους ως τεκμηρίων στο παρόν Δικαστήριο με τους πιο πάνω αριθμούς έγινε με τον ορθό τρόπο και νομότυπα χωρίς οποιαδήποτε μη εξουσιοδοτημένη παρέμβαση για τις απαραίτητες επιστημονικές εξετάσεις. · Η συμπιεσμένη φυτική ύλη που είναι κατατεθειμένη στο Δικαστήριο Τεκμήρια 21 Α μέχρι 21 ΙΒ και 22 Α μέχρι 22 ΙΓ που έχει εντοπιστεί στις συσκευασίες Τεκμήριο 10 και 15 αντίστοιχα που ανευρέθηκαν εντός της μπλε ταξιδιωτικής βαλίτσας (Τεκμήριο 9) και εντός της μαύρης ταξιδιωτικής βαλίτσας (Τεκμήριο 14) αντίστοιχα είναι κάνναβη από την οποία δεν έχει εξαχθεί η ρητίνη συνολικού βάρους 24 κιλών και 953 γραμμαρίων. · Η καφέ συμπαγής ουσία που είναι στα Τεκμήρια Δικαστηρίου 19 Α, 19 Β, 19 Γ και 20 Α, 20 Β που έχει εντοπιστεί στις συσκευασίες Τεκμήρια 11 και 16 αντίστοιχα και ανευρέθηκαν εντός της μπλε ταξιδιωτικής βαλίτσας (Τεκμήριο 9) και εντός της μαύρης ταξιδιωτικής βαλίτσας (Τεκμήριο 14) αντίστοιχα είναι ρητίνη κάνναβης συνολικού βάρους 177, 498 γραμμαρίων. · Δεν έχει εντοπιστεί γενετικό υλικό στις συσκευασίες των ναρκωτικών ουσιών που να συνδέει τον κατηγορούμενο με αυτές (Τεκμήριο 50 έκθεση Δρ. Μάριου Καριόλου). · Από τις δακτυλοσκοπικές εξετάσεις που έγιναν στις συσκευασίες Τεκμήρια 10, 15 και 11 και 16 εντός των οποίων ανευρέθηκε αντίστοιχα η κάνναβη και η ρητίνη κάνναβης, στις χάρτινες χειρόγραφες ετικέτες εντός των συσκευασιών αυτών και στις λαδόκολλες που ανευρέθηκαν στα Τεκμήρια 9 και 14 δεν εντοπίστηκε κανένα δακτυλικό αποτύπωμα. Διαπιστώθηκε από τη στάση που τήρησαν οι δικηγόροι του κατηγορούμενου τόσο από το περιεχόμενο των παραδεκτών γεγονότων όσο και από το περιεχόμενο της αντεξέτασης στην οποία υπεβλήθησαν οι μάρτυρες κατηγορίας ότι το σημείο το οποίο αμφισβητεί η Υπεράσπιση είναι η γνώση του περιεχόμενου των βαλιτσών που μετέφερε ο κατηγορούμενος και ο πρώην κατηγορούμενος
  3. Επί του σημείου αυτού οι μάρτυρες κατηγορίας αντεξετάστηκαν για τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου, τη συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές αλλά και τις δηλώσεις του όπως αυτές φαίνονται στις καταθέσεις που έδωσε καθώς και τη σχέση που είχε ο κατηγορούμενος μαζί με τους πρώην κατηγορούμενους 2 και
  4. Επί του θέματος αυτού ο Μ.Κ.1 Αστ. 2459 Θεόδωρος Νικολάου ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος είχε πλήρη συνεργασία με τις αρχές. Συμφώνησε ότι είναι ο Βασιλόπουλος που ζήτησε από τον κατηγορούμενο να μεταβεί στην Ολλανδία για να μεταφέρει κάποια βαλίτσα. Ότι το τηλέφωνο Nokia (Τεκμήριο 25) που βρέθηκε στην κατοχή του κατηγορούμενου του το παρέδωσε ο Βασιλόπουλος και τόσο ο Βασιλόπουλος όσο και ο Βασιλείου κρατούσαν άλλα δύο παρόμοια τηλέφωνα και ότι ο Βασιλόπουλος τους έδωσε οδηγίες ότι θα πρέπει να μιλούν μεταξύ τους μόνο από αυτά τα τηλέφωνα. Ότι με βάση τα όσα του ανέφερε ο κατηγορούμενος, έκανε χρήση του τηλεφώνου (Τεκμήριο 25) και τηλεφώνησε δύο φορές στο Βασιλόπουλο. Σε σχέση με το ταξίδι στην Ολλανδία ανέφερε στο Μ.Κ.1 ο κατηγορούμενος «ότι θα μεταβούν στο εξωτερικό για να μεταφέρουν κάποιες βαλίτσες και θα του έδιδε χρηματικό ποσό για αυτή την μεταφορά». Και ότι μέσα στη βαλίτσα που είχε στην κατοχή του μετέφερε μαύρα χρήματα. (Αυτή η αναφορά έγινε στα γραφεία της ΥΚΑΝ διαρκούσης της ανάκρισης μεταξύ των ωρών 02:30 και 04:25 της 21.10.2013). Από τη σωματική έρευνα που διενεργήθηκε στον κατηγορούμενο στο χώρο του αεροδρομίου δεν ανευρέθηκε στην κατοχή του οποιοδήποτε κλειδί βαλίτσας. Σε σχέση με τις θέσεις του κατηγορουμένου και τις απαντήσεις που έδωσε τη στιγμή που ανακόπηκε από τον Τελωνειακό Λειτουργό ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος ρωτήθηκε για τις βαλίτσες όταν ανακόπηκε από τον Τελωνειακό Λειτουργό, ρωτήθηκε αν η βαλίτσα που κρατούσε ήταν δική του και απάντησε καταφατικά. Όταν ανευρέθηκαν τα ναρκωτικά και του υπεδείχθησαν ο κατηγορούμενος απάντησε «τι να πω» και στη συνέχεια όταν ο Τελωνειακός Λειτουργός τον συνέλαβε ο κατηγορούμενος απάντησε «εντάξει». Σε ερώτημα αν η φράση «τι να πω» που απάντησε ο κατηγορούμενος ήταν ερώτημα, ο μάρτυρας ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος απάντησε «τι να πω». Για το θέμα τι περιείχε η βαλίτσα δεν ρωτήθηκε από το μάρτυρα όμως ο ίδιος του ανέφερε κατά τη διάρκεια της ανάκρισης ότι θα έβγαζαν σε κάποια χώρα βαλίτσες με μαύρα λεφτά. Στις συνεχείς ερωτήσεις από τον δικηγόρο του κατηγορουμένου σε σχέση με το περιεχόμενο της βαλίτσας και τι του απάντησε ο κατηγορούμενος, ο μάρτυρας έθεσε τα πιο κάτω ότι του ανέφερε ο κατηγορούμενος: "Ότι ήθελε να μεταβεί μαζί του στο εξωτερικό χωρίς να του αναφέρει πού για να τον βοηθήσει να μεταφέρουν κάποιες βαλίτσες και συγκεκριμένα ταξιδιωτικές βαλίτσες κάπου. Όταν τον ρώτησε τι είχαν μέσα οι βαλίτσες λέει ότι δεν του μιλούσε ξεκάθαρα ο Βασιλόπουλος αλλά σε κάποια στιγμή του είπε ότι πιθανών να είχαν μέσα μαύρα λεφτά για να τα βγάλουν έξω από κάποια χώρα. Να σας αναφέρω μόνο ότι στην τελευταία σελίδα της κατάθεσης του ο κατηγορούμενος στη σελίδα 6 ημερομηνίας
  5. 10 στην τρίτη γραμμή από το τέλος ο κατηγορούμενος αναφέρει «πέρασε από το μυαλό μου σε κάποια φάση ότι μπορεί να υπήρχαν ναρκωτικά στην βαλίτσα. Λυπούμαι για ό,τι συνέβηκε και είμαι πρόθυμος για να συνεργαστώ να βοηθήσω όσο γίνεται»". Συνεχίζοντας την αντεξέταση του ο δικηγόρος Υπεράσπισης σε σχέση με το τι είπε ο Βασιλόπουλος στον κατηγορούμενο για το ταξίδι ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο Βασιλόπουλος στην πρώτη του κατάθεση ανέφερε ότι «πήγαν να κάνουν ένα ταξίδι αναψυχής με τον κατηγορούμενο και το Βασιλείου». Πουθενά δεν αναφέρει ότι είπε στον κατηγορούμενο τι περιείχαν οι βαλίτσες. Στη δεύτερη κατάθεση του αναφέρει ότι μίλησε με τον κατηγορούμενο για το ταξίδι που έκανε στην Κύπρο την 1.9 μαζί με κάποιο Ανατόλιο Σακίδη για την μεταφορά κάποιων βαλιτσών με αναβολικά και ότι του ανέφερε ότι θα τον καλούσαν εάν χρειαζόταν και άλλο άτομο και τον ρώτησε «αν ήθελε να πάει μαζί του. και ότι για τη μεταφορά θα του έδινε €3.000». Ο Μ.Κ.1 μετά από διάταγμα του Δικαστηρίου αντεξετάσθηκε περαιτέρω από τον δικηγόρο υπεράσπισης σε σχέση με αναφορές των πρώην συγκατηγορουμένων 2 και 3 για τον κατηγορούμενο και αν αυτές έχουν επιβεβαιωθεί. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι αναφορές που έγιναν από τον Βασιλόπουλο στις καταθέσεις του σε σχέση με την γνωριμία του με τον κατηγορούμενο επιβεβαιώθηκαν και από τον ίδιο τον κατηγορούμενο. Και συγκεκριμένα ότι είναι ο Βασιλόπουλος που τον βοήθησε να βρει δουλειά στο ξενοδοχείο «Hotel Olympia". Ότι γνωρίζονταν οι δύο για αρκετό καιρό και τα δύο τελευταία χρόνια κάνουν παρέα και γυμνάζονται μαζί. Φυσικά αρχικά ο Βασιλόπουλος ανέφερε ότι τον γνώριζε «από τις καλοκαιρινές σεζόν». Περαιτέρω ο μάρτυρας ανέφερε ότι επιβεβαιώθηκαν οι ισχυρισμοί του Βασιλόπουλου, για την μετάβαση στην Αθήνα, το τι διαμείφθη στην Αθήνα με την γνωριμία με τον Βασιλείου και την μετάβαση τους στο Άμστερνταμ μέσω Βουκουρεστίου. Συγκεκριμένα ο μάρτυρας ανάφερε ότι όλοι οι ισχυρισμοί του κατηγορούμενου σε σχέση με τις λεπτομέρειες για το ταξίδι έχουν επιβεβαιωθεί. Δεν έχει επιβεβαιωθεί ο ισχυρισμός του όπου έλεγε «ότι ο Βασιλόπουλος του είπε ότι μέσα στη βαλίτσα υπήρχαν μαύρα λεφτά». Τέλος ο μάρτυρας δέχθηκε την εισήγηση της Υπεράσπισης πως ο κατηγορούμενος μίλησε με τη μητέρα του και της ανάφερε ότι «με εξαπάτησε αυτός που θεωρούσα φίλο μου ο Βασιλόπουλος». Ο Βασιλόπουλος δεν ήταν παρών κατά τη διάρκεια της συνομιλίας αυτής. Ο Μ.Κ.10 Αστ. 2968 Σταύρος Αντωνίου έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Βασιλόπουλο Δημήτριο στις 21.10.
  6. Εξήγησε ότι υπέβαλε τις ερωτήσεις στον Βασιλόπουλο με βάση το ανακριτικό έργο και τα στοιχεία που είχε η Αστυνομία μέχρι τη στιγμή της λήψης της κατάθεσης. Ο Τελωνειακός Λειτουργός Γιώργος Χ"Σέργη (Μ.Κ.8) είναι αυτός που ερεύνησε τις αποσκευές του κατηγορούμενου. Κλήθηκε ειδικά από την Υπεράσπιση να παρουσιάσει την όλη εικόνα και την άμεση αντίδραση του κατηγορούμενου τόσο πριν να ανοιχθούν οι αποσκευές όσο και μετά. Ο μάρτυρας εξήγησε ότι όταν ο κατηγορούμενος κλήθηκε από αυτόν να έρθει στον πάγκο του Τελωνείου για έλεγχο, ήρθε κανονικά και τοποθέτησε τις αποσκευές του, απάντησε θετικά ότι οι αποσκευές είναι δικές του και παρουσίασε και την ταυτότητα του. Βλέποντας ο μάρτυρας ότι η βαλίτσα ήταν κλειδωμένη του ζήτησε το κλειδί και πήρε την απάντηση ότι δεν το είχε. Συμφώνησε ότι ο κατηγορούμενος απαντούσε άμεσα και χωρίς καθυστέρηση. Όταν διαπιστώθηκε ότι στη βαλίτσα υπήρχαν απαγορευμένες ουσίες, ναρκωτικά και το ανέφερε στον κατηγορούμενο αυτός απάντησε «τι να πω» με θαυμαστικό και σε επίμονη ερώτηση της Υπεράσπισης ότι διερωτάτον με τη φράση «τι να πω» ο μάρτυρας ανέφερε ότι «το θαυμαστικό είναι η ερώτηση, αφού η κατάσταση μιλά από μόνη της. Αυτό που λέμε καμιά φορά τι να πω;» και συνεχίζει «τι να πω με την έννοια αφού βλέπετε. Έτσι κατάλαβα και μάλιστα ήταν έτσι λυπημένος, στενοχωρημένος». Ο Μ.Κ.7 Χρίστος Χριστόπουλος, διευθυντής της εταιρείας εξυπηρέτησης αεροσκαφών Swiss port στο αεροδρόμιο Πάφου μετέφερε στο Δικαστήριο τα γεγονότα τα οποία αφορούν τις κρατήσεις που είχαν κάνει ο κατηγορούμενος και οι πρώην κατηγορούμενοι 2 και 3, λεπτομέρειες σε σχέση με τις αποσκευές τους καθώς και για τον τρόπο κράτησης και πληρωμής των εισιτηρίων σύμφωνα με τα έγγραφα τα οποία του απεστάλησαν από την εταιρεία TUI AIRLINES BELGIUM N.V. TRADING. Με βάση και το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 4, 5 και 7 ο μάρτυρας ανέφερε ότι και τα τρία πρόσωπα ταξίδεψαν μαζί και έγινε μια κράτηση, κάθισαν σε διπλανές θέσεις, έγινε διαχωρισμός των αποσκευών και διαπιστώνεται ότι ο Γκουνός Κωνσταντίνος ζύγισε μια αποσκευή 20 κιλών. Ότι η κράτηση σύμφωνα με ότι παρουσιάζεται στα Τεκμήρια έγινε από τον Βασιλόπουλο Δημήτριο και η πληρωμή από την κάρτα του ίδιου. Ο Μ.Κ.11 Αστυφύλακας 3776 Αχιλλέας Μιχαηλίδης, υπηρετεί στον Κλάδο Τηλεπικοινωνιών του Τμήματος Δ του Αρχηγείου Αστυνομίας και είναι εξεταστής Δικανικού Εργαστηρίου στο εργαστήριο εξέτασης ηλεκτρονικών τεκμηρίων. Ο μάρτυρας εξέτασε τα τηλέφωνα - Τεκμήρια 24, 25, 30, 31, 33 και 41 και διαπίστωσε το ΙΜΕΙ και ICCID του κάθε τηλεφώνου. Έκανε αυτή την εξέταση για βοήθεια προς τους ανακριτές της υπόθεσης, για την έκδοση δικαστικών ενταλμάτων προς τους παρόχους κινητής τηλεφωνίας. Στο στάδιο της αντεξέτασης ρωτήθηκε ο μάρτυρας αν ήταν εφικτό να ανοίξει τα συγκεκριμένα τηλέφωνα και να δει ποιες ήταν οι εισερχόμενες, εξερχόμενες κλήσεις καθώς και άλλα στοιχεία του τηλεφώνου. Απάντησε καταφατικά αλλά δεν προχώρησε σ΄ αυτή την εξέταση γιατί δεν του ζητήθηκε και ούτε υπήρχε δικαστικό ένταλμα το οποίο να τον εξουσιοδοτούσε να προβεί σε αυτές τις ενέργειες. Κατόπιν προφορικού αιτήματος της Υπεράσπισης και της σύμφωνης γνώμης του εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες όπως εξετασθούν από το μάρτυρα τα τηλέφωνα (Τεκμήρια 24 και 25) που ανήκουν στον κατηγορούμενο (ο οποίος έδωσε την συγκατάθεση του), στην παρουσία του Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Μετά τον έλεγχο του Τεκμηρίου 24 (τηλέφωνο Samsung) ο μάρτυρας διαπίστωσε ότι την χρονική διάρκεια μεταξύ των ημερομηνιών 18.10.2013 και ώρα 18:00 και 20.10.2013 και ώρα 22:30 υπήρξαν δύο εξερχόμενες και μία εισερχόμενη κλήση. Επίσης λήφθηκαν και δύο φωτογραφίες, η μία λήφθηκε η ώρα 18:31 στις 18.10.2013 και εικονίζει ένα εισιτήριο Olympic Airlines στο όνομα GKOUNOS KONSTANTINOS και αφορά την πτήση JU439 Αθήνα - Βελιγράδι, ώρα πτήσης 18:10 και η δεύτερη φωτογραφία εικονίζει δύο πρόσωπα ξαπλωμένα στο δάπεδο οι οποίοι σύμφωνα με παραδεκτό γεγονός είναι οι πρώην κατηγορούμενοι 2 και
  7. Όσον αφορά το Τεκμήριο 25 (τηλέφωνο NOKIA) διαπίστωσε ότι την χρονική διάρκεια μεταξύ των ημερομηνιών 18.10.2013 και ώρα 18:00 και 20.10.2013 και ώρα 22:30 υπήρξε μια εισερχόμενη κλήση με το όνομα «αδελφός» ώρα 18:23 στις 19.10 από τον αριθμό
  8. Εξερχόμενες κλήσεις υπήρξαν δύο, η μία η ώρα 11:27 της 20.10.2013 προς το όνομα «αδελφός» και μία η ώρα 16:05 της 18.10.2013 προς το όνομα «θείος» και με αριθμό
  9. Και στις δύο κλήσεις δεν υπήρχε χρονικό πλαίσιο. Υπήρξαν και δύο αναπάντητες κλήσεις, η μία από το όνομα «αδελφός» η ώρα 16:30 τις 19.10.2013 και μία από τον αριθμό 0035797641362 η ώρα 22:16 τις 19.10.
  10. Περαιτέρω διαπίστωσε να υπάρχουν εισερχόμενα μηνύματα τα οποία ενημερώνουν τον κάτοχο για αλλαγή χώρου, καθώς και ότι υπήρξε και μια χαμένη κλήση από το τηλέφωνο
  11. Εξερχόμενα μηνύματα υπήρξαν δύο σε καταχωρημένη επαφή που λέγεται «Agel Brazil". Ο Μ.Κ.12 Αστ. 3611 Βλαδίμηρος Αναξαγόρου κατέθεσε ως Τεκμήρια 65 και 66 δύο δέσμες εγγράφων που αφορούν αιτήματα της Αστυνομίας Κύπρου προς τις Ολλανδικές και Ελληνικές Αρχές αντίστοιχα για Δικαστική Συνδρομή σε σχέση με την διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης. Εκδοχή κατηγορουμένου Ο κατηγορούμενος έχει δώσει ένορκη μαρτυρία και ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε το περιεχόμενο των καταθέσεων που έδωσε στην αστυνομία ημερ. 21.10.2013 και 3.11.2013 (Τεκμήρια 51 και 52 αντίστοιχα). Σε αυτές τις καταθέσεις ο κατηγορούμενος περιγράφει την γνωριμία του με το Βασιλόπουλο, το γεγονός ότι δύο χρόνια πριν από την ημερομηνία που αναφέρεται στην πρώτη κατάθεση επισκεπτόταν συχνά τον Βασιλόπουλο και ειδικά όταν έμεινε χωρίς δουλειά το βοήθησε την καλοκαιρινή περίοδο να βρει δουλειά στο ξενοδοχείο «Hotel Olympia» όπου ο Βασιλόπουλος διατηρούσε θαλάσσια σπορ. Από τότε βρίσκονταν συχνά τόσο κατά την εργασία όσο και κατά τη διάρκεια του φαγητού. Μια βδομάδα πριν τις 21.10.2013 του ζήτησε αν ήθελε να μεταβεί μαζί του στο εξωτερικό για να μεταφέρουν κάποιες βαλίτσες και συγκεκριμένα ταξιδιωτικές βαλίτσες χωρίς να του αναφέρει τον προορισμό. Σε ερώτηση του τι θα είχαν μέσα οι βαλίτσες δεν του μιλούσε ξεκάθαρα αλλά σε κάποια στιγμή του ανέφερε ότι πιθανόν να είχαν μέσα μαύρα λεφτά για να τα βγάλουν έξω από κάποια χώρα. Συμφώνησε, ακολούθησε τηλεφώνημα του Βασιλόπουλου, βρέθηκαν στο σπίτι του στη Λάρισα και ταξίδεψαν με το αυτοκίνητο του Βασιλόπουλου στην Αθήνα. Εκεί γνώρισε και τον Δημήτρη όπου ο Βασιλόπουλος τον ενημέρωσε ότι θα μετέβαινε και αυτός μαζί τους στο εξωτερικό. Στην κατάθεση του ημερ. 3.11.2013 δίδει περαιτέρω λεπτομέρειες και συγκεκριμένα αναφέρει ότι ο Βασιλόπουλος όταν ήρθαν στην Αθήνα τον άφησε σε ένα internet café και σε λίγο επέστρεψε με ακόμη ένα άγνωστο του πρόσωπο που τον έλεγαν Μήτσο και ότι θα ερχόταν και αυτός μαζί τους για να μεταφέρει μια βαλίτσα. Ακολούθως με λεωφορείο μετέβηκαν στο αεροδρόμιο της Αθήνας όπου ο Βασιλόπουλος τους έδωσε εισιτήρια για Ολλανδία μέσω Βουκουρεστίου. Ο Βασιλόπουλος τους έδωσε και από ένα κινητό τηλέφωνο χρώματος μαύρου με το οποίο θα επικοινωνούσαν μεταξύ τους μόνο. Δίδοντας περαιτέρω εξηγήσεις στην κατάθεση του (Τεκμήριο 52) ανέφερε ότι η αρχική διαδρομή ήταν Αθήνα Βελιγράδι αλλά έχασαν την πτήση και πέταξαν στο Άμστερνταμ μέσω Βουκουρεστίου. Στο Βουκουρέστι παρέμειναν το βράδυ στο αεροδρόμιο γιατί η πτήση για το Άμστερνταμ θα ήταν το Σάββατο το πρωί. Ο κατηγορούμενος συνεχίζει και περιγράφει την παραμονή τους στο Άμστερνταμ, την επικοινωνία που είχε ο Βασιλόπουλος με κάποιο πρόσωπο που τον αποκαλούσε πατέρα. Ο ίδιος κατάλαβε ότι το πρόσωπο αυτό ήταν το μεγάλο αφεντικό και συνεχίζει αναφέροντας ότι τελικά τις βαλίτσες θα τις παραλάμβαναν την Κυριακή γι΄ αυτό παρέμειναν το βράδυ στο Άμστερνταμ. Την Κυριακή το πρωί συναντήθηκαν με ένα πρόσωπο το οποίο οδηγούσε ένα αυτοκίνητο Audi μαύρο, κάθισαν στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου ο ίδιος και ο Βασιλόπουλος ενώ ο Βασιλείου κάθισε μπροστά στη θέση του συνοδηγού. Ο οδηγός κάτι είπε στον Βασιλόπουλο στα Αγγλικά, ο ίδιος δεν κατάλαβε ούτε άκουσε καλά τι έλεγαν. Ακολούθως τους μετέφερε σε κάποιο ξενοδοχείο το οποίο είχε μια μεγάλη κυκλική πόρτα, ο Βασιλόπουλος άνοιξε το πορτ-μπακάζ του Audi και τους είπε να πάρουν από μία βαλίτσα. Αυτός πήρε την μπλε και ο Βασιλείου την μαύρη. Προχώρησαν στο ξενοδοχείο, ο Βασιλόπουλος από τη reception κάλεσε ταξί, μετέβησαν στο σταθμό του τρένου όπου με τρένο μετέβηκαν στις Βρυξέλες. Στο αεροδρόμιο των Βρυξελών έδωσαν για ζύγιση μόνο τις δύο μεγάλες βαλίτσες και άφησαν από μία χειραποσκευή στην κατοχή τους. Στο αεροπλάνο από τις Βρυξέλες κάθονταν και οι τρεις στην ίδια σειρά. Κατά την διάρκεια της πτήσης ρώτησε τον Βασιλόπουλο τι είχαν οι βαλίτσες χωρίς να λάβει οποιαδήποτε απάντηση και το μόνο που του είπε ήταν ότι μετά το τέλος της δουλειάς αυτής θα του έδινε κάποια λεφτά χωρίς να αναφέρει πόσα. Ο Δημήτρης ή ο Μήτσιος που κάνει αναφορά ο κατηγορούμενος στις καταθέσεις του πρόκειται για τον Δημήτρη Βασιλείου πρώην κατηγορούμενο
  12. Η ώρα 22:30 της 20ης Οκτωβρίου 2013 έφθασαν στο αεροδρόμιο Πάφου, τους σταμάτησαν για έλεγχο και αφού πέρασαν την βαλίτσα του από ένα μηχάνημα κατάλαβε ότι είχε μέσα κάτι παράνομο. Τους ανέφερε ότι δεν είχε το κλειδί και κάποιος αστυνομικός έσπασε την κλειδαριά όπου διαπιστώθηκε η ύπαρξη των ναρκωτικών. Ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε το εσωτερικό της βαλίτσας που είχε ευθύνη να την μεταφέρει. Δεν ήξερε ότι περιείχε ναρκωτικά. Πέρασε από το μυαλό του σε κάποια φάση ότι μπορεί να υπήρχαν ναρκωτικά στη βαλίτσα. Ο κατηγορούμενος εξετάστηκε και προφορικά από τους ανακριτές γι΄ αυτό υιοθέτησε τα Τεκμήρια 47 και 67 τα οποία αποτελούν προφορικές ανακρίσεις που έγιναν στις 26 και 28.10.2013 αντίστοιχα και στα οποία δίδει περαιτέρω λεπτομέρειες σε σχέση με το ταξίδι. Σε επεξηγηματικές ερωτήσεις σε σχέση με το με το πού βρίσκονταν όταν του ανέφερε ο Βασιλόπουλος για το ταξίδι στο εξωτερικό ο μάρτυρας ανέφερε ότι βρίσκονταν τόσο κατά τη διάρκεια της δουλειάς όσο και κατά τις ώρες του φαγητού. Η πρώτη φορά που τον ρώτησε τι θα περιείχαν οι βαλίτσες ήταν κάπου στην παραλία και η δεύτερη φορά ήταν την ώρα του φαγητού. Δεν του είχε πει πού θα πήγαιναν, του είπε ότι ήταν στην Κεντρική Ευρώπη και συγκεκριμένα «να πάρομε κάτι βαλίτσες που θα περιείχαν μέσα μαύρο χρήμα». Συζήτησε μαζί του τόσο στην παραλία όσο και κατά τη διάρκεια του φαγητού γιατί δεν του έδινε σαφή απάντηση. Ήταν η πρώτη φορά που ταξίδευε με αεροπλάνο στο εξωτερικό γι΄ αυτό το λόγο φωτογράφησε με το τηλέφωνο του το εισιτήριο. Και σε ερώτηση του δικηγόρου του γιατί ρώτησε το Βασιλόπουλο ξανά κατά τη πτήση Βρυξέλλες-Πάφου τι περιείχαν οι βαλίτσες, ο μάρτυρας απάντησε «υπήρχε μια καθυστέρηση στο αεροδρόμιο των Βρυξελλών όταν μας σταμάτησαν για έλεγχο των ταυτοτήτων μας, μας πήραν κάτω γύρω στα 15 λεπτά και μας σταματήσαν και μου κίνησε την περιέργεια για ποιο λόγο μας σταματήσαν και γι΄ αυτό και το ανάφερα». Σε ερώτηση για την αναφορά του στο Τεκμήριο 51 «σε ποια φάση εννοείτε (ότι πέρασε από το μυαλό μου σε κάποια φάση ότι μπορεί να υπήρχαν ναρκωτικά στη βαλίτσα)» ο κατηγορούμενος απάντησε «πέρασε από το μυαλό μου τη στιγμή που μας πήραν οι άνθρωποι εκεί του αεροδρομίου των Βρυξελλών και μας κατέβασαν κάτω σε ένα χώρο. Εκείνη τη στιγμή πέρασε από το μυαλό μου». Και σε ερώτηση «όταν πέρασε αυτό το πράγμα από το μυαλό σου όπως λέτε, έκαμες κάτι εσύ κύριε», απάντησε ότι «αναφέρω ότι τον ξαναρώτησα στο αεροπλάνο πάνω και του είπα μήπως έχουν ναρκωτικά και αυτός δεν μου απάντησε, έμεινε σιωπηλός». Στο αεροδρόμιο Πάφου στις 20.10.2013 και περί ώρα 10:30 το βράδυ όταν ανοίχθηκε η βαλίτσα ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι «με το που άνοιξε η βαλίτσα σοκαρίστηκα με το περιεχόμενο και ξαφνιάστηκα και είπα τι να πω». Ανάφερε ότι δεν έχει ξαναδεί ναρκωτικά ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε στη ζωή του και κατάλαβε ότι ήταν ναρκωτικά γιατί του το είπαν. Στο χώρο του αεροδρομίου δεν του έκαμαν άλλες ερωτήσεις και στα γραφεία της ΥΚΑΝ μίλησε με τη μητέρα του και της είπε ότι βρισκόταν σε δυσάρεστη θέση για σοβαρές κατηγορίες ότι τον εξαπάτησε ο φίλος του ο Δημήτρης και άρχισε να κλαίει. Ισχυρίστηκε ότι ήταν παρών ο Βασιλόπουλος όταν έλεγε τα πιο πάνω στη μητέρα του. Στην αντεξέταση ο κατηγορούμενος επέμενε ότι για το ταξίδι ο Βασιλόπουλος του ανέφερε μια βδομάδα πριν δώσει την κατάθεση ημερ. 21.10.2013 (Τεκμήριο 51). Αρνήθηκε ότι του ανέφερε ότι έκανε άλλο ταξίδι στην Κύπρο για μεταφορά αναβολικών τέλος Αυγούστου αρχές Σεπτεμβρίου. Ανέφερε ότι στην κατάθεση του (Τεκμήριο 51) μιλά ότι του είπε ότι πιθανόν να είχαν μέσα μαύρα λεφτά γιατί ήταν αυτή η απάντηση που του έδωσε ο Βασιλόπουλος. Αρνήθηκε ότι υπήρχε πιθανότητα να υπήρχαν άλλα πράγματα στη βαλίτσα. Ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι θα έκανε ένα ταξίδι το οποίο το έβλεπε σαν διακοπές, είχε πλήρη εμπιστοσύνη στον Βασιλόπουλο τον οποίο έβλεπε σαν αδελφό του και χαρακτηριστικά ανέφερε «δεν νομίζω να μου έκανε κακό ένας άνθρωπος που είναι τόσο φίλος». Σε ερώτηση ότι στις καταθέσεις που έδωσε στην αστυνομία αναφέρει ότι έκανε το ταξίδι γιατί χρώσταγε χάρη στο Βασιλόπουλο ανάφερε ότι ισχύουν και τα δύο. Απαντώντας σε περαιτέρω ερωτήσεις στην αντεξέταση ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι στο αεροδρόμιο Βρυξελών τους σταμάτησαν για έλεγχο περίπου 15 λεπτά και ότι ο έλεγχος αφορούσε την ταυτότητα του Βασιλόπουλου, τους πήραν όμως σε κάποιο χώρο που φαινόταν σαν κρατητήρια. Ο έλεγχος αφορούσε μόνο τους τρεις, ο Βασιλόπουλος του είπε να μην ανησυχεί γιατί ήταν κάτι τυπικό μάλλον η ταυτότητα του ήταν, ενώ ο Βασιλείου δεν είπε τίποτε. Για το ίδιο συμβάν ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι η αναφορά του Βασιλόπουλου ότι ήταν μόνο για τις ταυτότητες και θα τους τις επιστρέψουν τον καθησύχασε. Μέσα στο αεροπλάνο όμως είχε τις ανησυχίες γι΄ αυτό τον ερώτησε αν μέσα οι βαλίτσες είχαν ναρκωτικά και στο σημείο αυτό για πρώτη φορά αναφέρει ότι έγινε ξανά καθυστέρηση μέσα στο αεροπλάνο άλλα 15 με 20 λεπτά. Σε σχέση με το τηλεφώνημα της μητέρας του αναφέρει ότι βρίσκονταν στο χώρο της ΥΚΑΝ, θυμάται καλά ότι «ήταν ο Βασιλείου όχι όμως ο Βασιλόπουλος και συγκεκριμένα αναφέρει τώρα αν ο Βασιλόπουλος ήταν εκεί μπροστά μου ή στο δίπλα γραφείο γιατί είναι όλα κολλητά εκεί δεν τον θυμάμαι, αλλά ότι υπήρχαν όλοι οι άνθρωποι της ΥΚΑΝ ήταν όλοι εκεί αλλά θυμάμαι πολύ καλά ότι ο Βασιλείου έκανε πρώτα τηλέφωνο και μετά εγώ». Ισχυρίστηκε ότι όταν ανοίχθηκε η βαλίτσα και διαπίστωσε το περιεχόμενο της αντέδρασε και είπε «τι να πω, έπεσε η γη να με καταπιεί, η γη είναι πράματα αυτά να με κοροϊδέψει ο καλύτερος μου φίλος». Δεν είπε οτιδήποτε στον Βασιλόπουλο λόγω του χαρακτήρα του, χαρακτήρισε τον εαυτό του ως χαζοφιλότιμο αφού δεν αντέδρασε ακόμη και όταν του είπαν οι αστυνομικοί ότι ο Βασιλόπουλος ανέφερε ότι δεν τον γνωρίζει. Αποτελεί θέση της Υπεράσπισης η οποία εκφράστηκε διά μέσω του δικηγόρου του κατά το στάδιο των αγορεύσεων αλλά και κατά τη διάρκεια όλης της ακροαματικής διαδικασίας ότι ο κατηγορούμενος με ειλικρίνεια, άμεσα και με ευθύτητα έχει απαντήσει σε όλες τις ερωτήσεις που του έθεσαν τόσο οι αστυνομικοί όσο και ο τελωνειακός κατά τον έλεγχο στην έξοδο του αεροδρομίου Πάφου. Περαιτέρω τονίζει ότι η συνεργασία του κατηγορουμένου συνεχίστηκε στα γραφεία της ΥΚΑΝ και ειδικά κάποιες απαντήσεις του κατηγορουμένου στο στάδιο της αντεξέτασης δηλώνουν το αξιόπιστο της όλης μαρτυρίας του και ειδικά την οποιαδήποτε έλλειψη γνώσης επί του περιεχομένου της βαλίτσας την οποία μετέφερε. Αντίθετη ήταν η θέση της Κατηγορούσας Αρχής η οποία εκφράστηκε διά μέσω του δικηγόρου που εμφανίζεται για την Κατηγορούσα Αρχή και ο οποίος τόνισε ότι ο κατηγορούμενος είχε μία συγκροτημένη άποψη, είχε ένα λόγο με σειρά που κάθε άλλο παρά αφελής, μπορεί να χαρακτηριστεί. Θέση του είναι ότι ο κατηγορούμενος έχει παραθέσει μια σειρά από αλήθειες για να καλύψει τα κρίσιμα σημεία για τα οποία είναι η θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι δεν έδωσε αξιόπιστη μαρτυρία. Αξιολόγηση μαρτυρίας Το έργο της αξιολόγησης όπως έχει εύστοχα εξηγηθεί στην υπόθεση Pelecanos & Pelecanos
(1999)1 (B) A.A.Δ. 1273 είναι το σημαντικότερο καθήκον του Δικαστηρίου, αφού πρέπει το Δικαστήριο υφαίνοντας τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα, τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά του στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να αναδείξει το αξιόπιστον ή μη μιας εκδοχής υπό το πρίσμα της πείρας του και της ανθρώπινης φύσης που διαθέτει. Η έννοια «της εντύπωσης» από το μάρτυρα δεν είναι βέβαια ένα σχήμα λόγου, αλλά έχει ακριβώς να κάμει με το αποτέλεσμα αυτής της πολύμορφής διεργασίας του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη ,
(2002)1 Α. Α. Δ. 401, έχουν λεχθεί τα εξής: «Ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας συνιστά και εκδήλωση της προσωπικότητάς του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία και μαρτυρία». Είμαστε πεπεισμένοι πως όλοι οι μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής έχουν αναφέρει τα γεγονότα όπως τα έζησαν και όπως τα έχουν αντιληφθεί και διαδραματίστηκαν ενώπιον τους, στο αεροδρόμιο Πάφου. Η όλη μαρτυρία τους τόσο κατά την κυρίως εξέταση όσο και κατά την αντεξέταση, παρουσιάστηκε θετική, πειστική, χωρίς ελλείψεις ή αδυναμίες. Περιέγραψαν με κάθε δυνατή λεπτομέρεια και ακρίβεια τα όσα προσωπικά οι ίδιοι είχαν αντιληφθεί να λαμβάνουν χώρα. Όλοι οι μάρτυρες με θετικότητα, ειλικρίνεια, αμεσότητα, χωρίς οποιονδήποτε ενδοιασμό και χωρίς παλινδρομήσεις απάντησαν σε όλες τις ερωτήσεις που τους υποβλήθηκαν και δεν μας έδωσαν την εντύπωση έστω και την ελάχιστη ότι προσπαθούσαν να αποκρύψουν οτιδήποτε από την αλήθεια. Σημειώνουμε πως η όλη αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας από την Υπεράσπιση περιορίστηκε στο ποια ήταν η αντίδραση του κατηγορούμενου από τη στιγμή που κλήθηκε για έρευνα των αποσκευών μέχρι και της ανακάλυψης των απαγορευμένων ουσιών, αν οι απαντήσεις που έδινε στα αρμόδια όργανα ήταν άμεσες και χωρίς οποιουσδήποτε ενδοιασμούς. Ήταν επίμονη η αντεξέταση των Μ.Κ.1, 4 και 8 δηλαδή του Αστ. 2459 Θ. Νικολάου, του Αστ. 4067 Δημήτρη Χριστοφίδη και του Τελωνειακού Λειτουργού Γεώργιου Χ"Σέργη για τη συμπεριφορά του κατηγορούμενου και τις απαντήσεις που έδωσε σ΄ αυτούς. Παρά την ιδιαίτερη και επίμονη αντεξέταση διαπιστώνεται ότι οι μάρτυρες ευθέως, άμεσα και με κάθε λεπτομέρεια απέδωσαν την όλη αντίδραση του κατηγορούμενου από την είσοδο του στην αίθουσα αφίξεων του αεροδρομίου Πάφου μέχρι την ανακάλυψη των απαγορευμένων ουσιών, μεταφέροντας στο Δικαστήριο τόσο θετικά στοιχεία όσο και αρνητικά στοιχεία του κατηγορούμενου. Ήταν η θέση όλων των μαρτύρων ότι ο κατηγορούμενος απαντούσε άμεσα στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν. Δεν αποδέχθηκαν όμως ότι η απάντηση του κατηγορούμενου «τι να πω» όταν ανοίχθηκε η βαλίτσα και του υποδείχθηκαν οι απαγορευμένες ουσίες ήταν υπό μορφή ερωτήσεως και έκπληξης που ετέθη από τον κατηγορούμενο. Οι θέσεις των μαρτύρων και ιδιαίτερα του Μ.Κ.8 του Τελωνειακού ήταν ότι η απάντηση «τι να πω» με θαυμαστικό ήταν ερώτηση αλλά με την μορφή «η κατάσταση μιλά από μόνη της». Αυτό που αντιλήφθηκαν οι μάρτυρες να διακατέχει τον κατηγορούμενο ήταν η «λύπη και η στενοχώρια» από την ανεύρεση των απαγορευμένων ουσιών. Αποτελεί κοινή θέση όλων των μαρτύρων κατηγορίας οι οποίοι είχαν έρθει σε επικοινωνία με τον κατηγορούμενο ότι ο κατηγορούμενος απαντούσε άμεσα σε όλες τις ερωτήσεις και ακολούθησε όλες τις οδηγίες τόσο των αστυνομικών όσο και των τελωνειακών. Περαιτέρω φαίνεται και μέσα από τις καταθέσεις που έδωσε στην αστυνομία ότι περιέγραψε όλα τα σημεία τα οποία αφορούσαν το ταξίδι στο Άμστερνταμ και τη επιστροφή μέσω Βρυξελών στην Πάφο. Ήταν χαρακτηριστική όμως η αποστασιοποίηση του κατηγορουμένου σε σχέση με τη γνώση του περιεχομένου της βαλίτσας που μετέφερε ο ίδιος όσο και της βαλίτσας που μετέφερε ο Δημήτρης Βασιλείου. Σε αυτό το σημείο ήταν εμφανής η προσπάθεια του κατηγορουμένου ώστε να δείξει στο Δικαστήριο ότι βρέθηκε μπροστά από μια κατάσταση την οποία κανένα στοιχείο δεν του υποδείκνυε ότι θα βρισκόταν. Δεν αντέχει στη βάσανο της λογικής η εκδοχή του κατηγορουμένου ότι υπήρχε αναγκαιότητα για συμμετοχή του στο ταξίδι για μεταφορά της βαλίτσας και ούτε εξήγησε γιατί ήταν αναγκαία η συνδρομή του τη στιγμή που ισχυρίζεται ότι η βαλίτσα που θα μετέφερε περιείχε μαύρα χρήματα τα οποία ο ίδιος δεν τα θεωρούσε παράνομα. Από τη μια παρουσιάζει τον εαυτό του να διακατέχεται από ανησυχία, να ζητά πληροφορίες από το Βασιλόπουλο για το περιεχόμενο της βαλίτσας και τον προορισμό του ταξιδιού και από την άλλη να παρουσιάζει τον εαυτό του ως ένα χαζοφιλότιμο που εμπιστεύεται τυφλά τον φίλο του. Προβάλλει το ταξίδι ως ταξίδι αναψυχής, όμως δεν φαίνεται να ανησυχεί όταν ο Βασιλόπουλος του ζητά να αφαιρέσει αρκετά ρούχα που μετέφερε μαζί του και τα αφαιρεί γιατί δε θα του χρειάζονταν για το ταξίδι. Διαπιστώνεται μέσα από την όλη εικόνα και εντύπωση που έχει αφήσει στο Δικαστήριο ο κατηγορούμενος ότι σε αρκετά θέματα όχι μόνο αντιλαμβάνετο αλλά είχε άποψη και θέση. Βλέπει τον Βασιλόπουλο να συνομιλεί στο τηλέφωνο με κάποιο που τον αποκαλεί πατέρα, ο ίδιος κατονομάζει ότι το πρόσωπο αυτό θα πρέπει να ήταν το μεγάλο αφεντικό. Χαρακτηρίζει το ταξίδι ως ταξίδι αναψυχής και φωτογραφίζει το εισιτήριο γιατί ως ισχυρίζεται ήταν η πρώτη φορά που ταξίδευε με αεροπλάνο. Σε αντιδιαστολή με τα όσα αναφέρει στην κατάθεση του ότι το ταξίδι αυτό έγινε για την επίτευξη ενός σκοπού για τον οποίο είχε έρθει σε συμφωνία με το Βασιλόπουλο. Θεωρεί τη μεταφορά μαύρων χρημάτων ότι δεν είναι κάτι το παράνομο, περνά από το μυαλό του ότι μπορεί οι βαλίτσες να είχαν ναρκωτικά και όχι οτιδήποτε άλλο και παρά την πιο πάνω σκέψη συνεχίζει να πιστεύει και θέλει να πείσει το Δικαστήριο ότι όλη η διαδικασία δεν περιείχε οτιδήποτε το παράνομο. Στο αεροδρόμιο των Βρυξελών υπάρχει καθυστέρηση στην αναχώρηση και τους μεταφέρουν μόνο αυτούς τους τρεις σε κάποιο χώρο που ομοιάζει με κρατητήρια. Περνά από το μυαλό του ότι μπορεί οι βαλίτσες να περιείχαν ναρκωτικά και εκεί πάλι τον καθησυχάζει ως ισχυρίζεται ο Βασιλόπουλος. Υπάρχει εκ νέου καθυστέρηση στο αεροπλάνο και θέτει ευθέως την ερώτηση στον Βασιλόπουλο αν οι βαλίτσες περιέχουν ναρκωτικά χωρίς οποιαδήποτε απάντηση και θέλει να γίνει αποδεκτή η θέση του ότι στη βαλίτσα υπήρχαν μαύρα λεφτά και βρέθηκε προ εκπλήξεως με το άνοιγμα της βαλίτσας που μετέφερε ότι περιείχε ναρκωτικά. Είναι γεγονός ότι από τη σύλληψη του ο κατηγορούμενος συνεργάστηκε με την αστυνομία και έδωσε τα στοιχεία σε σχέση με το ταξίδι τους. Αυτό από μόνο του δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος έχει καταθέσει όλη την αλήθεια και για τα σημεία τα οποία θα μπορούσαν να τον εμπλέξουν στα αδικήματα. Είναι φανερή η προσπάθεια και οι ακροβατισμοί του για αποστασιοποίηση από τα πιο πάνω σημεία. Για όλους τους ανωτέρω λόγους η συγκεκριμένη θέση και εκδοχή του κατηγορουμένου απορρίπτεται ενώ η ανωτέρω εκτεθείσα εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής καθίσταται εύρημα του Δικαστηρίου. Νομική βάση και συμπεράσματα Όπως αναφέρεται και ανωτέρω και όντως εμφαντικά και ξεκάθαρα δηλώθηκε από τον κ. Αλεξάνδρου αυτό που η Υπεράσπιση αμφισβητεί επί των γεγονότων είναι η γνώση του κατηγορούμενου για το περιεχόμενο της βαλίτσας που μετέφερε. Είναι γεγονός ότι η μαρτυρία που έθεσε η Κατηγορούσα Αρχή για αυτό το θέμα είναι καθαρά περιστατική μαρτυρία. Η αξία καθώς και ο ορθός τρόπος προσέγγισης τέτοιου είδους μαρτυρίας έχει αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R. 73, Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 258, Γεωργίου άλλως Παφίτης ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 444). Το ακόλουθο απόσπασμα από την σελίδα 7 της απόφασης στην υπόθεση Παφίτης (ανωτέρω) είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικό και το μεταφέρουμε αυτούσιο: «Το πρώτο που διευκρινίζεται είναι ότι ποιοτικά η περιστατική μαρτυρία δεν υπολείπεται, ούτε είναι υποδεέστερης αξίας από την άμεση μαρτυρία. Η σημασία της έγκειται στα συμπεράσματα που μπορεί να εξαχθούν από το περιεχόμενο της. Κλασσικό παράδειγμα είναι η παρουσία όπως στην προκειμένη περίπτωση, δακτυλικών και παλαμικών αποτυπωμάτων. Αποκαλύπτουν την επαφή του εφεσείοντα με τα σύνεργα του εγκλήματος, γεγονός σχετικό προς το ποιος διέπραξε το έγκλημα, παρόλον που δεν είναι, αφ΄ εαυτού, καθοριστικό για την απόδειξη της ενοχής του κατηγορούμενου. Το γεγονός, συνεκτιμούμενο με άλλα περιστατικά του εγκλήματος, μπορεί να δικαιολογήσει την καταδίκη του κατηγορούμενου εφόσον τα περιστατικά, σωρευτικά αποτιμούμενα, οδηγούν συμπερασματικά στην ενοχή του. έχουν αυτά τα χαρακτηριστικά, εφόσον δεν επιδέχονται λογικά άλλης ερμηνείας ή εξήγησης από την ενοχή του κατηγορούμενου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την Fournides (ανωτέρω), είναι ενδεικτικό της σημασίας της περιστατικής μαρτυρίας και πότε μπορεί να στοιχειοθετήσει την ενοχή του κατηγορουμένου (σελ. 97): "Guided by Cyprus and English precedent, the noted that circumstantial evidence, like other species of evidence, must be judged on its merits. There is, indeed, no judicial predisposition against circumstantial evidence. The feature that distinguished it from direct evidence is that though individual parts of it are not in themselves conclusive of the guilt of the accused, this may be the cumulative effect of pieces of circumstantial evidence strung together; provided always its causative effect is incompatible with any basis other than that of guilt of the accused. Where cogent, it must be stressed, circumstantial evidence may provide a basis for the conviction of the accused that eliminates the possibility of a conviction founded on human error."» Θα εξετάσουμε τα σημεία περιστατικής μαρτυρίας ένα προς ένα και ακολούθως θα τα συνεκτιμήσουμε σφαιρικά. Όπως τονίστηκε και στην υπόθεση Fournides (ανωτέρω) και επαναλήφθηκε στη Γενικός Εισαγγελέως ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. σελ. 9 μπορεί τα μεμονωμένα στοιχεία περιστατικής μαρτυρίας να μην οδηγούν από μόνα τους κάπου όμως η σωρευτική τους θεώρηση θα μπορούσε να δημιουργήσει μία τέτοια συνοχή ώστε να καθιστούν το συμπέρασμα ενοχής αναπόφευκτο. Αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός ότι το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 9 και 14 δηλαδή της μπλε ταξιδιωτικής βαλίτσας που μετέφερε ο κατηγορούμενος και της μαύρης ταξιδιωτικής βαλίτσας που μετέφερε ο Δημήτρης Βασιλείου ήταν κάνναβη από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη συνολικού βάρους 24 κιλών και 953 γραμμαρίων και ρητίνη κάνναβης συνολικού βάρους 177,498 γρ.. Απαραίτητο συστατικό στοιχείο των κατηγοριών 6, 8, 10 και 12 είναι εκείνο της κατοχής. Όπως επεξηγήθηκε στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)1 ΑΑΔ 211, σε περίπτωση ισχυριζόμενης παράνομης κατοχής ναρκωτικών ουσιών, ο όρος «κατοχή» μέσα στην έννοια του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου του 1977 σημαίνει φυσικό έλεγχο με ταυτόχρονη γνώση της φύσεως του αντικειμένου της κατοχής. Σε άλλη απόφαση του, το Εφετείο στην υπόθεση Queiss v. Republic
(1987)2 CLR 49 at 61, εξήγησε ότι η «κατοχή» εμπεριέχει το στοιχείο της γνώσης και κάποιου βαθμού έλεγχο επί του απαγορευμένου φαρμάκου. Όπως πρόσθεσε το Εφετείο, άμεση μαρτυρία περί γνώσης, σπάνια ενυπάρχει. Πιο συχνά, αυτή εξάγεται συμπερασματικά από τα περιστατικά της υπόθεσης και ιδιαίτερα από τη σύνδεση τους με τις ενέργειες του Κατηγορούμενου σε σχέση με τις απαγορευμένες ουσίες. (Βλ. επίσης Blackstones Criminal Practice
(2009)σελ. 947, παρ. Β 19 και επόμενα). Το στοιχείο αυτό ανάγεται αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία του κατηγορουμένου (Joussef v. Republic
(1993)2 A.A.Δ. 289). Για απόδειξη αυτής επιστρατεύεται περιστατική μαρτυρία, αφού η συμπεραινόμενη γνώση ως περιστατική μαρτυρία, τότε μόνο μπορεί να αποτελέσει βάση για καταδίκη του κατηγορούμενου όταν η ενοχή του προκύπτει από τη σύγκριση της μαρτυρίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Στην υπόθεση Βενιζέλου ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 59, έχει αναφερθεί ότι η γνώση, όπως και η πρόθεση, δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης, κατά κανόνα δε συνάγεται μέσα από τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης ως εύλογα εξαγόμενο συμπέρασμα από τα ευρήματα του Δικαστηρίου (βλ. Σταυρινού ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 706 και το σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading, Evidence and Practice, 36η έκδοση, σελ. 364, παράγρ. 1010). Στην κρινόμενη υπόθεση αποτελεί παραδεκτό γεγονός η φυσική κατοχή και μεταφορά των απαγορευμένων ουσιών από τον κατηγορούμενο. Αυτό που εξετάζεται είναι η ένοχη διάνοια (mens rea) δηλαδή η γνώση της κατοχής του αντικειμένου. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω θεωρούμε πως υπάρχει αρκετή μαρτυρία περιστατικής φύσεως ώστε να κριθεί πως ο κατηγορούμενος είχε γνώση του περιεχομένου της βαλίτσας που μετάφερε ο ίδιος καθώς και του περιεχομένου της βαλίτσας που μετέφερε ο Δημήτρης Βασιλείου. - Ο Μ.Κ.4 Αστ. 4067 Δημήτρης Χριστοφίδης βρισκόμενος στο χώρο αφίξεων του αεροδρομίου Πάφου αντελήφθη τρία πρόσωπα να εισέρχονται στην αίθουσα αφίξεων και να συμπεριφέρονται ύποπτα δηλαδή κοίταζαν δεξιά-αριστερά, κοίταζαν προς την έξοδο, προς τα πίσω και αν τους παρακολουθούσε κάποιος. Ο ένας εξ αυτών ήταν ο κατηγορούμενος ο οποίος σε κάποιο σημείο διαχωρίζεται από τους άλλους δύο και περιμένει τις αποσκευές του από άλλο σημείο του ιμάντα. Η θέση αυτή δεν αμφισβητήθηκε. - Ο κατηγορούμενος παραλαμβάνει την μπλε βαλίτσα και προχωρεί στην έξοδο μόνος του. Καλείται για έλεγχο από τον Μ.Κ.8 τελωνειακό. Απαντά αμέσως ότι η βαλίτσα ήταν δική του. Δεν έχει το κλειδί και δεν βρέθηκε κλειδί της βαλίτσας στην κατοχή του. Οι μόνες αντιδράσεις του ήταν «τι να πω» όταν διαπιστώθηκε ότι στη βαλίτσα υπήρχαν απαγορευμένες ουσίες και «εντάξει» όταν τον πληροφόρησε ότι βρισκόταν υπό σύλληψη. Καμιά άλλη αντίδραση, όπως φυσιολογικά θα αναμενόταν από ένα αθώο πρόσωπο να διαμαρτυρηθεί, να προσθέσει έστω, ότι δεν είναι δικά του, να δηλώσει την άγνοια του, να διακηρύξει την αθωότητα του. Αντίθετα φαίνεται να αφήνεται στις εξελίξεις και να δέχεται μοιρολατρικά την μοίρα του που η ενοχή του δημιούργησε. - Βρίσκεται στον ίδιο χώρο με το Βασιλόπουλο - τον υπαίτιο, όπως ο ίδιος δηλώνει, του παθήματος του - και δεν ξεσηκώνεται, δεν αντιδρά, δεν τον μέμφεται. - Μέσα από τη μαρτυρία του ιδίου του κατηγορούμενου τόσο από τις καταθέσεις όσο και προφορικά διαπιστώνεται σε μεγάλο βαθμό η ανησυχία του για το περιεχόμενο της βαλίτσας που θα μετέφερε. Σε ερώτηση του δικηγόρου του ώστε να δώσει περαιτέρω πληροφορίες σε σχέση με την συζήτηση που είχε αρχικώς με τον Βασιλόπουλο και ότι «πιθανόν οι βαλίτσες να είχαν μαύρα λεφτά». Ο κατηγορούμενος απάντησε «δεν μου είπε πού θα πάμε, μου είπε στην Κεντρική Ευρώπη συγκεκριμένα και να πάρουμε κάτι βαλίτσες που θα περιείχαν μέσα μαύρο χρήμα» και συνεχίζει και λέει τον ρώτησα δεύτερη φορά «γιατί δεν μου έδινε σαφή απάντηση, ήταν πώς να το πω..» Διαπιστώνεται ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος δεν πείθετο από τις απαντήσεις του Βασιλόπουλου συνάμα όμως ισχυρίζεται ότι είχε εμπιστοσύνη στο φίλο του. - Βλέπει τον Βασιλόπουλο να επικοινωνεί με ένα πρόσωπο το οποίο το αποκαλεί πατέρα και ο κατηγορούμενος πιστεύει ότι είναι το μεγάλο αφεντικό. Ο Βασιλόπουλος πριν την αναχώρηση από το αεροδρόμιο Αθηνών του δίδει τηλέφωνο χρώματος μαύρου και το ίδιο τηλέφωνο δίδει και στο Βασιλείου και κρατά και ο ίδιος ένα και του δίδει οδηγίες ότι θα πρέπει να επικοινωνούν μόνο με αυτό το τηλέφωνο. Τελικός προορισμός ήταν το Άμστερνταμ. Κατά την παραμονή τους στο Άμστερνταμ επισκέπτονται coffee shop στο οποίο ο ίδιος ο κατηγορούμενος διαπιστώνει να γίνεται χρήση απαγορευμένων ουσιών, αλλά ξαφνιάζεται για το περιεχόμενο της βαλίτσας όταν αυτή ανοίχθηκε στο αεροδρόμιο Πάφου. - Στο αεροδρόμιο των Βρυξελών διαπιστώνεται ότι δεν ήταν μια απλή καθυστέρηση για έλεγχο των ταυτοτήτων όπως αρχικά παρουσιάσθηκε αλλά και τα τρία πρόσωπα μεταφέρθηκαν σε χώρο σαν κρατητήρια και κρατήθηκαν για 10-15 λεπτά και εκεί τον καθησύχασε ο Βασιλόπουλος ότι οι λόγοι ήταν τυπικοί λόγω της ταυτότητας του Βασιλόπουλου. Αν αφορούσε όμως μόνο την ταυτότητα του Βασιλόπουλου γιατί τους μετέφεραν και τους κράτησαν και τους τρεις. - Συνεχίζει να διερωτάται για το περιεχόμενο της βαλίτσας και από το σημείο αυτό, όπως δηλώνει, φαίνεται να πέρασε από το μυαλό του ότι μπορεί να υπήρχαν ναρκωτικά στη βαλίτσα. Υποψιάζεται ναρκωτικά και όχι οτιδήποτε άλλο παράνομο, όμως συνεχίζει χωρίς αποστασιοποίηση στην ολοκλήρωση της συμφωνίας για μεταφορά της βαλίτσας. Αυτό που διαπιστώνεται από την όλη συμπεριφορά του κατηγορουμένου καθ΄ .όλη τη διάρκεια του ταξιδιού, είναι πως η ύπαρξη τόσων συμπτώσεων και ο συγχρονισμός όλων των πιο πάνω γεγονότων δεν οδηγούν σε οποιαδήποτε άλλα συμπεράσματα πέραν του γεγονότος ότι στις βαλίτσες υπήρχαν απαγορευμένες ουσίες. Γεγονός το οποίο γνώριζε ο κατηγορούμενος. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος του κατηγορούμενου έδωσε ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε το κλειδί και συνεπώς πριν ανοιχθεί η βαλίτσα στο τελωνείο δεν είχε τη δυνατότητα να δει το περιεχόμενο της. Δεν συμφωνούμε με την εισήγηση αυτή, με δεδομένα όλα τα όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν. Το γεγονός αυτό από μόνο του και μόνο ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε το κλειδί δεν δηλώνει και μη γνώση του περιεχομένου. Παρά το ανωτέρω ρητό εύρημα μας περί βεβαιότητας της γνώσης που είχε ο κατηγορούμενος για το περιεχόμενο των βαλιτσών υποδεικνύουμε πως ακόμη και με βάση τα όσα ο ίδιος έχει δηλώσει προκύπτει ότι υπήρχε ο ίδιος βαθμός γνώσης ο οποίος συνάγεται από την εθελοτυφλία που αυτός επέδειξε. Στην υπόθεση Henry Hudfield v. Διευθύντριας Τμήματος Τελωνείων
(2002)2 Α.Α.Δ. 414 στη σελίδα 428 παραπέμπει στο απόσπασμα από το Criminal Law Review, 1989, σελίδα 212, το οποίο αναφέρει, υπό μορφή σχολίου, τι αποτελεί εθελοτυφλία η οποία συνιστά γνώση: "A requirement of knowledge is sometimes held to be satisfied by proof of a "willful blindness" as where "the defendant had deliberately shut his eyes to the obvious or refrained from inquiring because he suspected the truth but did not want to have his suspicion confirmed". Westminster City Council v. Croyalgrange
(1986)2 All E.R. 353 at p.359 (H.L.)" Σε ελεύθερη μετάφραση: «Μερικές φορές θεωρείται ότι υπάρχει το στοιχείο της γνώσης με την απόδειξη εθελοτυφλίας όπου π.χ. ο κατηγορούμενος εσκεμμένα έκλεισε τα μάτια του στο φανερό (αγνόησε το φανερό) ή δεν προέβη σε διερεύνηση καθότι υποψιάστηκε την αλήθεια αλλά δεν επιθυμούσε να επιβεβαιωθούν οι υποψίες του.» Στην υπόθεση R. v. Griffiths
(1974)60 Cr. App. Rep. 14, εξηγώντας το Αγγλικό Εφετείο ότι εθελοτυφλία δεν αποτελεί βαθμό γνώσης διαφορετικό από την πραγματική γνώση η οποία πρέπει να διαπιστώνεται ως γεγονός, παρατηρεί τα εξής όσον αφορά τη μορφή που θα πρέπει να έχει η καθοδήγηση προς τους ενόρκους, σε ένα ορκωτό δικαστήριο: "To direct the jury that the offence is committed if the defendant suspecting that the goods were stolen, deliberately shut his eyes to the circumstances as an alternative to knowing or believing the goods were stolen is a misdirection. To direct the jury that, in common sense and in law, they may find that the defendant knew or believed the goods to be stolen because he deliberately closed his eyes to the circumstances is a perfectly proper direction".» Σε όλο το φάσμα της μαρτυρίας του τόσο στην κυρίως εξέταση όσο και στην αντεξέταση αλλά και στις καταθέσεις του (Τεκμήρια 51 και 52) εκφράζει συνεχώς την ανησυχία του για το περιεχόμενο των βαλιτσών που θα μεταφέροντο. Γι΄ αυτό συνεχώς ρωτά σχετικά τον Βασιλόπουλο. Πριν ξεκινήσει το ταξίδι επαναλαμβάνει την ερώτηση γιατί δεν του έδινε σαφείς απαντήσεις. Μεταβαίνει μαζί του στο Άμστερνταμ με ένα τρίτο πρόσωπο, τον Βασιλείου τον οποίο γνωρίζει στην Αθήνα. Όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε κατά τη διανυκτέρευση τους στο Άμστερνταμ μετέβηκαν σε κάποιο coffee shop στο οποίο ο χώρος ήταν αποπνικτικός και αυτός επειδή είναι κατά των ουσιών αυτών που κάπνιζαν στο συγκεκριμένο υποστατικό βγήκε έξω και περίμενε τους άλλους. Στο αεροδρόμιο των Βρυξελών, όπως ο ίδιος δηλώνει, έκανε τη σκέψη ότι στις βαλίτσες υπήρχαν απαγορευμένες ουσίες. Γιατί δεν ρώτησε ευθέως εκείνη τη στιγμή το Βασιλόπουλο για το περιεχόμενο; Γιατί ανέβηκε στο αεροπλάνο; Γιατί δεν εγκατέλειψε εκεί το σκοπό του; Η μόνη αντίδραση την οποία εκδήλωσε ήταν να ρωτήσει το Βασιλόπουλο μέσα στο αεροπλάνο χωρίς να λάβει οποιαδήποτε απάντηση. Όμως συνεχίζει την αποστολή του. Μέσα από τα πιο πάνω λεχθέντα του ιδίου του κατηγορουμένου αναδύεται η ανησυχία του παρά την προσπάθεια του στο Δικαστήριο να παρουσιάσει τον εαυτό του ως ένα χαζοφιλότιμο (χαρακτηρισμό που έθεσε ο ίδιος) ο οποίος δεν αντιδρά και ακολούθησε αυτή την πορεία γιατί ενεπιστεύθη απόλυτα τον φίλο του ο οποίος τον εβοήθησε να βρει δουλειά, η οποία όπως διαπιστώνεται από τα όσα ο ίδιος ανέφερε στο Δικαστήριο είχε ημερομηνία λήξης. Είναι φανερό ότι ο κατηγορούμενος μόνο στην περίπτωση που εθελοτυφλούσε θα ήταν βέβαιος ότι στις βαλίτσες δεν υπήρχαν ναρκωτικά. Όλα τα πιο πάνω οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος είχε γνώση του περιεχομένου τόσο της βαλίτσας που μετέφερε ο ίδιος όσο και της βαλίτσας που μετέφερε ο Βασιλείου. Στο σημείο αυτό αναφέρουμε ότι με βάση τα παραδεκτά γεγονότα και την όλη στάση που έχει τηρήσει η Υπεράσπιση δεν υπάρχει οποιοσδήποτε διαχωρισμός των βαλιτσών που μετέφερε τόσο ο κατηγορούμενος όσο και ο Βασιλείου. Πέραν τούτου μέσα από τη μαρτυρία διαπιστώνεται ότι ο κατηγορούμενος παρέλαβε μία από τις δύο βαλίτσες για να την μεταφέρει στην Κύπρο ως μέρος της συνολικής ενέργειας για μεταφορά των δύο βαλιτσών. Παρά το ότι δεν υπήρξε εισήγηση περί του αντιθέτου, διαπιστώνεται πως ο κατηγορούμενος είχε κοινή κατοχή των βαλιτσών που μεταφέρθηκαν την επίδικη ημερομηνία. Στη Σίφουνας ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. με υιοθέτηση της R. v. Scarfe
(1971)Cr.L.R. 592 λέχθηκε πως «..το κριτήριο της κοινής κατοχής, συνίσταται στο κατά πόσο τα ναρκωτικά αποτελούν μια κοινή παρακαταθήκη (common pool) από την οποία όλοι οι εμπλεκόμενοι είχαν το δικαίωμα να προβούν σε ανάληψη κατά βούληση». Ως εκ τούτου καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κατοχής ναρκωτικών ουσιών πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (κατηγορίες 6 και 8). Περαιτέρω για σκοπούς του αδικήματος της κατοχής με σκοπό την προμήθεια, προσθέτουμε τα εξής: Το Άρθρο 30Α του Νόμου, έχει θεσπίσει μαχητό τεκμήριο απόδειξης της κατοχής των ναρκωτικών με σκοπό την προμήθεια τους σε τρίτο πρόσωπο. Σύμφωνα με αυτό, εφόσον καταδειχθεί ότι πρόσωπο κατείχε ελεγχόμενο φάρμακο η ποσότητα του οποίου υπερβαίνει την υπό του Νόμου καθοριζομένη, τότε αυτός θεωρείται ότι κατείχε το φάρμακο με σκοπό να το προμηθεύσει σε τρίτο πρόσωπο, εκτός αν ικανοποιήσει το Δικαστήριο για το αντίθετο. Για την περίπτωση της κάνναβης και ρητίνης κάνναβης, η ύποπτη ποσότητα ικανοποιούσα το τεκμήριο είναι 30 ή περισσότερα γραμμάρια, ποσότητα που στην παρούσα υπόθεση υπερβαίνει κατά πολύ το όριο της ποσότητας που κάποιος θα εδικαιολογείτο να έχει για δική του χρήση. Στην υπό εκδίκαση υπόθεση τόσο η ποσότητα της κάνναβης όσο και αυτή της ρητίνης κάνναβης που μετέφερε ο κατηγορούμενος ήταν πολύ περισσότερη των 30 γρ. και ο κατηγορούμενος δεν έχει δώσει οποιαδήποτε άλλη εξήγηση περί του αντιθέτου. Ως εκ τούτου καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της παράνομης κατοχής ναρκωτικών ουσιών με σκοπό την προμήθεια τους σε τρίτο πρόσωπο πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (κατηγορίες 10 και 12). Με βάση την πιο πάνω κατάληξη και το δεδομένο ότι δεν έχει αμφισβητηθεί ότι οι απαγορευμένες ουσίες που περιείχαν οι βαλίτσες (Τεκμήρια 9 και 14) εισήχθησαν από τις Βρυξέλλες διά μέσου του αεροδρομίου Πάφου διαπιστώνεται και η απόδειξη των συστατικών στοιχείων πέρας πάσης λογικής αμφιβολίας των κατηγοριών 2 και 4. Το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότερα πρόσωπα συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέραν από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν, σταμάτησαν, παρεμποδίστηκαν, απέτυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. Αν ένας κατηγορούμενος αθωωθεί στην κατηγορία για τη διάπραξη ενός αδικήματος, δεν έπεται ότι θα πρέπει να απαλλαγεί και στην κατηγορία με την οποία κατηγορείται για συνωμοσία διάπραξης εκείνου του αδικήματος (Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134). Η συνωμοσία, εκτός της ύπαρξης συμφωνίας, περιλαμβάνει και το στοιχείο της πρόθεσης (mens rea) και για τούτο, η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδεικνύει όχι μόνο τη συμφωνία μεταξύ των κατ' ισχυρισμό συνωμοτών να εκτελέσουν ένα παράνομο σκοπό (αποδεικνυόμενης είτε με λόγια είτε άλλο τρόπο επικοινωνίας μεταξύ τους), αλλά επιπρόσθετα θα πρέπει να αποδεικνύει την πρόθεση στη σκέψη καθενός κατ' ισχυρισμό συνωμότη να εκτελέσει τον παράνομο σκοπό (R. v. Thompson, 50 Cr. App. R. 1). Ο κατηγορούμενος σύμφωνα με την μαρτυρία η οποία δεν έχει αμφισβητηθεί συνταξίδεψε με τους Δημήτρη Βασιλόπουλο και Δημήτριο Βασιλείου από την Αθήνα μέσω Βουκουρεστίου για Άμστερνταμ και μέσω Βρυξελών για την Πάφο. Στο Άμστερνταμ διέμειναν στο ίδιο ξενοδοχείο και συγκεκριμένα κατηγορούμενος και Βασιλόπουλος σε ένα δωμάτιο και ο Βασιλείου σ΄ άλλο. Ισχυρισμός του κατηγορούμενου είναι ότι αυτό που συμφώνησε με τον Βασιλόπουλο είναι να μεταφέρει ταξιδιωτικές βαλίτσες από μια χώρα σε άλλη. Ήδη έχουμε προβεί σε εύρημα για τη γνώση, από τον κατηγορούμενο, του περιεχομένου των βαλιτσών. Η όλη δομή όπως αυτή διαπιστώνεται μέσα από το περιεχόμενο της μαρτυρίας του ίδιου του κατηγορούμενου βασίζεται σε μια συμφωνία. Αρχικώς μεταξύ του κατηγορούμενου και του Βασιλόπουλου και στη συνέχεια σιωπηρή αποδοχή του Βασιλείου. Ο τελευταίος συστήνεται στον κατηγορούμενο από τον Βασιλόπουλο ότι θα ταξιδέψει και αυτός μαζί τους για να μεταφέρει μια βαλίτσα. Περαιτέρω ο Βασιλόπουλος μιλά στο τηλέφωνο με κάποιον που τον αποκαλεί πατέρα και λαμβάνει οδηγίες. Ο κατηγορούμενος αναφέρει στην κατάθεση του (Τεκμήριο 52) «Αφού μίλησε στο τηλέφωνο με κάποιον που τον αποκαλούσε πατέρα κα όπως κατάλαβα αυτός ήταν το μεγάλο αφεντικό». Αυτό δηλώνει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ή τουλάχιστον αντιλήφθηκε ότι όλη η διαδικασία και συγκεκριμένα η μετάβαση στο Άμστερνταμ και ακολούθως μέσω Βρυξελών στην Κύπρο ήταν στηριγμένη σε μια συμφωνία. Με βάση τα πιο πάνω στοιχεία διαπιστώνεται άνετα ότι ο κατηγορούμενος έχει συμφωνήσει με τους Βασιλόπουλο και Βασιλείου για την διάπραξη των αδικημάτων και ως εκ τούτου καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συνωμοσίας που αφορούν τις κατηγορίες 1, 3, 5, 7, 9 και 11. Συνακόλουθα ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει . (Υπ)............. Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. (Υπ)............. Λ. Μάρκου, Α.Ε.Δ. (Υπ)............. Μ. Δρουσιώτης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Assize/Final cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.