← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. RUBEN JOSEPH REMIENDO κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3621/2012, 12/8/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. RUBEN JOSEPH REMIENDO κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3621/2012, 12/8/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:B146 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3621/2012 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v.

  1. RUBEN JOSEPH REMIENDO
  2. ΦΙΛΙΟΣ ΡΩΣΣΙΔΗΣ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 12.08.14 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου (ο κ. Σ. Συμεού για ν' ακούσει ποινή) Για Κατηγορούμενο 2: κος Α. Στεφάνου Κατηγορούμενος 2: παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος 2 βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, στην κατηγορία της μεταφοράς πυροβόλου όπλου κατηγορίας 'Δ' εντός της Δημοκρατίας κατά τη διάρκεια κλειστής περιόδου κατά παράβαση του άρθρου 28

(2)του Ν.113(Ι)/2004 μετά των συναφών τροποποιήσεων (πρώτη κατηγορία), σε 3 κατηγορίες μεταφοράς εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών κατά παράβαση του άρθρου 4
(4)(δ) του Κεφ.54 μετά των συναφών τροποποιήσεων (δεύτερη, τρίτη και τέταρτη κατηγορία), στην κατηγορία της κατοχής απαγορευμένων μέσων σύλληψης αγρίων πτηνών κατά παράβαση των άρθρων 2, 44, 45, 88, 90 και 100 του Ν.152(Ι)/2003 μετά των συναφών τροποποιήσεων (ένατη κατηγορία) και της κατηγορίας της κατοχής προστατευμένων αγρίων πτηνών κατά παράβαση των άρθρων 3, 5, 8
(1)(ε)
(2), 88 και 100 του Ν.152(Ι)/2003 (ενδέκατη κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, ο κατηγορούμενος 2 στις 26.04.11 στην τοποθεσία 'Λίμνη' στην Πόλη Χρυσοχούς της επαρχίας Πάφου μετέφερε μέσα στο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΕΖΚ 506 το πυροβόλο όπλο κατηγορίας Δ με αριθμό εγγραφής Ν29631 κατά τη διάρκεια κλειστής περιόδου για το κυνήγι καθώς επίσης 663 πλήρη φυσίγγια ΔΟΚΟ, 32 πλήρη φυσίγγια ΦΛΟΠΕΡΤ και 6 κροτίδες με την επιγραφή 'Mefisto', οι οποίες περιείχαν εκρηκτική ύλη χαμηλής ισχύος χωρίς την άδεια του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών. Περαιτέρω, κατά τον ίδιο με πιο πάνω χρόνο και στον προαναφερόμενο τόπο ο κατηγορούμενος 2 είχε στην κατοχή του μία ηχοπαραγωγική συσκευή με μιμητικές φωνές αγρίων πουλιών καθώς και δύο τσακροσγάρτηλα. Αναφορικά με τις κατηγορίες 5, 6, 7, 8, 10, 16, 17, 18 και 19 η κατηγορούσα αρχή προέβηκε στη διακοπή τους και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος 2 απαλλάχτηκε σ' αυτές. Εκθέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι στις 26.04.11, ημερομηνία που ήταν εντός της περιόδου κλειστής για το κυνήγι, οι ειδικοί αστυφύλακες 6165 Δ. Δημητρίου (Μ1) και 6162 Γ. Χαραλάμπους (Μ2) βρίσκονταν σε υπηρεσία για πάταξη της λαθροθηρίας όταν στην περιοχή 'Λίμνη' στην Πόλυ Χρυσοχούς εντόπισαν το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΕΖΚ 506 που οδηγείτο από ένα αλλοδαπό και συνοδηγό τον κατηγορούμενο 2 να κινείται ύποπτα με αποτέλεσμα να το σταματήσουν για έλεγχο. Κατόπιν έρευνας που διεξήχθηκε στο εν λόγω όχημα με τη συγκατάθεση των επιβατών του, ανευρέθηκε ένα συναρμολογημένο έμφορτο όπλο κατηγορίας ΔΟΚΟ, 6 κροτίδες με την επιγραφή 'Mefisto' να βρίσκονται σωρηδόν σε περίοπτη θέση, 663 πλήρη φυσίγγια ΔΟΚΟ και 32 πλήρη φυσίγγια ΦΛΟΠΕΡΤ που βρίσκονταν χύμα στο έδαφος στο πίσω μέρος του οχήματος, μία ηχοπαραγωγική μηχανή, η οποία εξέπεμπε μιμητικές φωνές αγρίων πουλιών και 2 τσακροσγάρτηλα που είναι άγρια πτηνά, των οποίων η θήρα και σύλληψη απαγορεύεται. Όλα τα ανευρεθέντα αντικείμενα παραλήφθηκαν, μεταξύ των οποίων, το πυροβόλο όπλο και τα φυσίγγια που αποστάληκαν για εξετάσεις στο εγκληματολογικό εργαστήριο όπου διαπιστώθηκε ότι βρίσκονταν σε καλή και χρησιμοποιήσιμη κατάσταση. Σε θεληματική κατάθεση που έδωσε αργότερα στην αστυνομία ο κατηγορούμενος 2 παραδέχτηκε ότι όλα τα ανευρεθέντα αντικείμενα είναι δικά του. Καταλήγοντας, η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος 2 είναι λευκού ποινικού μητρώου ενώ παράλληλα δήλωσε πως έχουν δημιουργηθεί έξοδα ύψους €90,00 σε σχέση με την υπόθεση αυτή. Λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος 2 παραδέχτηκε ότι διέπραξε, το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για την ετοιμασία έκθεσης από το Γραφείο Ευημερίας, πράγμα που έγινε. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της, ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 40 ετών, διαζευγμένος και πατέρας ενός ανήλικου παιδιού ηλικίας 13 ετών. Είναι το δεύτερο σε σειρά από τα τρία παιδιά της οικογένειας. Ο κατηγορούμενος 2 διαμένει μαζί με την συμβία του σε διαμέρισμα δύο υπνοδωματίων που ανήκει στην πατρική οικογένεια του και διαθέτει την απαραίτητη επίπλωση και οικιακό εξοπλισμό για τις ανάγκες της οικογένειας. Τα μηνιαία εισοδήματα της οικογένειας του ανέρχονται σε €1.564,00 που προέρχονται από επιδόματα και από το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων πλέον €900,00 από εργασία της συμβίας του. Στο παρελθόν απασχολήθηκε σαν σερβιτόρος και ως επαγγελματίας ψαράς. Το 2001 απεβίωσε ο μικρότερος αδελφός του σε ατύχημα της Εθνικής Φρουράς ενώ πρόσφατα απεβίωσε και ο πατέρας του λόγω καρδιολογικών προβλημάτων. Το 2008, ενώ ο κατηγορούμενος 2 ψάρευε τραυματίστηκε πολύ σοβαρά και έκτοτε παρέμεινε παραπληγικός. Ως αποτέλεσμα του τραυματισμού του, ο κατηγορούμενος 2 υποβλήθηκε σε διάφορες εγχειρήσεις και θεραπείες στην Κύπρο και στο εξωτερικό. Ο κατηγορούμενος 2 κινείται με αναπηρικό καροτσάκι και εξυπηρετείται πλήρως από άλλα άτομα. Μέχρι πρόσφατα εργοδοτούσε αλλοδαπό φροντιστή. Παράλληλα, παρακολουθείται τακτικά από ειδικούς ιατρούς στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και καθημερινά λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή και ακολουθεί πρόγραμμα φυσιοθεραπείας. Χωρίς να αμφισβητήσει επί της ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθηκαν από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης, αφού ανάφερε ότι ο πελάτης του αναγνωρίζει την σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε, ότι απολογείται για την αξιόποινη συμπεριφορά του και υπόσχεται ότι δεν θα εμφανιστεί ξανά ενώπιον της δικαιοσύνης, κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του ως μετριαστικούς παράγοντες το λευκό ποινικό μητρώο και την άμεση παραδοχή του κατηγορουμένου τόσο στις αστυνομικές αρχές όσο και στο Δικαστήριο. Όπως ο κύριος Στεφάνου είπε, πρόκειται για ένα μεμονωμένο περιστατικό που συνέβηκε μέσα από μία ατυχής επιπόλαια στιγμή και για το οποίο ο πελάτης του έχει επιδείξει μεταμέλεια. Ερχόμενος στις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου 2, ο εν λόγω συνήγορος υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας προσθέτοντας πως η μητέρα του πελάτη του, εκτός από καρδιολογικά προβλήματα, υπέστηκε εγκεφαλικό επεισόδιο ενώ πάσχει και από σακχαρώδη διαβήτη. Αναφερόμενος στον κατηγορούμενο 2, ο κύριος Στεφάνου είπε ότι δεν τυγχάνει καμίας οικονομικής ή άλλης στήριξης από οποιοδήποτε άλλο άτομο και ότι ο ίδιος από μόνος του βιώνει την δύσκολη καθημερινότητα του. Περαιτέρω, ο συνήγορος υπεράσπισης επικαλέστηκε το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα ως ακόμη ένα ελαφρυντικό παράγοντα που θα πρέπει να υπολογιστεί κατά την επιμέτρηση του κατάλληλου είδους και ύψους της ποινής στον πελάτη του. Καταλήγοντας ο κύριος Στεφάνου ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο προσανατολίζεται να επιβάλει στον κατηγορούμενο 2 ποινή στερητικής της ελευθερίας του να ανασταλεί καθότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο ενώ παράλληλα αιτήθηκε την επιστροφή του πυροβόλου όπλου επειδή αποτελεί το μοναδικό ενθύμιο που ο πελάτης του έχει από τον πρόσφατο θάνατο του πατέρα του. Αναμφίβολα όλα τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι διέπραξε είναι πολύ σοβαρά, γεγονός που αναγνώρισε ευθέως ο συνήγορος υπεράσπισης αλλά και όπως είπε αντιλήφθηκε και ο ίδιος ο πελάτης του. Ενδεικτική δε της σοβαρότητας τους είναι κατ' αρχήν οι προβλεπόμενες στο νόμο ποινές. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 632, Παπαγεωργίου (Γιάγκος) v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 646 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Συγκεκριμένα, το αδίκημα της μεταφοράς πυροβόλου όπλου κατηγορίας 'Δ' εντός της Δημοκρατίας κατά τη διάρκεια κλειστής περιόδου για το κυνήγι χωρίς να έχει εξασφαλιστεί ειδική άδεια ή να υπάρχει εξουσιοδότηση για κάτι τέτοιο τιμωρείται με βάση το άρθρο 51 του Ν.113(Ι)/2004 με ποινή φυλάκισης μέχρι 15 έτη ή με χρηματική ποινή μέχρι €42.715,04 ή και με τις δύο αυτές ποινές. Το δε αδίκημα της μεταφοράς εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια του επιθεωρητή εκρηκτικών υλών επισύρει, σύμφωνα με το άρθρο 4
(4)(δ) του Κεφ.54, ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δέκα έτη ή πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τα €2.562,90 ή και τις δύο αυτές ποινές. Παράλληλα, πρόσωπο που εντοπίζεται να κατέχει απαγορευμένα μέσα σύλληψης αγρίων πτηνών υπόκειται δυνάμει του άρθρου 88 του Ν.152(Ι)/2003 σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα 3 χρόνια ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €17.086,01 ή και στις δύο αυτές ποινές. Ακόμη όποιος διαπράττει το αδίκημα της κατοχής προστατευμένων αγρίων πτηνών των οποίων απαγορεύεται η θήρα και σύλληψη τιμωρείται με βάση το άρθρο 88 του Ν.152(Ι)/2003 σε φυλάκιση που επίσης δεν υπερβαίνει τα 3 χρόνια ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €17.086,01 ή και στις δύο αυτές ποινές. Επιπλέον των πιο πάνω, το Δικαστήριο έχει εξουσία δυνάμει των άρθρων 89 και 90 του Ν.113(Ι)/2004: (α) να επιβάλει βαθμούς ποινής, (β) να απαγορεύσει την ανανέωση άδειας κυνηγίου ή τη μεταφορά κυνηγετικού όπλου για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα δέκα χρόνια, (γ) να δημεύσει το εμπλεκόμενο κυνηγετικό όπλο ή άλλο αντικείμενο με το οποίο ή αναφορικά προς το οποίο διαπράχθηκε το αδίκημα. Δυστυχώς τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στην Κύπρο παρουσιάζει έξαρση με εμφανή καταστροφικά αποτελέσματα (Παναγίδης v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104). Η συνδυασμένη διάπραξη τέτοιων ειδών αδικημάτων όπως αυτά του παρόντος κατηγορητηρίου καταγράφει αυξητική τάση με οδυνηρές και επιζήμιες συνέπειες και πραγματοποιείται με σχετική ευκολία, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. Αυτός είναι ένα επιπλέον στοιχείο που καθιστά τα αδικήματα αυτά σοβαρά. Η σοβαρότητα των αδικημάτων που αφορούν την παράνομη μεταφορά και χρήση όπλων και εκρηκτικών υλών έγκειται επίσης όταν η διάπραξη τους συνοδεύεται με παράνομες πράξεις οι οποίες παραβιάζουν τον σκοπό και τις διατάξεις οποιασδήποτε νομοθεσίας. Ακόμη το Δικαστήριο αντιμετωπίζει τέτοιας φύσεως αδικήματα με αυστηρότητα επιβάλλοντας τέτοιες ποινές που να οδηγούν σε προστασία των νομοταγών πολιτών, της περιουσίας τους αλλά και του περιβάλλοντος κάτω από τον οποίον ζουν. Στην περίπτωση που η μεταφορά και χρήση πυροβόλου όπλου και φυσιγγίων οδηγεί στο θάνατο ή τραυματισμό άλλου ατόμου ή ακόμη στον εκφοβισμό του ή κακόβουλη ζημιά στην περιουσία του, η επιβολή ποινής φυλάκισης είναι συνήθως το μόνο ενδεδειγμένο είδος ποινής. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στις υποθέσεις Θεοδούλου v. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 206, Γενικός Εισαγγελέας v. Λεωνίδου
(1997)2 Α.Α.Δ. 300, Παπαγεωργίου (Γιάγκος) v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 646, Γρηγορίου v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 158, Ψωμάς v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α. Δ. 312, Καύκαρος κ.ά. v. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 51, Πέγκερος v. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 143, Σούτζιης v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 224, Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ.582 και Κλεάνθους v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 281. Δεν αποκλείεται όμως επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας σε διαφορετικές από τις προαναφερόμενες περιπτώσεις και η μεταφορά και χρήση πυροβόλου όπλου και φυσιγγίων εξακολουθεί να συνδέεται με παράνομο σκοπό, αναλόγως των περιστατικών της κάθε υπόθεσης. Από τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που εκτέθηκαν καθίσταται σαφές ότι η παρούσα υπόθεση αφορά μεταφορά πυροβόλου όπλου και φυσιγγίων προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για κυνήγι αγρίων πτηνών κατά παράβαση των διατάξεων του Περί Προστασίας και Διαχείρισης Άγριων Πτηνών και Θηραμάτων Νόμο του 2003 (Ν.152(Ι)/2003). Αδικήματα που εμπίπτουν στον Ν.152(Ι)/2003 είναι εξίσου σοβαρά επειδή επηρεάζουν την πανίδα και κατ' επέκταση το φυσικό περιβάλλον του νησιού και γενικότερα αντιστρατεύονται τους σκοπούς για τους οποίους ο Ν.152(Ι)/2003θεσπίστηκε. Με την ψήφιση του πιο πάνω Νόμου ο νομοθέτης επιδίωξε την εισαγωγή μηχανισμού ελέγχου και προστασίας του περιβάλλοντος, γι' αυτό η αυστηρή προσήλωση στους Νόμους και Κανονισμούς και γενικότερα η προσεκτική επιχείρηση κυνηγίου θηράματος στα επιτρεπόμενα είδη πτηνών, στις επιτρεπόμενες μόνο περιοχές και βεβαίως τα χρονικά διαστήματα που υποδεικνύονται από την αρμόδια αρχή είναι κάτι το επιβεβλημένο. Όπως το άρθρο 3 ρητά επισημαίνει, σκοπός της κείμενης νομοθεσίας είναι: (α) Η προστασία, διατήρηση διαχείριση και εκμετάλλευση όλων των ειδών αγρίων πτηνών, (β) η προστασία, η διατήρηση ή προσαρμογή του πληθυσμού όλων των ειδών άγριων πτηνών σε ένα επίπεδο που να ανταποκρίνεται στις οικολογικές, επιστημονικές και μορφωτικές απαιτήσεις, λαμβάνοντας ωστόσο υπόψη τις οικονομικές και ψυχαγωγικές απαιτήσεις, (γ) η προστασία της άγριας πανίδας, (δ) η διασφάλιση της διατήρησης ή αποκατάστασης σε ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης των ειδών κοινοτικού ενδιαφέροντος, (ε) η προστασία της βιοποικιλότητας και η ανάσχεση της απώλειας της βιοποικιλότητας, των οικοσυστημάτων, της άγριας χλωρίδας και πανίδας της Κύπρου, καθώς και η πρόληψη μετάδοσης ασθενειών στην άγρια πανίδα. Το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Παναγιώτου v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 354, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο επικρότησε την προσέγγιση του πρωτόδικου δικαστηρίου, πραγματεύεται κατά τρόπο χαρακτηριστικό το στοιχείο της σοβαρότητας που τέτοια αδικήματα ενέχουν καθώς και τη συχνότητα διάπραξης τους αλλά και την αυστηρότητα με την οποία αυτά πρέπει να αντιμετωπίζονται: "Ο σκοπός του νόμου αυτού είναι η προστασία της πανίδας της Κυπριακής Δημοκρατίας και ειδικά στη συγκεκριμένη περίπτωση των αγρίων πτηνών που είναι προστατευόμενα. Πράξεις όπως των κατηγορουμένων πλήττουν καίρια και ουσιαστικά τους σκοπούς του νόμου εφόσον δια της χρήσεως δικτύων όπως ήταν η προκειμένη περίπτωση, γίνεται μαζική αφαίρεση άγριων πτηνών από την άγρια ζωή της Κυπριακής Δημοκρατίας στην οποία ανήκουν. Η συχνότητα δε διάπραξης τέτοιων αδικημάτων, για το οποίο γεγονός μπορώ να λάβω δικαστική γνώση ως εκ της ιδιότητας μου, ενισχύει την νομολογιακή σημασία ότι τα πρωτόδικα δικαστήρια θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα αυστηρά στην προσέγγιση τέτοιου είδους αδικημάτων με σκοπό την αποτρεπτικότητα (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Σε διάφορες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σε σχέση με υποθέσεις παρόμοιων αδικημάτων, έχει τονισθεί η αυστηρή προσέγγιση των πρωτόδικων δικαστηρίων σε συνάρτηση με την ανάγκη προστασίας της άγριας ζωής του νησιού η οποία, όπως διαπιστώθηκε, κινδυνεύει με αφανισμό (βλ. Αρχιμήδης Αντρέα ν. Αστυνομίας
(1966)2 Α.Α.Δ. 71, Prakki v. The Police
(1985)2 C.L.R. 142 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 Α.Α.Δ. 5)." Στην ίδια υπόθεση το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε τα εξής: "Η άγρια ζωή αποτελεί κοινό εθνικό πλούτο. Πρέπει να τύχει προστασίας με όλα τα μέσα που διαθέτει ο Νόμος. Επιεικής αντιμετώπιση των παραβατών θα δώσει λανθασμένα μηνύματα. Πρόσθετα η συχνότητα διάπραξης του επίδικου αδικήματος, για την οποία ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο είχε δικαστική γνώση, υπαγορεύει την επιβολή αποτρεπτικών ποινών (βλ. Παλάοντας ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ." Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, η απευθείας υπονόμευση των σκοπών του σχετικού νόμου καθώς και η ανησυχητική έξαρση στη διάπραξη τέτοιων αδικημάτων, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις ενώπιον μου υποθέσεις, είναι παράγοντες που, ανάμεσα σ' άλλα, καθιστούν τα αδικήματα σοβαρά, τα οποία χρήζουν αναχαίτισης με την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Στην πιο πάνω υπόθεση ποινή φυλάκισης 45 ημερών που το πρωτόδικο δικαστήριο επέβαλε σε άτομο που διέπραξε τα αδικήματα της καταδίωξης άγριων πτηνών μέσα σε απαγορευμένη για το κυνήγι περιοχή και της σύλληψης 60 σγαρτιλιών που είναι προστατευόμενα άγρια πτηνά και λήφθηκαν υπόψη άλλες 4 ποινικές υποθέσεις, επικυρώθηκε κατ' έφεση. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση παρατηρώ ότι τα γεγονότα αυτής όπως και τα περιστατικά που την περιβάλλουν αλλά και οι συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων την καθιστούν σοβαρή. Το ότι η αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου 2 δεν περιορίστηκε απλά στην παράνομη μεταφορά πυροβόλου όπλου αλλά επεκτάθηκε στη διάπραξη και άλλων σοβαρών αδικημάτων όπως της παράνομης μεταφοράς φυσιγγίων, της κατοχής δύο τσακροσγάρτηλων που είναι προστατευμένα άγρια πτηνά και της κατοχής μίας ηχοπαραγωγικής συσκευής με μιμητικές φωνές αγρίων πουλιών που θεωρείται απαγορευμένο μέσο σύλληψης αγρίων πτηνών απλά πιστοποιεί ότι το πυροβόλο όπλο και τα φυσίγγια μεταφέρθηκαν προκειμένου να παραβιαστούν οι σκοποί του Ν.152(Ι)/
  1. Μάλιστα η ενέργεια του κατηγορουμένου 2 μαζί με άλλο άτομο να κυνηγήσουν προστατευμένα άγρια πτηνά κατά τη διάρκεια κλειστής περιόδου κυνηγίου χρησιμοποιώντας παράνομα πυροβόλο όπλο και φυσίγγια κάθε άλλο περνά απαρατήρητο. Σαφώς τα πιο πάνω δείχνουν μία σύνθετη αξιόποινη συμπεριφορά από μέρους του κατηγορουμένου 2 μέσα από την καταπάτηση και περιφρόνηση διατάξεων διαφόρων νομοθεσιών, γεγονός που λαμβάνεται ως επιβαρυντικός παράγοντας. Η ποσότητα αλλά και τα είδη των εκρηκτικών υλών που ο κατηγορούμενος 2 παράνομα μετέφερε και συγκεκριμένα τα 663 πλήρη φυσίγγια ΔΟΚΟ, τα 32 πλήρη φυσίγγια ΦΛΟΠΕΡΤ και οι 6 κροτίδες με την επιγραφή 'Mefisto' καθώς και η ηχοπαραγωγική μηχανή, που εξέπεμπε μιμητικές φωνές αγρίων πουλιών δείχνει το βαθμό και την έκταση της παράνομης δραστηριότητας που ο κατηγορούμενος σκόπευε να αναπτύξει. Το γεγονός αυτό αποτελεί ένα επιπλέον επιβαρυντικό παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη. Περαιτέρω, η σύλληψη δύο τσακροσγάρτηλων που είναι προστατευμένα άγρια πτηνά, των οποίων η θήρα και σύλληψη απαγορεύεται, κατά τη διάρκεια κλειστής περιόδου για το κυνήγι είναι ένα άλλος επιβαρυντικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη. Επίσης, η μεταφορά πυροβόλου όπλου μαζί με την προαναφερόμενη ποσότητα και είδη εκρηκτικών υλών σε συνδυασμό με την κατοχή ηχοπαραγωγικής μηχανής καθώς και η μεταφορά και χρήση διχτύου στο οποίο, όπως ο συνήγορος υπεράσπισης αποκάλυψε μέσα από την αγόρευση του, αιχμαλωτίστηκαν δύο 2 τσακροσγάρτηλα, φανερώνει σχεδιασμό μιας οργανωμένης παράνομης επιχείρησης, στοιχείο που επιβαρύνει την θέση του κατηγορουμένου. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι η εν λόγω παράνομη επιχείρηση τερματίστηκε περιοριζόμενη στη σύλληψη μόνο δύο τσακροσγάρτηλων λόγω της έγκαιρης παρέμβασης μελών της αστυνομίας. Από την άλλη, προς όφελος του κατηγορουμένου 2 για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Την άμεση παραδοχή του στην αστυνομία με την οποία συνεργάστηκε για τη διερεύνηση και την πλήρη εξιχνίαση της υπόθεσης αυτής. (β) Την παραδοχή του στο Δικαστήριο έστω και αν αυτή έγινε σε καθυστερημένο στάδιο. (γ) Το λευκό ποινικό μητρώο του. (δ) Την απολογία του όπως αυτή εκφράστηκε από τον συνήγορο υπεράσπισης. (ε) Το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου 2 σε συνδυασμό με την άμεση παραδοχή του στην αστυνομία και την πλήρη συνεργασία του με τις ανακριτικές αρχές στην διερεύνηση και εξιχνίαση της υπόθεσης αυτής καθώς και η παραδοχή του στο Δικαστήριο ανεξαρτήτως αν αυτή έγινε σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας, επιτρέπει στο Δικαστήριο να εκλάβει την παρούσα υπόθεση ως ένα μεμονωμένο περιστατικό προερχόμενο από μία επιπόλαιη και απερίσκεπτη, πλην όμως καταδικαστέα, ενέργεια του κατηγορουμένου 2, για την οποία επιδείχτηκε έμπρακτη μεταμέλεια. (στ) Το ότι η παράνομη επιχείρηση περιορίστηκε στη σύλληψη δύο τσακροσγάρτηλων χωρίς έτσι να επεκταθεί στη θανάτωση άλλων αγρίων πτηνών. (ζ) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου 2, όπως αυτές περιγράφονται μέσα από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας αλλά και εκτέθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο υπεράσπισης και ειδικότερα το ότι: · Είναι διαζευγμένος και πατέρας ενός ανήλικου παιδιού ηλικίας 13 ετών. · Τα μηνιαία εισοδήματα της οικογένειας του ανέρχονται σε €1.564,00 που προέρχονται από επιδόματα και από το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων πλέον €900,00 από εργασία της συμβίας του. · Πρόσφατα απεβίωσε ο πατέρας του λόγω καρδιολογικών προβλημάτων. · Στο παρελθόν βίωσε τον θάνατο του μικρότερου αδελφού του συνεπεία ατυχήματος στην Εθνική Φρουρά. · Ο ίδιος κινείται με αναπηρικό καροτσάκι και εξυπηρετείται πλήρως από άλλα άτομα εξαιτίας σοβαρού τραυματισμού του το 2008 ενώ ψάρευε και αφού υπεβλήθηκε σε διάφορες εγχειρήσεις και θεραπείες στην Κύπρο και στο εξωτερικό, ως αποτέλεσμα του οποίου τραυματισμού παρακολουθείται από ειδικούς ιατρούς στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή ενώ ακολουθεί και πρόγραμμα φυσιοθεραπείας. · Η μητέρα του κατηγορουμένου υπέστηκε εγκεφαλικό επεισόδιο ενώ παράλληλα αντιμετωπίζει καρδιολογικά προβλήματα καθώς επίσης πάσχει από σακχαρώδη διαβήτη. Ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης επικαλέστηκε παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την τέλεση των αδικημάτων μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή εισηγούμενος ότι αυτό αγγίζει τα όρια της παραβίασης συνταγματικού δικαιώματος εκδίκασης της υπόθεσης εντός εύλογου χρόνου, χωρίς όμως ο εν λόγω συνήγορος να θέτει ευθέως ένα τέτοιο θέμα για εξέταση. Από το κατηγορητήριο παρατηρώ ότι όλα τα αδικήματα διαπράχτηκαν στις 26.04.11 ενώ η υπόθεση καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο στις 12.03.
  2. Παρόλο ότι ο κατηγορούμενος 2 συνεργάστηκε με τις ανακριτικές αρχές, το χρονικό διάστημα των 10,5 μηνών περίπου που διέρρευσε μέχρι την προσαγωγή της υπόθεσης στο Δικαστήριο δεν θεωρείται υπέρμετρο δεδομένου των 19 αδικημάτων που τότε τελούσαν υπό διερεύνηση, του γεγονότος ότι στην ίδια υπόθεση εκτός από τον κατηγορούμενο 2 εμπλεκόταν και άλλο πρόσωπο αλλά και του χρόνου που απαιτείτο για να εξεταστεί η κατάσταση του πυροβόλου όπλου και των εκρηκτικών υλών για σκοπούς ολοκληρωμένης διερεύνησης της υπόθεσης αυτής. Όπως έχει λεχθεί πιο πάνω, η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στις 12.03.12, πλην όμως η επίδοση του κατηγορητηρίου έγινε δυνατή στις 21.09.
  3. Στις 02.10.12 που η υπόθεση τέθηκε για πρώτη φορά ενώπιον Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος 2 απουσίαζε με αποτέλεσμα να εκδοθεί ένταλμα σύλληψης εναντίον του. Τελικά ο κατηγορούμενος 2 εντοπίστηκε και εμφανίστηκε στο Δικαστήριο στις 12.02.13 και αφού δήλωσε μη παραδοχή στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, ως ήταν δικαίωμα του, η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 18.06.13 Ακολούθως, ορίστηκε εκ νέου για ακρόαση στις 26.02.14 αφού πρώτα είχε οριστεί για προγραμματισμό στις 04.07.
  4. Στις 26.02.14 ζητήθηκε τόσο από την κατηγορούσα αρχή όσο και από την υπεράσπιση αναβολή στην εκδίκαση της υπόθεσης με σκοπό να συζητήσουν μεταξύ τους την ουσία της υπόθεσης, το οποίο κοινό αίτημα εγκρίθηκε από το Δικαστήριο. Στις 25.06.14 ο κατηγορούμενος προέβηκε σε αλλαγή απάντησης και διατάχτηκε η ετοιμασία έκθεσης από το Γραφείο Ευημερίας υπό τη μορφή του κατεπείγοντος για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής, η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 03.07.14 οπότε και αγόρευσε ο συνήγορος υπεράσπισης. Κάτω από αυτά τα δεδομένα, κρίνω ότι η περίοδος που λαμβάνεται υπόψη ότι διέρρευσε και για την οποία ο κατηγορούμενος 2 δεν ευθύνεται είναι από τις 18.06.13 μέχρι τις 25.06.14, δηλαδή περίπου 12 μήνες. Παρόλο ότι ο χρόνος αυτός, χωρίς να παραγνωρίζω τον πρόσφατο θάνατο του πατέρα του κατηγορουμένου 2, δεν συνοδεύεται από μεταβολή των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορουμένου 2, εντούτοις από μόνος του είναι ένας παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη και συνεπώς προσμετρείται προς όφελος του κατηγορουμένου 2 (Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδης
(1993)2 Α.Α.Δ. 358 και Μυροφόρα ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 84). Για τον υπόλοιπο χρόνο που αναλώθηκε μετά την καταχώρηση της υπόθεσης στο Δικαστήριο τόσο προγενέστερα όσο και μεταγενέστερα της προαναφερόμενης περιόδου, ο κατηγορούμενος 2, για τους λόγους που έχουν προαναφερθεί, θεωρείται συνυπεύθυνος και δεν δικαιούται να ζητεί να του πιστωθεί (Γεώργιος Τσιόλης v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 154 και Γενικός Εισαγγελέας v. Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223). Σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τη σοβαρότητα των αδικημάτων, όπως αυτή προκύπτει από τις συνθήκες διάπραξης τους αλλά και από τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση αυτή σε συνδυασμό με την αυξητική συχνότητα και ευκολία που τα αδικήματα αυτά διαπράττονται, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες καθώς και οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου 2, θεωρώ ότι μπορεί να αποφευχθεί η επιβολή στον κατηγορούμενο 2 ποινής στερητικής της ελευθερίας του. Ιδιαίτερα το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου 2 σε συνάρτηση με το γεγονός ότι το περιστατικό αυτό κρίνεται μεμονωμένο αλλά και η παραδοχή του κατηγορουμένου 2 στην αστυνομία με την οποία παράλληλα συνεργάστηκε πλήρως και απόλυτα βοηθώντας στην εξιχνίαση της υπόθεσης καθώς και η εκ των υστέρων παραδοχή του στο Δικαστήριο, στοιχεία που αποτελούν έμπρακτη μεταμέλεια από μέρους του, κλίνουν την πλάστιγγα στο να μην εξαντλήσει το Δικαστήριο στο μέγιστο την αυστηρότητα του. Συνεπώς θεωρώ ότι, υπό τις περιστάσεις, μπορεί να επιβληθεί συνδυασμός άλλων ειδών ποινής που από την μία να εξυπηρετεί το στοιχείο αυστηρότητας και από την άλλη να δίδει στον κατηγορούμενο 2 μία δεύτερη ευκαιρία ελπίζοντας ότι θα την αδράξει για να συνεχίσει την ζωή του. Καταληκτικά επιβάλλονται στον κατηγορούμενο 2 οι ακόλουθες ποινές: Πρώτη κατηγορία - χρηματική ποινή ύψους €600,00 και επιπλέον να υπογράψει προσωπική εγγύηση ύψους €1.000,00 για να επιδεικνύει καλή διαγωγή και να τηρεί την τάξη, τους νόμους και κανονισμούς της Κυπριακής Δημοκρατίας για περίοδο 2 ετών Δεύτερη κατηγορία - χρηματική ποινή ύψους €600,00 και επιπλέον να υπογράψει προσωπική εγγύηση ύψους €1.000,00 για να επιδεικνύει καλή διαγωγή και να τηρεί την τάξη, τους νόμους και κανονισμούς της Κυπριακής Δημοκρατίας για περίοδο 2 ετών Τρίτη κατηγορία - χρηματική ποινή ύψους €400,00 Τέταρτη κατηγορία - χρηματική ποινή ύψους €400,00 Ένατη κατηγορία - χρηματική ποινή ύψους €200,00 Ενδέκατη κατηγορία - χρηματική ποινή ύψους €200,00 Επίσης, έξοδα ύψους €90,00 να καταβληθούν από τον κατηγορούμενο. Επιπλέον, δυνάμει του άρθρου 90 του Ν.113(Ι)/2004, απαγορεύεται στον κατηγορούμενο 2 να μεταφέρει πυροβόλο όπλο για περίοδο 6 μηνών από σήμερα. Περαιτέρω, 663 πλήρη φυσίγγια ΔΟΚΟ, 32 πλήρη φυσίγγια ΦΛΟΠΕΡΤ, 6 κροτίδες με την επιγραφή 'Mefisto', μία ηχοπαραγωγική συσκευή καθώς και 2 δίχτυα με 7 μεταλλικούς πασσάλους να κατασχεθούν και να καταστραφούν ενώ το πυροβόλο όπλο κατηγορίας Δ τύπου με αριθμό εγγραφής Ν29631, εφόσον αποτελεί το μοναδικό ενθύμιο που ο κατηγορούμενος 2 έχει από τον πρόσφατο θάνατο του πατέρα του, να του επιστραφεί ως νόμιμος δικαιούχος του που είναι. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence Αναφορά: Ποινικό/ Μεταφορά πυροβόλου όπλου κατά τη διάρκεια κλειστής περιόδου-Μεταφορά εκρηκτικών υλικών χωρίς άδεια του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών- Κατοχή απαγορευμένων μέσων σύλληψης- Κατοχή προστατευμένων αγρίων πτηνών /Ποινή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.